Factory

επιθεώρηση για τους μητροπολιτικούς ανταγωνισμούς

Σημειώσεις για την καπιταλιστική κρίση

leave a comment »

Από το κραχ του 1929 στη σημερινή συγκυρία

Συμπληρώνονται κιόλας τρία χρόνια από το καλοκαίρι του 2007 με το θεαματικό σκάσιμο της χρηματοπιστωτικής φούσκας και την παγκόσμια εξάπλωση που επανέφερε στο προσκήνιο το ζήτημα της καπιταλιστικής κρίσης. Τρία χρόνια που ακούμε συνεχώς για την περιβόητη οικονομική κρίση, τις μεταλλάξεις  και τις επιπτώσεις της, βιώνοντας τις τελευταίες όλο και πιο έντονα στις ζωές μας.  Και η ερώτηση έρχεται φυσικά. Τί είναι τελικά αυτή η κρίση;

Δεκαετία ’30, ΗΠΑ: συκρούσεις εργατών/τριών με την αστυνομία στην διάρκεια απεργίας

Παρά τις συνεχείς αναφορές στην κρίση και τον ιδεολογικό πόλεμο που έχει επιστρατευτεί αυτά τα τρία χρόνια, η εμβάθυνση στα ζητήματα που ανακύπτουν είναι αντιστρόφως ανάλογη με το χώρο και το χρόνο που τα μέσα αφιερώνουν σ’αυτή. Η ρηχότητα των αναλύσεων που χαρακτηρίζει τον κυρίαρχο λόγο γύρω από την κρίση είναι εντυπωσιακή. Αποφεύγοντας οποιαδήποτε αναφορά στο κοινωνικό-ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτή εκδηλώνεται και προστατευμένος πίσω από τη μυστικοποίηση που δημιουργεί σαν άλλη μεταφυσική η οικονομία και η ορολογία της, ο λόγος αυτός παρουσιάζει την κρίση περίπου σαν ένα φυσικό φαινόμενο. Μια έκτακτη κατάσταση που έσκασε εν αιθρία δοκιμάζοντας τις ζωές όλων μας ανεξαιρέτως. Στη μυθολογία του κεφαλαίου για την κρίση του, στην ίδια του δηλαδή την αυτο-παρουσίαση, δεν υπάρχουν αντιτιθέμενα συμφέροντα και ανάγκες, δεν υφίστανται εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενοι ούτε βέβαια κοινωνικοί ανταγωνισμοί ανάμεσά τους. Υπάρχει μια κοινή συνθήκη, ένα γενικό καλό, όπου τα πάντα αρχίζουν και τελειώνουν μέσα στη σφαίρα της οικονομίας – η οποία προορίζεται φυσικά για τους ειδικούς. Γι’αυτό και όλα οφείλουν να απαντηθούν μέσα σ’αυτή (και οπωσδήποτε έξω από τις κοινωνικές διεργασίες και την πραγματική κοινωνική κίνηση) με σύμμαχο την ιδεολογία, που ως γνωστόν μπορεί να εξηγήσει τα πάντα. Είναι αρκετά σαφές πού αποσκοπεί όλη αυτή η θεαματική διαχείριση και από τί κινδύνους προσπαθεί να απαλλαγεί. Στην καλύτερη περίπτωση παρουσιάζει την κατάσταση σαν αποτέλεσμα κάποιων ανεύθυνων κερδοσκόπων και στη χειρότερη διαστρεβλώνει εντελώς την φύση της τροφοδοτώντας έναν αναδυόμενο ιδιότυπο οικονομικό εθνικισμό.Εντάξει, λοιπόν, οι αστικές αναλύσεις απ’ό,τι φαίνεται δεν θα μας κάνουν σοφότερους/ες και σίγουρα όχι πιο υποψιασμένους/ες αλλά τα ερωτήματα παραμένουν. Τί είναι τελικά αυτή η κρίση; Πότε και πώς δημιουργήθηκε και ποιος ευθύνεται; Και τώρα τί κάνουμε; Αυτά δεν είναι απλές ερωτήσεις . αντίθετα είναι τεράστια ζητήματα που πιθανότατα δεν μπορούν να απαντηθούν στα πλαίσια ενός γραπτού κειμένου. Γενικά μιλώντας, κάθε τέτοια κρίση που εμφανίζεται σαν οικονομική είναι στην πραγματικότητα μια μυστικοποιημένη κρίση των ταξικών/κοινωνικών σχέσεων. Δεν πρόκειται δηλαδή για μια αποστροφή των “ατσάλινων νόμων της οικονομίας” ούτε μια απόρροια κάποιων δομικών αντιφάσεων, εκτός κι αν δεχτούμε σαν αντιφάσεις τους ίδιους τους εκμεταλλευόμενους και τους αγώνες που δίνουν ενάντια στη συνθήκη της εκμετάλλευσής τους. Θα λέγαμε πως η κρίση είναι η οριακή στιγμή όπου εκφράζεται η αδυναμία του κεφαλαίου να αυτοαξιοποιηθεί με τους όρους του, ταυτόχρονα με την προσπάθεια για το ξεπέρασμα αυτής της αδυναμίας μέσα από την αναδιάρθρωση των σχέσεων και την εκκαθάριση των μη-παραγωγικών κομματιών του. Φυσικά και αυτή η προσπάθεια εξαρτάται από τους εκάστοτε κοινωνικούς ανταγωνισμούς, απ΄τη στιγμή μάλιστα που δημιουργεί το “υλικό” υπόβαθρο για την όξυνσή τους.  Γυρνώντας στα ερωτήματα που βάλαμε και σε μια προσπάθεια να τα διαπραγματευτούμε, βρίσκουμε σκόπιμο να καταδυθούμε στις ιστορικές διαδικασίες και τους μετασχηματισμούς μέσα από τους οποίους φτάσαμε στην παρούσα κατάσταση. Ξέρουμε πως κάθε εξουσία επιδιώκει να εμφανίσει την τάξη της σαν αιώνια, γι’αυτό και επιλέγουμε να την αμφισβητήσουμε ακολουθώντας αυτή την διαδρομή, άλλοτε τρέχοντας πάνω από δεκαετίες και άλλοτε παγώνοντας σε στιγμές που ο κοινωνικός ανταγωνισμός πύκνωνε, σε περιόδους που οι συγκρούσεις γεννούσαν καταστάσεις καθοριστικές για τη συνέχεια. Δεν μπορούμε εκ των πραγμάτων να καταπιαστούμε με  όλα τα γεωγραφικά μήκη και πλάτη σε κάθε χρονική περίοδο, παρά μόνο με τους τόπους και τις εξελίξεις που αποτέλεσαν την ατμομηχανή γι’αυτά που μας αφορούν. Απέχοντας, λοιπόν, πολύ από το να είναι λεπτομερές και ολοκληρωμένο (και “αντικειμενικό”), νομίζουμε πως το σκαρίφημα των μετασχηματισμών αυτών είναι χρήσιμο για να κατανοήσουμε (και) τη σημερινή ιστορική συγκυρία από μια ανταγωνιστική σκοπιά. Και φυσικά για να πάρουμε την θέση μας μέσα σ’ αυτή.

Η κρίση του ‘29 σαν αποτέλεσμα ιστορικών διαδικασιών και σαν καταλύτης νέων

Η κρίση του ‘29 που ξέσπασε σαν χρηματιστηριακό κραχ στην Αμερική και εξαπλώθηκε στον υπόλοιπο κόσμο βυθίζοντάς τον στην ύφεση για όλο το πρώτο μισό της δεκαετίας του ‘30, κατέχει κεντρική θέση στο “πάνθεον” των καπιταλιστικών κρίσεων. Τόσο ως μια από τις σφοδρότερες υφέσεις όσο και ως παράδειγμα-διαχείρισης-μιας-κρίσης προς αποφυγή. Είναι σημαντικό πως πολλοί ειδικοί σπεύδουν να παρομοιάσουν ως προς τη σφοδρότητα τη σημερινή συνθήκη με αυτή του ‘29.Στην ιστορική φιλολογία, το κραχ εμφανίζεται σαν ένα στιγμιότυπο, αυτό της “μαύρης Πέμπτης” και της χρηματιστηριακής κατάρρευσης στις ΗΠΑ. Ωστόσο η κουβέντα σπάνια πηγαίνει πέρα από τις ιστορίες για τους λούστρους που συζητούσαν πού θα επενδύσουν τα λεφτά τους (παρουσιάζοντας έτσι σαν αιτία την κοινωνικοποίηση των χρηματιστηριακών επενδύσεων) και απόψεις που θέλουν την κρίση σαν απότοκο μιας αφηρημένης υποκατανάλωσης. Είναι όμως έτσι τα πράγματα;Η εμφάνιση και η εδραίωση του κεφαλαίου δεν ήταν μια σύντομη και ειρηνική διαδικασία. Κεντρική στιγμή της ήταν η δέσμευση και η εμπορευματοποίηση της κοινής αγροτικής γης, ταυτόχρονα με τον διωγμό των αγροτικών πληθυσμών και τη βίαιη διάλυση των κοινοτήτων τους (νόμοι για τις περιφράξεις-μια διαδικασία που διήρκησε πολλά χρόνια στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα). Αυτή η καταστροφή της κοινοτικής οικονομίας και των παλιών κοιωνικών σχέσεων είχε ως αποτέλεσμα τη συσσώρευση στις πόλεις εκατομμυρίων ανθρώπων που, ξεκρέμαστοι καθώς ήταν πλέον, δεν είχαν τίποτε άλλο παρά τους εαυτούς τους και την εργασιακή τους δύναμη σαν εμπόρευμα. Ό,τι ακριβώς δηλαδή χρειαζόταν η αναπτυσσόμενη βιομηχανία της εποχής για να ταΐσει τις ανάγκες της σε φτηνό και εκμεταλλεύσιμο ανθρώπινο δυναμικό.

Η βίαιη αυτή συνθήκη της προλεταριοποίησης παρήγαγε φυσικά και ανάλογες αντιδράσεις. Τα πρώτα χρόνια σημαδεύονται τόσο από τις εξεγέρσεις των αγροτικών πληθυσμών ενάντια στην επίθεση που δέχονταν, όσο και από την αντίσταση των νέων εργατών των πόλεων στη μισθωτή εργασία. Το κοινό βίωμα της υποτίμησης και της ανέχειας διαμορφώνει το έδαφος ώστε  τα εργατικά στρώματα να αρχίσουν ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα να αναγνωρίζουν τον εαυτό τους σαν μια τάξη, με εξίσου κοινές ανάγκες και συμφέροντα. Δημιουργούν εκ νέου κοινότητες στις πόλεις και μέσα από μια σειρά δομών και αντιθεσμίσεων (αυτοοργανωμένα εργατικά ταμεία ασφάλισης, σχολεία κ.α.) καταφέρνουν να διατηρούν μια αυτονομία εχθρική στην επιβεβλημένη καπιταλιστική πραγματικότητα. Παράλληλα, απαντούν και έμπρακτα στη συνθήκη της εκμετάλλευσης είτε με τη μορφή πιο μοριακών και “αόρατων” αντιστάσεων είτε με συλλογικούς αγώνες, άλλοτε  στρεφόμενοι ενάντια στη σχέση-κεφάλαιο συνολικά και άλλοτε καταφέρνοντας να βελτιώσουν την θέση τους στο εσωτερικό της. Αυτή είναι η περίοδος που ιδρύονται και ενισχύονται τα πρώτα συνδικάτα και οι εργατικές οργανώσεις.

Για την εξουσία εκείνης της περιόδου βέβαια (και για πολλά χρόνια ακόμη) και την πολιτική οικονομία του κεφαλαίου, η εργατική τάξη δε λογίζεται ως συλλογικό υποκείμενο. Η εργασία υπάρχει αλλά θεωρείται απλά ένα εμπόρευμα, ένας ακόμη παράγοντας της παραγωγής και του κόστους της. Έτσι, αυτοί οι αγώνες αντιμετωπίζονται συνήθως με ωμή καταστολή και δευτερευόντως μέσω κάποιων πρωτόλειων μορφών πρόνοιας από-τα-πάνω, η οποία περισσότερο έχει σκοπό να ελέγξει και να περιορίσει την αυτοσυγκρότηση και την δραστηριότητα των εκμεταλλευόμενων παρά να συμβάλει ειλικρινά στην κοινωνική αναπαραγωγή τους.

Στις αρχές του 20ου αιώνα συντελείται μια σειρά από διαρθρωτικές αλλαγές μέσα στα πλαίσια της καπιταλιστικής συσσώρευσης σαν αποτέλεσμα της μεγάλης ύφεσης που την είχε γονατίσει τα προηγούμενα χρόνια. Πολλές επιχειρήσεις συγχωνεύονται, οι μικρές ιδιοκτησίες απορροφώνται από τις πιο μεγάλες και παρατηρείται ένα σταδιακό πέρασμα από τον μεμονωμένο ιδιώτη καπιταλιστή σε πιο συγκεντροποιημένες μορφές κεφαλαίου. Στα ίδια πάνω κάτω χρόνια εισάγονται από μια μερίδα αφεντικών οι πρώτες τεχνικές επιστημονικής οργάνωσης της μαζικής ανειδίκευτης εργασίας σε μια προσπάθεια να αυξηθεί η παραγωγικότητα και να χτυπηθεί η κεντρική ως τότε φιγούρα των μαστόρων που λόγω της εξειδίκευσης και των γνώσεών τους είχαν την δύναμη να επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό την παραγωγή. Οι τεχνικές ωστόσο αυτές ορθολογικοποίησης και ελέγχου της εργασίας -γνωστές σαν τεϋλορισμός/φορντισμός- θα παραμείνουν μειοψηφικές και μόνο με τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο στα 1914 και την βιομηχανία που αναπτύχθηκε γύρω από αυτόν θα εφαρμοστούν σε μαζική κλίμακα.

Από την πλευρά των από-τα-κάτω, τα χρόνια αυτά στις αρχές του 20ου αιώνα πριν τον Α΄ παγκόσμιο όπως και τα πρώτα χρόνια μετά το τέλος του, συνθέτουν μια ιδιαίτερα πλούσια περίοδο για το διεθνές επαναστατικό κίνημα. Το πλήθος των μαχητικών αγώνων και των εξεγέρσεων, οι κοινωνικές και πολιτικές ζυμώσεις και οι πρωτότυπες μορφές οργάνωσης που χαρακτηρίζουν αυτή την εποχή, που δικαίως ονομάστηκε η πρώτη προλεταριακή έφοδος του εικοστού αιώνα στον ουρανό, άφησαν ανεξίτηλα το στίγμα τους στην επαναστατική παράδοση.1 Όταν λοπόν ο πόλεμος ολοκληρώνει το καταστροφικό του έργο τέσσερα χρόνια μετά, με το τέλος του να σφραγίζεται με τη συνθήκη των Βερσαλλιών, τίποτα δεν έχει τελειώσει.  Παρά το προσωρινό πάγωμα των ενδοκαπιταλιστικών ανταγωνισμών δημιουργείται μια σειρά από συνθήκες όπως η λεηλασία της Γερμανίας, η διάλυση  3 ευρωπαικών αυτοκρατοριών και η ίδρυση πολλών νέων εθνικών κρατών που παίρνουν την θέση τους, που μόνο ενθαρρυντική δεν είναι για τη σταθερότητα της κατάστασης. Την ίδια στιγμή και πριν ακόμη λήξουν οι εχθροπραξίες, ο πόλεμος μεταφέρεται από τα ιμπεριαλιστικά μέτωπα στο εσωτερικό των κρατών. Γρήγορα ξεσπάνε εξεγέρσεις και επαναστάσεις σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης  και όλες οι προηγούμενες επαναστατικές διεργασίες κορυφώνονται  θέτοντας σε κάποιες περιπτώσεις ρητά το ζήτημα της εξουσίας (ρώσικος Οκτώβρης του 1917, επανάσταση του Σπάρτακου στη Γερμανία).

Οι εργάτες, λοιπόν, έχοντας συρθεί στην πρώτη γραμμή των πολεμικών συγκρούσεων και πληρώσει βαρύ τίμημα σε αίμα επανέρχονται δυναμικά στο προσκήνιο υπονομεύοντας πραγματικά την κυρίαρχη τάξη. Αυτό σε συνδυασμό με την διαπιστωμένη μεγέθυνση των επιχειρήσεων οδηγεί ένα κομμάτι των αστών με κυριότερο εκπρόσωπο τον άγγλο οικονομολόγο John Maynard Keynes στην άποψη της αναγνώρισης της εργατικής τάξης και της προσπάθειας για ενσωμάτωσή της. Ο Keynes διέβλεπε ήδη την αυξανόμενη κοινωνικοποίηση της εργασίας και τους κινδύνους που εγκυμονούσε η τακτική της συνεχούς υποτίμησής τους προς όφελος του κέρδους. Πίστευε, λοπόν, πως θα έπρεπε να γίνουν κεντρικά κινήσεις τέτοιες που θα λάμβαναν σοβαρά υπ’όψη την επικίνδυνη δύναμη της εργασίας. Ωστόσο, οι πιο πολλοί της τάξης του έχουν διαφορετική γνώμη. Η ιδεολογία του laissez faire δεν θα έπεφτε ακόμη, όχι πριν την γκρεμίσει η επερχόμενη κρίση.

Οι αγώνες δείχνουν να καταλαγιάζουν στην δεκαετία του ‘20.  Στις ΗΠΑ μετά από μια μικρή ύφεση ξεκινά μια περίοδος σχετικής ευημερίας που χαρακτηρίζεται από την εφαρμογή σε μεγάλη κλίμακα της μαζικής παραγωγής και την αύξηση της παραγωγικότητας. Υπάρχει μια άνευ προηγουμένου αφθονία εμπορευμάτων αυτά τα χρόνια που απαιτεί και μια αντίστοιχη μαζική κατανάλωση. Τα κατώτερα στρώματα μετατρέπονται κι αυτά σε καταναλωτές και την ηθική της κατανάλωσης αναλαμβάνει να τους καλλιεργήσει μια άγνωστη ως τότε και ραγδαία αναπτυσσόμενη βιομηχανία της διαφήμισης. Παρ΄όλα αυτά, οι μισθοί παραμένουν όσο το δυνατόν χαμηλότεροι δυσχεραίνοντας την πραγματοποίηση της κλεμμένης υπεραξίας μέσω της κατανάλωσης και στην θέση τους υιοθετούνται άλλα τεχνάσματα όπως οι δόσεις και τα δώρα. Όλα αυτά όμως διαμορφώνουν μια τεχνητά συντηρούμενη ανάπτυξη που συνεχώς μεταθέτει την πραγματική της επικύρωση στο μέλλον.

Παράλληλα με τη μαζική παραγωγή και τις καινοτομίες του Τεϋλορ και του Φορντ που ακολούθησε ένα μέρος των καπιταλιστών, ένα μεγάλο κομμάτι του κεφαλαίου βρίσκεται σε στασιμότητα. Αδυνατώντας να εξασφαλίσει την απαιτούμενη κερδοφορία μέσω της επένδυσης στην παραγωγή, στρέφεται στο χρηματιστήριο. Η απροθυμία δηλαδή των εργατών να υποτιμήσουν περισσότερο την εργασία τους και να αυξήσουν την παραγωγικότητά τους, αναγκάζει το κεφάλαιο να καταφύγει στην κερδοσκοπία προκειμένου να “υπεραξιωθεί”, στοιχηματίζοντας σε μια μελλοντική ένταση της εκμετάλλευσης της εργασίας. Όσο αυτό δε συνέβαινε, η τακτική αυτή φυσικά έφτανε στα όριά της καταρρέοντας τελικά με τον τρόπο που ξέρουμε.Υπ’ αυτή την έννοια, η χρηματιστηρική κρίση του ‘29 είναι το ψευδώνυμο της κρίσης των εκμεταλλευτικών σχέσεων. μάλλον έκφραση, παρά αιτία μιας κρίσης υπερσυσσώρευσης κεφαλαίων που στον πυρήνα της έχει την εργατική ανυποταξία.

Μετά το ξέσπασμα της κρίσης και όσο αυτή τα επόμενα χρόνια επιδεινωνόταν, γινόταν πια ξεκάθαρο πως η εργασία δεν μπορούσε να αντιμετωπίζεται σαν κάτι εξωτερικό στη λειτουργία του καπιταλισμού καθώς αυτό απειλούσε ανοιχτά την αναπαραγωγή του. Οι ιδεολογίες των αφεντικών για τους αυτοματισμούς της ελεύθερης οικονομίας και το “αόρατο χέρι” που ρυθμίζει την αγορά είχαν συντριβεί με τον πιο οδυνηρό γι’αυτά τρόπο. Η ανάγκη για μια συνολική αναδιάρθρωση στην οργάνωση των κοινωνικών σχέσεων ήταν επείγουσα τη στιγμή που οι προλετάριοι εξεγείρονταν ενάντια στην ανέχεια στην οποία είχαν περιέλθει και το αντίπαλο σοβιετικό δέος έδειχνε να τα πάει πολύ καλύτερα.  Η στιγμή που ο Keynes θα έπαιρνε την εκδίκησή του είχε φτάσει.

Καθώς η μαζική παραγωγή/μαζική κατανάλωση είχε μεταβάλει τις προηγούμενες κοινωνικές σχέσεις, ο μισθός ως ο αναγκαίος όρος αναπαραγωγής των εργατικών στρωμάτων αναγνωρίστηκε σαν κεντρική καπιταλιστική λειτουργία  στην θέση του κέρδους. Τα αφεντικά συνειδητοποίησαν τη σημασία της εργασίας και την ανάγκη να αναλάβουν τη μέριμνα για την αναπαραγωγή της. Την οργάνωση αυτής της διαδικασίας θα έπρεπε να σηκώσει ένας μηχανισμός που θα συγκέντρωνε την ισχύ, το κύρος και το know how. Μα φυσικά το κράτος, που από δω και πέρα καλείται σαν γενικός κουμανταδόρος να εγγυηθεί τις προσδοκίες (κατανάλωσης, εργασίας, κέρδους) δημιουργώντας απασχόληση και εξασφαλίζοντας την ομαλή αναπαραγωγή της εργατικής τάξης. Κι όλα αυτά σχεδιάζοντας και προγραμματίζοντας τις κινήσεις του σε βάθος χρόνου.

Στις ΗΠΑ η νέα πολιτική εκφράστηκε από το 1933 και μετά με τη σταδιακή εφαρμογή του New Deal από την κυβέρνηση του Ρούζβελτ που προέβλεπε μέτρα κοινωνικής ασφάλισης, μεγάλα προγράμματα δημόσιων επενδύσεων και αναγνώριση βασικών συνδικαλιστικών δικαιωμάτων. Το New Deal ενσάρκωσε μ’αυτόν τον τρόπο μια πρώτη μορφή της κεϋνσιανής σύλληψης του λεγόμενου κράτους-σχέδιο. Κάτι παρόμοιο συνέβη και σε άλλα κράτη όπου το κράτος-σχέδιο πήρε άλλες μορφές, όπως η ναζιστική ή η σταλινική. Ωστόσο, η νέα αυτή ρύθμιση δεν θα μπορούσε να αποφέρει τα μέγιστα πριν τη νέα ανθρωποσφαγή που έμελλε να ακολουθήσει. Στην δεκαετία του ‘30, παρά τις εμφανείς βελτιώσεις, η ανεργία κρατιόταν ακόμη σε επικίνδυνα για την κοινωνική ειρήνη επίπεδα και η κερδοφορία δεν είχε αποκατασταθεί πλήρως, ενώ οι διακρατικές σχέσεις ήταν στον αέρα και η μεταξύ τους ισορροπία εύθραυστη. Αυτό είχε άμεσο αντίκτυπο στους διακρατικούς ανταγωνισμούς για την κατάκτηση των αγορών τρίτων χωρών.

Ο Β’ παγκόσμιος ήταν η κατάλληλη ευκαιρία να ολοκληρωθεί το κεϋνσιανό πρόγραμμα με την δημιουργία νέων πεδίων εφαρμογής της μαζικής πρόνοιας, τον κεντρικό ρόλο του κράτους και, ας μην το ξεχνάμε με τον θάνατο πολλών εκατομμυρίων πληβείων στα πεδία της μάχης που έλυσε το πρόβλημα της πλεονάζουσας εργασίας. Λίγο πριν τη λήξη του υπογράφτηκε εν όψει της ανοικοδόμησης η συμφωνία του Bretton Woods που από δω και στο εξής θα ρύθμιζε τις οικονομικές σχέσεις των κρατών. Σύμφωνα μ’ αυτή, το δολάριο ως νόμισμα αναφοράς κλείδωνε σε σταθερή σχέση με το χρυσό και τα υπόλοιπα νομίσματα κλείδωναν πάνω στο δολάριο, ενώ είναι στα πλαίσια αυτής της συμφωνίας που ιδρύονται η Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, δύο τυπικά κεϋνσιανοί θεσμοί που αναλαμβάνουν να ελέγχουν ευρύτερα την ομαλή αναπαραγωγή της παγκόσμιας κυριαρχίας.

Όλη αυτή την περίοδο του 19ου αιώνα και των πρώτων δεκαετιών του 20ου στην ελλάδα η κατάσταση είναι αρκετά ιδιαίτερη καθώς συναντάμε ένα πολύ χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης του βιομηχανικού κεφαλαίου, ενώ μεγάλο μέρος του πληθυσμού επιβιώνει μέσα από αγροτικές εργασίες. Παρ’όλα αυτά, οι αγώνες δεν θα λείψουν ούτε εδώ καθώς μεγάλα κομμάτια του αγροτικού πληθυσμού εξεγείρονται ενάντια στους γαιοκτήμονες και μεγαλοτσιφλικάδες που τους επιβάλουν ουσιαστικά μια συνθήκη δουλοπαροικίας. Κορυφαία στιγμή είναι η γνωστή εξέγερση των αγροτών του Κιλελέρ στα 1910, ενώ λίγα χρόνια μετά η αγροτική μεταρρύθμιση του ελληνικού κράτους βελτιώνει κάπως την θέση ενός μεγάλου κομματιού. Οι πρώτες επενδύσεις σε πεδία του δευτερογενούς δεν θα αρχίσουν πριν την δεύτερη δεκαετία του εικοστού αιώνα. Κι εδώ ο σχηματισμός της εργατικής δύναμης παρουσιάζει διαφορές, καθώς δεν προκύπτει από  κάποια μορφή πρωταρχικής συσσώρευσης αλλά σαν αποτέλεσμα των μετακινήσεων πληθυσμών στην πόλη για εποχιακές δουλειές και την εγκατάσταση πληθυσμών της Μ. Ασίας μετά τον πόλεμο. Η τάξη δείχνει σημάδια συγκρότησης και μπαίνει δυναμικά στο προσκήνιο την δεκαετία του ‘30 όταν εν μέσω κρίσης ξεσπούν άγριοι εργατικοί αγώνες, με αποκορύφωμα τον θεσσαλονικιώτικο μάη του ‘36, που καταφέρνουν να ξεπεράσουν τη συντεχνιακή κατεύθυνση της πρόσφατα ιδρυθείσας ΓΣΕΕ.

Το μεταπολεμικό μπουμ – Η “χρυσή εποχή” του κεϋνσιανισμού

Εκ του αποτελέσματος λοιπόν, βλέπουμε πως οι 2 παγκόσμιοι πόλεμοι ήταν αναγκαίες στιγμές στην διαδικασία αναδιάρθρωσης του κεφαλαίου. Αντιμετώπισαν πρακτικά το πρόβλημα της εργατικής ανυποταξίας,  εκτόνωσαν τους διακρατικούς ανταγωνισμούς και ομαλοποίησαν τη  γενίκευση της μαζικής παραγωγής/μαζικής κατανάλωσης. Στα χρόνια που ακολουθούν έχουμε την καθολικοποίηση της φορντικής ρύθμισης στην εργασία και τη συγκρότηση του γνωστού κράτους πρόνοιας. Παρ’ότι αυτό πήρε κατά τόπους διάφορες εκφράσεις υπάρχουν κάποια βασικά σημεία που συνθέτουν τον κανόνα. Η κατοχύρωση κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας σε συνδυασμό με την αναγνώριση και την πριμοδότηση των μαζικών κομμάτων και μαζικών συνδικάτων πετυχαίνει την κορπορατιστική ενσωμάτωση της εργασίας και την άμβλυνση των κοινωνικών συγκρούσεων. Παράλληλα, με την εφαρμογή της σταθερής μισθωτής σχέσης στο φορντικό πλαίσιο αυξάνονται οι διαχωρισμοί και οι ιεραρχίες στην παραγωγή και βαθαίνουν οι διαιρέσεις σε κλάδους και συντεχνίες κάνοντας πιο δύσκολη την αλληλεγγύη και τη στήριξη μεταξύ των εργατών. Θεσπίζονται νέα επιδόματα και προνοιακές παροχές (στην υγεία, την ασφάλεια, την ανεργία) που φτάνουν σε περισσότερο περιθωριοποιημένα κοινωνικά κομμάτια εντάσσοντάς τα στον κύκλο παραγωγής/κατανάλωσης. Καλύπτοντας με αυτό τον τρόπο ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνικής αναπαραγωγής, το κεφάλαιο καταφέρνει να δημιουργήσει τους όρους που του εξασφαλίζουν την υγιή επέκτασή του. Όλα τα προηγούμενα έχουν σαν αποτέλεσμα την αύξηση της παραγωγικότητας και τη μείωση του κόστους παραγωγής, γεγονότα που σε συνδυασμό με την εντατική εκμετάλλευση του πλούτου των αποικιών  αυξάνουν το ποσοστό κέρδους  που αντλεί από τις επενδύσεις του. Με την διαβρωτική δύναμη της ανάπτυξης και της ευημερίας, όλο και περισσότερα κομμάτια του προλεταριάτου χάνουν τη συνείδηση του εαυτού τους σαν εκμεταλλευόμενη τάξη και μαγεύονται από τις ιδεολογίες της κατανάλωσης και της υλικής ανόδου.

Τον ίδιο καιρό στην ελλάδα τα πράγματα είναι αρκετά διαφορετικά. Το εργατικό κίνημα που είχε κάνει αισθητή την παρουσία του την δεκαετία του ‘30 βρίσκεται σε πολύ κακή κατάσταση καθώς μετά τον Β’ Παγκόσμιο ξεκινά η συνθήκη της μετανάστευσης για μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού, ενώ ο εμφυλιακός πόλεμος και το κυνήγι ενάντια στα πολιτικοποιημένα κομμάτια της Αριστεράς που θα ξεσπάσει τα επόμενα χρόνια, αφήνει λίγα περιθώρια για αγώνες και διεκδικήσεις. Το απολυταρχικό ελληνικό κράτος αυτής της περιόδου καμιά σχέση δεν έχει με το μοντέλο που περιγράψαμε πιο πάνω. Η ελληνική εκδοχή του κοινωνικού κράτους  θα κάνει τη βραχύβια εμφάνισή της αρκετά χρόνια μετά, όπως θα δούμε στη συνέχεια.

60-70: Η έφοδος στον ουρανό γειώνει τα αφεντικά στο σκληρό έδαφος της κρίσης

Κι όμως, η ιδεολογική και υλική νίκη των αφεντικών θα αποδειχθεί προσωρινή. Μέσα από την ίδια τη συνθήκη της μαζικής εργασίας και του κοινωνικού κράτους ξεπετάχτηκαν νέες αρνήσεις, περισσότερο διάχυτες και λιγότερο ελέγξιμες από τις προηγούμενες. Στην δεκαετία του ‘60 εμφανίζεται μια νέα γενιά που δείχνει να μη συμμερίζεται τις συμβάσεις και τους συμβιβασμούς του παρελθόντος. Που ασφυκτιά μέσα στα όρια του υποχρεωτικού 8ωρου στο εργοστάσιο, που αδυνατεί να βρει τον εαυτό της σε μια δουλειά χωρίς κανένα νόημα, που εξεγείρεται ενάντια στην πατριαρχική οργάνωση των κοινωνικών σχέσεων και την καταπίεση της γυναίκας, που ορθώνει το ανάστημά της στο διάχυτο και θεσμισμένο ρατσισμό. Είναι μια εποχή όπου ο κοινωνικός ανταγωνισμός οξύνεται ξανά από-τα-κάτω και το καινοφανές είναι πως αυτό δεν αφορά μόνο σε αγώνες στο πεδίο της παραγωγής, αλλά κυρίως επεκτείνεται σε όλες τις περιοχές που είχε προηγουμένως αποικιοποιήσει το κράτος πρόνοιας.

Οι κοπάνες από το μαζικό εργοστάσιο, το σαμποτάζ και η μειωμένη εργασιακή ηθική συναντούν την εμφάνιση νέων συλλογικών υποκειμένων. Το γυναικείο κίνημα, το οικολογικό, το αντι-αποικιακό, η υποκουλτούρα, το κίνημα των μαύρων στις ΗΠΑ συνθέτουν ένα εκρηκτικό μίγμα που ασκεί κριτική τις κυρίαρχες κοινωνικές σχέσεις αλλά και προεικονίζει νέες μέσα στο κέλυφος του παλιού κόσμου. Οι εκμεταλλευόμενοι αντιλαμβάνονται την δύναμη που τους δίνει η παλιότερη ρύθμιση του φορντισμού και του προνοιακού καθεστώτος και οργανώνουν την επίθεσή τους φτάνοντάς την στα όριά της. Η πρώτη αντίδραση από τη μεριά των αφεντικών είναι μια παραχώρηση ακόμη περισσότερων παροχών αποσκοπώντας στον κατευνασμό και την ενσωμάτωση των κοινωνικών εκρήξεων. Μάταια ωστόσο, γιατί οι παραχωρήσεις αυτές την ίδια στιγμή που πετύχαιναν μια περαιτέρω εγκόλπωση της εργατικής τάξης στην αλλοτριωτική μορφή-κράτος, δημιοργούσαν τους όρους για ακόμη μεγαλύτερους αγώνες που όριζαν ένα πεδίο αέναων διεκδικήσεων.

Ήταν σαφές πως πίσω από την διόγκωση του κοινωνικού κράτους και την δημοσιονομική κρίση που αυτή προκάλεσε, βρίσκονταν μια άρνηση του κυρίαρχου κόσμου κοινωνικών σχέσεων. Οι νέες ριζοσπαστικές υποκειμενικότητες, η γέννηση της αυτονομίας, η άρνηση συνολικά της εργασίας, έστω και μειοψηφικά, κόντρα σε παλιότερες λογικές αυτοδιαχείρισης, οι κριτικές που διατυπώθηκαν από τα επαναστατικά κινήματα αχρήστευσαν κάθε πλευρά της κεϋνσιανής ρύθμισης θέτοντας σε κρίση όχι μόνο την πρακτική λειτουργία αλλά και το σύνολο των σημασιών της. Η κρίση πειθάρχησης  αυτής της περιόδου εκδηλώνεται αναπόφευκτα και σαν κρίση κερδοφορίας των αφεντικών που βλέπουν την παραγωγικότητα να φθίνει μαζί με την κοινωνική πειθαρχία, και το ποσοστό κέρδους να γκρεμοτσακίζεται. Η κρίση αυτή της δεκαετίας του ‘70 παρουσιάστηκε και τότε μυστικοποιημένα σαν μια οικονομική κρίση αποκρύβοντας την πραγματικότητα˙ τον βάλτο της κρίσης αναπαραγωγής στον οποίο είχε βουλιάξει η καπιταλιστική συσσώρευση εξαιτίας μιας πρωτόγνωρης συσσώρευσης πολλών και διαφορετικών αρνήσεων.

Advertisements

Written by factoryfanet

Ιουλίου 16, 2010 στις 7:02 μμ

Αναρτήθηκε στις 01 τεύχος, κρίση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: