Factory

επιθεώρηση για τους μητροπολιτικούς ανταγωνισμούς

Η μονιμότητα της κρίσης του καπιταλισμού

leave a comment »


Από το ’70 και μετά ο καπιταλισμός προσπάθησε να αναβάλει την κρίση που είχαν προκαλέσει οι έντονοι κοινωνικοί αγώνες εκείνης της περιόδου. Και λέμε να αναβάλει γιατί απλά δεν κατάφερε να «επιλύσει» την κρίση του όπως έκανε πάντα, υποτάσσοντας και υποτιμώντας την ζωή, τις σχέσεις, την εργασία προς όφελός του.

Βασική καινοτομία αυτής της αναβολής υπήρξε ο απεριόριστος δανεισμός του προλεταριάτου. Ταυτόχρονα με την εξατομίκευση που προωθήθηκε με τον δανεισμό έλαβε χώρα και μια συντονισμένη επίθεση στις μορφές κοινωνικής αναπαραγωγής (υγεία, εκπαίδευση, ασφάλιση) που είχαν κατακτηθεί στην περίοδο της όξυνσης των αγώνων. Σημείο τομής των δύο αυτών κεντρικών στρατηγικών (δανεισμού – εργασιακής και κοινωνικής υποτίμησης) είναι η αδυναμία του κεφαλαίου και του κράτους να υποτάξουν όσο θα ήθελαν την εργασία και την εκμετάλλευσή της. Αυτή η αποτυχία του καπιταλισμού οδήγησε ουσιαστικά σε μια κρυφή αλλά μόνιμη κρίση από το ’70 και μετά που μόλις τα τελευταία δύο χρόνια έφτασε στα όρια της. Από δω και πέρα όλα είναι ανοιχτά…

Οι δεκαετίες του ’60 και του ’70 ήταν πολύ σημαντικές, όπως περιγράφηκε, για όσους βρίσκονται στη μεριά των εκμεταλλευόμενων. Η πρωτοφανής αύξηση των μισθών και του βιοτικού επιπέδου των εργατών, η αναγνώριση της άμισθης εργασίας των γυναικών στο σπίτι, το πανεπιστήμιο σαν ένα κοινωνικό εργαστήρι αυτομόρφωσης, οι αγώνες ενάντια στα ενοίκια, η επίτευξη φθηνών κοινωνικών υπηρεσιών για το προλεταριάτο αποτέλεσαν τα οφέλη για να κατευναστούν οι συσσωρευμένοι αγώνες αυτής της περιόδου και ο γενικότερος κοινωνικός αναβρασμός. Σε αυτή την περίοδο η πτώση της υπεραξίας πραγματικά είχε αρχίσει να τρομάζει τις κυρίαρχες τάξεις. Το μοντέλο της αστικοποίησης και του μαζικού εργάτη, που κάποτε έβαλε μπρος τις μηχανές της βιομηχανίας και του πλουτισμού τους, είχε αρχίσει να γίνεται ο εφιάλτης της συρρίκνωσης των κερδών. Οι αγώνες είχαν κερδίσει σημαντικό έδαφος.

Στην Ελλάδα, λόγω της εμφυλιακής πολιτικής συγκρότησης οι κοινωνικοί αγώνες δεν μπορούσαν να ξεδιπλωθούν καθώς αλλεπάλληλα πραξικοπήματα και δικτατορίες προσπαθούσαν να παγώσουν τον κοινωνικό μετασχηματισμό. Η Ελλάδα ζει τη δική της έφοδο στον ουρανό από τη μεταπολίτευση και μετά. Έντονοι εργατικοί αγώνες, η νεανική αμφισβήτηση, το φεμινιστικό κίνημα. Από την άλλη, σε θεσμικό επίπεδο το τέλος της παρανομίας για το ΚΚΕ και η αναγνώριση του συνδικαλιστικού κινήματος ως αξιόπιστου συνομιλητή αποτελούν τα πρώτα ψήγματα του πρώτου μεταπολεμικού κοινωνικού συμβολαίου. Η άνοδος του πασοκ ουσιαστικά σημαίνει την υπογραφή του ελληνικού New Deal. Πλατιές κοινωνικές μάζες βγαίνουν από την πολιτική καταπίεση και αναπόφευκτα αυτό αναβαθμίζει και τους υλικούς όρους ζωής. Όλα αυτά που στην Αμερική και την Ευρώπη ονομάστηκαν κοινωνικό κράτος ή κεϋνσιανισμός και εφαρμόστηκαν από τον πόλεμο και μετά, κουτσουρεμένα μεν αλλά δυναμικά εισέρχονται στην ελληνική πραγματικότητα από το 1981 και μετά.

Επιστρέφοντας στο παγκόσμιο σκηνικό και την κρίση κερδοφορίας λόγω της έντασης των αγώνων, τα αφεντικά εναγωνίως ανέλυαν, πειραματίζονταν και δοκίμαζαν τεχνικές για να βγουν από το τέλμα. Ένα τέλμα στο οποίο τους είχε φέρει η ανυποταξία των εργατών και συνακόλουθα η ραγδαία πτώση του ποσοστού κέρδους. Στην Ιταλία τη διετία ’70-’72, οι μισθοί στους περισσότερους κλάδους παρουσίαζαν αύξηση 30%. Από την άλλη τα δάνεια για κατοικία μέσα από κρατικές τράπεζες με χαμηλό επιτόκιο και το σύνολο των προστατευτικών θεσμών (επιδόματα, συντάξεις, εκπαίδευση) τα οποία δημιουργούσαν υποτίθεται μια τάξη ικανοποιημένων (άρα και ήσυχων) εργατών που στη συνέχεια θα καταναλώνει τα προϊόντα, είχε γυρίσει μπούμερανγκ. Οι «ικανοποιημένοι» εργάτες κατάλαβαν την δύναμη τους και ζητούσαν όλο και περισσότερα, ενώ σε πολλές περιπτώσεις αμφισβητούσαν συνολικά τη μισθωτή σχέση και το καπιταλιστικό σύστημα. Ειδικά οι πιο νέοι προλετάριοι που σφυρηλατήθηκαν στους αγώνες του ’60 –’70 άρχισαν να αποδομούν την εικόνα του «παραγωγικού» εργάτη που είναι όμως καταδικασμένος να περάσει τη ζωή του στη γραμμή παραγωγής. Έτσι όπως είχαν έρθει τα πράγματα, ήταν πραγματικά επιτακτικό για τα αφεντικά να εφαρμόσουν μια ριζική λύση.

Ένα από τα βασικά ζητήματα με τα οποία έρχονταν αντιμέτωπα τα αφεντικά ήταν ότι λόγω της εργατικής ανυποταξίας στο πεδίο της παραγωγής αλλά και της κοινωνικής ανυποταξίας στην αναπαραγωγή, τεράστια κεφάλαια λίμναζαν ακινητοποιημένα με τη μορφή του χρήματος. Τεράστιο πρόβλημα για κάθε καπιταλιστή ή μια κλασική κρίση υπερσυσσώρευσης όπως θα την συναντήσετε σε οικονομικά εγχειρίδια. «Γιατί είναι πρόβλημα να έχεις πολλά λεφτά στην τσέπη;» θα ρωτήσει εύλογα κάποιος. Κατ’ αρχάς γιατί αυτή η αδυναμία να παραχθουν κέρδη σπέρνει μια αμφιβολία σε όλο το σύστημα εκμετάλλευσης· σπέρνει ένα πανικό ότι οι σχέσεις εξουσίας και δύναμης που αντλούνται από τη πραγματοποίηση του κέρδους με κοινωνικούς όρους, δηλαδή με όρους επέκτασης και αναπαραγωγής της καπιταλιστικής σχέσης, μπορεί να μπλοκάρουν.

Από την άλλη το να λιμνάζουν κεφάλαια παράγει έναν άλλο εσωτερικό φόβο που φωλιάζει σε κάθε καπιταλιστική διαδικασία-σχέση. Τον φόβο ότι στα πλαίσια του ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού μπορεί κάποιος άλλος να επενδύσει σωστά τα φράγκα του, να τα κινήσει σωστά και να στείλει τους ανταγωνιστές του αδιάβαστους. Δηλαδή χρεοκοπημένους. Οι κρίσεις υπερσυσσώρευσης δεν είναι κάποια φυσικά φαινόμενα, αλλά επιβεβαιώνουν την παρουσία και τη σημασία των αγώνων μέσα στον καπιταλισμό, παγώνοντας την κοινωνική αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Τι αποτέλεσμα έχει αυτό; Πολύ απλά ότι ο καπιταλισμός δεν παράγει νέες σχέσεις, φυσικά καπιταλιστικές, οι οποίες θα αποτελούσαν τη βάση της απόσπασης υλικών και διανοητικών αποθεμάτων από την κοινωνία για να γίνουν χρήμα και σχέσεις εξουσίας στο εργοστάσιο, στην κρεβατοκάμαρα, στο πανεπιστημίο, στη διασκέδαση.

Και εγένετο νεοφιλελευθερισμός

Το κεφάλαιο είναι νεκρή εργασία η οποία, σαν βρικόλακας, ζει μόνο ρουφώντας τη ζωντανή εργασία.   (Καρλ Μαρξ)

Με την ανάπτυξη του νεοφιλελευθερισμού οι συμφωνίες μεταξύ εργατών και κεφαλαίου γίνονται θρύψαλα. Μια σειρά από στρατηγικές αρχίζουν να εφαρμόζονται και να συγκροτούν σταδιακά το νεοφιλελεύθερο όραμα διαχείρισης του καπιταλισμού. Τέλος με τις αμοιβαίες συμφωνίες, την εξισσορόπηση, τα κοινωνικά συμβόλαια, το χάϊδεμα της εργατικής τάξης. Για εμάς, φωνάζει ο καπιταλισμός, δεν υπάρχουν τάξεις, ο καθένας είναι επιχειρηματίας του εαυτού του.

Η πιο άμεση απάντηση είναι πολλά εργοστάσια να μεταφέρουν την παραγωγή τους σε χώρες με ανοργάνωτο προλεταριάτο, με όφελος το χαμηλό εργατικό κόστος, όπως για παράδειγμα συνέβη με την φυγή του κλάδου της υφαντουργίας στη Βουλγαρία και τη Μακεδονία πριν 15 χρόνια στην Ελλάδα. Όπως είδαμε και πριν, στον ελληνικό καπιταλισμό υπάρχει μια φάση χρονικής υστέρησης. Αυτή η μετακίνηση έχει σαν συνέπεια να χτυπηθεί η μαχητικότητα των εργατικών τάξεων. Η δύναμη του εργάτη της γραμμής παραγωγής υπονομεύεται. Παράλληλα τα αφεντικά εμφανίζουν και άλλους άσσους από το μανίκι. Τεχνολογίες αυτοματοποίησης που αποσκοπούν στο να μειώσουν την εξάρτηση από τη ζωντανή εργασία, εισαγωγή πιο ευέλικτων μορφών εργασίας, συμβάσεις έργου, προσωρινότητα, ανεργία. Όλα αυτά τελικά διαμορφώνουν τις προϋποθέσεις για να μειωθεί το μισθολογικό κόστος και να αρχίσουν να επενδύουν σε νέες σχέσεις εκμετάλλευσης, ξανά επωφελείς. Να ξεπεράσουν δηλαδή τα αφεντικά την κρίση κερδοφορίας.

Παράλληλα η νεοφιλελεύθερη στρατηγική αποτέλεσε και μια κρατική πολιτική στην προαιώνια σύμπραξη κράτους και κεφαλαίου. Εδώ δεν εννούμε ότι το κράτος έκανε απλά τα στραβά μάτια στην επίθεση των αφεντικών, αλλά αποτέλεσε τον νομοθετικό, κατασταλτικό και προπαγανδιστικό βραχίονα της νεοφιλελεύθερης μηχανής. Χωρίς τα κρατικά διατάγματα η νέα αυτή εποχή στην ιστορία του καπιταλισμού θα ήταν μια παρωδία. Για να εδραιωθεί ιδεολογικά, η νέα αυτή εποχή χρειαζόταν υλικές νίκες που θα επένδυαν με γόητρο το σχέδιο της.

«Η νίκη του Ρέιγκαν στις ΗΠΑ επί της απεργίας των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας το 1981, καθώς και η νίκη της Θάτσερ στο Ηνωμένο Βασίλειο επί της απεργίας των μεταλλωρύχων το 1985, διαδέχθηκε μια πραγματικά οργιαστική καμπάνια διάλυσης των συνδικάτων και ένα πλήθος απειλών υπονόμευσης των συντάξεων κοινωνικής ασφάλισης αλλά και άλλων εγγυήσεων (το λεγόμενο δίχτυ ασφάλειας)». (Midnight Notes Collective and Friends, 2009)

Τα δύο αυτά γεγονότα αποτέλεσαν ορόσημο για τη νεοφιλελεύθερη διαχείριση. Το μεταπολεμικό κοινωνικό συμβόλαιο σπάει. Η προστασία της εργασίας και του μισθού, η οποία κατοχυρωνόταν και από νόμους των κρατών, αποδιαρθρώνεται. Η έννοια της ελεύθερης αγοράς, της κρατικής δηλαδή απορύθμισης της εργατικής νομοθεσίας και της διάλυσης των δομών κοινωνικής πρόνοιας, επελαύνει. Το αόρατο χέρι του laissez faire ρίχνει ξανά την σκιά του στην κοινωνία και η δύναμη της αγοράς, δηλαδή της ακόρεστης επιθυμίας για επέκταση της καπιταλιστικής σχέσης σε κάθε πεδίο της ζωής, κερδίζει έδαφος. Κεντρικό ερώτημα που έπρεπε να απαντήσει η στρατηγική της υποτίμησης των εργατών, άρα του μισθού και της αγοραστικής δύναμης, είναι το ποιοι θα αγοράζουν τώρα τα εμπορεύματα του. Πώς θα πραγματοποιείται η κερδοφορία; Η απάντηση που δόθηκε ήταν αφοπλιστική. Με απεριόριστα δάνεια.

Πιστωτική επέκταση

Από την περίοδο ακόμη της μεγάλης ύφεσης και μετά, οι δόσεις και οι μορφές διακανονισμού της πληρωμής εφαρμόζονταν από επιχειρήσεις. Τα δάνεια με τη μορφή που τα ξέρουμε σήμερα ήταν περιορισμένα και προέρχονταν από κρατικούς οργανισμούς κυρίως για την απόκτηση στέγης. Η εδραίωση της πιστωτικής επέκτασης αποτέλεσε βασικό σημείο του νεοφιλελεύθερου σχεδίου για να αποδράσει το κεφάλαιο από τους χώρους παραγωγής και την ανυποταξία που επικρατούσε εκεί. Η σκέψη ήταν αρκετά ριζοσπαστική για τον ίδιο τον καπιταλισμό που προσπάθησε να αναζητήσει απαντήσεις στο ερώτημα πώς θα συνεχίσουν τα αφεντικά να εκμεταλλεύονται την εργασία σε ικανοποιητικό βαθμό.

Τα δάνεια λοιπόν θα χρησιμοποιηθούν έτσι ώστε οι εργάτες να αγοράζουν προϊόντα και να αποφευχθεί ο κίνδυνος υποκατανάλωσης, ενώ ταυτόχρονα θα αποτελούν ένα εργαλείο διασφάλισης της εκμετάλλευσης της εργασίας στο μέλλον. Πώς; Το δάνειο που συνάπτει με ένα ευαγές (τραπεζικό) ίδρυμα ο καθένας μας δεν είναι παρά μια υπόσχεση εκμετάλλευσης του δανειζόμενου στο μέλλον. Ο δανειολήπτης δηλώνει ότι θα συνεχίσει να δουλεύει με όλο και πιο εντατικούς ρυθμούς για να ξεπληρώσει το κεφάλαιο που πήρε, συν τους τόκους που αποτελούν μια επιπλέον υπόσχεση εντατικοποίησης της εργασίας. Το αποτέλεσμα πολύ σημαντικό: και το προλεταριάτο αγοράζει προϊόντα από τα δανεικά και τα αφεντικά έχουν κέρδη. Καλό; Ευφυές; Σίγουρα ναι. Υπάρχει όμως ένα κενό σε αυτή τη σκέψη, το όριο ότι κάποια στιγμή τα δανεικά που φέρνουν και άλλα δανεικά πρέπει να γίνουν κέρδος από την εργασία, ώστε να καλυφθεί ο αρχικός κύκλος του δανεισμού και να ανοίξει ένας άλλος. Κάποια στιγμή πρέπει να επιστρέψει η κερδοφορία στο βρώμικο και δύσβατο τόπο της εργασίας. Ακριβώς αυτήν την επιστροφή σχεδίαζαν μέσα από τα προγράμματα λιτότητας και τις περίφημες διαρθρωτικές αλλαγές από το ’70 και μετά τα κράτη και τα αφεντικά.

Κάπου στην πορεία και όσο η επιστροφή αυτή συνέβαινε μεν, αλλά όχι στο βαθμό που έπρεπε, θεώρησαν σαν δεδομένο ότι η υπόσχεση θα εκπληρώνεται για πάντα. Κάπου εκεί που τα στεγαστικά μαζί με μετοχές του χρηματιστηρίου και τα παράγωγά τους γίνονταν προϊόντα που έφερναν τρελά κέρδη, επαναπαύθηκαν στην άμεση κερδοφορία. Ξεχνώντας έτσι και υποτιμώντας ότι τα πολύπλοκα χρηματιστηριακά προϊόντα τελικά δεν αποτελούσαν παρά υποσχέσεις εκμετάλλευσης κρυμμένες στα στεγαστικά δάνεια, στις μετοχές των εταιρειών (στις οποίες κάποιοι δουλεύουν) και στα ασφαλιστικά ταμεία (τα χρήματα των οποίων τις ανάγκες κάποιων θα κάλυπταν). Η ιστορία μέσα από την παγκόσμια κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος αρχικά και του κρατικού χρέους στη συνέχεια, τους υπενθύμισε ότι η κρίση του κεφαλαίου είναι η κρίση της εξάρτησής του από την εργασία και τις κοινωνικές σχέσεις ευρύτερα.

Η πίστωση σαν πίστη

Εξ αρχής, όταν κάποιος πιστώνεται, δηλώνει εκείνη τη στιγμή είτε το θέλει είτε όχι ότι εμπιστεύεται την καπιταλιστική σχέση και αναλαμβάνει μια προσωπική υποχρέωση να ξεχρεώσει. Η υποχρέωση αυτή μέσα στην εξέλιξη της ιστορίας ήταν συνδεδεμένη με μια ενοχή απέναντι στην κοινότητα, πολλές φορές με τίμημα – ενέχυρο την ίδια του την ελευθερία. Μια ενοχή οφειλής. Στην εποχή της απεριόριστης πιστωτικής επέκτασης αυτή η ενοχή αντιστράφηκε. Ένοχος είναι αυτός που δεν χρωστά, καθώς φαίνεται πως δεν επιλέγει να αποκτήσει πρόσβαση στα βασικά μέσα αναπαραγωγής.

Μέσα από τη γενίκευση της πίστωσης για την απόκτηση των βασικών αγαθών επιβίωσης (στέγη, μετακίνηση, αγορές με πιστωτική), ο καθένας ρητά ή άρρητα, λίγη σημασία έχει, συνυπογράφει ώστε το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο να διαμεσολαβεί τις ζωές μας. Από την καθημερινή συνήθεια πληρωμής στο supermarket με την πιστωτική μέχρι την αγωνία για την αποπληρωμή του στεγαστικού -ανεξάρτητα από το πόσες κατάρες ακούγονται για τα επιτόκια- το σύστημα τίθεται σε κίνηση και, το πιο σημαντικό, αντλεί νομιμοποίηση. Ουσιαστικά λοιπόν μεγαλύτερη σημασία για την επιβεβαίωση της καπιταλιστικής σχέσης έχει η στιγμή της πίστωσης σαν στιγμή ζωντανής αναπαραγωγής του καπιταλισμού παρά τελικά η ίδια η αποπληρωμή του δανείου. Τουλάχιστον μέχρι πολύ πρόσφατα, όταν μερικές χιλιάδες λατίνοι «αποφάσισαν» να μην αποπληρώσουν τα στεγαστικά τους στις ΗΠΑ.

Νεοφιλελευθερισμός και τραπεζικό σύστημα

Στην προ-νεοφιλελευθερισμού εποχή το τραπεζικό σύστημα είχε μια αποταμιευτική αξία, δεν μπορούσε να υποσχεθεί κάτι. Άλλωστε τα μεγαλύτερα τραπεζικά ιδρύματα ήταν κρατικά. Στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού τα δεδομένα αυτά αλλάζουν. Οι τράπεζες αναλαμβάνουν να διαμεσολαβήσουν την κατανάλωση, υποκαθιστώντας το κοινωνικό κράτος. Πραγματοποιείται με αυτό τον τρόπο η μετάβαση σε μια ιδιωτική και ταυτόχρονα ατομική μορφή χρηματοδότησης των κοινωνικών αναγκών μέσω των δανείων. Ενώ μέχρι τώρα το κράτος είχε την ευθύνη να φροντίζει το σώμα του εργάτη, στο νεοφιλελευθερισμό την ευθύνη αυτή την έχει ο ίδιος ο εργάτης μέσα από την αναζήτηση αντίστοιχων δανείων στην τραπεζική αγορά. Κάπως έτσι υλοποιείται η διάλυση της ομοιογένειας των ταξικών διεκδικήσεων και η ενσωμάτωση της εργατικής τάξης στην καπιταλιστική σχέση μέσα από μια πιστωτικά συντηρούμενη ανάπτυξη.

Ένα μεγάλο ποσοστό του κεφαλαίου που απαιτήθηκε για να οργανωθεί αυτή η αναμόρφωση του τραπεζικού συστήματος προήλθε από λεφτά που έμεναν αναξιοποίητα (χωρίς να επενδύονται) λόγω της ασύμφορης για τα αφεντικά κατάστασης που επικρατούσε στα εργοστάσια. Έτσι ένα μεγάλο μέρος των κεφαλαίων πήρε τη μορφή χρήματος που θα γεννά χρήμα μέσα από το δανεισμό. Αντί να επενδύει σε μηχανήματα, εργαζόμενους, πρώτες ύλες, το κεφάλαιο επένδυσε σε χρήμα. Δηλαδή σε μη παραγωγικές αλλά άκρως κερδοφόρες business. Αυτό αποτέλεσε την περίφημη φυγή στην χρηματοπιστωτική σφαίρα, την οποία όμως θα αναλύσουμε καλύτερα παρακάτω.

Στον νεοφιλελευθερισμό λοιπόν οι τράπεζες είναι το κεντρικό σημείο, η «κεντρική βάνα» στην κυκλοφορία του χρήματος· και μαζί είναι η «κεντρική καταγραφή» των ιδιοκτησιών πάνω στα μέσα παραγωγής -και όχι μόνον αυτά. Γιατί οι τράπεζες «δανείζοντας», είτε τ’ αφεντικά είτε τους υποτελείς (τους πρώτους για να οργανώσουν τομείς της παραγωγής / εργασίας, τους δεύτερους για να καταναλώσουν) κατευθύνουν την «ανάπτυξη» εδώ και όχι εκεί· ενισχύουν τους χ τομείς για τους οποίους υπάρχουν καλύτερες προοπτικές κερδοφορίας και «παραμελούν» τους ψ που δεν έχουν μέλλον (περιοδικό Sarajevo, Δεκέμβρης 2009).

Φυσικά και δεν υποστηρίζουμε ότι υπάρχει κάποιο διευθυντήριο (τραπεζικό), αλλά φυσικά και υποστηρίζουμε τη διαφορετική βαρύτητα κάθε καπιταλιστικού θεσμού. Γι’ αυτό άλλωστε και η επιλογή της διάσωσης των τραπεζών με το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης αναπτύχθηκε με τέτοια ομοιογένεια και συνέπεια παγκοσμίως. Ποιος δεν θυμάται τα 28 δις που δόθηκαν από το ελληνικό κράτος και τα τρις ευρώ που επιστρατεύθηκαν διεθνώς. Τα κράτη έπρεπε να διασώσουν τις τράπεζες ακριβώς γιατί ο ρόλος τους είναι στρατηγικής σημασίας για την αναπαραγωγή και επέκταση της καπιταλιστικής σχέσης στις μέρες μας.

Διάλυση και ενσωμάτωση της ταξικότητας

Πολλοί εργαζόμενοι αναρωτιούνται συχνά «σε ποια τάξη ανήκω;». Αυτή η σύγχυση είναι σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Εκεί που η κοινωνία λειτουργούσε με τη μορφή μετωπικών αντιπαραθέσεων που κατακτούσαν ένα διαρκώς καλύτερο επίπεδο ζωής και ενίσχυαν το αίσθημα της κοινής μοίρας, της συλλογικότητας, του «όλοι μαζί», το παιχνίδι άλλαξε.

Η απόλυση, ή οι χαμένοι μισθοί λόγω απεργίας, ίσως να σήμαιναν την αδυναμία της τακτικής αποπληρωμής των δόσεων του δανείου. Η απώλεια της εργασίας δεν σήμαινε μόνο ανεργία αλλά και αδυναμία εξόφλησης του χρέους, έξωση, φτώχεια. Η πειθαρχική δύναμη που κρύβεται στο χρέος και στην επισφαλή εργασία δεν μπορεί έπ’ ουδενί να παραβλεφθεί. Η κάλυψη βασικών αναγκών, όπως στέγαση, περίθαλψη, εκπαίδευση, θέρμανση κοκ, όταν υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να τη χάσεις, είναι ένα κίνητρο που υποσκάπτει την όποια αλληλεγγύη με όσους η φτώχεια είναι μια καθημερινή συνθήκη. (Midnight Notes Collective and Friends, 2009)

Η ανεργία και η μαζική μαύρη εργασία έσπασαν την ομοιογένεια και έκαναν αναποτελεσματική τη στρατηγική του «όλοι μαζί μπορούμε». Ο μισθός δεν έφτανε πια για να έχει κανείς πρόσβαση στο ήδη κατεκτημένο επίπεδο ζωής, έπρεπε να καταφύγει στα δάνεια. Η κοινωνία δεν καταδικάστηκε ξαφνικά σε μια μαζική ανέχεια· αντίθετα η ευημερία υπήρχε στις βιτρίνες με τα εμπορεύματα και μάλιστα πολλαπλασιασμένη, μόνο που έπρεπε ο καθένας μόνος του να την διεκδικήσει. Να γίνει επιχειρηματίας του εαυτού του. Η νέα καπιταλιστική υπόσχεση διακήρυττε ότι όλοι είμαστε ίσοι απέναντι στο χρήμα, και όλοι μπορούν να διεκδικήσουν μια θέση στον ήλιο της ανάπτυξης. Ούτε λόγος βέβαια για κοινωνικά κομμάτια που την ίδια στιγμή πετιούνταν στο περιθώριο, υπόκεινταν σε άγρια εκμετάλλευση και ζούσαν τη φτώχεια (μετανάστες, άνεργοι κτλ). Αυτοί ήταν τόσοι ώστε να μην μπορούν να επηρεάσουν το κλίμα αισιοδοξίας. Η λεηλασία των κοινωνικών σχέσεων – συμπεριφορών που διαπράχθηκε αυτή την περίοδο με την υπόσχεση μιας μελλοντικής εκμετάλλευσης ήταν πολύ σημαντική για τους κοινωνικούς συσχετισμούς που διαμορφώθηκαν.

Στην Ελλάδα η κατάσταση αυτή βιώνεται από το ’90-’91 και μετά όπου μετά την κατάρρευση του New Deal στις αρχές του ’80 ακολουθεί κρίση (κλείσιμο – μεταφορά εργοστασίων, νέες εργασιακές σχέσεις κτλ) και αρχίζει η πιστωτικά συντηρούμενη ευημερία. Διακοποδάνεια, νέα αυτοκίνητα, απενοχοποίηση του πλούτου, νέες απολαύσεις, ιδιωτική τηλεόραση, ιδιωτικές τράπεζες. Η εργασία ήταν εκεί δια της απουσίας της σε όλα τα ’90ς με τα αφεντικά να ελπίζουν ότι στα επόμενα χρόνια θα καταφέρουν να περάσουν εκείνες τις αναδιαρθρώσεις που θα έκαναν πραγματική την φανταστική υπόσχεση εκμετάλλευσης που υπογράφονταν στη χιονοστιβάδα ιδιωτικού δανεισμού. Για να επιστρέψουμε στο αρχικό ερώτημα για την ταξική μας καταγωγή, θα λέγαμε ότι σε καμία περίπτωση δεν έπαψε να υπάρχει ταξικότητα. Απλά ένα νεφέλωμα ευημερίας διείσδυσε στις σχέσεις του κόσμου της εργασίας μπλοκάροντας την αλληλεγγύη, πριμοδοτώντας ταυτόχρονα το πάρτυ των ατομισμών. Σε κάποια τμήματα του πληθυσμού το βιοτικό επίπεδο ανέβηκε απότομα, ενώ άλλα παρέμειναν στάσιμα με αποτέλεσμα να ενταθούν οι διαιρέσεις και οι έριδες εντός των εργαζομένων. Χαρακτηριστικό ως προς αυτό είναι το μίσος πολλών ιδιωτικών υπαλλήλων απέναντι σε συγκεκριμένους δημοσίους υπαλλήλους.

Παρ’ όλα αυτά η σημερινή κρίση ως διάψευση σε ένα βαθμό αυτής της υπόσχεσης εκμετάλλευσης που ενυπήρχε στα συμβόλαια δανείων που υπέγραφαν οι προλετάριοι, απομακρύνει το νεοφιλελεύθερο νεφέλωμα -τουλάχιστον στην αναπτυξιακή του διάσταση- ανοίγοντας δρόμους για ανασύνθεση των σχέσεων αλληλεγγύης πάνω στον καμβά των  κοινών αναγκών…

Οι αγώνες στο νεοφιλελευθερισμό

Μέσα σε αυτά τα δύσκολα για κοινά οράματα χρόνια υπήρξαν αρκετοί που αντιστάθηκαν. Ιδιαίτερα στην Ελλάδα οι αμυντικοί αγώνες υπεράσπισης των κατακτήσεων που είχαν κερδηθεί όλα αυτά τα χρόνια ήταν συστηματικοί και συνεπείς με τα ραντεβού τους με την εξουσία. Η μεταρρύθμιση στα ασφαλιστικά συστήματα που σάρωσε όλες τις κοινωνίες παγκοσμίως αποτελούσε την προπαίδεια την νεοφιλελεύθερης αριθμητικής. Έπρεπε οι κοινωνίες να δουλεύουν όλο και περισσότερο και να παίρνουν σύνταξη για όλο και λιγότερα χρόνια με όλο και λιγότερα λεφτά. Παράλληλα ένα ακόμη πεδίο των κοινωνικών αναγκών -η ανασφάλεια των γηρατειών- έπρεπε να παραδοθεί στην κερδοφορία των αφεντικών, όπως συνέβαινε παγκοσμίως.

Στο ελληνικό παράδειγμα οι αγώνες υπεράσπισης των κεκτημένων και ιδιαίτερα του ασφαλιστικού, κράτησαν ισχυρές γραμμές άμυνας μέχρι και πολύ πρόσφατα. Παρ’ όλο που στην πλειοψηφία τους αυτοί οι αγώνες εγκλωβισμένοι σε μια κοντόφθαλμη συντεχνιακή λογική δεν σκιαγραφούσαν κάποιο δρόμο για μια πιο συνολική κριτική στις σχέσεις εκμετάλλευσης, μπλόκαραν πραγματικά σχέδια των αφεντικών αποτελώντας ίσως έναν από τους παράγοντες της σημερινής κρίσης. Μιας κρίσης αναπαραγωγής του συνολικού κεφαλαίου. Φαίνεται ότι ο παράγοντας των αμυντικών αγώνων στη δύση τείνει να αποτελέσει μια ενδημική παράμετρο της κρίσης. Η αύξηση του βιοτικού επίπέδου, ή καλύτερα του ιστορικού επιπέδου αναγκών, που κατακτήθηκε από τους αγώνες και συντηρήθηκε από την πίστωση συνδέθηκε πολλές φορές άρρηκτα με την κοινωνική ειρήνη και την υπόσχεση ευτυχίας του καπιταλισμού στη δύση σε αντιστάθισμα του σοβιετικού κομμουνισμού.

Ακριβώς αυτός ο τρόπος ζωής, λόγω του ριζώματός του στον πληθυσμό, αποτέλεσε όλα αυτά τα χρόνια το βασικό εργαλείο ενσωμάτωσης στην εξουσία του κράτους. Γι’ αυτό και οι αμυντικοί αυτοί αγώνες ήταν τόσο συστηματικοί. Αρθρώνονταν γύρω από κοινωνικές ανάγκες, συνυφασμένοι πολλές φορές με μια κρατική υπόσχεση αλλά ταυτόχρονα ενάτια σε αυτή, καθώς η βασική κρατική πολιτική μετατοπιζόταν από τη σοσιαλδημοκρατία στο νεοφιλελευθερισμό. Σήμερα είναι μάλλον η στιγμή που οι αμυντικοί αυτοί αγώνες -με βασικό φορέα τα συνδικάτα ως κοινωνικούς εταίρους κράτους και αφεντικών- θα πρέπει να διαλέξουν με ποιον θα πάνε και ποιον θα αφήσουν… Προς το παρόν επιβεβαιώνουν τον εμπεδωμένο ρόλο του κοινωνικού αμορτισέρ που τόσα χρόνια με συνέπεια υπηρέτησαν, μόνο που τους διαφεύγει μια σημαντική λεπτομέρεια. Η μόνιμη κρίση του καπιταλισμού έχει βγει στον αφρό αλλάζοντας, όπως δείχνουν τα πρώτα σημάδια της μετά-την-κρίση-περιόδου, το σχέδιο πολιτικής διοίκησης και συνεπώς την βαρύτητα των ξεπουλημένων «κοινωνικών εταίρων» σε αυτό.

Το νεοφιλελεύθερο κράτος

Λανθασμένα κάποιες φορές αναπτύχθηκε η ιδέα ότι στο νεοφιλελευθερισμό το κράτος πάει να εξαφανιστεί, ή άλλοι αστικοί μύθοι του τύπου «μας κυβερνούν 10 πολυεθνικές ή 100 οικογένιες». Όλη αυτή η συνωμοσιολογία πάτησε πάνω στην πραγματικότητα της συρρίκνωσης του κράτους πρόνοιας ή του κράτους-σχέδιο όπως έχουμε αναλύσει παραπάνω. Αντίθετα, το κράτος ήταν αυτό που είχε την δυνατότητα να προστάξει νομοθετικά, ιδεολογικά, φορολογικά την μετάβαση σε μια άλλη εποχή. Τα αφεντικά από μόνα τους δεν μπορούσαν να το επιτύχουν, άλλωστε δεν είναι τυχαίο πως όταν αναφερόμαστε στην ήττα των ανθρακωρύχων ή των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας, τις συνδέουμε πάντα με την Θάτσερ και τον Ρήγκαν, αρχηγούς των δύο κρατών. Ένα άλλο παράδειγμα είναι η επιμελής νομική, θεσμική και πολιτική αρωγή του κράτους στην  αναμόρφωση του ρόλου του τραπεζικού συστήματος στη νεοφιλελεύθερη εποχή μέσα από την ανάπτυξη ενός πλήθους κρατικών μηχανισμών που προστατεύουν το πιστωτικό σύστημα και μετρούν την αποτελεσματικότητά του, με τις κεντρικές τράπεζες να ρυθμίζουν την λειτουργία της κατά τα άλλα ελεύθερης αγοράς.

Ας μην ξεχνάμε ακόμα ότι ήταν τα ίδια τα κράτη που θέσπιζαν φορολογικά καθεστώτα με τεράστιους έμμεσους φόρους (φπα), υψηλή φορολόγηση των μισθών και χαμηλή φορολόγηση των κερδών με χαρακτηριστικό παράδειγμα τα 150 είδη φοροαπαλλαγών που απολαμβάνουν οι έλληνες εφοπλιστές. Ένα άλλο σημείο στην στρατηγική του σύγχρονου νεοφιλελεύθερου κράτους αναφέρεται σε αυτό που βιώνουμε σήμερα, ιδιαίτερα στην Ευρώπη. Ενώ το νεοφιλελεύθερο σχέδιο δέχτηκε ένα ανεπανόρθωτο πλήγμα και αποδείχτηκε το αυτονόητο της μακροπρόθεσμης πορείας των κοινωνιών προς την καταστροφή, ζούμε μια περαιτέρω υπερ-ένταση της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής αντί μιας εύλογης αλλαγής πολιτικής.

Σε αυτό το ευρωπαϊκό παράδοξο είναι δύο τα σενάρια που μπορούν να υπάρξουν ταυτόχρονα συντηγμένα στο εξής ένα. Η εμπειρία αγώνων και το συνακόλουθο ιστορικό επίπεδο αναγκών στην Ευρώπη είναι τέτοια και λειτουργούν ανασχετικά στο βαθμό που μπλοκάρουν την προοπτική του ευρωπαϊκού καπιταλισμού να μπορέσει να επιστρέψει σε μια ικανοποιητική κερδοφορία στους τόπους της εργασίας. Ένα μπλοκάρισμα που σίγουρα σε ένα δεύτερο χρόνο θέτει σοβαρά ζητήματα ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού με άλλα μπλοκ εξουσίας όπως η Κίνα, οι ΗΠΑ κτλ. Συνεπώς, όπως φαίνεται από το αναδιαρθρωτικό ντόμινο (Πορτογαλία, Ελλάδα, Ισπανία, Δανία, Μεγάλη Βρετανία προς το παρόν), είναι τετελεσμένη απόφαση να επιτεθούν με κάθε τρόπο στην ιστορική ευρωπαϊκή κοινωνική συγκρότηση. Είναι μάλλον παράτολμο αλλά προβλέπουμε οτι μπαίνουμε σε μια φάση ιστορικών μετασχηματισμών που ελπίζουμε πως είναι ικανοί να μας επιτρέψουν να μιλάμε για επαναστατικούς μετασχηματισμούς.

Advertisements

Written by factoryfanet

Ιουλίου 15, 2010 στις 10:13 μμ

Αναρτήθηκε στις 01 τεύχος, κρίση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: