Factory

επιθεώρηση για τους μητροπολιτικούς ανταγωνισμούς

Θέσεις για τη Διαρκή Κρίση του Καπιταλισμού, το ανυπέρβλητο των ταξικών ανταγωνισμών

leave a comment »

του Harry Cleaver

Εισαγωγή

Το κείμενο που ακολουθεί είναι μια μετάφραση των σημειώσεων με τίτλο «Theses on Secular Crisis in Capitalism: The Insurpassability of Class Antagonisms» (Θέσεις για τη Διαρκή Κρίση του Καπιταλισμού: Το Ανυπέρβλητο των Ταξικών Ανταγωνισμών) του Harry Cleaver, θεωρητικού του Αυτόνομου Μαρξισμού. Η μετάφραση αυτή επιλέχθηκε να γίνει από την Υποομάδα της Φάμπρικα Υφανέτ για την Κρίση, στα πλαίσια της θεωρητικής μας ενασχόλησης με το ζήτημα αυτό και της αναζήτησης θεωρητικών εργαλείων που θα μας βοηθήσουν, όχι μόνο να κατανοήσουμε τα αίτια της κρίσης αλλά και να εξετάσουμε πιθανούς τρόπους εξόδου από τον καπιταλισμό γενικότερα. Αυτό αποτελεί ένα από τα κομμάτια της θεωρητικής μας δουλειάς, αφού μελλοντικά θα υπάρξουν κι άλλες προσπάθειες κατάθεσης τέτοιων σκεπτικών που συμβάλουν στην εμβάθυνση της πολιτικής σκέψης, στην τόνωση της δύναμης των αγωνιζόμενων κομματιών και στην επινόηση νέων μορφών πάλης που θα θέτουν τον καπιταλισμό συνεχώς σε κρίση.

Ο Harry Cleaver, ως καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Τέξας, έχει αναδείξει ζητήματα και αναπτύξει θεωρίες που στόχευαν πάντα στην υποστήριξη των αγώνων που εναντιώνονταν στην εκμετάλλευση, ιδιαίτερα εκείνων των αγώνων που είχαν χαρακτηριστικά υπέρβασης του καπιταλισμού. Η ερευνητική του ενασχόληση έχει ακολουθήσει τρεις αλληλένδετους άξονες: την πολιτική ανάγνωση της επικρατούσας θεωρίας της πολιτικής οικονομίας, ώστε να γίνει κατανοητός τόσο ο ιδεολογικός της όσο και ο στρατηγικός της ρόλος, την κριτική και την επεξεργασία της μαρξιστικής θεωρίας, ως θεωρίας του ταξικού ανταγωνισμού, καθώς και τη μελέτη των κοινωνικών συγκρούσεων στο σύγχρονο καπιταλισμό, που ωθούν την ανάπτυξή του, επισπεύδουν τις κρίσεις του και επιδιώκουν να προχωρήσουν πέρα από τα όριά του.

Η σκέψη του, όπως προαναφέραμε, ανήκει στο θεωρητικό ρεύμα του Αυτόνομου Μαρξισμού και βασίζεται στη θεωρία της αυτόνομης δύναμης των εργατών. Αφετηρία της ανάλυσής του είναι οι αγώνες που δίνουν οι ίδιοι οι εργάτες και η δύναμή τους να φέρνουν το καπιταλιστικό σύστημα σε κρίση, διαρρηγνύοντας τους μηχανισμούς του και εφευρίσκοντας νέες μορφές κοινωνικής οργάνωσης. Αντιθέτως, οι παραδοσιακοί μαρξιστές και κριτικοί θεωρητικοί επικεντρώνονταν κατά βάση στη μελέτη της δύναμης του κεφαλαίου και αντιλαμβάνονταν τους εργατικούς αγώνες ως αντίδραση στις επιθετικές κινήσεις του κεφαλαίου, καθοδηγούμενοι από μια εξωτερική ηγεσία που θα ήταν σε θέση να τους διαφωτίσει και να τους κινητοποιήσει. Σύμφωνα με τον Cleaver, η πολιτική σημασία του να τοποθετούμε τη δική μας δύναμη στο κέντρο του σκεπτικού μας σχετικά με τις ταξικές συγκρούσεις στον καπιταλισμό, έγκειται στην απλή αλήθεια ότι μόνο στη βάση της ακριβούς αποτίμησης της δικής μας δύναμης μπορούμε να συζητήσουμε με χρήσιμο τρόπο πάνω στο πώς θα προχωρήσουμε στο χτίσιμο αυτής της δύναμης. Γι’ αυτόν το λόγο επιλέξαμε κι εμείς να μεταφράσουμε αυτό το κείμενο: ακριβώς επειδή αναδεικνύει το δυναμισμό των ταξικών σχέσεων και αναγνωρίζει τις κινήσεις μας ως μια σημαντική δύναμη που μπορεί να υποδεικνύει τις κατευθύνσεις που θα πάρει η ιστορία. Επειδή ως θεωρία κρίσης συνιστά κι ένα εργαλείο αγώνα που σκοπό έχει να οξύνει τον ταξικό ανταγωνισμό. Η ανάλυση αυτή αποτελεί στην ουσία μια ενεργητική θέση –μια θέση μάχης– μέσα στην ταξική σύγκρουση και όχι μια εξύμνηση της παντοδυναμίας του κεφαλαίου, απέναντι στο οποίο εμείς κρατάμε πάντα μια παθητική αμυντική στάση. Αυτή η οπτική είναι ένας δυναμικός και αισιόδοξος τρόπος να ερμηνεύουμε την ιστορία, αφού μας εφοδιάζει με εργαλεία ώστε να είμαστε σε θέση να αποτιμούμε τις δυνάμεις μας, να κάνουμε κριτική στα μέσα του αγώνα μας και να επινοούμε καινούργια όταν χρειάζεται.

Στις θέσεις που ακολουθούν, ο Cleaver πέτυχε με ένα συμπυκνωμένο και εύστοχο λόγο να επανερμηνεύσει δομικούς όρους της μαρξιστικής θεωρίας και να επανατοποθετήσει τον «ενδοκαπιταλιστικό» ανταγωνισμό εκεί που του αρμόζει: εντός της ταξικής πάλης. Εξηγεί, δηλαδή, ότι ο ανταγωνισμός μεταξύ των ίδιων των καπιταλιστών σχετίζεται άμεσα με την σύγκρουση των διαφορετικών ταξικών δυνάμεων και ότι οι κινήσεις του κεφαλαίου βρίσκονται πάντα σε συνάρτηση με την έκβαση αυτής της σύγκρουσης. Υποστηρίζει ότι η κρίση είναι διαρκής, εξηγώντας ότι ο καπιταλισμός, ως σύστημα κυριαρχίας, αυτό που κάνει είναι να γεννά αναπόφευκτα ανταγωνιστικές προς αυτόν δυνάμεις τις οποίες προσπαθεί να αποφύγει χωρίς φυσικά να το καταφέρνει. Η γενικευμένη υποταγή της ανθρώπινης ζωής στην εργασία, δηλαδή η οργάνωση της κοινωνίας με βάση την αξία, περιορίζει την ανάπτυξή της. Οι άνθρωποι πάντα αγωνίζονταν, είτε για μια καλύτερη θέση μέσα στο πλαίσιο της καθολικής επιβολής της εργασίας, είτε για να ξεφύγουν από τα όρια που θέτει αυτή η επιβολή, διεκδικώντας λιγότερο εργασιακό χρόνο και περισσότερο χρόνο για αυτοαξιοποίηση. Το κεφάλαιο από την άλλη, πάντα προσπαθούσε να ξαναεσωτερικεύσει προς όφελος του αυτόν τον απελευθερωμένο και κερδισμένο από την εργατική τάξη χρόνο, αλλά όχι απαραίτητα ως καθαρή μορφή εργασίας αλλά και ως μορφή αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης. Έτσι ο ανταγωνισμός επεκτείνεται σε διάφορα πεδία της ζωής και δεν περιορίζεται μόνο στην εργασία. Είναι η καθολικότητα της πάλης που οδηγεί το κεφάλαιο σε καθολική κρίση και στη συνέχεια σε προσπάθειες ενσωμάτωσης των αντιθετικών δυνάμεων που το ίδιο γεννά. Μέσα από αυτή τη διαδικασία συσσώρευσης των ταξικών σχέσεων ο καπιταλισμός αντλεί δύναμη για να συνεχίσει να υπάρχει και είναι η διακοπή αυτής ακριβώς της διαδικασίας που θα σημάνει το τέλος του.

Θέσεις για τη διαρκή κρίση του καπιταλισμού: Το ανυπέρβλητο των ταξικών ανταγωνισμών(*)

Η συμβολή του Harry Cleaver σε μια κριτική στο άτρωτο του καπιταλισμού μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης αλλά και στην ικανότητα της παραδοσιακής μαρξιστικής θεωρίας να εξηγήσει τη συνεχιζόμενη ευπάθεια του κεφαλαίου.

Πρόκειται για ένα τροποποιημένο σύνολο σημειώσεων που παρουσιάστηκε στο Rethinking Marxism Conference με τίτλο «Secular Crisis in Capitalism: Attempts at Theorization» στο Amherst της Μασαχουσέτης, στις 13 Νοεμβρίου το 1992.

Θέση 1: Είμαστε εν μέσω μιας διαρκούς κρίσης.

Γράφουμε και μιλάμε για τη σημερινή κρίση με τον ίδιο τρόπο που το κάνουμε τις τελευταίες δύο δεκαετίες, επειδή συνεχίζουμε να παίρνουμε μέρος σε μία παγκόσμια κρίση του καπιταλισμού που μπορεί να χρονολογηθεί τουλάχιστον από τα τέλη της δεκαετίας του 1960. Όσον αφορά τη διάρκεια, το βάθος και την έκταση, αυτή η κρίση μπορεί να συγκριθεί με εκείνη της δεκαετίας του 1930 –η διάρκεια της οποίας θεωρείται ότι απλώνεται από πριν το κραχ του 1929, σε όλη τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και μέχρι τις αρχές της μεταπολεμικής περιόδου της Pax Americana, μέσω του Σχεδίου Μάρσαλ στη Δυτική Ευρώπη, της ανοικοδόμησης της Ιαπωνίας και της έναρξης του Ψυχρού Πολέμου. Γράφουμε και μιλάμε για μία διαρκή κρίση, διότι ούτε οι υφέσεις των επιχειρηματικών κύκλων ούτε οι ανακάμψεις, ούτε μια ολόκληρη σειρά από καπιταλιστικά αντίμετρα (τοπικά και διεθνή) έχουν επιλύσει τα βασικά προβλήματα του συστήματος με τέτοιο τρόπο ώστε να θέσουν τη βάση για μια εκ νέου σταθερή διαδικασία συσσώρευσης. Έτσι, με τον όρο «διαρκής κρίση» εννοούμε την αέναη απειλή για ίδια την ύπαρξη του καπιταλισμού που συνιστούν οι ανταγωνιστικές δυνάμεις και τάσεις οι οποίες είναι έμφυτες στην κοινωνική του δομή και οι οποίες εξακολουθούν να υφίστανται παρά τις βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις και τις μείζονες αναδιαρθρώσεις.

Θέση 2: Η διαρκής κρίση είναι κρίση της ταξικής σχέσης.

Οι βασικές ανταγωνιστικές δυνάμεις οι οποίες είναι συνυφασμένες με την κοινωνική δομή του καπιταλισμού, που επιβιώνουν παρά τα σκαμπανεβάσματα των διακυμάνσεων και των αναδιαρθρώσεων, που έχουν επανειλημμένα ενσωματωθεί χωρίς όμως ποτέ να χάσουν τη δύναμή αναζωπύρωσής τους, είναι η αρνητικότητα και η δημιουργικότητα της εργατικής τάξης. Η εργατική τάξη αποτελεί μια διαρκή απειλή για την επιβίωση του καπιταλισμού τόσο εξαιτίας των αγώνων της ενάντια σε διαφορετικές πτυχές της καπιταλιστικής κοινωνικής μορφής, όσο και επειδή έχει την τάση, μέσω της εφευρετικότητάς της, να κινείται και πέρα από αυτή την κοινωνική μορφή. Σε αντίθεση με όλες τις αστικές ιδεολογίες του κοινωνικού συμβολαίου, του πλουραλισμού και της δημοκρατίας, ο μαρξισμός έχει δείξει ότι ο ταξικός ανταγωνισμός απορρέει από το γεγονός ότι ο καπιταλισμός είναι μια κοινωνική τάξη πραγμάτων που βασίζεται στην κυριαρχία, δηλαδή, στην επιβολή ενός συνόλου κοινωνικών κανόνων μέσω των οποίων τείνει να οργανώσει το σύνολο της ζωής. Ο καπιταλισμός, λοιπόν, ως κοινωνικό σύστημα, είναι αδύνατο να υπερβεί τον ταξικό ανταγωνισμό, επειδή αυτός ο ανταγωνισμός είναι αδιαχώριστος από την κυριαρχία που προσδιορίζει το σύστημα.

Θέση 3: Η ταξική σχέση είναι ο αγώνας πάνω στην εργασία.

Οι καπιταλιστικοί κανόνες επιβάλλουν τη γενικευμένη υποταγή της ανθρώπινης ζωής στην εργασία. Ενώ η εξαγωγή υπερεργασίας εμφανίζεται σε όλες τις προηγούμενες ταξικές κοινωνίες, μόνο στον καπιταλισμό όλες οι ανθρώπινες δραστηριότητες έχουν αναδιαμορφωθεί ως εργασία, ως εργασιακές διαδικασίες που παράγουν εμπορεύματα. Αυτές οι διαδικασίες είτε παράγουν αξίες χρήσης που μπορούν να πωληθούν και μέσω των οποίων μπορεί να πραγματοποιηθεί κέρδος, είτε παράγουν και αναπαράγουν την ίδια την ανθρώπινη ζωή ως εργασιακή δύναμη. Ο ανταγωνισμός, η αντίσταση και η εναντίωση συνοδεύουν αυτή την επιβολή, επειδή αυτός ο τρόπος οργάνωσης της ανθρώπινης ζωής βάζει όρια και περιορίζει ασφυκτικά την ανάπτυξή της. Οι άνθρωποι παλεύουν τόσο ενάντια στην υποβίβασή τους σε «απλούς εργαζομένους», όσο και προς την κατεύθυνση της επεξεργασίας νέων τρόπων ύπαρξης, οι οποίοι ξεφεύγουν από τα όρια του καπιταλισμού.1

Θέση 4: Η εργατική τάξη (μισθωτή και άμισθη) αγωνίζεται ενάντια στην εργασία.

Ενώ το «κεφάλαιο» μπορεί να θεωρηθεί ως μονολιθικό, με την έννοια ότι οι διαφορές και οι διαμάχες μεταξύ των καπιταλιστών είναι δευτερεύουσες ως προς τους κανόνες του παιχνιδιού από την οπτική των εκμεταλλευομένων, η «εργατική τάξη» είναι μονολιθική μόνο ως τάξη καθ’ εαυτή, δηλαδή, όπως διαμορφώνεται από το κεφάλαιο μέσω της παγκόσμιας επιβολής της εργασίας. Η εργατική τάξη παρουσιάζεται ως τάξη δι’ εαυτήν –ως μία ενοποιημένη αυτενεργός δύναμη– μόνο μέσω της αρνητικότητάς της, που έχει τις ρίζες της στην κοινότητα της εναντίωσης στην κυριαρχία του κεφαλαίου: στους αγώνες της, δηλαδή, που στοχεύουν στο να παύσει να ορίζεται ως εργατική τάξη ή ως οποιοδήποτε είδος μονοδιάστατης τάξης. Η πάλη ενάντια στην επιβολή της εργασίας είναι κεντρική στην ιστορία της δημιουργίας της εργατικής τάξης: από τις πρώτες μορφές αντίστασης στην αρχική επιβολή της εργασίας την περίοδο της πρωταρχικής συσσώρευσης και τη μακρά περίοδο αγώνων που ακολούθησε ενάντια στην επέκταση του χρόνου εργασίας (περισσότερες ώρες, πιο εντατικές), μέχρι τους πρόσφατους και πιο επιθετικούς αγώνες για τη μείωση του χρόνου εργασίας και για την απελευθέρωση περισσότερου χρόνου για αυτοκαθοριζόμενη δραστηριότητα.2 Με δεδομένη την προσπάθεια από τη μεριά του καπιταλισμού να επανενσωματώσει τον απελευθερωμένο από την επίσημη εργασιακή ημέρα (εβδομάδα κ.λπ.) χρόνο, να τον διαμορφώσει με σκοπό την αναπαραγωγή της ζωής ως εργασιακής δύναμης κι έτσι να αναμορφώσει ολόκληρη τη ζωή ως ένα καθολικό κοινωνικό εργοστάσιο, η πάλη με τον καιρό έχει γίνει καθολική. Επομένως, οι σημερινοί εργατικοί αγώνες δεν πρέπει να ιδωθούν μονάχα ως αγώνες των μισθωτών εργαζομένων, αλλά και όλων αυτών που δεν απολαμβάνουν ένα μισθό, είναι όμως προετοιμασμένοι και εκπαιδευμένοι ώστε να δουλεύουν για την αναπαραγωγή της ίδιας της εργατικής τάξης, π.χ. των νοικοκυρών, των φοιτητών, των αγροτών, των «ανέργων» κ.τ.λ.3

Θέση 5: Η εργατική τάξη αγωνίζεται για μία αμείωτη πολλαπλότητα εναλλακτικών τρόπων ύπαρξης.

Ειδωμένα ως θετικότητες, ως δικοί τους αγώνες για τα δικά τους συμφέροντα (πέρα από την απλή αντίσταση στην επιβολή της εργασίας), τα συμφέροντα της περίπλοκης αυτής «εργατικής τάξης» είναι πολλαπλά, με την έννοια ότι δεν είναι κοινά για όλους. Τα συμφέροντα μίας ομάδας δεν είναι ακριβώς τα ίδια με αυτά μίας άλλης, ακόμα κι αν η ικανοποίηση των συμφερόντων της μιας ομάδας θα διευκόλυνε την ικανοποίηση των συμφερόντων της άλλης.4 Έτσι υπάρχει μια προβληματική σχέση ανάμεσα στην ιδέα μιας εργατικής τάξης δι’ εαυτήν και στην πολλαπλότητα των συμφερόντων για τα οποία αγωνίζονται οι διαφορετικές ομάδες. Μιλώντας για «ΤΗΝ» εργατική τάξη που αγωνίζεται ενάντια στο κεφάλαιο και της οποίας ο ανταγωνισμός απειλεί την επιβίωση του κεφαλαίου, μιλάμε στην πραγματικότητα για μία πολλαπλότητα που κινείται προς διαφορετικές κατευθύνσεις και που απαρτίζεται από εξίσου πολύμορφες διαδικασίες αυτοαξιοποίησης ή αυτοθέσμισης.

Θέση 6: Η διαλεκτική είναι η καπιταλιστική ενσωμάτωση του ταξικού ανταγωνισμού.

Ως εκ τούτου, το πρόβλημα που αντιμετωπίζει το κεφάλαιο στη διαχείριση του ανταγωνισμού της εργατικής τάξης είναι αυτό της διαχείρισης, όχι μόνο των κοινών (αν και όχι απαραίτητα συμμαχικών ή ακόμη και συμπληρωματικών) αντιστάσεων, αλλά επίσης και των διαφορετικών διαδικασιών αυτοθέσμισης, που διαφεύγουν επανειλημμένα από τους κανόνες του και που προωθούν την κρίση. Η κεφαλαιακή συσσώρευση προϋποθέτει ότι η καπιταλιστική προσταγή (θέση) είναι σε θέση να ενσωματώνει τις μορφές εχθρικής αυτενέργειας της εργατικής τάξης (αντίθεση) και να τις μετατρέπει σε αντιφάσεις (σύνθεση), ικανές πλέον να παρέχουν δυναμική σε αυτό που βασικά είναι ένα άψυχο σύνολο κανόνων και περιορισμών. Έτσι, η «λογική» (ή οι «νόμοι»)5 του κεφαλαίου είναι, όπως κάθε λογική, ένα σύνολο κανόνων, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το σύνολο κανόνων που το κεφάλαιο είναι σε θέση να επιβάλλει σε μια αντιστεκόμενη και αυτενεργό ανθρώπινη κοινωνία. Με άλλα λόγια, η διαλεκτική λογική του ταξικού αγώνα περιλαμβάνει την ενσωμάτωση και την οικειοποίηση μιας μεταλλαξιογόνου διαδικασίας ως μεταμόρφωση.6 Όλα τα λεγόμενα εμμενή εμπόδια του κεφαλαίου αποδεικνύεται ότι είναι ριζωμένα στον ταξικό συσχετισμό του αγώνα και δεν αποτελούν παρά στιγμές του. Ο αριθμός αυτών των εμποδίων είναι ο αριθμός των στιγμών (ή των τόπων) της ταξικής σχέσης.7 Η εξέλιξη αυτών των συγκρούσεων είναι «διαλεκτική» μόνο εφόσον το κεφάλαιο είναι ικανό να ενσωματώσει την άρνησή του, να καταφέρει τη μετατροπή του ανταγωνισμού σε αντίφαση.

Θέση 7: Η μελέτη της κρίσης είναι η μελέτη του ταξικού ανταγωνισμού.

Κατά συνέπεια, η μελέτη της διαρκούς κρίσης πρέπει να είναι η μελέτη των απειλών που διατυπώνονται, των ρήξεων που επιτυγχάνονται και των μετασχηματισμών που προκαλούνται από αυτόν το συνεχώς μεταβαλλόμενο αστερισμό δυνάμεων ανταγωνισμού και αυτοθέσμισης.8 Όλα τα παραπάνω περικλείονται στις διαδικασίες καπιταλιστικής συσσώρευσης, αν αυτές γίνουν αντιληπτές ως διαδικασίες συσσώρευσης των ταξικών σχέσεων του κεφαλαίου –συμπεριλαμβανομένης της διαρκώς παρούσας απειλής της ολικής ρήξης και μετάλλαξης, η αποτροπή της οποίας είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για τη συνέχιση αυτών των διεργασιών.9 Ταυτόχρονα, η μελέτη της διαρκούς κρίσης πρέπει να είναι η μελέτη των αγώνων για την απελευθέρωση από τα δεσμά του καπιταλισμού ως κοινωνικού συστήματος.

Θέση 8: Η παραδοσιακή μαρξιστική θεωρία για την κρίση πρέπει να απομυστικοποιηθεί.

Κατ’ επέκταση, οι παραδοσιακές μαρξιστικές προσεγγίσεις πάνω στο θέμα της διαρκούς κρίσης χρειάζεται να επανεξεταστούν ρητά ώστε οι θεμελιώδεις ταξικές δυνάμεις να επανατοποθετηθούν στην καρδιά της ανάλυσης. Για παράδειγμα, είναι κοινό σε πολλές μαρξιστικές θεωρίες για τη διαρκή κρίση (ή μάλλον για τις κυκλικές κρίσεις) να αντιμετωπίζουν την ταξική πάλη ως μία από τις δυνάμεις που οδηγούν (υπερκαθορίζουν) την εξέλιξη του συστήματος προς την κρίση. Αδυνατούν έτσι να δουν ότι, εάν η αυτενέργεια της εργατικής τάξης (τόσο η αρνητική όσο και η θετική) είναι η θεμελιώδης δύναμη που αντιπαλεύει το σύνολο των κανόνων/περιορισμών του κεφαλαίου πάνω στην κοινωνική ζωή, τότε οι άλλες, υποθετικά διακριτές, δυνάμεις μπορούν και πρέπει να επανεξετασθούν ως ιδιαίτερες στιγμές ή όψεις της ταξικής σύγκρουσης, προκειμένου να αποφύγουμε το φετιχισμό.

Θέση 9: Ο ενδοκαπιταλιστικός ανταγωνισμός δε διαχωρίζεται από την ταξική σχέση αλλά είναι μία μορφή αυτής.

Μία κοινή και υποτίθεται παράλληλη, δύναμη η οποία θεωρείται ότι οδηγεί το κεφάλαιο στην κρίση είναι ο «ενδοκαπιταλιστικός ανταγωνισμός» μεταξύ των υπομονάδων του κεφαλαίου, π.χ. των επιχειρήσεων και των εθνικών συμμαχιών. Για παράδειγμα, έχει συχνά υποστηριχθεί ότι η μακροπρόθεσμη τάση αύξησης της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου και της παραγωγικότητας είναι αποτέλεσμα «τόσο της ταξικής σύγκρουσης όσο και του ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού».10 Ο «ενδοκαπιταλιστικός ανταγωνισμός», ωστόσο, πρέπει να ερμηνευθεί εκ νέου με όρους της ταξικής πάλης, αναγνωρίζοντας ότι ο πιο θεμελιώδης καθοριστικός παράγοντας του «ποιος κερδίζει» την ανταγωνιστική μάχη ανάμεσα σε τομείς του κεφαλαίου, καθορίζεται από το ποιος έχει τον μεγαλύτερο έλεγχο πάνω στον αντίστοιχο τομέα της εργατικής τάξης. Ο ανταγωνισμός των τιμών κερδίζεται μειώνοντας το κόστος, δηλαδή μειώνοντας τους μισθούς ή βάζοντας τους εργαζομένους να εργάζονται σκληρότερα ή καλύτερα ή να αποδεχθούν την εισαγωγή τεχνολογίας που αυξάνει την παραγωγικότητα. Ο ανταγωνισμός στη διαφοροποίηση προϊόντος κερδίζεται με τη ικανότητα απόσπασης της μεγαλύτερης δυνατής φαντασίας και δημιουργικότητας από τους εργαζομένους. Ο ανταγωνισμός στον πόλεμο κερδίζεται με την ικανότητα κινητοποίησης της μεγαλύτερης δυνατής προσπάθειας (σε όλες τις μορφές της, από τη σκληρή δουλειά στην πολεμική βιομηχανία μέχρι τη δημιουργικότητα και την αυτοθυσία στο πεδίο της μάχης) από τους εργάτες. Ο «ενδοκαπιταλιστικός ανταγωνισμός» έχει γίνει ένα προβεβλημένο σύνθημα κυριαρχίας σε αυτή την περίοδο της διεθνούς αναδιάρθρωσης του κεφαλαίου, το οποίο και χρησιμοποιείται για να στρέψει εργάτες εναντίον εργατών. Οφείλουμε να αποφετιχοποιήσουμε το νόημά του, αποδεικνύοντας ότι είναι απλά ένας συγκεκριμένος τρόπος οργάνωσης της ταξικής πάλης. Οφείλουμε να κάνουμε το ίδιο και εντός του πλαισίου της μαρξιστικής θεωρίας της κρίσης και να επανατοποθετήσουμε τον ενδοκαπιταλιστικό ανταγωνισμό στο εσωτερικό της ταξικής πάλης και όχι έξω από αυτή.11

Θέση 10: Οι μαρξιστικές θεωρητικές κατηγορίες είναι κατηγορίες της ταξικής πάλης.

Για να απομυστικοποιήσουμε τις συνήθεις θεωρίες της κρίσης, πρέπει να επανερμηνεύσουμε τα θεωρητικά δομικά τους στοιχεία: την έννοια της αξίας, της αφηρημένης εργασίας, της ανταλλακτικής αξίας, της αξίας της εργασιακής δύναμης, της υπεραξίας, του ποσοστού εκμετάλλευσης και του ποσοστού κέρδους, της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, και της κεφαλαιακής συσσώρευσης.12 Θα πρέπει να ξανασκεφτούμε την αξία ως έννοια που μας επιτρέπει να μιλήσουμε για την εργασία που επιβάλλει το κεφάλαιο προκειμένου να οργανώσει την κοινωνία (εναντίον της οποίας οι εργάτες επεξεργάζονται μια ποικιλία από ασύμμετρες «αξίες»). Την αφηρημένη εργασία –το περιεχόμενο της αξίας– ως τον καθολικό ρόλο κάθε είδους εργασίας ως καπιταλιστικής προσταγής (εναντίον της οποίας οι εργάτες παλεύουν μέσα από την άρνηση και το μετασχηματισμό της εργασίας). Την ανταλλακτική αξία ως την αναφορική μορφή της επιβολής της εργασίας (εναντίον της οποίας οι εργάτες παλεύουν κάνοντάς την άκαμπτη ή παρακάμπτοντάς την). Την αξία της εργασιακής δύναμης ως το κόστος που αναλαμβάνει το κεφαλαίο για την αναπαραγωγή των ανθρώπων ως εργατών (εναντίον της οποίας οι εργάτες αντιτάσσουν το μισθό για την αυτοαξιοποίηση). Την υπεραξία ως την επιβολή επαρκούς εργασίας ώστε να χρηματοδοτείται περισσότερη εργασία στο μέλλον (την οποία οι εργάτες υπονομεύουν απαιτώντας η εργασία να ανταποκρίνεται στην ικανοποίηση των αναγκών τους). Το ποσοστό εκμετάλλευσης και το ποσοστό κέρδους ως μέτρα της υποταγής της εργασίας στις ανάγκες του κεφαλαίου για περισσότερη εργασία (η πτώση των οποίων αποτυπώνει τη δύναμη των εργατών). Την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου ως τεχνική συνθήκη επιβολής της εργασίας, (γύρω από την οποία οι εργαζόμενοι ανασυνθέτουν τη δύναμή τους). Και την κεφαλαιακή συσσώρευση ως τη διευρυμένη αναπαραγωγή της ταξικής πάλης σε όλες τις πτυχές της.


Θέση 11: Η «υποκατανάλωση» είναι αποτέλεσμα της προσπάθειας επιβολής της εργασίας.

Μία από τις παλιότερες και επικρατέστερες θεωρίες για την κρίση, την οποία συναντάμε στον Μαρξ καθώς και στον Malthus, στον Hobson, στον Keynes ή στον Sweezy, είναι η «θεωρία της υποκατανάλωσης».13 Σε όλες της οπτικές, συμπεριλαμβανομένης και αυτής του Μαρξ, η υποκατανάλωση προκύπτει από την αντίφαση ανάμεσα στην τάση του κεφαλαίου να μεγιστοποιεί την παραγωγή, τις πωλήσεις και τα κέρδη ελαχιστοποιώντας παράλληλα το κόστος, ιδιαίτερα τους μισθούς. Οι καπιταλιστές θέλουν να παράγουν για όσον το δυνατόν μεγαλύτερη αγορά, αλλά παράλληλα διατηρούν τους μισθούς σε χαμηλά επίπεδα και κατά συνέπεια περιορίζουν απερίσκεπτα το μέγεθος της αγοράς –άμεσα για τα μέσα διαβίωσης, έμμεσα για τα μέσα παραγωγής. Εντούτοις, μιλώντας με ταξικούς όρους, ο μισθός δεν είναι απλώς κόστος για το κεφάλαιο, αλλά δύναμη για την εργατική τάξη, και όχι απλώς δύναμη για να αγοράσει τα μέσα διαβίωσης, αλλά δύναμη για να παλέψει ενάντια στην καπιταλιστική εργασία και υπέρ των δικών της αναγκών. Άρα η τάση προς την υποκατανάλωση εμφανίζεται ως συνέπεια της αντίθεσης ανάμεσα στην ανάγκη αποστέρησης των εργατών (το μαστίγιο) προκειμένου να υποχρεωθούν να εργάζονται (το περιεχόμενο της αξίας) και στην ανάγκη των αγορών να απορροφήσουν τα προϊόντα που παράγουν οι εργάτες (η μορφή της αξίας). Βέβαια τον 20ο αιώνα, ο Ford και στη συνέχεια ο Keynes αναγνώρισαν ότι ο μισθός ήταν όχι μόνο κόστος αλλά και αγοραστική δύναμη, και προσπάθησαν να ξεπεράσουν την παλιά αντίφαση χρησιμοποιώντας την αύξηση των μισθών (το καρότο) για να επιτύχουν το ίδιο αποτέλεσμα (περισσότερη εργασία) στα πλαίσια μιας αναπτυσσόμενης αγοράς. Παρόλα αυτά, η άνοδος των μισθών –και η συνακόλουθη άνοδος της δύναμης των εργατών– έπρεπε να συγκρατηθεί μέσα στα όρια της αύξησης της παραγωγικότητας, έτσι η παλιά αντίφαση συνεχίστηκε μέσα σε ένα πιο δυναμικό πλαίσιο. Αφού οι εργαζόμενοι κατέστησαν ανεφάρμοστη τη λύση αυτή, το κεφάλαιο (οι επιχειρήσεις και το κράτος κρίσης), επέστρεψε σε μια γενικευμένη επίθεση εναντίον κάθε μορφής εισοδήματος της εργατικής τάξης, αναζωπυρώνοντας παλαιότερες μορφές της υποκαταναλωτικής αντίφασης.14

Θέση 12: Η «πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους» συνδέεται με την αυξανόμενη δυσκολία εξαναγκασμού των ανθρώπων σε εργασία.

Αντίθετα με τις θεωρίες υποκατανάλωσης, πολλοί μαρξιστές αντέτειναν την τάση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου να αυξάνεται και του ποσοστού κέρδους να μειώνεται ως περισσότερο σημαντικές αιτίες της κρίσης.15 Μπορούμε να επανερμηνεύσουμε αυτήν την προσέγγιση ως εξής: η προσπάθεια του κεφαλαίου να συσσωρεύσει την εργατική τάξη προκαλεί μια ολοένα και μεγαλύτερη σύγκρουση ανάμεσα στην ανάγκη για την επιβολή της εργασίας και την εισαγωγή των μηχανών για αυτό τον σκοπό. Έχοντας κατανοήσει ότι η αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου συμβαίνει μόνο στα πλαίσια μιας καπιταλιστικής αναδιοργάνωσης της τεχνολογίας που αυξάνει την παραγωγικότητα και επιβάλλει «περισσότερη εργασία», μπορούμε να αναγνωρίσουμε ότι αυτό συνεπάγεται πάντα μια αλλαγή στις σχέσεις εξουσίας μεταξύ του κεφαλαίου και της εργατικής τάξης.16 Εξαιτίας του γεγονότος ότι η ριζική αλλαγή που περιέχεται σε μια τέτοια αναδιοργάνωση της τεχνολογίας είναι η αντικατάσταση της ζωντανής εργασίας με ενσωματωμένη νεκρή εργασία (είτε με τη μορφή μηχανημάτων είτε με τη μορφή πληροφορίας), αυτό υπονομεύει σταδιακά την ικανότητα του κεφαλαίου να οργανώσει την κοινωνία του μέσω της επιβολής της εργασίας. Έτσι το θέμα κλειδί δεν είναι το τι συμβαίνει με το νομισματικό ποσοστό κέρδους αλλά η αυξανόμενη ποσότητα νεκρής εργασίας που πρέπει να χρησιμοποιηθεί για την επιβολή μιας δεδομένης ποσότητας ζωντανής εργασίας. Σταδιακά, όπως υποστήριξε ο Μαρξ στα Grundrisse, στο Απόσπασμα για τις Μηχανές, το πρόβλημα της επιβολής εργασίας –και άρα της διατήρησης του ελέγχου– γίνεται όλο και πιο οξύ και το ποσό του δυνητικά τουλάχιστον ελεύθερου ή «διαθέσιμου» χρόνου αυξάνεται με την ανεργία, ή αλλιώς, με την έλλειψη μισθού.17

Θέση 13: Η «εξάντληση» ενός τρόπου ρύθμισης είναι το μέτρο για την αποτελεσματικότητα της άρνησης της εργασίας.

Στη δεκαετία του ‘70 ο στρουκτουραλιστικός μαρξισμός αναστήθηκε ως ρυθμιστική θεωρία με μια δόση Gramsci και ολίγη από αυτόνομο μαρξισμό. Οι αλτουσεριανές δομές σηκώθηκαν από τον τάφο με τη μορφή ενός καθεστώτος συσσώρευσης και ενός τρόπου ρύθμισης που έπρεπε να πορεύονται παράλληλα, με έναν συμπληρωματικό τρόπο, ώστε να μείνουν ανέπαφοι. Ο αποσυγχρονισμός (δηλαδή η κρίση του φορντισμού) θα μπορούσε φυσικά, να θεραπευτεί με μία μικρή αναδιάρθρωση (δηλαδή με το μεταφορντισμό). Οι θεωρητικοί της ρυθμιστικής θεωρίας προσπάθησαν να εφαρμόσουν μια ανανεωμένη ορθοδοξία προκειμένου να αντιμετωπίσουν την κρίση της κεϋνσιανής εποχής, αλλά κατέληξαν θεατές μίας κρίσης, που ως σχολιαστές της, θα έθαβαν το δράμα της ταξικής πάλης σε έναν κυκεώνα στρουκτουραλιστικών ασυναρτησιών. Αλλά μπορούμε να ξανασκεφτούμε την ιδέα ενός καθεστώτος συσσώρευσης ως ένα συγκεκριμένο τρόπο οργάνωσης της ταξικής πάλης, και τον τρόπο ρύθμισης ως τις στρατηγικές και τακτικές του κεφαλαίου προκειμένου να επιτευχθεί η οργάνωση αυτή. Από αυτήν την οπτική, η εξάντληση ενός τρόπου ρύθμισης επανεμφανίζεται ως κατάρρευση της ικανότητας του κεφαλαίου να διατηρήσει μια συγκεκριμένη μορφή επιβολής της εργασίας ενάντια στην αυτενέργεια της εργατικής τάξης. Το δράμα του λεγόμενου μεταφορντισμού μπορεί να γίνει αντιληπτό ως ο αγώνας ανάμεσα σε μία ταχέως εξελισσόμενη και έντονα κοινωνικοποιημένη εργατική τάξη και στις απεγνωσμένες, βίαιες προσπάθειες του κεφαλαίου να βρει νέους τρόπους να κυριαρχήσει πάνω σε αυτήν.18

Θέση 14: Κρίση για το κεφάλαιο είναι η ελευθερία της επαναστατικής υποκειμενικότητας.

Καθώς ο αγώνας ή οι αγώνες της εργατικής τάξης ξεφεύγουν κατ΄επανάληψη από τη λογική του κεφαλαίου, η απειλή είναι η επανάσταση, δηλαδή η μετάλλαξη, η απελευθέρωση εναλλακτικών, αυτοκαθοριζόμενων κοινωνικών «λογικών», έξω και πέρα από αυτές του κεφαλαίου, με έναν τρόπο που να καταστρέφει τη διαλεκτική.19 Ως μαρξιστές, ο ρόλος μας στην κρίση, συμπεριλαμβανομένης και της ανάλυσής μας και της συζήτησης για τη θεωρία της διαρκούς κρίσης, θα πρέπει να είναι μια συνεισφορά στο βάθεμα της κρίσης και όχι στην επίλυσή της. Αντίθετα με το έργο των αστών θεωρητικών, δε θα πρέπει ούτε να βοηθούμε στην εύρεση τρόπου «επίλυσης» της κρίσης με την αποκατάσταση της συσσώρευσης, ούτε απλά να αναζητούμε την ανάπτυξη μίας καλύτερης «επιστημονικής» κατανόησης. Αντί αυτού, η δουλειά μας θα πρέπει να αναπτυχθεί εσωτερικά, ως μια συνεισφορά στις δυνάμεις που έχουν επισπεύσει την κρίση, που αντιστέκονται στις καπιταλιστικές προσπάθειες να ξεπεραστεί η κρίση και που τείνουν να οδηγούν πέρα από αυτήν , προς την υπέρβαση όχι μόνο της κρίσης αλλά και του καπιταλισμού στο σύνολό του. Αυτό που χρειάζεται πραγματικά να κάνουμε, είναι όχι απλά να αναγνωρίσουμε τα ανταγωνιστικά υποκείμενα που ενισχύουν τη «διαρκή» κρίση, αλλά να διερευνήσουμε τις «λογικές» αυτών των αναδυόμενων και διαφορετικών υποκειμενικοτήτων. Μια τέτοια διερεύνηση μπορεί να μας βοηθήσει να πάμε παραπέρα από την απλή εκτίμηση του τρόπου με τον οποίο διαρρηγνύουν το κεφάλαιο, στην κατεύθυνση της ενίσχυσης της ανάπτυξής τους.

Θέση 15: Ο δρόμος για την επανάσταση περνάει από την κυκλοφορία των αγώνων.

Όλα τα παραπάνω, όχι μόνο προσθέτουν σε μια συστηματική αναθεώρηση γνωστών μαρξιστικών θεωριών για τη διαρκή κρίση, αλλά και σε μια αρκετά μη παραδοσιακή αναδιατύπωση της πολιτικής των αγώνων της εργατικής τάξης. Στη θέση των προσπαθειών να οργανωθεί η ομογενοποίηση των εργατικών αγώνων μέσα από θεσμούς όπως τα συνδικάτα ή τα πολιτικά κόμματα που προωθούν ένα ενιαίο όραμα για το μέλλον (σοσιαλισμός) κατά της καπιταλιστικής κυριαρχίας, θα πρέπει να αντιτάξουμε τις πολιτικές συμμαχίας για την αντικατάσταση του καπιταλισμού από μια ποικιλία κοινωνικών σχεδίων. Μία πολιτική συμμαχίας ενάντια στο κεφάλαιο που πρέπει να διεξαχθεί όχι μόνο για να επιταχυνθεί η κυκλοφορία των αγώνων από κλάδο σε κλάδο της τάξης, αλλά να γίνει αυτό με τέτοιο τρόπο ώστε να οικοδομηθεί μια μετακαπιταλιστική πολιτική της διαφορετικότητας χωρίς ανταγωνισμούς. Η κυκλοφορία των αγώνων είναι αυτή που έχει φέρει την καπιταλιστική κυριαρχία σε κρίση και μόνο μέσω της κυκλοφορίας των αγώνων θα ξεπεραστούν οι διαιρέσεις που συνεχίζουν να μας αποδυναμώνουν. Η εν λόγω κυκλοφορία, ωστόσο, δεν είναι θέμα διάδοσης μιας αντικαπιταλιστικής ιδεολογίας αλλά περιλαμβάνει την κατασκευή και την αξιοποίηση υλικών συνδέσεων και τρόπων επικοινωνίας που καταστρέφουν την απομόνωση και επιτρέπουν στους ανθρώπους να αγωνίζονται με συμπληρωματικούς τρόπους – εναντίον των ορίων που τους περιορίζουν αλλά και για τις εναλλακτικές που οι ίδιοι κατασκευάζουν, ξεχωριστά και από κοινού.

Ώστιν, Τέξας

Μάιος του 1993

(*) Αυτή είναι μία τροποποιημένη εκδοχή ενός συνόλου σημειώσεων που παρουσιάστηκαν στη συνεδρία με τίτλο «Secular Crisis in Capitalism: Attempts at Theorization» στο Συνέδριο για τη Επανεξέταση του μαρξισμού (Rethinking Marxism Conference, Amherst Massachusetts, 13 Νοεμβρίου 1992). Αρκετές από τις υποσημειώσεις αναφέρονται στις δύο άλλες μελέτες που παρουσιάστηκαν στο συνέδριο: αυτή του Hans G. Ehrbar, «Crisis of Capitalism: A Realist Perspective» (Draft, 22 Σεπτέμβρη του 1992) και του David Laibman, «Immanent Critical Tendencies: Toward a Comprehensive Theory» (Draft, Σεπτέμβριος 1992).

1. Αυτή η ανάλυση του καπιταλισμού ως κοινωνικού συστήματος που βασίζεται στην ατέρμονη επιβολή της εργασίας μέσα από την εμπορευματική μορφή για πρώτη φορά έτυχε επεξεργασίας το καλοκαίρι του 1975 και στη συνέχεια δημοσιεύθηκε στο READING CAPITAL POLITICALLY Austin: University of Texas Press, 1979. Όπως επισήμανε ο Μαρξ στο 10ο κεφάλαιο, 2ο τμήμα του Πρώτου Τόμου του Κεφαλαίου, ο καπιταλισμός δεν εφηύρε την υπερεργασία. Αυτό που όντως εφηύρε ήταν το ατελεύτητο της επιβολής της μαζί με την εμπορευματοποίηση του συνόλου της ζωής.

2. Η κεντρικότητα του αγώνα ενάντια στην εργασία στη γένεση της σημερινής κρίσης έγινε αντιληπτή από την ιταλική Νέα Αριστερά στα τέλη της δεκαετίας του ‘60 και στη Γαλλία και τις ΗΠΑ στη δεκαετία του 1970. Αυτή η ανάλυση αρθρώθηκε σε περιοδικά όπως: Lavoro Zero (Βενετία), Camarades (Παρίσι) και Zerowork (Νέα Υόρκη). Όπως έδειξαν πρόσφατα οι Roediger και Foner σε σχέση με τη μισθωτή εργατική τάξη στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο αγώνας για λιγότερη δουλειά έχει κεντρική σημασία για την ικανότητα των Αμερικάνων εργαζομένων να συνενωθούν ανεξάρτητα από το φύλο, τη φυλή, τις δεξιότητες και την εθνότητα σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας του αμερικανικού εργατικού κινήματος. Επίσης, όπως αποδεικνύουν με μεγάλη επάρκεια, ο αγώνας ενάντια στην εργασία έχει συνδεθεί στενά με όλα σχεδόν τα ζητήματα που τέθηκαν στους αμερικανικούς εργατικούς αγώνες, συμπεριλαμβανομένων των μισθών, του ελέγχου της εργασίας, της ανεργίας, της εκπαίδευσης, της συμμετοχής στην πολιτική, της θρησκευτικής ελευθερίας, της προστασίας των παιδιών, της υγείας, της αλλοτρίωσης , των δικαιωμάτων των γυναικών, και ούτω καθεξής. Βλέπε David Roediger and Philip Foner, OUR OWN TIME: A History of American Labor and the Working Day, New York: Verso, 1989. Το πιο πρόσφατο βιβλίο από την Juliet Schor, THE OVERWORKED AMERICAN, New York: Basic Books, 1991, δείχνει ότι αυτός ο ανταγωνισμός παραμένει στο επίκεντρο της ταξικής πάλης σήμερα.

3. Το γυναικείο κίνημα στις αρχές της δεκαετίας του 1970 ήταν υπεύθυνο για την ανάπτυξη μιας μαρξιστικής ανάλυσης της άμισθης εργασίας. Βλέπε ιδίως Mariarosa Dalla Costa και Selma James, THE POWER OF WOMEN AND THE SUBVERSION OF THE COMMUNITY, 1972 και την επακόλουθη μαρξιστική συζήτηση σχετκά με την «οικιακή εργασία». Δυστυχώς, στο κατά τα άλλα πολύτιμο βιβλίο τους, οι Roediger και Foner παραμελούν τους αγώνες της άμισθης εργασίας (πλην των «ανέργων»). Η Schor τα καταφέρνει καλύτερα με το να συμπεριλαμβάνει την άμισθη οικιακή εργασία στη μελέτη της. Δυστυχώς, εστιάζει περισσότερο στην πρόσφατη επιτυχία του κεφαλαίου να επιβάλει περισσότερη οικιακή εργασία, παρά στους προγενέστερους και συνεχιζόμενους αγώνες εναντίον της.

4. Η μαρξιστική αναγνώριση αυτής της ποικιλομορφίας έχει απαιτηθεί όχι μόνο από το γυναικείο κίνημα, αλλά και από το κίνημα των μαύρων, των έγχρωμων και άλλα «νέα κοινωνικά κινήματα». Η γοητεία που ασκούν οι  μεταμοντέρνες, μεταμαρξιστικές αναλύσεις μπορεί να αναζητηθεί, εν μέρει, στην άρνηση από την πλευρά πολλών μαρξιστών αυτής ακριβώς της αναγνώρισης.

5. Ενώ ο Laibman μιλάει για τη «λογική» του καπιταλισμού, ο Hans Ehrbar στην εργασία του για το συνέδριο αυτό προτιμά να μιλήσει για τους «νόμους» του καπιταλισμού. Και οι δύο όροι αναφέρονται σε κανονικότητες που χαρακτηρίζουν τον καπιταλισμό πάνω και πέρα από τις ενέργειες των μεμονωμένων ατόμων (συμπεριλαμβανομένων και των μεμονωμένων καπιταλιστών) –πέραν της «ατομικής εμπρόθετης δράσης» στο κείμενο του Ehrbar. Ισχυρίζομαι απλά ότι τέτοιες κανονικότητες είναι το αποτέλεσμα της αντιπαράθεσης μεταξύ της συλλογικής (όχι απλώς ατομικής) προσπάθειας από την πλευρά αυτών που πράττουν ως αυτό που ο Μαρξ αποκαλούσε λειτουργοί του κεφαλαίου και τις (πολλαπλές) συλλογικές προσπάθειες από την πλευρά των άλλων (της εργατικής τάξης). Είναι, βέβαια, αλήθεια, όπως αναφέρει ο Ehrbar, ότι οι μεμονωμένοι καπιταλιστές στο μεταξύ τους ανταγωνισμό «δεν καθορίζουν αυτούς τους νόμους» (βλ. Θέση  9 ανωτέρω), αλλά ούτε είναι και μεταφυσικοί. Είναι κανονικότητες της ταξικής πάλης πάνω στο περιεχόμενο και τη μορφή της κοινωνικής ζωής.

6. Όπως θα έπρεπε να έχει ήδη καταστεί προφανές από αυτές τις παρατηρήσεις, «η» διαλεκτική δεν αντιμετωπίζεται εδώ ως υπερβατική ιστορική ή κοσμολογική αρχή, αλλά μάλλον ως η λογική της ταξικής πάλης που συνιστά τον καπιταλισμό.

7. Θα συμφωνήσω ότι η προσπάθεια του Laibman να εντοπίσει μία ποικιλία τέτοιων «χώρων» καθώς και τις μεταξύ τους σχέσεις χωρίς όμως να τους αξιολογεί ιεραρχικά είναι, όπως προτείνει ο ίδιος, ένα υγιές αντίδοτο στο «σεχταρισμό και την απομόνωση» μεταξύ των μαρξιστών που ασχολούνται με τη θεωρία της κρίσης. (σ. 20) Το ίδιο υποστήριξε ο Peter Bell στη συνεισφορά του «Marxist Theory, Class Struggle and the Crisis of Capitalism», στο Jesse Schwartz THE SUBTLE ANATOMY OF CAPITALISM, Santa Monica: Goodyear, 1977, pp. 170-194 και πάνω στο ίδιο προσπαθήσαμε να συμβάλουμε αυτός και εγώ στο Harry Cleaver and Peter Bell, «Marx’s Crisis Theory as a Theory of Class Struggle» στο RESEARCH IN POLITICAL ECONOMY, Vol. 5, 1982, pp. 189-261 και στο Harry Cleaver, «Karl Marx: Economist or Revolutionary?» στο Suzanne Helburn and David Bramhall (eds) «MARX, SCHUMPTER AND KEYNES: A Centenary Celebration of Dissent», New York: M.E. Sharpe, 1986, pp. 126-129. Οι διαφορές μεταξύ της προσέγγισης του Laibman και της δικής μας αφορούν περισσότερο την εκτέλεση παρά τη συνολική πρόθεση.

8. Πρέπει λοιπόν να επανερμηνεύσουμε τέτοιες προτάσεις όπως του Erhbar όταν λέει ότι ο Μαρξ δίνει έμφαση «σε αυτές τις κρίσεις στις οποίες εντοπίζονται ενδογενείς τάσεις του καπιταλισμού οι οποίες δεν μπορούν πλέον να λειτουργήσουν». Οι «ενδογενείς τάσεις» που «δε λειτουργούν πια» αφορούν το «μηχανισμό» (για να χρησιμοποιήσουμε το δικό του όρο) της καπιταλιστικής προσταγής. Δεν λειτουργούν πια γιατί η εργατική τάξη έχει αποκτήσει τη δύναμη να τις διαρρήξει. Το πρόβλημα, κατά τη γνώμη μου, είναι πρώτα να αναγνωρίσουμε την ύπαρξη μιας τέτοιας δύναμης και μετά να καταλάβουμε πως αυτή έχει αποκτηθεί.

9. Έτσι λοιπόν, η κατανόηση της ταξικής πάλης ως του «τρόπου ύπαρξης του καπιταλισμού», δε σημαίνει, όπως προτείνει ο David Laibman στο κείμενό του, μία «αποφυγή» της ανάλυσης της συσσώρευσης ή μια στατική –σε αντιδιαστολή με μια δυναμική– προσέγγιση. Αντιθέτως, σημαίνει ότι η ανάλυση της συσσώρευσης οφείλει να την κατανοήσει ως τη συσσώρευση των τάξεων, με όλες τις συγκρούσεις τους και όλο το δυναμισμό τους. Σημαίνει την αναγνώριση ότι η «εγγενής αστάθεια» δεν είναι εξωτερική προς τον ταξικό αγώνα αλλά κομμάτι του. Και τελικά σημαίνει ότι η «αυξανόμενη βαθύτητα» της καπιταλιστικής κρίσης έχει τις ρίζες της στην αυξανόμενη αυτονομία του ανταγωνισμού προς το κεφάλαιο. (πρβλ. σελ. του 2-3)

10. Η παράθεση είναι από τον Laibman, p. 10, αλλά είναι μια άποψη ευρέως διαδεδομένη σε πολλούς θεωρητικούς μαρξιστές.

11. Αυτό το επιχείρημα αναπτύχθηκε ευρέως στο «Competition or Cooperation?» του Harry Cleaver, COMMON SENSE (Edinburgh), No. 9, April 1990, σελ. 20-23.

12. Αυτού του είδους η επανερμηνεία βρίσκεται σε εξέλιξη εδώ και πολύ καιρό και μπορεί να βρεθεί στα γραπτά αυτών που αποκαλώ «Αυτόνομους Μαρξιστές». Βλέπε για παράδειγμα:  Mario Tronti, OPERAI E CAPITALE, Torino: Einaudi, 1964 (μέρη δημοσιευμένα του στο RADICAL AMERICA and TELOS), Harry Cleaver, READING CAPITAL POLITICALLY, op.cit., Antonio Negri, MARX OLTRA MARX, Milano: Feltrinelli, 1979 (διαθέσιμο στα αγγλικά σαν MARX BEYOND MARX, Brooklyn: Autonomedia, 1991), και τα περιοδικά ZEROWORK (1970s), MIDNIGHT NOTES (Boston, current), NEWS & LETTERS (Chicago, current), FUTUR ANTERIUR (Paris, current), AUTONOMIA (Padova, current) and COMMON SENSE (Edinburgh, current).

13. Για να κυριολεκτήσουμε, ούτε ο Μαρξ ούτε ο Keynes ήταν υποστηρικτές της θεωρίας της υποκατανάλωσης επειδή και οι δύο αναγνώρισαν ότι η κατανάλωση δεν ήταν παρά μία συνιστώσα της συνολικής ζήτησης και δεν περιορίστηκαν στο να συζητούν τα όριά της ξέχωρα από άλλες συνιστώσες. Παρόλα αυτά, αμφότεροι κατανόησαν την κεντρικότητα του μισθού/κατανάλωσης και ανέλυσαν τις δυνάμεις που τείνουν να εμποδίζουν την κατανάλωση και έτσι να περιορίζουν το μέγεθος της αγοράς.

14. Για μια επανερμηνεία των επιχειρημάτων της θεωρίας της υποκατανάλωσης, όπως αυτών του Paul Sweezy, με ταξικούς όρους, βλέπε Harry Cleaver, «Karl Marx: Economist or Revolutionary?» στο Suzanne Helburn and David Bramhall (eds).

15. Από νωρίς, οι C.L.R. James, Raya Dunayevskaya και Grace Lee επιτέθηκαν στις μαρξιστικές κυκλοφοριακές θεωρίες  της υποκατανάλωσης των Eugene Varga και Paul Sweezy, χρησιμοποιώντας τη θεωρία της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους, μία θεωρία επικεντρωμένη στη σφαίρα της παραγωγής. Βλέπε το βιβλίο τους STATE CAPITALISM AND WORLD REVOLUTION, Chicago: Charles H. Kerr, 1986 (αρχικά εκδόθηκε το 1950), σελ. 13-17. Αργότερα, όταν ο Sweezy εξέδωσε το MONOPOLY CAPITAL, New York: Monthly Review, 1966, που είχε γράψει με τον Paul Baran η νεοκεϋνσιανή του θεωρία υποκατανάλωσης δέχθηκε ξανά επίθεση, αυτή τη φορά από τον Paul Mattick, π.χ. «Marxism and Monopoly Capital», PROGRESSIVE LABOR 7 και 8, 1966, David Yaffe and others, με όπλο για ακόμη μια φορά  την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους.

16. Παρόλο που είναι θεωρητικά πιθανό, μια αλλαγή της τεχνολογίας να αυξήσει την παραγωγικότητα χωρίς να αυξήσει είτε τις ώρες είτε την ένταση της εργασίας (και πράγματι σε ένα μικροεπίπεδο, η τεχνολογική αλλαγή που αντικαθιστά εργασία μπορεί ενδεχομένως να μειώσει την απαιτούμενη ποσότητα της εργασίας), ο Μαρξ έδειξε πως το κεφάλαιο γενικά προσπαθεί να αποκτήσει υψηλότερη παραγωγικότητα και περισσότερη εργασία. Επιπλέον, η αύξηση της σχετικής υπεραξίας, λόγω της αυξημένης παραγωγικότητας, καθιστά δυνατή την αύξηση των επενδύσεων και, συνεπώς, την αύξηση της εργασίας (συμπεριλαμβανομένων περισσότερων θέσεων απασχόλησης) στο μέλλον.

17. Ο Ehrbar έχει δίκιο (σελ. 3) όταν λέει ότι ο Μαρξ κατάλαβε την αντίθεση ότι «η παραγωγή που ο μόνος στόχος της είναι η αξιοποίηση, αναπτύσσει την παραγωγικότητα… [έτσι ώστε] η παραγωγή να γίνεται όλο και πιο βαριά φορτωμένη με αξία χρήσης, και ο παράγοντας εργασία γίνεται όλο και πιο άσχετος.» Αλλά η κοινωνική σημασία αυτού είναι ότι στην προσπάθεια επιβολής της εργασίας (αξία) επ’ αόριστο (υπεραξία), γίνεται όλο και πιο δύσκολο να επιβληθεί η εργασία γενικά. Ναι, η «ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων… καθιστά παρωχημένο τον καπιταλισμό», αλλά η θεμελιώδης «παραγωγική δύναμη» είναι η ζωντανή εργασιακή δύναμη, δηλαδή, η δημιουργική δύναμη της εργατικής τάξης. Αυτό είναι το είδος της αποφετιχοποίησης που πρέπει να κάνουμε: να αντιληφθούμε τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να εντοπίσουμε τις κοινωνικές σχέσεις πίσω από τις μαρξιστικές έννοιες και, κατά αυτόν τον τρόπο, τις κοινωνικές δυναμικές που αναλύονται από τη μαρξιστική θεωρία. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι «η έλλειψη μισθού», όπως αναφέρεται στη Θέση 4, δε σημαίνει αυτομάτως καθόλου ή έστω λιγότερη εργασία. Αντιθέτως, όπου το κεφάλαιο έχει την εξουσία να περιορίσει την πρόσβαση των εργαζομένων στη γη και τα εργαλεία (για τη διατήρηση ή την εντατικοποίηση της πρωταρχικής συσσώρευσης), η έλλειψη θέσεων εργασίας μπορεί να σημαίνει περισσότερη εργασία –την εργασία της επιβίωσης. Βλ. Midnight Notes, THE NEW ENCLOSURES, Fall 1990. Ωστόσο, είναι επίσης αλήθεια ότι, όταν οι άμισθοι είναι σε θέση να επεκτείνουν την ικανότητά τους να ζουν από μόνοι τους, η αυτοαξιοποίηση μπορεί να επεκταθεί σε βάρος της αξιοποίησης. Έτσι, ενώ η αντικατάσταση της μισθωτής εργασίας από την αυτοματοποίηση μπορεί να οδηγήσει σε κρίσεις και ευκαιρίες, σε καμία περίπτωση δεν εγγυάται ένα «Δρόμο του Παραδείσου», όπως θα ήθελε να πιστέψουμε ο Andre Gorz.

18. Όσοι έχουν εντυπωσιαστεί από τις πρόσφατες, πιο εκλεπτυσμένες μορφές της καπιταλιστικής διαχείρισης, μερικές φορές ξεχνούν ότι ο λιμός που επέβαλε το ΔΝΤ στην Αφρική, οι μαζικοί βομβαρδισμοί στον Περσικό Κόλπο, οι εθνικές εκκαθαρίσεις στην πρώην Γιουγκοσλαβία, οι βομβιστικές ενέργειες σε κέντρα αμβλώσεων και η εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης παιδιών σε εργοστάσια και οίκους ανοχής αποτελούν επίσης αναπόσπαστες στιγμές της προσπάθειας του κεφαλαίου για την αποκατάσταση της προσταγής του κατά την περίοδο αυτή. Για μια ταξική κριτική της θεωρίας της ρύθμισης δείτε: Giuseppe Cocco et Carlo Vercelone, «Les paradigmes sociaux du post-fordisme», FUTUR ANTERIEUR, No. 4, hiver 90, pp. 71-94 και Werner Bonefeld και John Holloway (eds) POST-FORDISM AND SOCIAL FORM: A Marxist Debate on the Post-Fordist State, London: Macmillan and CSE, 1991.

19. Αν η διαλεκτική είναι η λογική του ταξικού αγώνα εντός του κεφαλαίου, δεν υπάρχει κανένας a priori λόγος να περιμένουμε ότι η κατανόηση της «λογικής» των εν λόγω ανταγωνιστικών, αλλά συστατικών δυνάμεων της αυτοαξιοποίησης, που οδηγούν πέρα από το κεφαλαίο, είναι «διαλεκτική» με τη μαρξική έννοια του όρου. Για το θέμα αυτό βλ. Cleaver, H. «Marxian Categories, the Crisis of Capital and the Constitution of Social Subjectivity Today» στον παρόντα τόμο.

Advertisements

Written by factoryfanet

Ιουνίου 14, 2011 στις 12:32 μμ

Αναρτήθηκε στις 02 τεύχος, κρίση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: