Factory

επιθεώρηση για τους μητροπολιτικούς ανταγωνισμούς

H ενεργειακή κρίση των ημερών μας

leave a comment »

Ένας από τους παράγοντες στον οποίο ο καπιταλισμός αναζητεί μία διέξοδο είναι στην εύρεση μίας ενεργειακής πηγής (ή καλύτερα ενός συνδυασμού αυτών) αρκετά ικανής και ισχυρής, ώστε να διατηρήσει τη δυνατότητα του συστήματος να συνεχίσει την αέναη οικονομική του μεγέθυνση. Η μετάβαση σε ένα μεταπετρελαϊκό ενεργειακό καθεστώς είναι αναπόφευκτη και έχει να κάνει τόσο με υλικά όρια που αντιμετωπίζει όσο και της ιδεολογικής «πράσινης» κατεύθυνσής του. H διαδικασία αυτή κινείται παράλληλα με την εξέλιξη αβέβαιων και μακροπρόθεσμων συλλογικών αγώνων και θα επηρεαστεί από τις ποιοτικές τους προοπτικές. Το ζητούμενο για εμάς είναι, ξεπερνώντας τόσο πάγιες αλήθειες για την κοινωνική εξέλιξη όσο και τεχνικές προσεγγίσεις για το  τρόπο προσαρμογής στην εξάντληση του ενός ή του άλλου φυσικού πόρου, να εστιάσουμε πολιτικά στους αγώνες, κοινοτικούς, εργατικούς και άλλους που εμφανίζονται.

Κομμάτι της κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος είναι η ενεργειακή του κρίση. Ένας από τους παράγοντες στον οποίο ο καπιταλισμός αναζητεί μία διέξοδο στην εύρεση μίας ενεργειακής πηγής (ή καλύτερα ενός συνδυασμού αυτών) αρκετά ικανής και ισχυρής, ώστε να διατηρήσει τη δυνατότητα του συστήματος να συνεχίσει την αέναη οικονομική του μεγέθυνση. Η αναζήτηση αυτή συνοδεύεται από καταστροφικές δραστηριότητες εξόρυξης φυσικών πόρων1, μεγάλα αναπτυξιακά έργα, κ.α. που προκαλούν δραματική αύξηση των θερμοκηπιακών αερίων, τον εκτοπισμό ντόπιων πληθυσμών, την εκμετάλλευση της εργασίας των ντόπιων και μεταναστών εργατών, την καταστροφή της γης και του νερού.

Αφετηρία για τη μελέτη του ενεργειακού ζητήματος αποτελεί μία οπτική, η οποία τοποθετεί την τεχνολογία και την ενέργεια μέσα στο πλαίσιο των κοινωνικών σχέσεων των οποίων αποτελούν μέρος. Τεχνολογία-ενέργεια και κοινωνικές σχέσεις αλληλοεπηρεάζονται διαλεκτικά.

Στον αντίποδα αυτής της αντίληψης υπάρχει μία ευρύτατα διαδεδομένη βιβλιογραφία, η οποία με ένα καταστροφολογικό ύφος του τύπου «το τέλος πλησιάζει» μιλάει για την εξάντληση του πετρελαίου ως απλά ένα θέμα πεπερασμένων φυσικών πόρων και κάτι που άπτεται της κατάλληλης τεχνολογική λύσης. Ο λόγος αυτός εστιάζει στην αναγκαιότητα μίας αποκεντρωμένης κοινωνικής οργάνωσης, η οποία να στηρίζεται σε ανάλογη αγροτική και ενεργειακή παραγωγή (τοπικά αγροκτήματα, μικρές ενεργειακές μονάδες ανανεώσιμων πηγών ενέργειας). Η επίτευξη μίας τέτοιας μορφής οργάνωσης τίθεται ως πανάκεια χωρίς να εξηγεί με ποιόν τρόπο θα καθιστούσε από μόνη της πιο ελεύθερη την κοινωνία. Βασικό της μειονέκτημα είναι ότι παρουσιάζει τον καπιταλισμό ως ένα πράγμα, έναν ενεργειακό μηχανικό σχηματισμό και όχι ως μία εξελισσόμενη κοινωνική σχέση.

Η εξάντληση των φυσικών πόρων και η τεχνολογία είναι και οι δύο σημαντικοί παράγοντες του ζητήματος της ενεργειακής κρίσης τους οποίους, όμως, αν δούμε αποκομμένα θα χάσουμε την κοινωνική του διάσταση. Αντίθετα, για εμάς, είναι διαφωτιστικό να δούμε τη χρήση, την παραγωγή και τη διανομή της ενέργειας ως στιγμές των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων παραγωγής. Έτσι θα μπορέσουμε να αναλύσουμε αλλαγές που επηρεάζουν τις ζωές μας, όπως τις αυξομειώσεις στις τιμές των καυσίμων, τη δημιουργία μεγάλων έργων παραγωγής ενέργειας (νέες μονάδες λιγνίτη, φυσικού αερίου, μεγάλα φράγματα), την ανάπτυξη της βιομηχανίας των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ) κ.α. με έναν κριτικό τρόπο. Μέσα από μία τέτοια οπτική θα δούμε ότι η ενέργεια και η τεχνολογία αποτελούν επίσης έδαφος κοινωνικών αγώνων και διαμορφώνονται από αυτούς. Οι αγώνες αυτοί αφορούν στην αντίθεση της οικειοποίησης των φυσικών πόρων από το κεφάλαιο και μπορεί να ξεκινούν από την εναντίωση στην εξόρυξή τους ή στην πραγματοποίηση κάποιου ανάλογου έργου (π.χ. ενός μεγάλου φράγματος), αλλά να μην περιορίζονται εκεί.

Eνεργειακή κρίση και καπιταλισμός

Κατά την εξέλιξη της πορείας του ο καπιταλισμός έχει αντιμετωπίσει πολλές κρίσεις, οι οποίες προέκυψαν από τις συνέπειες της οικολογικής ανισορροπίας, την αντίσταση των καταπιεσμένων και τον έλεγχο των φυσικών πόρων και ειδικότερα της ενέργειας από τα κυρίαρχα καθεστώτα. Το πέρασμα από την φεουδαρχία στον καπιταλισμό στην Αγγλία, συνοδεύτηκε από τον αφανισμό των δασών από την χώρα και την ελαχιστοποίηση της γομιμότητας τον εδαφών, πριν γίνει η μετάβαση από τη ξυλεία στο λιγνίτη και σχηματοποιηθεί ο συνολικός κοινωνικός μετασχηματισμός της χώρας. Η μετάβαση από τον άνθρακα στο πετρέλαιο συνδέεται επίσης με ένα συνδυασμό κοινωνικών παραγόντων που κινητοποιούν το συνολικό μετασχηματισμό της εποχής: η οργάνωση και ριζοσπαστικοποίηση των ανθρακωρύχων κατέστησαν το λιγνίτη λιγότερο ελκυστικό για το κεφάλαιο σε μία περίοδο που εμφανίζεται το φορντικό μοντέλο παραγωγής. Η εντατικοποίηση της εργασίας και η μη-πειθάρχηση πληθυσμών, η αύξηση του καταναλωτισμού την δεκαετία του ‘20 και η κρίση του ‘29 που ακολούθησε είναι σημεία στην πορεία μίας οξυμένης συνθήκης κοινωνικού ανταγωνισμού που οδήγησε στην κεντρική εμφάνιση του κρατικού παρεμβατισμού και στον διακρατικό ανταγωνισμό που οδήγησε στο σφαγείο του Β’ παγκοσμίου πολέμου. Η εξέλιξη της τεχνολογίας εξόρυξης και εκμετάλλευσης των ορυκτών καυσίμων (πετρέλαιο) είναι κομμάτι του. Το νέο ενεργειακό μοντέλο έπαιξε κεντρικό ρόλο στην διαδικασία της φορντικής παραγωγής ως παράγοντας αντικατάστασης του εργατικού δυναμικού2. Η ανθρώπινη εργασία γίνεται όλο και περισσότερο παραγωγική ενώ στο πεδίο της καπιταλιστικής κερδοφορίας οι ρυθμοί της αντί να ελαττωθούν, αυξήθηκαν.

Μία τέτοια ενεργειακή αλλαγή συμβαίνει και στις μέρες μας, μία κρίση την οποία μπορούμε να προσδιορίσουμε ως τον κοινωνικό μετασχηματισμό που προωθεί το κεφάλαιο για να διατηρήσει την κερδοφορία του, συναντώντας τα υλικά όρια που τίθενται από την κλιματική αλλαγή, την εξάντληση των φυσικών πόρων και τις κοινωνικές αντιστάσεις που κυοφορούνται. Ονομάζουμε την διαδικασία αυτής της μετάβασης ενεργειακή κρίση γιατί τα ενδεχόμενα της εξέλιξής της είναι ανοιχτά. Ο συνδυασμός της οικονομικής, ενεργειακής και κλιματικής κρίσης δίνει στο κεφάλαιο μεγάλες δυνατότητες να δικαιολογήσει τους μετασχηματισμούς του «για το καλό του πλανήτη και της οικονομίας», ενσωματώνοντας στην κίνησή του αυτή κάποια τμήματα του περιβαλλοντικού κινήματος με καταστρεπτικές συνέπειες για τους σκοπούς της περιβαλλοντικής και κοινωνικής δικαιοσύνης. Από την άλλη μεριά, είναι ανοιχτά τα ενδεχόμενα για την εμφάνιση αγώνων που θα απονομιμοποιήσουν τις προτεραιότητες του κεφαλαίου στη διαχείριση αυτών των κρίσεων και θα προάγουν εναλλακτικούς δεσμούς και αξίες. Οι επιλογές ενός νέου ενεργειακού μοντέλου θα βρεθούν σε ένα συνδυασμό χρήσεων διαφορετικών πηγών ενέργειας. Πιθανή φαίνεται η επαναφορά (όπως γίνεται ήδη) της συζήτησης για τη πυρηνική ενέργεια, αυτή την φορά ως πράσινη (sic) εναλλακτική λύση, η διατήρηση του φυσικού αερίου που όμως απαιτεί δίκτυα διανομής με σταθερές διακρατικές σχέσεις και η προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Οι τελευταίες, δεδομένης της μη συνεχής παροχής τους, συνιστούν μία συμπληρωματική παραγωγή την οποία το ενεργειακό λόμπι επιθυμεί να είναι ένα μικρότερο, αλλά πολλά υποσχόμενο κομμάτι στην ίδια μοιρασιά. Σε κάθε περίπτωση, η μορφή που θα αποκτήσει ο μετα-πετρελαϊκός ενεργειακός σχηματισμός θα  εξαρτηθεί από τη δυνατότητα του κεφαλαίου να επαναδομήσει με επιτυχία τις κοινωνικές σχέσεις σε πλανητικό επίπεδο και να διαιρέσει την παγκόσμια κυκλοφορία των αγώνων.

Παράλληλα, παρατηρούμε ότι εμφανίζονται πολλοί και διαφορετικοί κοινωνικοί αγώνες που άπτονται των ζητημάτων της ενέργειας και της κλιματικής αλλαγής. Αυτοί αφορούν σε ποικίλα θέματα: από την ιδιοκτησία και τον έλεγχο της ενεργειακής παραγωγής και της διαδικασίας εξόρυξης έως την πρόσβαση και την τιμή της ενέργειας, από τις αποζημιώσεις προς πληθυσμούς πετρελαιοπαραγωγών χωρών της Λατινικής Αμερικής και της Μέσης Ανατολής, των οποίων οι εκτάσεις είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης εδώ και χρόνια, έως την αντίσταση σε μεγάλα αναπτυξιακά σχέδια (π.χ. σχέδιο Πουέμπλα Παναμά στο Μεξικό), από την περίφραξη της ηλιακής, αιολικής, υδροηλεκτρικής ενέργειας έως τους ενεργειακούς εργάτες. Η διερεύνηση όλων αυτών των αγώνων3 είναι ένα ζητούμενο.

Κλιματική αλλαγή και η ανάπτυξη της βιομηχανίας των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ)

Σε πολιτικό επίπεδο τα τελευταία 4-5 περίπου χρόνια η κλιματική αλλαγή βρίσκεται στην κορυφή της ημερήσιας διάταξης. Αυτό το γεγονός σηματοδοτήθηκε από την έκθεση Stern4 η οποία έστειλε σε ολόκληρο τον κόσμο το μήνυμα ότι «τώρα είναι η πιο οικονομικά συμφέρουσα στιγμή για τη δημιουργία ενός πράσινου καπιταλισμού ο οποίος θα αντιμετωπίσει τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής. Αργότερα θα είναι πολύ αργά…». Από εδώ και στο εξής, φαίνεται ότι το λόμπι των κυβερνήσεων και βιομηχανικών συμφερόντων μετατοπίζεται από την άρνηση της κλιματικής αλλαγής, θέση που υποστήριξε στο παρελθόν, επιδιώκει να το αποπολιτικοποιήσει και να μοιράσει τις ευθύνες του σε όλη τη «μεγάλη οικογένεια» της ανθρωπότητας ανεξάρτητα κοινωνικών ανισοτήτων και τρόπου ζωής5. Έτσι, καθώς οικοδομείται η ιδεολογική κάλυψη του πράσινου καπιταλισμού, φτάνουμε στο σήμερα σε μία συγκυρία όπου η κλιματική αλλαγή εισάγεται ως επιχείρημα για να δικαιολογήσει πολιτικές ελέγχου και καταστολής που να βασίζονται σε μία φιλολογία φόβου και καταστροφολογίας επιδιώκοντας την κοινωνική συναίνεση. Σε μία τέτοια λογική, ζητήματα όπως το ανώτατο σημείο πετρελαϊκής παραγωγής6 (peak oil), και τα αυξανόμενα ενεργειακά κόστη τίθενται ως επιχείρημα δικαιολόγησης των αυξανόμενων κοινωνικών πιέσεων σε εργάτες και κοινότητες.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, η τεχνολογία των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ) αυξάνει παγκόσμια με ένα παράδοξο τρόπο. Μέχρι τώρα έχει αναπτυχθεί λίγο και σε συγκεκριμένα μέρη του κόσμου όμως η εξάντληση των φυσικών πόρων, η κλιματική αλλαγή, η αναζήτηση μίας νέας πρωταρχικής συσσώρευσης και οι διεθνείς ενδοκαπιταλιστικές συγκρούσεις συνιστούν μία υλική ώθηση προς τις ΑΠΕ. Φτάνουμε όντως στο τέλος της πετρελαιϊκής εποχής και αυτό δεν είναι μία ιδεολογική επιλογή αλλά μία πραγματικότητα που βασίζεται σε υλικούς περιορισμούς. Παράλληλα με αυτό, υπάρχει όμως και το ιδεολογικό κομμάτι των ΑΠΕ. Η υπόσχεση που απορρέει όταν σκεφτεί κανείς ανεμογεννήτριες και λαμπερά φωτοβολταϊκά είναι ότι το ενεργειακό μας σύστημα θα μπορούσε να είναι οικολογικό και αυτόνομο και έτσι να μπορεί να λειτουργήσει η ανθρωπότητα με παρόμοιο τρόπο. Όλη η ανθρωπότητα ως μεμονωμένα άτομα όμως, όσοι θα μπορούν να την πληρώνουν και όσοι δεν θα υποστούν τις συνέπειές της.

Η κατεύθυνση που παίρνουν οι ΑΠΕ στις μέρες μας δεν είναι αυτή που υποστηρίζουν οι πράσινοι υπερασπιστές της: αντί για αποκεντρωμένες μονάδες που να εξυπηρετούν τοπικές ανάγκες έχουμε κεντρικοποιημένα μεγαπρότζεκτ. Αντί δηλαδή να αναπτύσσονται οι ΑΠΕ πάνω σε μία συνεργατική-κοινοτιστική μορφή κοινωνικής οργάνωσης έχουμε την εφαρμογή της καπιταλιστικής λογικής περιορισμών και περιφράξεων. Η κυρίαρχη τάση για τον καθορισμό της ενεργειακής πολιτικής είναι αυτή που τίθεται από τον ενεργειακό επιχειρηματικό τομέα, τις ίδιες δηλαδή εταιρίες που στο παρελθόν ανέπτυξαν την τεχνολογία εκμετάλλευσης του πετρελαίου, φυσικού αερίου και πυρηνικών και, όσον αφορά στις ΑΠΕ, επικεντρώνεται σε ένα συνδυασμό τεχνικών λύσεων και εθνικών/υπερεθνικών πολιτικών μηχανισμών.

Από τη μία μεριά, μία κοινή προσέγγιση για τις χώρες του ανεπτυγμένου κόσμου είναι αυτή που προωθεί την απογείωση των ΑΠΕ σε σχέση με εθνικά συγκριτικά πλεονεκτήματα και πετυχημένες εφαρμογές (π.χ. γερμανία, δανία) στο πλαίσιο  της παγκόσμιας αγοράς. Ένα νέο πεδίο κοινωνικών συγκρούσεων ανοίγει. Η καθιέρωση της ιδιοκτησίας πάνω στον αέρα και τον ήλιο είναι οι νέες επιθετικές κινήσεις του καπιταλισμού στα κοινά και εκεί βρίσκεται ένα πολιτικό διακύβευμα. Στον ελλαδικό χώρο μία τέτοια ανάπτυξη έχει αρχίσει να συμβαίνει (π.χ. σχέδια για αιολικά πάρκα στην Κρήτη, την Κέρκυρα και αλλού), ενώ έχει ξεκινήσει η αντικατάσταση εμπορικών καλλιεργειών,  όπως ο καπνός από τις πρώτες ποικιλίες βιοκαυσίμων. Από την άλλη, στις χώρες του 3ου κόσμου  η ανάπτυξη των ΑΠΕ συνδέεται άμεσα με κεντρικές κρατικές πολιτικές που απειλούν τη γη αγροτικών κοινοτήτων και πραγματοποιούν εκδιώξεις ευάλωτων πληθυσμών. Επίσης, η προώθηση πολιτικών που αντικαθιστούν καλλιέργειες τροφίμων με καλλιέργειες βιοκαυσίμων απειλούν τη τροφική αυτονομία των αγροτικών κοινοτήτων, την βιοποικιλότητα του φυσικού τους περιβάλλοντος και βρίσκονται στο επίκεντρο των καινούργιων εξεγέρσεων για την τροφή που θα γίνουν. Ένα σημαντικό ερώτημα για το μέλλον είναι αν αγροτικοί πληθυσμοί θα αποκτήσουν πρόσβαση στα απαραίτητα εργαλεία για να αποφασίσουν αυτόνομα για τη χρήση των ενεργειακών και άλλων φυσικών πόρων στις περιοχές τους.

Συμπερασματικά

Ως μέρος των υλικών ορίων του καπιταλισμού και της ιδεολογικής «πράσινης» κατεύθυνσης του, η μετάβαση σε ένα μεταπετρελαϊκό ενεργειακό καθεστώς είναι αναπόφευκτη. Το θέμα είναι ότι αυτή η διαδικασία κινείται παράλληλα με την εξέλιξη αβέβαιων και μακροπρόθεσμων συλλογικών αγώνων και θα επηρεαστεί από τις ποιοτικές τους προοπτικές. Μπαίνουν ερωτήματα όπως: ποιες τεχνολογίες θα συμπεριληφθούν στην ενεργειακή μετάβαση και με ποιών τις προτεραιότητες και τους όρους; Ποιος θα πληρώσει τα κόστη και ποιος θα λάβει τα οφέλη; Θα είναι μία διαδικασία που θα ενισχύει τις παρούσες ιεραρχίες ή θα είναι μέρος μίας γενικότερης απελευθερωτικής διαδικασίας; Το ζητούμενο για εμάς είναι, ξεπερνώντας τόσο πάγιες αλήθειες για την κοινωνική εξέλιξη, όσο και τεχνικές προσεγγίσεις για το  τρόπο προσαρμογής στην εξάντληση του ενός ή του άλλου φυσικού πόρου, να εστιάσουμε πολιτικά στους αγώνες, κοινοτικούς, εργατικούς και άλλους που εμφανίζονται. Παράλληλα, να ανοίξουμε την συζήτηση για το πώς χρησιμοποιούμε την ενέργεια, να προκαλέσουμε την πανάκεια του ενεργοβόρου πολιτισμού που ως κάτοικοι πρωτοκοσμικών χωρών αποτελούμε μέρος και μέσα από την αμφισβήτηση να αναζητήσουμε γόνιμες και ανατρεπτικές κοινωνικές συνδέσεις.

σημειώσεις

1. Χαρακτηριστικό παράδειγμα παραλογισμού είναι η εκμετάλλευση των ενεργοβόρων και ρυπογόνων για την εξόρυξή τους κοιτασμάτων πισσούχου άμμου (tar sands) που βρίσκονται στo Καναδά, την Βενεζουέλα και αλλού. Μιλάμε για μία εξόρυξη που συμπεριλαμβάνει την διύλιση και μετατροπή σε συμβατικό πετρέλαιο ενός εξαιρετικά πυκνού μίγματος άμμου, λάσπης, νερού και πετρελαίου. Η διαδικασία αυτή απαιτεί την κατανάλωση του 1/5 της παραγόμενης ενέργειας και δημιουργεί 2 με 4 φορές περισσότερα θερμοκηπιακά αέρια αν συγκριθεί με το συμβατικό πετρέλαιο.

2. Πέντε τομείς που ξεχωρίζουν ως προς αυτό είναι η μηχανοποίηση, ο τεχνητός φωτισμός, οι μεταφορές, οι τεχνολογίες επικοινωνίας, η παραγωγή φτηνής τροφής, στέγης, ρουχισμού και καταναλωτικών αγαθών

3. Ο George Caffentzis στη βιβλιογραφία του εντάσσει σε αυτούς τους κοινωνικούς αγώνες 1) την αντίσταση των Ιρακινών πετρελαιοπαραγωγών εργατών 2) την αντίσταση από τις χώρες της Βενεζουέλας, της Βολιβίας και του Εκουαδόρ στον έλεγχο των εσόδων του πετρελαίου από το κεφάλαιο 3) τους  αγώνες αγροτικών και αστικών κινημάτων να επαναοικειοποιηθούν την γη, την ξυλεία, το πετρέλαιο και τις πηγές από τις οποίες αποκλείστηκαν ή/και άλλες κινήσεις  γύρω από την κλιματική αλλαγή. Σύμφωνα με τον Caffentzis «Όλες αυτές οι αρνήσεις συμμόρφωσης με το κεφάλαιο είναι μέρος του ενεργειακού ανώτατου ορίου παραγωγής  που αντιμετωπίζει σήμερα το κεφάλαιο».

4. Η έκθεση Stern (2006) είναι ένα έγγραφο 700 σελίδων που συντάχθηκε από τον οικονομολόγο Nicholas Stern για λογαριασμό της Βρετανικής κυβέρνησης. Αφορά στις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής στην παγκόσμια οικονομία και έχει αποτελέσει την μεγαλύτερη και πιο διαδεδομένη έρευνα του είδους της. http://en.wikipedia.org/wiki/Stern_report

5. Ενδεικτικό της σχετικής δυσαναλογίας είναι ότι, σύμφωνα με στοιχεία της παγκόσμιας τράπεζας, το φτωχότερο 37% του παγκόσμιου πληθυσμού ευθύνεται για το 7% των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, ενώ το 15% του πληθυσμού ανεπτυγμένων χωρών παράγει περίπου το 50% αυτών των εκπομπών.

6. Ο όρος «ανώτατο σημείο της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου» (peak oil) χρησιμοποιείται για να δείξει ότι, δεδομένων των περιορισμένων αποθεμάτων των ορυκτών καυσίμων, υπάρχει ένα σημείο καμπής μετά το οποίο η εξόρυξη θα είναι όλο και δυσκολότερη και το καύσιμο όλο χαμηλότερης ποιότητας. Στο peak oil θα παράγεται η μεγαλύτερη ποσότητα πετρελαίου που έχει παραχθεί ποτέ σε μια δεδομένη χρονιά και, μετά από αυτό, η ετήσια παραγωγή θα αρχίσει να φθίνει.

Πηγές

(1) Tom Keefer (1999), Fossil Fuels, Capitalism, and Class Struggle, The Commoner N.13, http://www.commoner.org.

(2) Kolya Abramsky and Massimo De Angelis (1999), Introduction: Energy crisis (among others) is in the air, The Commoner N.13,

(3) Kolya Abramsky (1999), Energy and Labor in the World-Economy, The Commoner N.13,

(4) Sarajevo (2009), τεύχος 32

(5) Critical Currents (2009), Contours of Climate Justice: Ideas for shaping new climate and energy politics, Uppsala, http://www.dhf.uu.se.

(6) George Caffentzis (2005), No Blood for Oil – Energy, Class Struggle and War 1998-2004, http://www.radicalpolytics.org/

(7) Χορός της Καρμανιόλας (2009), Οικονομική ύφεση & κρίση συναίνεσης, http://www.xorostiskarmaniolas.blogspot.com

Advertisements

Written by factoryfanet

Ιουλίου 6, 2010 στις 12:48 μμ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: