Factory

επιθεώρηση για τους μητροπολιτικούς ανταγωνισμούς

Αυτόνομοι εργατικοί αγώνες σε ένα περιβάλλον κρίσης

leave a comment »

του Cafe la Rage

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί την εισήγηση της ομάδας Café La Rage σε εκδήλωση2 σχετικά με τον αγώνα των εργαζομένων στο εστιατόριο Banquet. Αν και έχει περάσει σχεδόν ένας χρόνος από την έναρξη των κινητοποιήσεων (ο πρώτος αποκλεισμός του μαγαζιού πραγματοποιήθηκε στις 22 Απριλίου του 2010), θεωρούμε πως η εμπειρία και η κριτική ματιά όσων συμμετείχαμε αποτελεί μια χρήσιμη παρακαταθήκη. Οι εργαζόμενοι στο Banquet ξεκίνησαν την κινητοποίηση τους με αφορμή τη μη τήρηση της εργατικής νομοθεσίας από μεριάς του αφεντικού –μειωμένα ένσημα, μη καταβολή δώρων και υπερωριών κ.α. Το αφεντικό απάντησε με την απόλυση ενός από αυτούς. Οι πρώτες κινητοποιήσεις ακολούθησαν την τακτική της συνεχούς παρουσίας με τη μορφή μικρών διαδηλώσεων έξω από το μαγαζί που στόχο είχαν την παρεμπόδιση της λειτουργίας του. Κύριο αίτημα ήταν η επαναπρόσληψη του Β.Κ. και η καταβολή όλων των δεδουλευμένων των υπόλοιπων εργαζομένων. Σε αυτές τις δράσεις συμμετείχαν και άλλοι εργαζόμενοι/ες ενώ συγκροτήθηκε επιτροπή αλληλεγγύης. Το αφεντικό στην αρχή φάνηκε να υποχωρεί αλλά στην συνέχεια κινήθηκε επιθετικά απειλώντας όσους συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις με απόλυση και πραγματοποιώντας λοκ άουτ που κράτησε από τις 15 Μαΐου έως το Σεπτέμβριο. Παρόλα αυτά, οι κινητοποιήσεις συνεχίστηκαν καθόλη τη διάρκεια του καλοκαιριού –επισκέψεις σε άλλα μαγαζιά του εν λόγο αφεντικού, συναυλίες αλληλεγγύης στους εργαζομένους κ.α. Όταν επαναλειτούργησε το Banquet ξανάρχισαν και οι καθημερινές επισκέψεις/παραστάσεις διαμαρτυρίας έξω από το μαγαζί. Στη συνέχιση του αγώνα το αφεντικό απαντάει με μηνύσεις ενώ, μέσα από την διαδικασία του αυτόφωρου, εργαζόμενοι και αλληλέγγυοι σέρνονται σε δίκες εκφοβισμού. Τελικά ο αγώνας έληξε με έναν συμβιβασμό με την εργοδοσία, αφού τα αρχικά αιτήματα έπαψαν να έχουν ρεαλιστική βάση και πραγματική υποστήριξη ακόμα και από κάποιους από τους εργαζόμενους. Σημαντικό να αναφέρουμε πως για όλο το διάστημα των κινητοποιήσεων πραγματοποιήθηκαν πλήθος δράσεων, πέρα από τις παραστάσεις διαμαρτυρίας έξω από το Banquet, κρατώντας ανοιχτό, στην πόλη της Θεσσαλονίκης, το ζήτημα της επισφαλούς εργασίας στη βιομηχανία του επισιτισμού και της διασκέδασης.

Α Μέρος

Δομές εργατικών αγώνων με αφορμή τον αγώνα στο εστιατόριο Banquet

Εδώ και οκτώ μήνες τουλάχιστον βιώνουμε όλοι μας μια άνευ προηγουμένου επίθεση. Οι απολύσεις, 1400 περίπου την ημέρα σε όλη την Eλλάδα, τα τετραήμερα με μειωμένες αποδοχές, οι περικοπές στις αμοιβές των δημοσίων υπαλλήλων, οι διαθεσιμότητες, το «πληρώνω όποτε εγώ θέλω» του αφεντικού. Όλα αυτά αποτελούν καθημερινότητα για όσους, είτε ως άνεργοι είτε ως εργαζόμενοι –μαύροι, ελαστικοί, σταθεροί, μόνιμοι, μπλοκάκηδες–, δεν έχουν άλλη επιλογή από το να πουλήσουν την εργασία τους για να ζήσουν. Παράλληλα οι επίσημες συνδικαλιστικές οργανώσεις, μακριά από αυτές τις εμπειρίες και ως δεκανίκι του συστήματος, δεν έχουν καλέσει ούτε σε μια απεργία διαρκείας, προσπαθώντας να εκτονώσουν την κοινωνική οργή με ασύνδετες και χωρίς κόστος απεργιακές κινητοποιήσεις. Σε αυτές τις συνθήκες λοιπόν εμφανίζονται εργατικοί αγώνες από τα κάτω. Από την απόλυση του Παλαιστίδη στις εκδόσεις Άγρα3, τον αγωνα αλληλεγγύης στην Καρμεν4, μέχρι τους Αιγύπτιους αλιεργάτες5 και το Banquet, υιοθετούνται (λιγότερο ή περισσότερο) μορφές άμεσης δράσης, καλούνται απεργίες και στάσεις εργασίας μέσα από διαδικασίες άμεσης δημοκρατίας. Ξεκινώντας από αυτό το υλικό του σήμερα και βλέποντας την επίθεση να γίνεται όλο και πιο σφοδρή, μας ενδιαφέρει αρχικά να εξετάσουμε πώς θα καταφέρουμε οι εμπειρίες αυτών των αγώνων να κυκλοφορήσουν σε ένα μαχόμενο προλεταριάτο. Πώς μικροί εργατικοί πυρήνες, αυτόνομα σωματεία και σχέσεις αλληλεγγύης θα μπορέσουν να επικοινωνήσουν για να «βγουν» νέοι αγώνες. Πώς χωρίς να αποτελούμε τους γραφικούς αγωνιστές που είναι παντού και πάντα, θα ενδυναμώσουμε την εργατική αυτονομία;

Σε αυτό το πλαίσιο τοποθετούμαστε πάνω σε μια σειρά ζητημάτων που προκύπτουν μέσα από τη εμπειρία της συμμετοχής σε αγώνες όπως το Banquet (που η ομάδα μας στήριξε και κάποια άτομα συμμετείχαν στην επιτροπή αλληλεγγύης) αλλά και από την καθημερινή κόντρα του καθενός και της καθεμιάς μας με το αφεντικό του.

Το σωματείο

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Σε κάθε εργατική κινητοποίηση ένα από τα ζητήματα που τίθενται είναι η ύπαρξη ή μη κάποιας μορφής οργάνωσης μέσα στην εργασία καθώς και η μορφή της και ο ρόλος που αυτή διαδραματίζει στην πορεία προς ή ενάντια σε έναν αγώνα. Η πιο συνήθης μορφή εργατικής οργάνωσης είναι το σωματείο το οποίο στον ελλαδικό χώρο το συναντάμε σε τρεις τύπους:

Α. Τα σωματεία σφραγίδες, τα οποία στις περισσότερες των περιπτώσεων συγκροτούνται μέσα από κεντρικές γραφειοκρατικές διαδικασίες, δηλαδή το Διοικητικό Συμβούλιο, τις παρατάξεις και την εκλογική διαδικασία όπου αυτές ανταγωνίζονται για τον έλεγχο του σωματείου. Μέσα από την μικρή εμπειρία μας, βλέπουμε ότι η μορφή του κλασικού σωματείου, που ελέγχεται από ένα ΔΣ παρατάξεων και κομματικών συσχετισμών, είναι αυταπάτη να πιστεύουμε ότι μπορεί να διεμβολιστεί. Τα περισσότερα σωματεία αυτής της μορφής δεν έχουν στόχο να συμβάλουν στον αγώνα. Από τη στιγμή που o αγώνας δεν μπορεί να μεταφραστεί σε πολιτικά κουκιά, στέκονται εχθρικά και τον συκοφαντούν, είτε προσπαθούν να τον διαχειριστούν καλύτερα για παραταξιακούς σκοπούς. Αν θέλουμε να προωθήσουμε την εργατική αυτονομία, αναπόφευκτα θα βρεθούμε αντιμέτωποι.

Β. Τα πρωτοβάθμια σωματεία που –προφανώς λόγω της ενεργής δουλειάς κάποιων συνδικαλιστών– οι αποφάσεις του ΔΣ επιδιώκεται να στηρίζονται στις αποφάσεις της βάσης. Στην πλειοψηφία τους ελέγχονται από εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις της αριστεράς. Σε πολλές περιπτώσεις, όταν μπαίνουν κεντρικά πολιτικά ζητήματα από τις οργανώσεις, παρακάμπτεται η βάση (κλασικό φαινόμενο οι πολλές υπογραφές σωματείων σε μια πορεία όπου απουσιάζει η βάση, όχι όμως οι πολιτικοποιημένοι). Σε αυτή την κατηγορία εμφανίζονται φωτεινές εξαιρέσεις, όπως το σωματείο της ΠΕΚΟΠ, που επιδιώκουν να ανοίξουν αγώνες και όχι να τους περιορίσουν στα δικά τους πλαίσια. Παρόλα αυτά, η μορφή του πρωτοβάθμιου τυπικού σωματείου έχει δείξει τα όριά της, αφού εξαρτάται από τη μορφή του ΔΣ και τα μέλη του, επομένως και τις προθέσεις του. Υπάρχουν παραδείγματα ενεργών σωματείων που διατηρούσαν την παραταξιακή εκλογική διαδικασία και διεμβολίστηκαν αρνητικά περνώντας στον έλεγχο του ΠΑΜΕ. Στάθηκαν, δηλαδή, αδύναμα απέναντι σε ένα συγκροτημένο κομματικό μηχανισμό που έχει τη δυνατότητα να μεταλλάσει το σωματείο σε σωματείο-σφραγίδα ή σε ένα σωματείο ολοκληρωτικά ελεγχόμενο από κομματικούς μηχανισμούς.

Γ. Τα σωματεία βάσης ή τα αυτοοργανωμένα σωματεία. Κινούνται με βάση την ενεργή συμμετοχή των μελών στη γενική συνέλευση, χρησιμοποιούν τυπικά το Δ.Σ. το οποίο δεν μπορεί να αποφασίζει μόνο του και σε πολλές περιπτώσεις «διορίζεται» με κοινή συμφωνία των μελών και όχι με εκλογές. Και όχι μόνο αυτό, προσπαθούν να αναπτύξουν σχέσεις μέσα από μια αγωνιστική καθημερινότητα στους χώρους εργασίας καλώντας σε μοιράσματα, σε αποκλεισμούς, δράσεις και εκδηλώσεις. (Όπως η ΣΒΕΟΔ και το Σωματείο Σερβιτόρων Μαγείρων στην Αθήνα).

Ένα ζήτημα που αφορά γενικά την μορφή σωματείο είναι η μονόπλευρη απεύθυνσή του στον κλάδο του. Ως δομή, ενώ μπορεί θεωρητικά να ενισχύσει τους αγώνες και την οργάνωση σε επίπεδο βάσης, ανάλογα βέβαια και με το πως θα επιλέξει να συγκροτηθεί, εξακολουθεί να αναπαράγει τους διαχωρισμούς στην εργασία, ακόμα και σε εργαζόμενους της ίδιας επιχείρησης. Προφανώς υπάρχει πάντα η αξία της αλληλεγγύης που μπορεί να σπάσει αυτούς τους διαχωρισμούς αλλά αυτή, όπως θα δούμε, πολλές φορές «αναλαμβάνεται» από πολύ συγκεκριμένους ανθρώπους, τους/τις ήδη πολιτικοποιημένους/ες.

Επιτροπή αγώνα

Η επιτροπή αγώνα αποτελεί μια πρώτη απάντηση στα αδιέξοδα του σωματείου (αν υπάρχει) που συνήθως ελέγχεται κομματικά. Από την άλλη, λόγω της αλλαγής στη σύνθεση της εργασίας και τον κατακερματισμό των εργασιακών χώρων στη μητρόπολη, δίνει τη δυνατότητα –θεωρητικά τουλάχιστον– να συσπειρωθούν αλληλέγγυοι/ες από επιχειρήσεις του ίδιου ή άλλου κλάδου προσπερνώντας τα εμπόδια που βάζει το κλαδικό σωματείο. Θεωρητικά είναι ο τόπος όπου παίρνονται συλλογικά οι αποφάσεις, επικοινωνείται το περιεχόμενο του αγώνα και μπορεί να συμμετάσχει με ίσους όρους όποια/ος θέλει να αγωνιστεί ενάντια στα αφεντικά.

Αυτά στη θεωρία, καθώς στην πράξη η επιτροπή συσπειρώνει υποκείμενα που επιθυμούν να αγωνιστούν αλλά δε συνδέονται οργανικά με τα ζητήματα της συγκεκριμένης μορφής που παίρνει η καπιταλιστική σχέση στο εργοστάσιο του επισιτισμού για παράδειγμα. Η εργασιακή συνθήκη εκμετάλλευσης είναι ίδια για όλους τους/τις επισφαλείς αλλά είναι διαφορετική η τεχνική σύνθεση του κάθε κλάδου. Για παράδειγμα, είναι διαφορετικά τα προβλήματα των εργαζομένων σε ένα πολυκατάστημα και διαφορετικά σε ένα γραφείο. Προφανώς και αυτή η διευρυμένη συνάντηση είναι θετική, όμως κρίνεται αρνητική στο βαθμό που δεν μπορεί να ανοιχτεί μια συζήτηση για τα συγκεκριμένα ζητήματα του εκάστοτε κλάδου, ώστε να χρησιμοποιηθεί ως βάση για εξάπλωση του αγώνα.

Όμως και πάλι, στην πράξη, οι επιτροπές αλληλεγγύης που καλούνται από πολιτικές-κομματικές οργανώσεις είναι αναμενόμενο να αποτελέσουν πολιτικά μέτωπα αλληλέγγυων. Από εκεί και πέρα όμως, η εμπειρία δείχνει ότι συνήθως δημιουργείται μια άλλου τύπου διαμεσολάβηση: των εργαζομένων από τον πολιτικό σχηματισμό που κυριαρχεί στην επιτροπή αλληλεγγύης. Συνέπεια αυτής της συνθήκης είναι να μετατρέπεται η συνέλευση σε άτυπο κοινοβούλιο πολιτικών σχηματισμών και αντιλήψεων, οι οποίες αντί να εστιάζουν στη θέληση και στις επιλογές των ίδιων των αγωνιζόμενων εργαζομένων, προσπαθούν να περάσουν τη δική τους «γραμμή», ανεξάρτητα αν αυτή είναι πιο αριστερή ή πιο αυτόνομη και αντιεξουσιαστική.

Από την άλλη, όπως είδαμε και στην επιτροπή αλληλεγγύης των διωκόμενων του εστιατορίου Banquet, σχεδόν ποτέ δεν συζητιόταν η καθημερινή εμπειρία της σύγκρουσης με το αφεντικό, τα ζητήματα που μπαίνουν στο χώρο εργασίας και το πώς αντιμετωπίζονται. Από τη στιγμή που οι επιτροπές αλληλεγγύης αποκτούν αυτό τον μετωπικό χαρακτήρα αναλώνονται σε ένα στρατηγισμό που διεξάγει ένα αγώνα εντυπώσεων με το εκάστοτε αφεντικό αλλά δε μεταφράζεται σε σχέσεις με άλλα υποκείμενα. Ακόμη και ο τόπος διεξαγωγής των συναντήσεων των επιτροπών έχει τη σημειολογία του. Στο εργατικό κέντρο, αν δεν είσαι μέλος κάποιας παράταξης ενός σωματείου, πρέπει να κλείσεις αίθουσα και να πληρώσεις.

Εν τέλει, η επιτροπή αγώνα-αλληλεγγύης θέλει μια νοηματοδότηση από την αρχή. Αποτελεί μια ουσιαστική δομή ξεπεράσματος των αδυναμιών των σωματείων και των διαχωριστικών γραμμών του κάθε κλάδου αλλά ο ρόλος και ο τόνος των εξελίξεων πρέπει να δίνεται από τους εργαζόμενους. Ένα χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα είναι ο τρόπος που λειτούργησε η επιτροπή αλληλεγγύης στον αγώνα των εργαζομένων του Banquet. Κάποιοι εργαζόμενοι συμμετείχαν στην αρχή ενεργητικά και στη συνέχεια υποστηρικτικά, με αποτέλεσμα να αναπτυχθεί η λογική ότι η προπαγάνδα, το ταμείο αλληλεγγύης, οι διαδηλώσεις δεν είναι δική τους δουλειά. Υπάρχουν δηλαδή οι κουβαλητές-στρατευμένοι και οι ανήμποροι εργαζόμενοι. Έτσι, χάθηκε η ουσιαστική επικοινωνία των περισσότερων ατόμων της επιτροπής με τους εργαζόμενους, και υπήρξε δυσκολία στα κρίσιμα σημεία του αγώνα να παρθούν αποφάσεις με αποτέλεσμα να ακολουθείται ένας «τυφλοσούρτης». Τελικά, καλό είναι να επιδιώκεται προσωπική επαφή με τους αγωνιζόμενους εργαζόμενους, για να μπορείς να τους εκθέσεις το τι σκέφτεσαι και τι πιστεύεις. Φυσικά, σε καμία περίπτωση να μη γίνεται πλύση εγκεφάλου, αλλά σε ένα ανθρώπινο επίπεδο πέρα από την επιτροπή να αναπτύσσονται σχέσεις.

Τέλος, η επιτροπή αλληλεγγύης και γενικότερα οποιαδήποτε επιτροπή συγκαλείται από μια οργάνωση ή συνέλευση με σκοπό τη στρατηγική επίλυση κάποιων πρακτικών ζητημάτων, έχοντας αποφασίσει από πριν το πολιτικό πλαίσιο, αναλαμβάνει το διαχωρισμένο ρόλο της εκπλήρωσης πολιτικών σχεδίων και σκεπτικών. Για το λόγω αυτό είναι προτιμότερο να καλείται μια ανοιχτή συνέλευση αγώνα-αλληλεγγύης για να μπαίνει ξεκάθαρα από την αρχή ότι οι αλληλέγγυοι/ες δεν είναι μόνο κουβαλητές διαχειριστικών προβλημάτων, αλλά άνθρωποι που συνειδητά θέλουν να αγωνιστούν επί ίσοις όροις και θα συνδιαμορφώσουν συλλογικά πάνω σε απόψεις και όχι σε κομματικές γραμμές.

Αγώνες, εργαζόμενοι και αλληλέγγυοι

Οι περισσότεροι αγώνες που ξεπηδούν αδιαμεσολάβητα τα τελευταία χρόνια σπάνια αφορούν χώρους εργασίας με μεγάλο αριθμό εργαζομένων και με ένα συμπαγές «υποκείμενο αγώνα» (π.χ. ένα μεγάλο εργοστάσιο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εκεί δεν υπάρχουν απολύσεις και αγώνες, αλλά εκεί έχει το πάνω χέρι το ΠΑΜΕ και δεν έχουμε σαφή εικόνα του τι ακριβώς συμβαίνει). Οι περισσότεροι «αυτόνομοι» εργατικοί αγώνες εμφανίζονται σε ευέλικτες-επισφαλείς μορφές εργασίας και σε χώρους εργασίας με μικρό αριθμό εργαζομένων. Οι εργαζόμενοι/ες του ιδιωτικού τομέα βρίσκονται κατακερματισμένοι/ες σε χώρους εργασίας με μικρό αριθμό ατόμων, όπως γραφεία και καταστήματα του τριτογενούς τομέα, σε πολλούς και διαφορετικούς κλάδους. Εξαιτίας αυτής της συνθήκης πολύ σημαντικό ρόλο παίζουν οι αλληλέγγυοι/ες στην πίεση που ασκούν οι αγωνιζόμενες/οι στην εργοδοσία. Το πρόβλημα που έχει εμφανιστεί σε πολλές περιπτώσεις, και σε αυτή του Banquet, είναι η απεύθυνση του αγώνα να περιορίζεται στις σφαίρες τις πολιτικής επιρροής των αλληλέγγυων. Έτσι συνήθως προκρίνεται μια στρατηγική που ποντάρει σε μια αλληλεγγύη συνειδητοποιημένων συντρόφων/ισσων. Σίγουρα, πλεονέκτημα αυτής της στρατηγικής είναι ότι υπάρχει ένας αριθμός στρατευμένων που άμεσα κινητοποιείται.

Κατ’ επέκταση αυτό μπορεί να δημιουργήσει κόστος στις απόπειρες κοινωνικοποίησης και κυκλοφορίας του αγώνα. Επίσης το ότι δημιουργείται μια ανεκτή απεύθυνση, μια στοιχειώδης αλληλεγγύη και ένας ικανοποιητικός κόσμος που συσπειρώνεται και «τρέχει», μπορεί να επαναπαύει του εργαζόμενους/ες. Έτσι περιορίζεται η προοπτική της σύνδεσης με άλλες/ους εργαζόμενες/ους εκτός πολιτικών ταυτοτήτων καθώς επίσης και η ενεργή συμμετοχή των άμεσα εμπλεκόμενων εργαζομένων. Ουσιαστικά, ο αγώνας κυκλοφορεί σε πολιτικούς κύκλους και το πολύ μέσα σε παρεμφερείς χώρους. Σε αυτό το πλαίσιο, η ανοιχτή επιτροπή αλληλεγγύης ουσιαστικά είναι ανοικτή σε πολιτικούς χώρους. Το ερώτημα που μπαίνει λοιπόν είναι με ποιον τρόπο μπορούν διαδικασίες αγώνα σε εργασιακούς χώρους να ανοίξουν και να κυκλοφορήσουν, να μοιραστούν εμπειρίες, αγωνίες και ανάγκες και πάνω σε αυτή τη βάση να στήσουν την αντιπαράθεση τους. Ο αγώνας του Banquet, για παράδειγμα, ενώ ανέδειξε τα προβλήματα του κλάδου του επισιτισμού και όλες και όλοι οι εργαζόμενοι/ες στα bar και εστιατόρια της πόλης τον γνώριζαν, για κάποιους λόγους δεν ήρθαν σε καμία επιτροπή αλληλεγγύης.

Επομένως, ίσως κάτι έγινε λάθος, οι εργαζόμενοι πέρα από το συγκεκριμένο κατάστημα δεν ενδιαφέρθηκαν να συμμετάσχουν στον αγώνα, δε βρήκαν το συνδετικό νήμα και την κοινή μοίρα. Γενικότερα, υπάρχει και η ατομική ευθύνη του κάθε εργαζόμενου/ης και το γεγονός ότι τα τελευταία τριάντα χρόνια έχει χαθεί η αγωνιστική κουλτούρα στους χώρους εργασίας. Παρόλα αυτά, ίσως έπρεπε να μπει μια γενικότερη διεκδίκηση που να αφορά όλους τους εργαζομένους στην περιοχή του κέντρου της Θεσσαλονίκης, ώστε να μπορεί ο καθένας/μια να αγωνιστεί στο δικό του χώρο εργασίας. Ίσως επίσης θα έπρεπε να υπάρχει από πριν εντονότερη «δουλειά» απεύθυνσης σε αυτούς τους χώρους, είτε από το σωματείο (κάτι ανέφικτο αφού το επίσημο σωματείο κυριαρχείται από το ΠΑΜΕ), είτε από εργατικές ομάδες, είτε από το σωματείο βάσης σερβιτόρων μαγείρων. Και φυσικά απεύθυνση σε μια λογική που εστιάζει στα συνολικά ζητήματα του κλάδου και όχι μόνο σε συγκεκριμένα μαγαζιά. Βέβαια, ακόμα και η στιγμή του αγώνα είναι μια ευκαιρία να ανοιχτούν τα ζητήματα αρκεί να το επιθυμούν όσες και όσοι συμμετέχουν σε αυτόν.

Δε μπορούμε να παραβλέψουμε τις κινήσεις εργαζομένων στον Καφεναί και στο Barθelonica6 που συνέπεσαν με τον αγώνα στο Banquet και επωφελήθηκαν θετικά σε σχέση με τις διεκδικήσεις τους. Όμως, θεωρούμε ελλειμματική τη διαδικασία με την οποία συνδέθηκαν αυτές οι κινητοποιήσεις. Δεν υπήρξε ουσιαστικά μια κοινή διαδικασία και η σύνδεση έγινε κυρίως σε επίπεδο εντυπώσεων.

Φυσικά, πρέπει να επισημάνουμε ότι οι μορφές οργάνωσης είναι δυναμικές, πράγμα που σημαίνει ότι συνυπάρχουν όλα τα παραπάνω στοιχεία, απλώς στο παράδειγμα του αγώνα του Banquet, και ειδικά στο τέλος, η διαχωρισμένη αντίληψη της επιτροπής αλληλεγγύης με την απουσία των εργαζομένων επικράτησε.

Μορφές αγώνα και υποστήριξης

Ταμείο αλληλεγγύης: Τους 6 μήνες που συμμετείχαμε στον αγώνα των εργαζομένων του εστιατορίου Banquet βρήκαμε τους τρόπους να υποστηρίξουμε υλικά 7-8 εργαζόμενους σε ένα στοιχειώδη, αλλά πολύ ουσιαστικό για τους ίδιους βαθμό. Η λειτουργία ενός ταμείου αλληλεγγύης αποτέλεσε πολύ σημαντική δικλείδα φερεγγυότητας των αλληλέγγυων προς τους εργαζόμενους, δημιουργώντας μια διαφορετική κουλτούρα και απαντώντας συλλογικά σε ατομικά προβλήματα. Η εμπειρία αυτή είναι πολύ σημαντική καθώς ο οικονομικός εκβιασμός και το αδιέξοδο είδαμε στην πράξη ότι μπορεί να απαντηθεί μέσα από την αλληλεγγύη.

Αποκλεισμοί: Η μορφή του καθημερινού αποκλεισμού που υιοθετήθηκε αποτέλεσε ένα ακόμη «νέο» πεδίο εμπειρίας πάνω σε αγώνες. Η πίεση που ασκήθηκε σε ένα αδιάλλακτο αφεντικό ήταν τεράστια. Η μορφή αυτή του αγώνα, με την συνέπεια που τη διέκρινε, κατάφερε να γνωστοποιήσει το ζήτημα, να ασκήσει κοινωνική πίεση δυσφημώντας το προφιλ της επιχείρησης ενώ ταυτόχρονα προκαλούσε μεγάλη οικονομική ζημιά. Έξω από το Banquet δημιουργήθηκε ένας ανοιχτός χώρος αγωνιστικής συνάντησης. Οι κουζίνες που έγιναν από έξω έσπασαν το μοτίβο της αντιπαράθεσης, ανοίγοντας νέους τρόπους αλληλεγγύης και κυκλοφορίας του αγώνα. Από εκεί και πέρα η αδυναμία να εμπλουτιστούν οι αποκλεισμοί με πιο δημιουργικές για τους συμμετέχοντες μορφές τις κατέστησαν βαρετές. Δεν αναζητήθηκαν άλλοι τρόποι αντιπαράθεσης, χωρίς φυσικά αυτό να αποτελεί ευθύνη του συγκεκριμένου αγώνα.

Αντιπαράθεση: Στις περισσότερες των περιπτώσεων που ένας αγώνας κινείται στα όρια της θεσμικής του διάστασης προκύπτουν στιγμές σύγκρουσης είτε με την εργοδοσία είτε με την κρατική καταστολή, είτε ακόμα και με άλλες μορφές τρομοκρατίας. Δε θεωρούμε ότι η βία είναι μαγική, ούτε ότι η βίαιη αντιπαράθεση είναι η λύση για όλα. Παρόλα αυτά, σε πρόσφατους αγώνες όπως με την Κ.Κούνεβα αλλά και με το Via Vai στην Αθήνα αναδείχθηκε μια διαφορετική πτυχή της απάντησης στη βία των αφεντικών.7

Σε ένα κατάστημα-κάτεργο όπως το Banquet, θα μπορούσε τουλάχιστον να συζητηθεί και αυτή η επιλογή, σε ένα επίπεδο τουλάχιστον απειλής κλεισίματος του μαγαζιού, όταν η επιθετική γραμμή της εργοδοσίας ήταν πλέον γεγονός. Η παθητική, οσιομαρτυρική στάση μας απέναντι στους μπράβους του Φιόρου και του Στοίβα –των αφεντικών του Banquet– που τραμπούκησαν μέλη της επιτροπής αλληλεγγύης, που μας κινηματογραφούσαν, μας πετούσαν αυγά και μας απειλούσαν, σίγουρα δε μας ωφέλησε σε κάτι. Πόσο μάλλον έδωσε πάτημα στα αφεντικά να έχουν την πρωτοβουλία των κινήσεων και να συνεχίσουν τη στρατηγική τους με τις μηνύσεις. Η βίαιη αντιπαράθεση δε νοείται στα πλαίσια της προσωπικής μας εκτόνωσης, για να πέσουμε στις προβοκατόρικες παγίδες των αφεντικών. Το θέμα είναι η αντιπαράθεση αυτή να έχει μία λογική στρατηγική που να δίνει την πρωτοβουλία των κινήσεων στους εργαζόμενους και να καταδείκνύει ότι δεν υπάρχουν μόνο τα νομικά τερτίπια, αλλά ότι η συλλογική αντιμετώπιση των προβλημάτων στους χώρους εργασίας μπορεί να εκφραστεί με πολλούς τρόπους από τους εργαζόμενους. Στα κρίσιμα αυτά ερωτήματα δεν μπορέσαμε να βρεθούμε σε μία πρόσωπο-με-πρόσωπο συζήτηση και εκτίμηση της κατάστασης με τους ίδιους τους εργαζόμενους. Ακόμα και αν καταλήγαμε σε ήπιες κινήσεις, το άνοιγμα της συζήτησης για πιθανές δράσεις όπως κατάληψη-αυτοδιαχείριση του μαγαζιού ή δυναμικός αποκλεισμός, μπορεί να έβαζαν νέα δεδομένα στις μεταξύ μας σχέσεις και ίσως να μας έδινε την πρωτοβουλία των κινήσεων.

Νίκη του αγώνα ή ήττα

Οι έννοιες «νίκη» ή «ήττα» είναι σχετικές, ανάλογα με το πως θέλει να βαφτίσει κανείς το αποτέλεσμα ενός αγώνα. Σίγουρα, η υλική νίκη είναι σημαντική για τους ίδιους τους εργαζόμενους ως άτομα, ώστε να πληρωθούν τα χρωστούμενα, να πάρουν τα ένσημα, να επαναπροσληφθούν. Παρόλα αυτά, κανείς άλλος δεν «κερδίζει» κάτι.

Είναι θετικό να υπάρχει μια υλική ή ηθική νίκη σε έναν αγώνα. Είναι σημαντικό για τα ίδια τα υποκείμενα που δίνουν συλλογικά μια μάχη με το ή τα αφεντικά τους να έχουν ένα καλό αποτέλεσμα και να μην συντριβούν ψυχικά και οικονομικά. Παρόλα αυτά, υπάρχουν και δυναμικοί αγώνες που ηττούνται και μάλλον οι περισσότεροι. Ειδικά στους καιρούς που ζούμε, δυστυχώς δε μπορούμε να μιλάμε για νίκες της εργατικής τάξης –αν κρίνουμε από τους πιο πρόσφατους μαζικούς αγώνες– αλλά για κάποιους «καλούς» συμβιβασμούς.

Το σημαντικό, λοιπόν, δεν είναι η συγκεκριμένη νίκη ή ήττα, αλλά η μορφή, το περιεχόμενο και η παρακαταθήκη που αφήνει ένας αγώνας. Να μπορούν οι εργαζόμενοι/ες συλλογικά να παίρνουν αποφάσεις και να πράττουν, να σπάνε τις μεταξύ τους εξουσίες, να στηρίζουν άλλους αγώνες ως αλληλέγγυοι/ες ώστε να δημιουργηθεί το υπόβαθρο για νέους αγώνες. Να μπορούν, δηλαδή οι εργαζόμενοι/ες να αποφασίζουν και να μην βρίσκονται έρμαιο των αφεντικών και των κομματικών ηγεσιών.

Αυτά όμως θα προκύψουν αν μέσα από τις διαδικασίες του αγώνα, δομηθούν άλλου τύπου σχέσεις και δημιουργηθεί μια άλλη αντίληψη για τις σχέσεις εξουσίας, την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, τα θέματα του φύλου και της φυλής. Αν εμπλουτιστεί δηλαδή ο αγώνας πέρα από θέματα που άπτονται καθαρά και μόνο των συγκεκριμένων οικονομικών διεκδικήσεων.

Επομένως, θεωρούμε χαμένη ευκαιρία για μας το ότι με τους εργαζόμενους του Banquet δεν έχουμε κανενός είδους σχέση, ωστόσο ελπίζουμε να τους δούμε να συμμετέχουν σε έναν επόμενο αγώνα.

Β’ μέρος

Ανίχνευση των αυτόνομων χαρακτηριστικών των αγώνων

Αγώνες με αυτόνομα χαρακτηριστικά –και όχι αυτόνομοι αγώνες– συμβαίνουν όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια, σε μία διαρκή μάχη με τα βαρίδια του παρελθόντος, όπως είναι οι κομματικές συνδικαλιστικές οργανώσεις (π.χ. ΠΑΣΚΕ, ΠΑΜΕ), με το γραφειοκρατικό συνδικαλισμό της ΓΣΕΕ και σε ένα περιβάλλον που καθιστά όλο και πιο δύσκολο την ανάπτυξη αγώνων με προοπτική πέρα από τις «παραδοσιακές» διεκδικήσεις. Δεν είναι εύκολο να διακρίνει κανείς ποιοι αγώνες είναι αυτόνομοι και ποιοι όχι, λόγω της σύγκρουσης με παραδοσιακές λογικές.

Τέτοιοι αγώνες –με αυτόνομα χαρακτηριστικά– θεωρούμε πως ήταν το κίνημα αλληλεγγύης στην Κ.Κούνεβα, ο αγώνας των αλλιεργάτων της Ν. Μηχανιώνας (Χειμώνας 2010), το Via Vai (Μάρτιος 2010), ο αγώνας για την επαναπρόσληψη του Ν. Παλαιστίδη στις εκδόσεις Άγρα, οι κινητοποιήσεις στη Wind7, αγώνες που έχουν δοθεί από τη ΣΒΕΟΔ στον κλάδο των courier, ο αγώνας των γιατρών στο Ζαγκλιβέρι (2005-2006 και έως και σήμερα) κ.τ.λ. Ως προς αυτές τις εμπειρίες, θεωρούμε χρήσιμη την ανάπτυξή τους και την παρουσίασή τους από όσους/όσες συμμετέχουν στους αγώνες αυτούς.

Σκοπός μας είναι να ανταλλάξουμε εμπειρίες αγώνα, να ανιχνεύσουμε τι προοπτικές υπάρχουν για ένα γενικότερο συντονισμό και επικοινωνία μεταξύ ανθρώπων με κοντινές αντιλήψεις. Πιο απλά, που το πάμε; Πώς δηλαδή αυτοί οι αγώνες θα κοινωνικοποιηθούν και θα κυκλοφορήσουν πραγματικά; Πώς, από το να αποτελούν απλά πόλους συσπείρωσης πολιτικοποιημένων, θα κατορθώσουν να απαντήσουν σε ανάγκες ευρύτερα των εργαζομένων και έτσι να δημιουργήσουν πιο διευρυμένες ρήξεις στα εργασιακά κάτεργα; Πώς η αλληλεγγύη θα μετατραπεί από αξία λίγων, σε αξία όλο και περισσότερων εκμεταλλευόμενων; Ουσιαστικά, πώς μπορεί να διαφανεί μια διαδικασία ρήξης που να ξεπερνάει την παγιωμένη κατάσταση του συνδικαλισμού και της κυρίαρχης μορφής αγώνων και να βάζει πιο ουσιαστικά χαρακτηριστικά ανάμεσά σε όσους αγωνίζονται; Τόσο υλικά, όσο και υπαρξιακά. Ως ένα άλλο μοντέλο ζωής που μπορεί να προκύψει μέσα από τους αγώνες.

Σε αυτή την κατεύθυνση η εμπειρία είναι χρήσιμος οδηγός. Όμως πρέπει να οραματιστούμε το παραπέρα. Τις δομές, τους τόπους συνάντησης, τις μορφές οργάνωσης, τις ριζοσπαστικές σχέσεις που μπορεί να αναδυθούν.

Τι σημαίνει όμως για μας αυτόνομος αγώνας;

Η κριτική μας τοποθέτηση στα παραπάνω αναδεικνύει το σκεπτικό μας όσον αφορά τα χαρακτηριστικά και τον τρόπο διεξαγωγής ενός τέτοιου αγώνα. Αδιαμεσολάβητος, έξω και ενάντια σε κομματικές λογικές, με αντιιεραρχικές και αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων, δίχως αντιπροσώπους και ειδήμονες, μέσα και ενάντια στη μισθωτή σκλαβιά. Ποια είναι η σημασία όλων αυτών; Θέλουμε να εστιάσουμε στη διαδικασία με την οποία κάποιος/κάποια αναλαμβάνει την ευθύνη να αγωνιστεί σε πρώτο πρόσωπο, συσχετιζόμενος/η με τους γύρω του/της, ώστε να επιδιώξει ένα κοινό όφελος για όλους, σε μια κατεύθυνση ενδυνάμωσης του ελέγχου πάνω στην εργασία του/της ή στη διακοπή αυτής (απεργία, σαμποτάζ, μείωση παραγωγικότητας). Αυτή η διαδικασία, όπως και πολλές άλλες, βοηθάει στην ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης, της συλλογικής, από-τα-κάτω επίγνωσης του ότι αποτελούμε μία κοινωνική τάξη με κοινή μοίρα (όχι απαραίτητα κοινά συμφέροντα), μέσα στον καταμερισμό ιεραρχιών και διαχωρισμών εντός της κοινωνίας. Η πράξη του αγώνα μετατρέπει αυτή την επίγνωση σε νέες πραγματικές σχέσεις που μπορούν να μετασχηματίσουν τις υπάρχουσες, να διερωτηθούν για το νόημα του να εργάζεσαι, για τις δυνατότητες των γνώσεων και των δεξιοτήτων μας σε μια κατεύθυνση εξόδου από την μισθωτή εργασία. Έτσι, συνοπτικά, αυτόνομος είναι ο αγώνας που προσδιορίζεται με βάση τις άμεσες, αδιαμεσολάβητες σχέσεις που προκύπτουν σε ένα εργασιακό περιβάλλον και τείνουν να το αρνηθούν, αρνούμενες τη διακοπή τους μετά το πέρας του αγώνα ή την ένταξή τους σε ένα «εξωτερικό» πολιτικό πρόγραμμα. Αυτόνομοι είναι οι κοινωνικοί αγώνες που μετατρέπονται σε πολιτικούς –θέτουν δηλαδή ζητήματα συνολικής κριτικής– από την ίδια και άμεση εμπειρία των αγωνιζόμενων και όχι από τους πολιτικούς σχηματισμούς που επιδιώκουν να τους καθοδηγήσουν. Η όποια λύση θα σχηματιστεί μέσα από τους αγώνες των από-κάτω και θα είναι συλλογική. Εμείς βάζουμε τους εαυτούς μας μέσα στη σχέση της εκμετάλλευσης και μας ενδιαφέρει το πώς θα σπάσουμε αυτή τη σχέση μαζί με τους γύρω μας. Για αυτό το λόγο, μιλάμε για διαδικασίες υποκειμενοποίησης, όπου τα υποκείμενα αναπτύσσουν σχέσεις, συναντιούνται και αλλάζουν μέσα από διάφορες πτυχές της ζωής και συντονίζονται.

Οι φιγούρες των αγκιτατόρων, των ειδικών που θα χαράξουν το σχέδιο και θα κινητοποιήσουν τις μάζες, μας προκαλούν συναισθήματα απέχθειας και θα βρεθούμε απέναντι σε τέτοιες λογικές. Η λογική της φωτισμένης πρωτοπορίας που θα δώσει τη λύση ανήκει στον προηγούμενο αιώνα. Όμως πολλές φορές, αν και την αρνούμαστε, την αναπαράγουμε γιατί, παρά την αλλοτρίωση που τη διέπει, έχει φανεί πως μπορεί να παράγει –σε θεαματικό επίπεδο– κοινωνικά νοήματα. Όμως στο τέλος, αντιλαμβανόμαστε ότι οι επιδιωκόμενες συνδέσεις με την κοινωνία ή με άλλα υποκείμενα δεν έχουν πραγματοποιηθεί ποτέ ή έχουν πραγματοποιηθεί διαμεσολαβημένα από το μηχανισμό πομπού-δέκτη. Έτσι, η αυτενέργεια, η ατομική επιλογή και η συνείδηση δίνουν την θέση τους στη διαρκή κίνηση των πολιτικοποιημένων, αναπαράγοντας έτσι το ρόλο του θεατή. Η αντίληψη της μη-διαμεσολάβησης, ή της μη-πρωτοπορίας χρειάζεται να αναπτυχθεί στο έδαφος, όσο δύσκολο και αν αυτό φαίνεται, της κοινής εμπειρίας των από κάτω. Στη δουλεία, στη γειτονία, στους κοινούς τόπους.

Αυτή η κατεύθυνση μπορεί να πάρει πολλές τροπές. Παλαιότερα οι Ιταλοί και Γάλλοι εργατιστές είχαν τη λογική της «εγκατάστασης». Έμπαινε δηλαδή ο πολιτικά στρατευμένος σε ένα εργοστασιακό πόστο και προσπαθούσε να δημιουργήσει διαδικασίες αγώνα, διερευνώντας ταυτόχρονα τις δυνατότητες που προέκυπταν. Αυτό βέβαια σε μια εποχή, που το μαζικό εργοστάσιο ήταν το επίκεντρο της καπιταλιστικής ανάπτυξης και της ζωής της πλειοψηφίας του προλεταριάτου. Σήμερα, στο πολυδιασπασμένο κοινωνικό εργοστάσιο και στην επισφαλή συνθήκη, μια τέτοια λογική μοιάζει πολύ δύσκολη έως αδύνατη. Και όμως κρίνοντας από το Banquet, κάτι τέτοιο, σε χώρους όπου εργάζονται πάνω από δέκα εργαζόμενοι είναι κάτι σχετικά εφικτό. Βέβαια, κάτι τέτοιο έχει από πίσω του τη λογική της «αόρατης επιτροπής». Προϋποθέτει την ύπαρξη μια οργάνωσης που ήδη χαράσσει στρατηγικές χωρίς τους ίδιους τους εργαζόμενους.

Από την άλλη, ο ρόλος των πολιτικών οργανώσεων δεν πρέπει να απαξιωθεί πλήρως. Ο ρόλος τους ως ερμηνευτές της πραγματικότητας και διακινητές της εμπειρίας μπορεί να αποτελέσει κλειδί στην άμεση κυκλοφορία και σύνδεση των αγώνων και των φαντασιακών, στη διάχυση της αξίας της αλληλεγγύης. Επίσης η πολιτική εμπειρία μπορεί να βοηθήσει σε κρίσιμες στιγμές ενός αγώνα (νομικά ζητήματα, σύγκρουσιακή αντιπαράθεση, διεύρυνση της αλληλεγγύης, οικονομική υποστήριξη) για το καλό φυσικά του αγώνα και όχι της πολιτικής οργάνωσης. Έτσι κρίνουμε πως είναι θεμιτό καταρχήν, όπου βρίσκεται και εργάζεται ο καθένας και η καθεμία που μοιράζεται ένα αυτόνομο σκεπτικό για τους αγώνες, να προσπαθεί να δημιουργεί συνδέσεις και ρήξεις εντός της εργασίας του. Εάν η άμεση αντιπαράθεση είναι αδύνατη, τότε η συνάντηση και η υποστήριξη αδιαμεσολάβητων διαδικασιών, όπως τα σωματεία βάσης, μπορούν με επιμονή να βοηθήσουν συνολικά στη διαμόρφωση μιας κουλτούρας οργάνωσης και αγώνα ανά κλάδο. Η πρόσφατη εμπειρία δείχνει πως ακόμα και αν το σωματείο βάσης δεν μπορεί να συγκροτηθεί, τότε τη «δουλειά» της δημιουργίας μιας κουλτούρας αγώνα μπορεί να την επωμιστεί η εργατική συλλογικότητα ή οι πρωτοβουλίες ατόμων που μοιράζονται αυτή την ανάγκη. Και τέλος, όπου αυτό είναι εφικτό, μπορεί κανείς να συμμετέχει σε ανοιχτές συνελεύσεις αγώνα-αλληλεγγύης, ώστε να επιδιώκει της σύνδεση με άλλα υποκείμενα και να μεταφέρει τον αγώνα στον άμεσο κοινωνικό του κύκλο, βάζοντας πιθανά ζητήματα που αφορούν το δικό του χώρο εργασίας, σε μια διαδικασία σύνδεσης και αλληλοϋποστήριξης.

Που συναντιόμαστε;

Ένα δύσκολο ερώτημα προς απάντηση είναι ο τόπος συνάντησης και συνεύρεσης των υποκειμένων. Παλαιότερα ήταν το εργοστάσιο και η γειτονιά, κοινότητες οι οποίες συγκροτούσαν αγώνες και οι οποίες σήμερα φαντάζουν μακρινές για μας. Σήμερα, οι τόποι συνάντησης είναι κατά βάση τόποι συνάντησης ατόμων και όχι συλλογικών ταυτοτήτων ή νοημάτων. Από τα καφέ και τα πάρκα μέχρι το internet και τα chat room, οι συναντήσεις διαμεσολαβούνται από το ατομικιστικό μοντέλο ζωής. Βέβαια υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Οι αντικουλτούρες βρίσκουν τους χώρους τους στις πόλεις, τα πανεπιστήμια εξακολουθούν να παράγουν μαζική κοινωνικοποίηση και να αποτελούν πόλους πολιτικοποίησης, οι πλατείες έχουν γίνει τα καταφύγια των ψηγμάτων συλλογικής ζωής, ενώ μοντέλα συλλογικής καθημερινότητας ξεπηδούν όλο και συχνότερα.

Ο εργασιακός χώρος, αν και ιδιωτικός, από την στιγμή που σε αυτόν συναντιούνται διαφορετικά υποκείμενα μεταξύ τους, έχει τα στοιχεία ενός δημόσιο χώρου. Μπορεί κανείς να κοινωνικοποιηθεί, να αναπτύξει σχέσεις και δεσμούς –ελπίζουμε όχι με το αφεντικό. Όμως όπως προαναφέραμε δεν πρόκειται για εκείνο το μαζικό χώρο, του εργοστασίου όπου η κοινωνικοποίηση του εργάτη μέσα από την κοινά βιωμένη πραγμοποίηση παρήγαγε ευκολότερα συλλογικά νοήματα άρνησης και αγώνα. Από την στιγμή που η πραγμοποίηση εξατομικεύεται και η θέαση του κόσμου μετατρέπεται σε αυστηρά προσωπική υπόθεση, οι συμπεριφορές που αναπτύσσονται είναι καθαρά ιδιωτικές –ο καθένας και τα προβλήματα του. Για να σπάσει αυτό απαιτείται τεράστια προσπάθεια και συχνά ο πολιτικοποιημένος κόσμος προτιμάει να συναντιέται με ανθρώπους που ήδη έχουν κάνει το βήμα της συλλογικής αντιμετώπισης των προβλημάτων. Η εμπειρία όμως έχει δείξει πως ακόμα και στο χώρο εργασίας μπορούν να εμφανιστούν ριζοσπαστικές μειοψηφίες, να βάζουν μπροστά το συλλογικό και να αποτελούν μια καλή μαγιά για να ξεπηδήσουν αγώνες. Η απογοήτευση και η απομόνωση, απόρροια της πολυδιάσπασης των χώρων εργασίας, μπορούν να σπάσουν μέσα από την διαδικασία σύνδεσης –το να νιώθουμε δηλαδή ότι αποτελούμε μέρος ευρύτερων αρνήσεων και το ότι οι αγώνες μας μπορούν να επηρεάζουν και άλλους.

Η γειτονία –ως η κοινότητα που συγκροτείται γύρω από την αναπαραγωγή– έχει επίσης την ίδια μοίρα. Εντοιχισμένα «ατομικά» προβλήματα, συγκαλυμμένη βία, συναντήσεις διαχειριστικές, διεκπεραιωτικές και όχι ουσιαστικές (βλ. συνελεύσεις πολυκατοικίας, σύλλογοι γονέων κ.τ.λ). Επίσης σε πολλές περιπτώσεις, κατά το ελληνικό φαινόμενο, η ίδια η εκμετάλλευση διαπερνάται άμεσα από σχέσεις συγγένειας που καθιστούν δυσκολότερες τις αρνήσεις και δημιουργούν το φαινόμενο της αλληλοδιαπλοκής οικογενειακού θεσμού και εργασιακού περιβάλλοντος. Ακόμα και αν θέλει κανείς να ξεφύγει από αυτό το πλέγμα στο οποίο συγκροτούνται οι δημόσιες σχέσεις (σε καφετέριες, τοπικά μαγαζιά κ.τ.λ.), έχει να συναντήσει ένα ολόκληρο μοντέλο κοινωνικοποίησης εντός του οποίου η αλληλεξάρτηση των επιμέρους συμφερόντων παραμένει θολή και εμποτισμένη με αρκετή δόση συντηρητισμού και «αόρατης» εκμετάλλευσης. Το μοντέλο αυτό κυριαρχεί στις ελληνικές πόλεις και ιδιαίτερα στις γειτονιές.

Αντιθέτως, στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπου η έννοια της γειτονιάς έχει αποσαθρωθεί πλήρως, τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα. Στην άβυσσο της εκμετάλλευσης, ανάμεσα σε πολυεθνικές, μεγάλα καταστήματα, πολυτελή μαγαζιά, μπαρ, εστιατόρια, ξενοδοχεία, αλλά και στις οργανωμένες μαφίες, την πορνεία και το εμπόριο θανάτου, οι μόνες κοινότητες που έχουν συγκροτηθεί δημόσια είναι αυτές των ριζοσπαστικοποιημένων μειοψηφιών (ή των αμυνόμενων μειονοτήτων). Δεν είναι τυχαίο που στο χάος των διαλυμένων συλλογικών ταυτοτήτων τα τελευταία τριάντα χρόνια, η συγκρότηση της αντίστασης πραγματώθηκε μέσα από την ταυτότητα του πολιτικοποιημένου ριζοσπάστη, αναρχικού, αντιεξουσιαστή, ακροαριστερού και συνήθως νέου σε ηλικία. Επίσης δεν είναι τυχαίο που αυτή η ταυτότητα συναντήθηκε και κοινωνικοποιήθηκε με νέους, μαθητές, φοιτητές και εργαζόμενους, τα τελευταία 2 χρόνια μετά το Δεκέμβρη, αφού αποτέλεσε την μόνη πρόταση ορατής αντίστασης και αγώνα. Η ταυτότητα του νεαρού ριζοσπάστη, που συγκροτείται στο διάχυτο εργοστάσιο και μπλοκάρει κατά βάση την κυκλοφορία των εμπορευμάτων και των καπιταλιστικών προσταγών σαμποτάροντας τη δημόσια τάξη, αποδείχθηκε με την σειρά της μερική. Στην κρίσιμη στιγμή που διανύουμε για τα συλλογικά κεκτημένα του παρελθόντος, αδυνατεί να απαντήσει και να μπλοκάρει την αναδιάρθρωση, μπλοκάροντας την παραγωγή με μαζικό τρόπο. Η αδυναμία αυτή έγκειται στο ότι δε μπόρεσε να επηρεάσει και να διεισδύσει σε φιγούρες (ίσως παρελθοντικές) ή να πιέσει δομές τέτοιες που να καθιστούν το μπλοκάρισμα των πάντων εφικτό –αν και το προσπάθησε, όπως στην κατάληψη της ΓΣΕΕ κατά τον εξεγερμένο Δεκέμβρη. Μένει λοιπόν να γεννήσει τις νέες δυνατότητες, είτε οργανωτικές είτε νοηματικές, στοχεύοντας στην καρδιά του κτήνους, την εξάρτησή μας δηλαδή από τη μισθωτή εργασία.

Από την άλλη, εδώ και κάποια χρόνια, πολιτικοποιημένοι κατά βάση άνθρωποι προσπαθούν να συγκροτήσουν ξανά τις έννοιες της κοινότητας με βάση τη γειτονία, με όχι κατ’ ανάγκη άμεση σχέση με τα εργασιακά ζητήματα. Αυτές οι απόπειρες δούλεψαν, συγκρότησαν μια ελάχιστη βάση συλλογικοποίησης και φάνηκε ότι στάθηκαν ικανές να δημιουργήσουν δεσμούς που σε ένα περιβάλλον ανάπτυξης των αγώνων κατάφεραν να δράσουν υποστηρικτικά, όπως π.χ. το Δεκέμβρη και το κίνημα αλληλεγγύης στην Κ. Κούνεβα. Θεωρούμε πως η στροφή στο τοπικό, στο χώρο όπου συναντιέται η εκτός εργασιακού χρόνου κοινή ζωή, επιτρέπει να σχηματιστούν δεσμοί και σχέσεις που να δημιουργούν ευνοϊκό περιβάλλον τόσο για τη σύνδεση των αγώνων και για την άμεση υποστήριξη τους, όσο και για το άνοιγμα ζητημάτων που σχετίζονται με την εργασία αλλά και με συνολικά θέματα που προκύπτουν από τη ζωή μέσα στον καπιταλισμό. Υγεία, ασφάλιση, κατανάλωση, μέσα διαβίωσης, στέγαση, πολιτισμός.

Το είπαμε και παραπάνω: ένας αγώνας είναι προνομιακό πεδίο για τη συνάντηση των υποκειμένων που θέλουν να αγωνιστούν, ποιες είναι όμως οι διεργασίες που θα βάλουν περισσότερο κόσμο σε κίνηση; Ποιοι θα είναι οι τόποι συνάντησης; Πώς μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την υπάρχουσα εμπειρία, τις υπάρχουσες δομές για να δημιουργήσουμε αγώνες ή έστω να δράσουμε υποστηρικτικά προς αυτούς;

Ποιες τελικά είναι οι μορφές οργάνωσης που θα καταστήσουν την αυτενέργεια και τη συλλογικότητα ικανές να παράγουν πολιτική από τα κάτω, όχι μόνο για την ικανοποίηση των άμεσων υλικών ζητημάτων αλλά για το μετασχηματισμό της ίδιας μας της ζωής;

Υπήρξαν ιστορικά παραδείγματα όπως οι Wobblies, τα εργοστασιακά συμβούλια, η ιταλική αυτονομία που κατάφεραν να απαντήσουν τέτοια ερωτήματα με αρκετά πετυχημένο τρόπο. Όλα αυτά σήμερα φαντάζουν ξεπερασμένα, φαίνεται να ανήκουν στο χρονοντούλαπο της παγκόσμιας κινηματικής ιστορίας, όμως έχουν κάτι κοινό: την κοινή μοίρα αυτών των ανθρώπων που αγωνίστηκαν μέσα αλλά και πέρα από τη μισθωτή εργασία. Είναι παραδείγματα οργάνωσης των εργατών/τριών που έθεταν ζητήματα γύρω από το φάσμα ολόκληρης της ζωής, έστηναν δομές αλληλεγγύης, δημιουργούσαν αγωνιστική κουλτούρα και έφεραν μέσα τους ένα διαφορετικό πολιτισμό. Άλλωστε, οι σχέσεις, οι συνειδήσεις, ο τρόπος σκέψης των ανθρώπων δεν αλλάζει σε μια στιγμή αλλά μέσα από συλλογικές διαδικασίες, που χτίζουν το «εμείς», που απαντούν σε κοινές ανάγκες και ζητήματα και επιτίθενται στις εξουσιαστικές σχέσεις.

1. Το Cafe la Rage ειναι τόπος συνάντησης και αυτοοργάνωσης επισφαλών, ανέργων, «μαύρων», εργατριών και εργατών, http://cafelarage.blogspot.com/

2. Η εκδήλωση έγινε στις 25 Νοεμβρίου 2010 στην κατάληψη Φάμπρικα  – Υφανέτ.

3.  Ο εργαζόμενος των εκδόσεων ΑΓΡΑ Ντίνος Παλαιστίδης, κάνοντας χρήση του δικαιώματος του να καταφύγει στην επιθεώρηση εργασίας, για να διεκδικήσει την διευθέτηση ζητημάτων που αφορούσαν τις συνθήκες εργασίας, ως απάντηση από τον ιδιοκτήτη Πετσόπουλο λαμβάνει την απόλυσή του. Ο Ντίνος Παλαιστίδης, με έναν αγώνα που διαρκεί πάνω από ενάμιση μήνα (Ιανουάριος – Μάρτιος 2010) διεκδικεί μαζί με τους υπόλοιπους συναδέλφους του στις εκδόσεις ΑΓΡΑ και το σύλλογο βιβλίου χάρτου, με απεργίες και συγκεντρώσεις έξω από τις εκδόσεις, παρεμβάσεις σε άλλα βιβλιοπωλεία κ.λ.π. την επαναπρόσληψή του. Στο πλευρό του βρέθηκαν από την πρώτη στιγμή δεκάδες εργατικά σωματεία, εργατικές και πολιτικές συλλογικότητες, απλοί εργαζόμενοι. Όλο αυτό το κύμα αλληλεγγύης και διαμαρτυρίας θορύβησε το αφεντικό των εκδόσεων ΑΓΡΑΣ, οδηγώντας το σε σπασμωδικές κινήσεις με χαρακτηριστικό το μάζεμα υπογραφών από ανθρώπους των «γραμμάτων και των τεχνών», με το οποίο υποστήριζαν δημόσια την απόλυση του Παλαιστίδη διατρανώνοντας παράλληλα το μέγεθος της προσωπικής τους ξεφτίλας…

4. Η Κάρμεν, μέλος του σωματείου σερβιτόρων μαγείρων απολύθηκε από το αφεντικό της αλυσίδας καφετεριών VIA VAI στην Αθήνα. Η εργαζόμενη απαίτησε να της καταβληθούν τα δεδουλευμένα, τα ένσημα και η αποζημίωση, ενώ ο εργοδότης εμφανίστηκε προκλητικός και απειλητικός, δε δίστασε να επιδείξει μέχρι και όπλο. Την επόμενη μέρα 24 Μάρτη, η Κάρμεν δέχθηκε επίθεση από αγνώστους την ώρα που κατευθύνονταν σπίτι της. Τη χτύπησαν βάναυσα στο κεφάλι και την εγκατέλειψαν αιμόφυρτη και λιπόθυμη στην είσοδο του σπιτιού της. Τις επόμενες μέρες θα πραγματοποιηθούν από το σωματείο σερβιτόρων μαγείρων και από αλληλέγγυους αποκλεισμοί και παρεμβάσεις σε καταστήματα της VIA VAI καθώς και μαχητική πορεία στις 30 Μαρτίου, που έφεραν ως αποτέλεσμα μια πρώτη νίκη, καθώς το αφεντικό κατάβαλε τα δεδουλευμένα και την αποζημίωση.

5. Στις 3 Ιανουαρίου του 2010 οι αλιεργάτες της Μηχανιώνας (στη συντριπτική τους πλειοψηφία αιγυπτιακής καταγωγής), ξεκίνησαν απεργία διαρκείας . Η αφορμή δόθηκε μετά την απόφαση των πλοιοκτητών, με το γνωστό πρόσχημα της οικονομικής κρίσης, να μειώσουν τους μισθούς κατά 60%, και να διακόψουν το δώρο των Χριστουγέννων. Οι περίπου 150 Αιγύπτιοι αλιεργάτες  αρνήθηκαν να συνεχίσουν να δουλεύουν κάτω από τις ίδιες συνθήκες και προχώρησαν σε απεργία καθώς και σε αποκλεισμό της ιχθυόσκαλας. Από την πρώτη στιγμή των κινητοποιήσεων, οι πλοιοκτήτες χρησιμοποιούν όλα τα μέσα για να καταστείλουν τον αγώνα των αλιεργατών. Η απεργία έληξε τον Απρίλιο. Για περισσότερα επισκεφθείτε: http://solidarityaliergates.blogspot.com/

6. Το διάστημα που εξελίσσονταν ο αγώνας στο banquet,  εργαζόμενοι/ες σε δύο ακόμα χώρους της βιομηχανίας του επισιτισμού και της διασκέδασης στάθηκαν απέναντι στα αφεντικά τους. Στον Καφεναί με καταγγελίες από 15 εργαζόμενους/ες για απλήρωτες υπερωρίες, μη καταβολή ενσήμων κ.α. και στο Barθelonica με μια μορφή άτυπης «αυτοδιαχείρισης» όπου οι εργαζόμενοι για να μη βρεθούν άνεργοι μέσα στο καλοκαίρι, εφόσον η εργοδοσία επεδίωκε το κλείσιμο του μαγαζιού και την επαναπρόσληψη με διαφορετικούς όρους μερικών εξ αυτών, αποφάσισαν να κρατήσουν μόνοι τους το μαγαζί προσαρμόζοντας τις τιμές σε όσους/ες στέκονταν αλληλέγγυοι/ες.

7. Για παράδειγμα, το κίνημα αλληλεγγύης στην Κ. Κούνεβα –τέλη Δεκέμβρη 08 με Γενάρη 09– χρησιμοποίησε ένα μεγάλο εύρος πρακτικών, έχοντας φυσικά και ως υπόβαθρο την εξεγερτική βία του Δεκέμβρη. Από καταλήψεις σταθμών του ΗΣΑΠ, δολιοφθορές σε σταθμούς του ηλεκτρικού, επιθέσεις και καταστροφές σε γραφεία υπενοικίασης εργαζομένων καθώς και στην εργολαβική εταιρία ΟΙΚΟΜΕΤ, στην οποία δούλευε η Κούνεβα, μέχρι καταλήψεις πανεπιστημιακών κτιρίων και δυναμικές διαδηλώσεις. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν και διάφορες επιθετικές κινήσεις σε καταστήματα Via Vai. Βέβαια και στις δύο περιπτώσεις είχε προηγηθεί ένα ακραίο ανέβασμα του πήχη της βίας από τη μεριά των αφεντικών. Βιτριόλι στην Κωνσταντίνα και σωματική βία από μπράβους στην Κάρμεν –εργαζόμενη στο Via Vai– καθώς και επίδειξη όπλου σε άτομα του σωματείου σερβιτόρων μαγείρων.

8. Από το 2007, το Πανελλήνιο Σωματείο Εργαζομένων ΤΙΜ HELLAS (Wind), έχει δημιουργήσει μια συνεπή και διαρκή διαδικασία αγώνα στην οποία συμμετέχουν  οργανικά πολλοί εργαζόμενοι/ες και η οποία διεκδικεί πάντοτε το κοινωνικό της άπλωμα. Απεργίες ενάντια σε απολύσεις (και όχι μόνο), αποκλεισμοί μαγαζιών, στήριξη άλλων αγώνων κ.τ.λ.

Advertisements

Written by factoryfanet

Ιουνίου 14, 2011 στις 12:07 μμ

Αναρτήθηκε στις 02 τεύχος, εργασία

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: