Factory

επιθεώρηση για τους μητροπολιτικούς ανταγωνισμούς

Φυγή στη χρηματοπιστωτική σφαίρα

leave a comment »

Από το δείκτη NASDAQ στα ορυχεία της Κίνας. Από τα εργοστάσια του Σικάγο στις συνόδους του G20. Από την αγορά ενός σπιτιού με δάνειο στο L.A. στην εκτόξευση των spreads και την υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας. Από την διάσωση της τράπεζας CajaSur στην ιβηρική χερσόνησο, στις περικοπές μισθών και επιδομάτων…

…Από τη «στήριξη» του Δ.Ν.Τ. σε διάφορες ανά τον κόσμο χώρες, στην δολοφονική επίθεση εναντίον της Κ. Κούνεβα. Διαδρομές του κεφαλαίου. Ατελείωτες. Κάποιες φορές καλά σχεδιασμένες, άλλοτε dérives, περιπλανήσεις σε νέα άγνωστα πεδία. Πότε έτσι πότε γιουβέτσι˙ όλες όμως φαίνεται να έχουν το ίδιο επίδικο ζήτημα. Αναδιάρθρωση της παραγωγικής διαδικασίας, ένταση της εκμετάλλευσης, κέρδη για τα αφεντικά. Κι αν σε κάποιες περιόδους ορισμένοι αντιδρούν και όλα τα παραπάνω φαίνονται κομματάκι δύσκολα; Ε, μπορούν  να μετατεθούν για το κοντινό μέλλον…

ΤΟ ΚΑΛΟ ΤΟ ΠΑΛΙΚΑΡΙ ΞΕΡΕΙ ΚΙ ΑΛΛΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ…

Η σημερινή παγκόσμια κρίση ερμηνεύεται συνήθως ως αποτέλεσμα της υπερβολικής διόγκωσης του χρηματοπιστωτικού τομέα, των «κερδοσκοπικών παιχνιδιών» και της απουσίας ρυθμιστικών αρχών και ελέγχου σ’ αυτή τη νέα και όλο διευρυνόμενη αγορά. Άλλες φορές αποδίδεται στο λάθος δρόμο που πήρε το κεφάλαιο εγκαταλείποντας την «πραγματική παραγωγή», στρεφόμενο προς μια πλασματική οικονομία όπου το χρήμα γεννάει χρήμα. Μπορεί όμως μια κρίση του καπιταλιστικού συστήματος να ερμηνευτεί έξω από την ίδια τη σχέση του κεφαλαίου, μακριά από τον ταξικό ανταγωνισμό; Θα τολμήσουμε να φωνάξουμε ένα μεγάλο όχι. Τί ήταν λοιπόν αυτό που ώθησε το κεφάλαιο να ακολουθήσει αυτή την πορεία;

Την κρίση του 1974, μία από τις μεγαλύτερες κρίσεις του σύγχρονου καπιταλισμού, ακολουθεί μια περίοδος σοβαρής αδυναμίας από τη μεριά των αφεντικών να αναδιαρθρώσουν την παραγωγική διαδικασία σε νέα βάση. Η πολυπόθητη κερδοφορία παρέμενε στάσιμη, καθώς αγώνες και διεκδικήσεις των εργαζομένων κρατούσαν την παραγωγικότητα της εργασίας σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα. Βέβαια, κέρδη για τα αφεντικά φυσικά και υπήρχαν, αλλά σε καμία περίπτωση δεν έφταναν στα επίπεδα της δεκαετίας ’50-’60. Πολλά κεφάλαια (ιδίως τα λεγόμενα βιομηχανικά) παρέμεναν ανενεργά, αδυνατώντας να διευρύνουν τους ορίζοντες κερδοφορίας τους, καθώς προσέκρουαν σε μία μαχητική εργατική τάξη. Η κατάσταση δεν ήταν καλύτερη ούτε για τις τράπεζες, καθώς ο δανεισμός στην παραγωγή (στις επιχειρήσεις δηλαδή) δεν απέφερε τα προσδόκιμα κέρδη. Ήταν φανερό πως πολλά πράγματα έπρεπε να αλλάξουν.

Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό για την κερδοφορία περιβάλλον, η επίθεση στο κράτος πρόνοιας το οποίο εμπεριείχε κατακτήσεις εργατικών και κοινωνικών κινημάτων των προηγούμενων δεκαετιών ήταν μονόδρομος. Οι μισθοί των εργαζομένων που κατά τα προηγούμενα χρόνια είχαν αυξηθεί σημαντικά μέσω των αγώνων δέχονται τώρα σοβαρό πλήγμα. Για τις επόμενες δεκαετίες (μέχρι και σήμερα ουσιαστικά) θα παραμείνουν σχεδόν στάσιμοι. Αυτή η επίθεση του κεφαλαίου στους μισθούς και γενικότερα στα δικαιώματα των εργαζομένων, εκτός του ότι στοχεύει στην αναδιάρθρωση της παραγωγικής διαδικασίας, δημιουργεί πλέον και ένα νέο λαμπρό πεδίο κερδοφορίας για τις τράπεζες.

Τα δεδομένα στη ζωή των εργαζομένων αλλάζουν. Καθώς τώρα η διατήρηση ενός α’ βιοτικού επιπέδου μέσω του μισθού φαντάζει αδύνατη, όλο και περισσότερος κόσμος σπεύδει να καλύψει αυτές του τις ανάγκες δανειζόμενος, υποθηκεύοντας με αυτό τον τρόπο τη μελλοντική του εργασία. Οι εργαζόμενοι θα αποτελέσουν πλέον απευθείας το κύριο πεδίο κερδοφορίας των τραπεζών. Ταυτόχρονα όμως με την επίθεση αυτή αρχίζει και η μεγάλη ανάπτυξη της χρηματοπιστωτικής σφαίρας, με επίκεντρο τις Η.Π.Α. Μέσα σε λίγα χρόνια τεράστια κεφάλαια επενδύονται σε μετοχές. Το στοίχημα της εκμεταλλευσιμότητας της εργασίας που όπως φαινόταν δεν μπορούσε να κερδηθεί στο παρόν, ήταν πλέον δυνατόν να μεταφερθεί μέσω του χρηματοπιστωτικού συστήματος για το μέλλον. Ουσιαστικά τα αφεντικά έδιναν έξτρα χρόνο και κεφάλαια στους εαυτούς τους έτσι ώστε να καταφέρουν να αναδιοργανώσουν την παραγωγή και να χτίσουν τις βάσεις για μία συστηματικά ανοδική κερδοφορία.

ΟΠΟΥ ΑΚΟΥΣ ΠΟΛΛΑ ΚΕΡΑΣΙΑ ΚΡΑΤΑ ΚΑΙ ΜΙΚΡΟ ΚΑΛΑΘΙ…

Η ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας της πληροφορικής και η πραγματική ένταξή της στην παραγωγική διαδικασία τη δεκαετία του ’80 δημιούργησε την πεποίθηση πως τα εν δυνάμει κέρδη από τον συγκεκριμένο κλάδο θα μπορούσαν να είναι τεράστια. Η αξία των μετοχών της Microsoft και ορισμένων νέων εταιρειών πληροφορικής αυξανόταν με εκπληκτικούς ρυθμούς και όλοι πλέον ήταν διατεθειμένοι να πιστέψουν πως το ίδιο θαύμα θα μπορούσαν να πετύχουν πολλές ακόμα νέες επιχειρήσεις. Αυτή η ευφορία και η μεγάλη εισροή κεφαλαίων στον κλάδο της υψηλής τεχνολογίας έδωσε μεγάλη ώθηση στις τιμές των συγκεκριμένων μετοχών. Έτσι άρχισαν να αυτοτροφοδοτούνται[1]. Όσοι είχαν επενδύσει σε μετοχές παρουσίαζαν υψηλή κερδοφορία, ενώ όσοι παρέμεναν επιφυλακτικοί έμεναν στάσιμοι. Συνεπώς στο χρηματιστήριο διοχετεύονταν ολοένα και περισσότερα κεφάλαια, οι τιμές ανέβαιναν όλο και πιο ψηλά κι έτσι η φούσκα που μεγάλωνε δεν άργησε να σκάσει.

Από το καλοκαίρι του 2000 και μετά οι μετοχές αυτές έχασαν κατά μέσο όρο το 40% της αξίας τους. Αυτό συνέβη όταν έγινε αντιληπτό πως οι τιμές των μετοχών των περισσότερων εταιρειών δεν αντιστοιχούσαν σε καμία περίπτωση στην κερδοφορία τους στην παραγωγή, κάτι το οποίο δείχνει ξεκάθαρα το πόσο συνυφασμένη είναι η ανάπτυξη του χρηματοπιστωτικού τομέα με την τελευταία. Όσο η ανυποταξία της εργασίας, με όποιον τρόπο και αν αυτή εκφράζεται (είτε συλλογικό και οργανωμένο, είτε αποσπασματικά και σε μοριακό επίπεδο), μπλοκάρει την ένταση της εκμετάλλευσης και κατά συνέπεια της κερδοφορίας, το σχήμα «το χρήμα παράγει χρήμα» φαίνεται αργά ή γρήγορα να φτάνει στο όριο του. Το σκάσιμο της φούσκας ταρακούνησε δυνατά την οικονομία των Η.Π.Α. (και όχι μόνο). Ένα μεγάλο στοίχημα για το κεφάλαιο φαινόταν να χάνεται, καθώς ο εφιάλτης της οικονομικής ύφεσης επανεμφανιζόταν δυναμικά.

ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ ΣΠΙΤΑΚΙ ΜΟΥ…

Αντιμέτωπος με το φόβο της ύφεσης, ο διοικητής της Ο.Κ.Τ. Άλαν Γκρίνσπαν άρχισε να ρίχνει τα επιτόκια τα οποία έφτασαν στο 1%, ώστε μέσω του δανεισμού να δοθεί ώθηση στην οικονομία. Σε μια τέτοια περίοδο η επένδυση στον κατασκευαστικό τομέα φάνταζε η πιο σίγουρη επιλογή, καθώς η απόκτηση ιδιόκτητης κατοικίας αποτελούσε ανέκαθεν διακαή πόθο κάθε οικογένειας στην Αμερική. Το πάγωμα των μισθών για πολλά χρόνια, τα χαμηλά επιτόκια, η έκπτωση από το φορολογητέο εισόδημα των τόκων των δανείων και τα προγράμματα αγοράς κατοικίας από μειονοτικές κοινότητες (λατίνους, αφροαμερικάνους) που προώθησε τόσο η κυβέρνηση Μπους όσο και η προηγούμενη του Κλίντον με στόχο την ενσωμάτωση αυτών των πληθυσμών, ώθησαν τεράστια τμήματα της αμερικανικής κοινωνίας στην αγορά σπιτιών με στεγαστικά δάνεια, βάζοντας σε λειτουργία την ατμομηχανή του καπιταλιστικού συστήματος των Η.Π.Α., τον κατασκευαστικό τομέα.

Οι τράπεζες άρχισαν να δανείζουν στον καθένα εγκαταλείποντας τους παραδοσιακούς κανόνες δανεισμού[2], χωρίς να τους πολυενδιαφέρει το αν ο δανειζόμενος θα μπορούσε με ασφάλεια να αποπληρώσει τα χρέη του. Αυτή η στροφή στην πολιτική των τραπεζών δεν ήταν φυσικά μια βουτιά στο κενό όπως μπορεί να φαίνεται με μια πρώτη ματιά. Οι τράπεζες μέσω της τιτλοποίησης των στεγαστικών δανείων είχαν διώξει από πάνω τους τον πιστωτικό κίνδυνο[3] και έτσι ήταν σε θέση να βγάζουν μέσα από τη σύναψη κάθε δανείου άμεσο κέρδος χωρίς ρίσκο. Εξάλλου όσοι αγόραζαν αυτά τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα δεν θα είχαν πρόβλημα από τις όποιες μεμονωμένες αθετήσεις πληρωμών όσο οι τιμές των ακινήτων θα συνέχιζαν να διαγράφουν ανοδική πορεία όπως τα τελευταία χρόνια[4]. Και τελευταίο (και πιο σημαντικό), με τη νέα αυτή στρατηγική η αμερικανική εργατική τάξη σχεδόν στο σύνολό της έσπευδε να υποθηκεύσει την μελλοντική της εργασία και πειθάρχηση μέσα από τα δάνεια. Το γήπεδο αλλάζει, το στοίχημα όμως παραμένει το ίδιο: πειθαρχημένη εργατική τάξη, κέρδη για το κεφάλαιο.

Οι τράπεζες λοιπόν συνεχίζουν να δανείζουν χωρίς σχεδόν κανένα κριτήριο. Και όσο οι τιμές των ακινήτων αυξάνονταν όλα έμοιαζαν να κυλούν ομαλά. Ωστόσο, οι αθετήσεις πληρωμών και οι κατασχέσεις σπιτιών άρχισαν σιγά σιγά να αυξάνονται. Αμέτρητα «επισφαλή δάνεια», πολλές κατασχέσεις, πολλά άδεια και απούλητα σπίτια. Σαν συνέπεια αυτού εμφανίζεται πτώση στις τιμές των ακινήτων, η οποία συνεχίζεται με ραγδαίο ρυθμό. Όσο όμως οι τιμές πέφτουν τόσο αυξάνονται και οι αθετήσεις πληρωμών καθώς κανέναν δε συμφέρει να αποπληρώνει ένα τεράστιο δάνειο για ένα σπίτι που έχει χάσει μεγάλο μέρος της αξίας του. Το αντάλλαγμα πλέον για την υποθήκευση του μέλλοντος κάθε εργαζομένου φαίνεται πολύ φτηνό. Η αντίδραση είναι ενστικτώδης αλλά πολύ καίρια για το οικοδόμημα των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων, το οποίο καταρρέει υπό το βάρος των μη αποπληρωμών. Μαζί του συμπαρασύρονται και όσοι επένδυσαν σε τέτοια ομόλογα και παράγωγα (εταιρείες, οργανισμοί ασφάλισης, τράπεζες) καταγράφοντας τεράστιες απώλειες, με αρκετούς μάλιστα να φτάνουν στο όριο της χρεοκοπίας.

Ο ΚΑΛΟΣ Ο ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ ΣΤΗ ΦΟΥΡΤΟΥΝΑ ΦΑΙΝΕΤΑΙ…

Έτσι φθάνουμε στο καλοκαίρι του 2007, όπου τοποθετείται η «επίσημη» έναρξη της παγκόσμιας κρίσης. Πολλές τράπεζες φτάνουν στο χείλος του γκρεμού σε διάφορες «ώριμες» καπιταλιστικά χώρες. Ανάμεσά τους η επενδυτική τράπεζα Northern Rock του Ηνωμένου Βασιλείου (Σεπτέμβριος 2007), πολλές γερμανικές και ελβετικές τράπεζες, η Bear Stearns, πέμπτη μεγαλύτερη επενδυτική τράπεζα στις ΗΠΑ, οι δύο «ημι-κρατικές» επιχειρήσεις χορήγησης στεγαστικών δανείων Fannie May και Freddy Mac, η Lehman Brothers η οποία αφέθηκε τελικά να καταρρεύσει στις 15/09/2008, με τον κατάλογο να μακραίνει διαρκώς μέχρι σήμερα με την ισπανική τράπεζα  CajaSur. Τα κράτη ανά τον κόσμο, σε αντίθεση με τα νεοφιλελεύθερα ιδεολογήματα που τα ήθελαν να μην επεμβαίνουν στις αγορές, δεν κάθονται να παρατηρούν ως θεατές το φλερτ τραπεζών και μεγάλων επιχειρήσεων με τη χρεοκοπία. Αναλαμβάνουν αμέσως δράση προσπαθώντας να αναχαιτίσουν αυτή την συστημική κρίση που εξαπλωνόταν πλέον με ραγδαίους ρυθμούς. Οικονομικά πακέτα στήριξης δίνονται απλόχερα από όλες τις κυβερνήσεις προς τις τράπεζες.

Τα κράτη βγαίνουν μπροστά για λογαριασμό του κεφαλαίου κοινωνικοποιώντας τις ζημιές και τα χρέη. Μειώσεις μισθών, περικοπές επιδομάτων, αύξηση της φορολογίας για τους μισθωτούς – οικονομική ενίσχυση προς το κεφάλαιο. Σε μια τέτοια συγκυρία όπου η κοινωνική κατάσταση είναι τόσο ρευστή, οι ευκαιρίες που παρουσιάζονται για τα αφεντικά προς την κατεύθυνση της αναδιάρθρωσης πρέπει να αρπαχτούν από τα μαλλιά. Και για να γίνει αυτό πρέπει να δημιουργηθούν με κάθε κόστος αυτοί οι κοινωνικοί συσχετισμοί που θα επιτρέψουν την επιτάχυνση αυτών των διαρθρωτικών αλλαγών στην καπιταλιστική σχέση. Νέο τους όπλο θα αποτελέσει τώρα η κρίση των δημόσιων οικονομικών. Όπλο στην προσπάθειά τους να κερδίσουν το διαρκές στοίχημα της αναδιάρθρωσης. Μόνο που όταν τα αφεντικά κερδίζουν κάποιος πρέπει να χάσει. Ποιος άραγε;

Advertisements

Written by factoryfanet

Ιουλίου 14, 2010 στις 10:28 μμ

Αναρτήθηκε στις 01 τεύχος, κρίση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: