Factory

επιθεώρηση για τους μητροπολιτικούς ανταγωνισμούς

Κοινά, Περιφράξεις και Ενεργειακοί Commoners

with one comment

Θεωρητικές προσεγγίσεις για τα Κοινά και τις Περιφράξεις

Η σφαίρα των κοινών αποτελεί το πεδίο ενός διαρκούς παγκόσμιου ταξικού πολέμου, ο οποίος περιλαμβάνει τις συγκρούσεις και διαμάχες για τον έλεγχο γύρω από τα φυσικά ή «πλανητικά» κοινά (αέρας, θάλασσες, ποτάμια, λίμνες, δάση), τα δημόσια κοινά (υποδομές, δίκτυα μεταφορών, τηλεπικοινωνίες, εκπαίδευση, υγεία, δίκτυα κοινής ωφέλειας) τα πολιτισμικά κοινά (γλώσσα, επιστήμες, τέχνες), τα περιβαλλοντικά κοινά (ποιότητα του αέρα, πανίδα, χλωρίδα), τα αστικά κοινά (ελεύθεροι, κοινόχρηστοι, κοινωφελείς χώροι, χώροι πρασίνου, δίκτυα υποδομών) τα γενετικά κοινά (γονίδια), τα ενεργειακά κοινά (φυσικοί, ενεργειακοί πόροι), τα επικοινωνιακά κοινά (ηλεκτρομαγνητικό φάσμα), τα πληροφοριακά κοινά (διαδίκτυο, ανοιχτό και ελεύθερο λογισμικό), κ.α. Το εύρος της σφαίρας των κοινών καθορίζεται τόσο από τα πεδία και τις μορφές κοινωνικής αυτοθέσμισης και αυτοοργάνωσης όσο και από τις διαδικασίες της καπιταλιστικής πρωταρχικής συσσώρευσης.

Τα χαρακτηριστικά, οι ορισμοί και οι τύποι των κοινών καθορίζονται κάθε φορά από τους κοινωνικούς αγώνες και το επίπεδο του κοινωνικού ταξικού ανταγωνισμού. Η διαμάχη γύρω από τα κοινά εκφράζεται από τρεις βασικές προσεγγίσεις:

 • Νεοφιλελεύθερες αναλύσεις υποστηρίζουν την ελεύθερη πρόσβαση στους κοινούς πόρους, στους οποίους προσδίδουν τρεις φυσικοποιημένες-μυστικοποιημένες ιδιότητες. Πρόκειται για την αδιαιρετότητα, τη μη αποκλεισιμότητα και τη μη αφαιρεσιμότητα (Bromley 1991). Η αδιαιρετότητα οφείλεται στη φύση ενός αγαθού, π.χ. ο αέρας είναι αδιαίρετος. Η μη αποκλεισιμότητα συναρτάται με την αδιαιρετότητα από την άποψη ότι, αν ένα αγαθό είναι αδιαίρετο, δεν είναι εύκολο να αποκλεισθεί κάποιος από το να το χρησιμοποιήσει. Η μη αφαιρεσιμότητα σημαίνει ότι η χρήση του αγαθού από έναν, δεν μειώνει τη διαθέσιμη ποσότητα του για τους άλλους χρήστες. Η απόδοση των παραπάνω ιδιοτήτων στους κοινούς πόρους επιδιώκει να δικαιολογήσει την ανεμπόδιστη χρήση και την καταλήστευσή τους από το κεφάλαιο.

  •  Νεοκεϋνσιανές αναλύσεις (Ostrom 2002)2, αναζητώντας μια συμβατότητα του καπιταλισμού με τα κοινά, προτείνουν συμμετοχικές διαδικασίες διαχείρισης των κοινών και εμπλοκής των τοπικών κοινωνιών. Πρόκειται για σοσιαλδημοκρατικού τύπου προτάσεις, οι οποίες δεν αμφισβητούν τον καπιταλισμό και διεκδικούν την κρατική και θεσμική κατοχύρωση των κοινών. Όταν αναφέρονται στα κοινά, αναγνωρίζουν μόνο τους κοινούς πόρους, για τους οποίους υποστηρίζουν ότι πρέπει να τους αποδοθεί το χαρακτηριστικό της κοινής ιδιοκτησίας (common property), η οποία πρέπει να κατοχυρωθεί θεσμικά και να προστατευτεί απέναντι στην ανεξέλεγκτη ελεύθερη πρόσβαση (open access).

  •  Πιο ριζοσπαστικές αναλύσεις, κυρίως από την σκοπιά του αυτόνομου μαρξισμού3, αναγνωρίζουν στα κοινά τρία χαρακτηριστικά που βασίζονται κυρίως στη δυναμική των κοινωνικών σχέσεων. Το πρώτο χαρακτηριστικό είναι ότι τα κοινά δε θα πρέπει να έχουν ιδιοκτήτη, δεν είναι ούτε ιδιωτικά, ούτε κρατικά, χαρακτηρίζονται από μια σχεσιακή προσέγγιση, καθώς περιέχουν κοινωνικές σχέσεις4 βασισμένες σε ένα ήθος συνεργασίας, διαμοιρασμού κι αμοιβαίας εμπιστοσύνης, επομένως η διαχείρισή τους μπορεί να τελεστεί μόνο σε κοινοτικό επίπεδο. Η έννοια των κοινών διαφέρει από αυτή του κρατικού ή ιδιωτικού τομέα, γιατί στα κοινά αντί κρατικού, εταιρικού ή ιδιωτικού ελέγχου υπάρχει κατανεμημένος έλεγχος, ο οποίος δε σχετίζεται ούτε με κρατικά, αλλά ούτε και με ιδιωτικά καθεστώτα ιδιοκτησίας. Γι’ αυτό τα κοινά βασίζονται σε αμεσοδημοκρατικές, οριζόντιες και συμμετοχικές διαδικασίες και ενδέχεται να συνιστούν μοντέλα ομότιμης παραγωγής5, στηριγμένα στην έννοια της κοινοκτημοσύνης6. Δεύτερο χαρακτηριστικό των κοινών είναι ότι δεν εντάσσονται σε κανένα είδος εμπορευματικής σχέσης, δεν τους προσδίδεται ανταλλακτική αξία και η χρήση τους πραγματοποιείται με διαμοιρασμό. Τρίτο χαρακτηριστικό των κοινών είναι ότι δεν περιφράσσονται, είναι προσβάσιμα σε όλα τα μέλη της κοινότητας, χωρίς η πρόσβαση να περιορίζεται στο συγκεκριμένο χώρο αλλά είναι δυνατό να αναπτύσσονται και διατοπικές σχέσεις.

Η ύπαρξη και επιβίωση των κοινών απειλείται από το καπιταλιστικό σύστημα, το οποίο από τις απαρχές του έως σήμερα στοχεύει στη περίφραξη των κοινών.7 Οι σφαίρες των κοινών ιδιωτικοποιούνται, εμπορευματοποιούνται8, περιφράσσονται, υφίστανται οριοθετήσεις, περιορισμούς και απαγορεύσεις πρόσβασης και αναπαραγωγής, δικαιώματα χρήσης, πατέντες, copyright, πνευματικά δικαιώματα. Η περίφραξη των κοινών δικαιολογήθηκε από τη νεοφιλελεύθερη θεωρία της τραγωδίας των κοινών (Hardin 1968), σύμφωνα με την οποία οι πόροι στους οποίους υπάρχει ελεύθερη πρόσβαση και έλλειψη δικαιωμάτων ιδιοκτησίας ωθεί τους ενδιαφερόμενους χρήστες να συμπεριφέρονται εγωιστικά, σαν «ελεύθεροι καβαλάρηδες» (free ride) και να υπερχρησιμοποιούν τους πόρους σε σημείο που να τους καταστρέφουν ολοκληρωτικά. Η συζήτηση και σε μεγάλο βαθμό υιοθέτηση της θεωρίας της τραγωδίας των κοινών σχετίζεται και με την ανάδυση της αειφόρου ανάπτυξης ως το κυρίαρχο νεοφιλελεύθερο μοντέλο των τελευταίων δεκαετιών9, το οποίο υπόσχεται διαρκή καπιταλιστική συσσώρευση και ανάπτυξη με οικολογικό προσωπείο. Ωστόσο η εγκυρότητα της θεωρίας της τραγωδίας των κοινών αμφισβητείται και κατηγορείται ότι υποκρύπτει την ενίσχυση είτε της ιδιωτικοποίησης είτε τον αυξημένο κρατικό έλεγχο. Οι νεοκεϋνσιανές10 αναλύσεις αμφισβητούν την άποψη ότι όταν οι άνθρωποι μοιράζονται έναν πεπερασμένο φυσικό πόρο στο τέλος θα τον καταστρέψουν και ως απάντηση στο δίλημμα της τραγωδία των κοινών, κράτος ή ιδιωτικοποίηση, προτείνουν την συνεργασία των εμπλεκόμενων ομάδων κάτω από την ομπρέλα της κρατικής θεσμικής προστασίας. Σε αντίθεση με τις προηγούμενες προσεγγίσεις, οι αναλύσεις των αυτόνομων μαρξιστών τονίζουν πως τα κοινά αποτελούνται από τρεις αλληλένδετες παραμέτρους, οι οποίες είναι οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ των κοινών πόρων, των κοινοτήτων και των σχέσεων που δημιουργούν τα κοινά (commoning) και κατηγορούν τις νεοφιλελεύθερες απόψεις ότι στην ανάλυσή τους απουσιάζουν τόσο οι κοινότητες όσο και οι  σχέσεις που δημιουργούν τα κοινά και συνεπώς είναι ψευδές το δίλημμα της τραγωδίας των κοινών, καθώς οδηγεί μόνο σε περιφράξεις (De Angelis και Stavrides 2010). Επιπλέον, ασκούν κριτική στους νεοκεϋνσιανούς τους οποίους αποκαλούν και νεοχαρντινιανούς (Neo-Hardinian), καθώς τους κατηγορούν ότι στις προτάσεις τους αναγνωρίζουν ως κοινά μόνο τους κοινούς πόρους από τους οποίους μπορεί με συμμετοχικές διαδικασίες να παραχθούν κοινά αγαθά προς πώληση. Αντιθέτως όμως τα κοινά δε θα πρέπει να είναι αγαθά, με την εμπορευματική σημασία της έννοιας (commodities) και η πρόσβαση σε αυτά δε θα πρέπει να περιορίζεται μόνα στα μέλη που έχουν θεσμικά κατοχυρωμένα δικαιώματα ιδιοκτησίας (Caffentzis, 2004).

Το φαινόμενο των περιφράξεων ανάγεται στο Μεσαίωνα και η γενίκευσή τους προσδιορίζεται στις απαρχές του καπιταλισμού, (17ος-18ος αιώνας στη Μεγάλη Βρετανία), με την περίφραξη των κοινοτικών-κοινών γαιών (common land), τη θεσμοθέτηση της ατομικής ιδιοκτησίας11 και τις διαδικασίες πρωταρχικής συσσώρευσης12. Οι αγρότες των κοινών γαιών, οι commoners, που έχασαν τις κοινοτικές γαίες, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την ύπαιθρο και να εγκατασταθούν στα ανερχόμενα αστικά βιομηχανικά κέντρα και να εργαστούν υπό καθεστώς μισθωτής εργασίας.13 Η διαδικασία περίφραξης των κοινών γαιών επεκτάθηκε σταδιακά σε ολόκληρη την Ευρώπη και παράλληλα και στις υπόλοιπες ηπείρους. Οι διαδικασίες των περιφράξεων διαρκώς επεκτείνονται και σχετίζονται με τη μονιμότητα της πρωταρχικής συσσώρευσης, η οποία είναι αναγκαίο συστατικό του καπιταλισμού, ο οποίος συνεχώς αναπαράγεται μέσω παλαιότερων αλλά και νέων περιφράξεων.14

Κοινωνικοί αγώνες ενάντια στις περιφράξεις

Ωστόσο, οι διαδικασίες περίφραξης συναντούν αντιστάσεις και δυναμικά κοινωνικά κινήματα που, καθ’ όλη τη διάρκεια των τελευταίων αιώνων, αγωνίζονται για την πρόσβαση, τη χρήση, και το διαμοιρασμό των κοινών.15 Ειδικά τις τελευταίες δεκαετίες πληθαίνουν τα κοινωνικά κινήματα διαμαρτυρίας, διεκδίκησης,  και ανάκτησης των κοινών και εναντίωσης στις νέες αλλά και στις παλαιότερες περιφράξεις. Τα χαρακτηριστικά και οι μορφές των κινημάτων για τα κοινά ποικίλουν, ωστόσο στις περισσότερες περιπτώσεις σχετίζονται με το ίδιο το περιεχόμενο των κοινών. Ενδεικτικά ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά των κοινωνικών κινημάτων και αγώνων για τα κοινά είναι τα παρακάτω:

•  Στοχεύουν στη δημιουργία ή στην υπεράσπιση κοινοτικών κοινών δημιουργώντας αυτόνομες δημόσιες σφαίρες κομμουνιστικοποίησης και άμεσης δημοκρατίας έξω από το κράτος και κάθε μορφής ιδιοκτησία και βρίσκονται πολύ κοντά στην έννοια του ελευθεριακού κομμουνισμού.

•  Οι φορείς τους είναι οι commoners, οι οποίοι δεν αντιπροσωπεύονται πολιτικά από κομματικούς και γραφειοκρατικούς μηχανισμούς, ούτε διαπραγματεύονται ένα καλύτερο κράτος (σοσιαλδημοκρατία). Δεν πρόκειται για το λαό με την χομπσιανή έννοια αλλά τα κοινωνικά κινήματα για την υπεράσπιση των κοινών προσεγγίζουν περισσότερο τη σπινοζική έννοια του πλήθους (Virno 2002).16

•  Η συμμετοχή στους αγώνες για τα κοινά δεν προϋποθέτει την ύπαρξη επαναστατικού υποκείμενου. Αλλά όπως στους εργατικούς αγώνες η «τάξη συμβαίνει κατά τη διαδικασία των αγώνων» (Clever 2000), έτσι και η «τάξη» των commoners, των αγωνιζόμενων για τα κοινά, δημιουργείται κατά τη διάρκεια του κοινωνικού αγώνα.17 Πρόκειται για τις διανυσματικές διαδικασίες υποκειμενοποίησης, οι οποίες υπερβαίνουν τη συμπαγή, μονολιθική ιστορική περιοχή της χεγκελιανής παράδοσης του υποκειμένου και των ταυτοτικών αναλύσεων. Οι αγώνες για τα κοινά βασίζονται στους μετασχηματισμούς των κοινωνικών σχέσεων και πραγματοποιούνται από αντιταυτοτικά διανυσματικά κινήματα (Berardi 2006, Holloway 2007).

Ενεργειακές περιφράξεις, αγώνες και ενεργειακοί commoners

Για να κινηθεί και να λειτουργήσει ο καπιταλισμός απαιτεί ενέργεια, η οποία προέρχεται από ορυκτά καύσιμα18 (κάρβουνο, πετρέλαιο, φυσικό αέριο), νερό, ήλιο, πυρηνικά, βιομάζα και προϋποθέτει την περίφραξη εκτάσεων για την εξαγωγή των πρώτων υλών. Επιπλέον η εξόρυξη, επεξεργασία και διανομή απαιτεί περίφραξη εργατικής δύναμης, δηλαδή την απόσπαση των μέσων παραγωγής από τους εργάτες και την επιβολή της μισθωτής σχέσης. Οι διαδοχικές περιφράξεις έχουν ως αιτία τη διαρκή κρίση συσσώρευσης του καπιταλισμού19, η οποία ξεπερνιέται με επέκταση του κεφαλαίου σε νέες σφαίρες εκμετάλλευσης, επομένως ακολουθούν νέες διαδικασίες πρωταρχικής συσσώρευσης, οι οποίες συνεπάγονται νέες περιφράξεις. Χαρακτηριστικοί είναι τις τελευταίες δεκαετίες οι μετασχηματισμοί στο ενεργειακό μείγμα, όπως η έλευση των ΑΠΕ (ανανεώσιμων πηγών ενέργειας) οι οποίες αναζωογονούν τις διαδικασίες πρωταρχικής συσσώρευσης με τη δημιουργία νέων περιφράξεων, δηλαδή την απόσπαση των νέων ενεργειακών κοινών (ήλιος, αέρας, νερό, βιομάζα) από τις τοπικές κοινωνίες και τους ενεργειακούς εργάτες και την ανάδυση πράσινων μεγαλοτσιφλικάδων της ενέργειας.

Η καπιταλιστική εκμετάλλευση και καταλήστευση των ενεργειακών πόρων αναδεικνύει διαρκώς νέες εμπόλεμες σφαίρες κοινών. Καθ’ όλη τη διάρκεια των τελευταίων αιώνων ξεσπούν δυναμικοί κοινωνικοί, εργασιακοί και περιβαλλοντικοί αγώνες, ενάντια στην περίφραξη και διαχείριση των ενεργειακών κοινών. Οι αγώνες ενεργειακών εργατών καθώς και τοπικών κοινωνιών αποπεριφράσσουν και εμποδίζουν την αναπαραγωγή της καπιταλιστικής πρωταρχικής συσσώρευσης, οδηγώντας μέχρι και σε ενεργειακές κρίσεις. Χαρακτηριστικοί είναι οι ταξικοί και κοινωνικοί αγώνες κατά την ενεργειακή μετάβαση από την καύση του ξύλου στην καύση του άνθρακα στα μέσα του 19ου αιώνα και στη συνέχεια οι αγώνες κατά τη μετάβαση από τον άνθρακα στο πετρέλαιο, στις αρχές του 20ου αιώνα.20

Οι μετασχηματισμοί και οι αλλαγές στο ενεργειακό μοντέλο, οι οποίες εμφανίζονται –από οικονομίστικες προσεγγίσεις– να προκύπτουν από αμιγώς οικονομικές αιτίες όπως η εύρεση πιο φθηνών και ενεργειακά αποδοτικών πρώτων υλών, θεωρούμε ότι οφείλονται και συμβαίνουν στο πλαίσιο των ταξικών ανταγωνισμών (στην εργασία, στην ιδιοκτησία-διαχείριση της γης και αλλού). Παράλληλα, θεωρούμε ότι η φυγή του κεφαλαίου σε νέες σφαίρες ενεργειακής παραγωγής επηρεάζεται από την ταξική σύνθεση, την προλεταριακή εμπειρία και τους ταξικούς αγώνες των ενεργειακών εργατών που εμποδίζουν –και σε στιγμές όξυνσης του ταξικού ανταγωνισμού– μπλοκάρουν την ενεργειακή παραγωγή. Επίσης, χαρακτηριστικές είναι οι δεκαετίες ‘70-‘80 όταν τα αντιπυρηνικά κινήματα στη δυτική Ευρώπη και τις ΗΠΑ εμπόδισαν εν μέρει τη μετάβαση από το πετρέλαιο στην πυρηνική σχάση και άνοιξαν το δρόμο για τις ΑΠΕ. Ταυτόχρονα, την ίδια περίοδο, ξεσπούσαν και οι τελευταίοι μαχητικοί αγώνες των ανθρακωρύχων στη θατσερική Αγγλία, στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Παράλληλα με τους περιβαλλοντικούς και αντιπυρηνικούς αγώνες, από τη δεκαετία του ‘70 έως σήμερα, αναπτύσσονται αγώνες για την αποπερίφραξη του πετρελαίου από πετρελαϊκούς commoners, δηλαδή τοπικές κοινότητες και ενεργειακούς εργάτες εξόρυξης πετρελαίου από το Μαρόκο, τη Μέση Ανατολή το Δέλτα του Νίγηρα έως την Ινδονησία, το Μεξικό, το Εκουαδόρ, την Κολομβία, τη Βραζιλία (Caffentzis 2004).21 Τέλος, τις τελευταίες δυο δεκαετίες αναπτύσσονται τοπικοί αγώνες ενάντια στην εγκατάσταση αιολικών πάρκων και υδροηλεκτρικών φραγμάτων, από τον Καναδά και τη Δανία έως την Ινδία, την Κίνα και την Ιαπωνία καθώς και ενάντια στην αποψίλωση δασικών εκτάσεων για την καλλιέργεια ενεργειακών φυτών, όπως στη Βραζιλία.

Η έννοια των τοπικών αγώνων, όπως αυτή χρησιμοποιείται στο κείμενο, συμπεριλαμβάνει επίσης και τους αγώνες που αναδεικνύονται σε γενικότερες καταστάσεις περιβαλλοντικής υποβάθμισης. Παραδείγματα τέτοιων αγώνων έχουν να κάνουν με ζητήματα που άπτονται του ενεργειακού (όπως με τη ρύπανση των μονάδων σε Κοζάνη-Πτολεμαΐδα και τον αγώνα των κοινοτήτων του Αγ. Δημητρίου, της Ακρινής, κ.α.), συμπεριλαμβάνουν κοινωνικές αντιδράσεις σε αναπτυξιακά σχέδια (όπως στο Μαντούδι της Εύβοιας, τον αγώνα ενάντια στις επενδύσεις των μεταλλείων χρυσού στη Χαλκιδική, κ.α.) και επεκτείνονται γενικότερα σε αγώνες άρνησης της αποδοχής των αποβλήτων του καπιταλισμού (αγώνες ενάντια στα ΧΥΤΑ σε Κερατέα και Λευκίμμη). Κοινό στοιχείο αυτών των αγώνων είναι ότι έρχονται αντιμέτωποι με ζητήματα κοινωνικών ανισοτήτων και διαιρέσεων που είναι δομικά στοιχεία του καπιταλισμού. Σχέσεις ανισότητας οι οποίες, τόσο σε επίπεδο πόλης όσο και σε περιφερειακό και ευρύτερο επίπεδο, εμπεριέχουν ταξικούς διαχωρισμούς, βαθιά ριζωμένους στη λειτουργία του υπάρχοντος κοινωνικού συστήματος. Τέτοιες κινητοποιήσεις συχνά αναδεικνύουν χαρακτηριστικά αυτενέργειας αλλά επίσης έρχονται συχνά αντιμέτωπες, –από ένα σημείο και μετά– με τα όρια της μερικότητάς τους. Για εμάς, όλοι αυτοί οι αγώνες εμπεριέχουν το σπέρμα της άρνησης του υπάρχοντος και θεωρούμε ότι το μείγμα τους αποδεικνύει τις δυνατότητες των μαχητικών κοινοτήτων να εμποδίζουν τις διαδικασίες καπιταλιστικής πρωταρχικής συσσώρευσης και παράλληλα να δομούν σχέσεις αγώνα, συντροφικότητας και αυτονομίας.

Tι θέλουμε για το μέλλον

τι σκεφτόμαστε, τι φανταζόμαστε, τι προτείνουμε :

Στη Βολιβία, η εξέγερση σχετικά με την άνοδο των τιμών των καυσίμων αφήνει έκθετο τον οικοσοσιαλισμό του Έβο Μοράλες, ενώ στην Τυνησία, ανάμεσα σε αστυνομικά τμήματα, εφορίες και δικαστήρια, επίσης στόχους των εξεγερμένων αποτελούν εταιρίες που εμπορεύονται το αέριο. Η όξυνση του κοινωνικού ανταγωνισμού σε παγκόσμιο επίπεδο, η ανάδειξη περιβαλλοντικών-κοινωνικών ζητημάτων (όπως η κλιματική αλλαγή) και η φιλολογία της εξάντληση των φυσικών πόρων (όπως το peak oil) καθιστούν όλο και πιο σημαντική την αναγκαιότητα για μία ριζοσπαστική πολιτική οπτική των ζητημάτων της ενέργειας. Εμβαθύνοντας σε αυτό όλο και περισσότερο, τo ζήτημα που τίθεται είναι αυτό της ιδιοκτησίας, ελέγχου και πρόσβασης στην ενεργειακή παραγωγή και κατανάλωση. Ένα ζήτημα καθαρά πολιτικό.

Θεωρούμε ότι εισάγοντας το ενεργειακό ζήτημα στο τοπικό επίπεδο (στις γειτονιές των πόλεων όπου ζούμε, στις κοινότητες που θίγονται ή/και τρέφουν όνειρα για την πορεία της ενεργειακής ανάπτυξης, στους εργαζόμενους που ζουν και εργάζονται στις εγκαταστάσεις παραγωγής και διανομής της ενέργειας) κάνουμε ένα πολύ σημαντικό βήμα στη σύνδεση των τοπικών και ταξικών κοινοτήτων που υπάρχουν και δημιουργούνται μέσα στην κρίση νοήματος που διανύουμε. Ως προς αυτό, μερικές κατευθύνσεις που βρίσκουμε χρήσιμες είναι οι εξής:

•  Nα αμφισβητήσουμε το διαχωρισμό ενεργειακού παραγωγού και ενεργειακού καταναλωτή, προτάσσοντας την αντίληψη των ενεργειακών commoners. Ως ενεργειακούς commoners αντιλαμβανόμαστε την ταξική κοινότητα από αυτόνομους και ισότιμους παραγωγούς, διανομείς και χρήστες ενέργειας, η οποία παράγεται με αποκεντρωμένα κατανεμημένα δίκτυα, χωρίς εμπορική εκμετάλλευση και βασίζεται στην αμοιβαία αλληλεγγύη και συνεργασία. Οι ενεργειακοί commoners μέσα από αντιιεραρχικές δομές, δίκτυα και διαδικασίες αγώνα αποπεριφράσσουν τα ενεργειακά κοινά από την ιδιωτική ή κρατική εκμετάλλευση. Χαρακτηριστικές και ιδιαίτερα χρήσιμες είναι οι μέθοδοι ενεργειακής αυτομείωσης, απαλλοτρίωσης και επανοικειοποίησης των ενεργειακών κοινών.

•  Εμπνεόμαστε από το κίνημα της αυτονομίας των δεκαετιών του 70’ και 80’ στην Ιταλία και στην Γερμανία. Στην πρώτη περίπτωση, μέσα από την σύνδεση κινήσεων γειτονιάς και εργατικών συνδικάτων, οργανώθηκαν αυτομειώσεις λογαριασμών ρεύματος που πήραν μαζικές διαστάσεις. Στην δεύτερη περίπτωση, μέσα από την συμμετοχή στο αντιπυρηνικό κίνημα της εποχής, έλαβαν χώρα κινήσεις σαμποτάζ στη μεταφορά της ηλεκτρικής ενέργειας, γνωστές και ως «θάνατος των στύλων της ΔΕΗ»22 που αμφισβήτησαν έμπρακτα τις αλλαγές στον ενεργειακό τομέα και προκάλεσαν ακόμα και προσωρινή παύση της λειτουργίας μονάδων παραγωγής.

•  Προκρίνουμε την οργάνωση σε επίπεδο γειτονιάς για τη σύνδεση μεταξύ εργαζομένων, ανέργων, μεταναστών/τριών, φοιτητών/τριών, επισφαλών και «μαύρων» εργαζόμενων, με σκοπό την ανάπτυξη δομών αλληλεγγύης για την κάλυψη αναγκών και χρεών που προκύπτουν από τις ενεργειακές ανατιμήσεις (π.χ. απλήρωτοι λογαριασμοί της ΔΕΗ, ελλείψεις σε καύσιμα θέρμανσης ή/και μεταφορών),  δημιουργία δομών αντίθεσης σε ενδεχόμενα «κοψίματα» ηλεκτροδότησης, δομών διάχυσης πρακτικών επέμβασης στους μετρητές ενέργειας και τρόπων απαλλοτρίωσης του ηλεκτρικού ρεύματος. Την οργάνωση παρεμβάσεων-καταλήψεων σε υποσταθμούς και γραφεία ενεργειακών εταιριών (π.χ. ΔΕΗ, ΕΚΟ, ΕΛΠΕ) με σκοπό να πλήξουμε το καθεστώς «άβατου» που τις χαρακτηρίζει. Προκρίνουμε επίσης τη σύνδεση περιβαλλοντικών και ταξικών ζητημάτων, δηλαδή να θέσουμε ζητήματα για την αύξηση τιμολογίων της ΔΕΗ ειδικότερα σε περιοχές που γειτνιάζουν με υποσταθμούς (π.χ. περιοχή γύρω από τον υποσταθμό στην Αγίου Δημητρίου) ρυπαίνοντας με την ακτινοβολία τους ή/και αντίστοιχα να θέσουμε ζητήματα για την αύξηση τιμολογίων του πετρελαίου και της βενζίνης ειδικότερα σε περιοχές που γειτνιάζουν με διυλιστήρια (π.χ. Κορδελιό, Μενεμένη και Διαβατά με την ΕΚΟ) που βρίσκονται σε μία μόνιμη κατάσταση κινδύνου κάποιου ατυχήματος και φυσικά της ατμοσφαιρικής ρύπανσης.

•  Συμβάλλουμε στην κυκλοφορία των αγώνων που άπτονται των ζητημάτων της ενέργειας: πρακτικές αμεσότητας και αυτενέργειας μαχητικών κοινοτήτων (π.χ. Άγιος Δημήτριος και Ακρινή –μπλοκάρισμα των ιμάντων της τέφρας και κατ’ επέκταση της λειτουργίας της μονάδας), κοινωνικά αντανακλαστικά αλληλεγγύης (π.χ. Τσιγγάνοι στα Διαβατά), αγώνες ενεργειακών εργατών που λειτουργούν κριτικά στο γραφειοκρατικό συνδικαλισμό, αγώνες πληθυσμών σε διάφορα μέρη του κόσμου που βρίσκονται σε κατάσταση εξέγερσης. Στο επίπεδο του λόγου, κρίνουμε σημαντικό να εντάσσουμε κάθε ενεργειακή ανατίμηση στα πλαίσια του κοινωνικού ανταγωνισμού. Πιο συγκεκριμένα, όσον αφορά το ενδεχόμενο μεγάλων ξαφνικών ανατιμήσεων (π.χ. πετρέλαιο θέρμανσης), να ενθαρρύνουμε το κοινωνικό αντανακλαστικό εξεγερτικών αντιδράσεων.

•  Ξεσκεπάζουμε τους μύθους της πράσινης ανάπτυξης, απομυθοποιούμε τις λύσεις που προτείνει σε παγκόσμιο επίπεδο και την πράσινη μπίζνα σχετικά με τις ΑΠΕ (π.χ. επιδοτήσεις για φωτοβολταϊκά σε αγροτική γη). Ασκούμε κριτική στο διαχωρισμό κεντρικοποιημένων-αποκεντρωμένων μονάδων, εστιάζοντας στον εμπορευματικό τρόπο λειτουργίας και στην αλληλοσυμπληρωματική τους φύση στο πλαίσιο του καπιταλισμού. Απορρίπτουμε αριστερίστικες απλουστεύσεις του τύπου «φθηνή ενέργεια για όλο το λαό» εμβαθύνοντας στις δομικές ιεραρχίες που συνιστούν το ενεργειακό σύστημα. Θεωρούμε σημαντική την εστίαση στις συνθήκες αποδυνάμωσης τοπικών κοινοτήτων που λαμβάνουν χώρα στο πλαίσιο της μετάβασης από το «βρώμικο» ενεργειακό τομέα (π.χ. λιγνίτης) στον «καθαρό» (π.χ. φωτοβολταϊκά). Επίσης θεωρούμε σημαντική την κριτική σε αναλύσεις που εστιάζουν σε ποροκεντρικού τύπου ζητήματα χάνοντας τα κοινωνικά-ταξικά χαρακτηριστικά της ενεργειακής παραγωγής/διανομής/κατανάλωσης.

•  Παράλληλα, στο πλαίσιο της άρνησης της εργασίας, δηλαδή της καταστροφής της μισθωτής σχέσης των ενεργειακών εργατών, προκρίνουμε την αναζήτηση μεθόδων ενεργειακής αυτοοργάνωσης με μη εμπορευματικές δομές ομότιμης ενεργειακής παραγωγής. Οι ενεργειακοί commoners, δημιουργώντας αυτόνομες ενεργειακές ζώνες, τόσο σε μητροπολιτικό επίπεδο όσο και σε εξωαστικό περιβάλλον, θα είναι αυτοί οι οποίοι θα αποτελέσουν την κινηματική ενεργειακή κρίση του καπιταλισμού.

Δίπλα στην αυτοοργάνωση των ενεργειακών κοινών, στόχο θα πρέπει να αποτελεί και μια πιο συνολική τοποθέτηση των κοινωνικών commoners, η οποία θα συμπεριλαμβάνει τη δημιουργία αυτόνομων δομών αγώνα κοινωνικής αναπαραγωγής σε διευρυμένες σφαίρες κοινών όπως της στέγασης, της υγείας, της διατροφής, τις μεταφορές, της εκπαίδευσης, της ανατροφής παιδιών κ.α. Οι δομές αυτές αγώνα μας δίνουν τη δυνατότητα, υλικά και έμπρακτα, να αντιληφθούμε τη διαδικασία συνολικής επανοικειοποίησης των κοινών ως αναπόσπαστο κομμάτι της εξόδου από τον καπιταλισμό.

Βιβλιογραφία

Berardi, F. 2006. Το νόημα της αυτονομίας σήμερα, Θεσσαλονίκη: Black Out στο κοινωνικό εργοστάσιο, τα μάτια του πλήθους τ.4.

Bonefeld, W., 2001. The Permanence of Primitive Accumulation: Commodity Fetishism and Social Constitution, Commoner n. 2. [Το κείμενο είναι διαθέσιμο στη διεύθυνση http://www.commoner.org.uk/02bonefeld.pdf (17 Σεπτεμβρίου 2010)].

– 2009. Subverting the Present, Imagining the Future: Insurrection, Movement, Commons, Autonomedia.

– 2009. Primitive Accumulation and Capitalist Accumulation: Economic Categories and Social Constitution. [Το κείμενο είναι διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.socialsciences.manchester.ac.uk/disciplines/politics/research/hmrg/activities/documents/Bonefeld.pdf (17 Σεπτεμβρίου 2010)].

Bromley, D.W., 1991. Environment and Economy: Property Rights and Public Policy, Oxford: Blackwell Publishers

Caffentzis, G., 2004. A Tale of Two Conferences: Globalization, the Crisis of Neoliberalism and Question of the Commons. [Το κείμενο είναι διαθέσιμο στη διεύθυνση http://www.globaljusticecenter.org/papers/caffentzis.htm (4 Νοεμβρίου 2010)]

– 2004. ThePetroleumCommons, Local, Islamic and Global, Counterpunch [διαθέσιμο στο http://www.counterpunch.org/caffentzis12152004.html (19 Νοεμβρίου 2010)].

Clever, H., 2000. Reading Capital Politically, New York Semiotext(e).

De Angelis, M. and Stavrides 2010. On the Commons,  A Public Interview, e-flux j. 17 [διαθέσιμο στο http://www.e-flux.com/journal/view/150 (10 Σεπτεμβρίου 2010)].

Hardin G. 1968. The tragedy of the commons, Science, 162: 1243-1248.

Holloway, J., 2007. Τι είναι η επανάσταση; Ένα εκατομμύριο τσιμπήματα μέλισσας, ένα εκατομμύριο αξιοπρέπειες, Αθήνα: περιοδικό Αλάνα, [διαθέσιμο στο http://periodikoalana.blogspot.com/2007/02/blog-post_26.html (14 Σεπτεμβρίου 2010)].

MidnightNotes Collective and Friends, 2009. Promissory Notes: From Crises to Commons [διαθέσιμο στο http://www.midnightnotes.org/mnpublic.html και μεταφρασμένο στο http://rebelnet.gr/articles/view/Promissory-Notes–From-Crisis-to-Commons-1 (10 Σεπτεμβρίου 2010)].

Negri, T. 2009. Προς αναζήτηση της commonwealth, (μτφρ. Καλαμαράς Π.), Αθήνα: Ελευθεριακή Κουλτούρα.

Ostrom, E., 1990. Governing the Commons: The Evolution of Institutions for Collective Action (Political Economy of Institutions and Decisions). Cambridge University Press.

– 2002. Η διαχείριση των κοινών πόρων, (μτφρ. Άρχοντας Γ.), Αθήνα: Καστανιώτης

Παπανικολάου Γ., 2010. Η ομότιμη παραγωγή ενέργειας και οι κοινωνικές συγκρούσεις στην εποχή της «πράσινης ανάπτυξης», ιστολόγιο republic reimagine democracy.

Virno, P., 2002. Δεξιοτεχνία και Επανάσταση, (μτφρ. Καλαμαράς, Π.), Αθήνα: Ελευθεριακή Κουλτούρα.

1. Η λέξη «πόρος» είναι νοηματικά ιδιαίτερα φορτισμένη, καθώς είναι πλέον ενταγμένη στο λεξιλόγιο της πράσινης ανάπτυξης μαζί με άλλες λέξεις κλειδιά όπως «αειφορία», «αειφορική ανάπτυξη», «βιωσιμότητα» κ.ο.κ. Χρησιμοποιείται για να εντάξει το περιβάλλον : 1) στο πλαίσιο της καπιταλιστικής σχέσης (φυσικοί-ενεργειακοί πόροι), 2) στο πλαίσιο κυριαρχίας του έθνους κράτους (εθνικοί πόροι) και 3) γενικότερα στη σφαίρα της οικονομίας και των οικονομικών συναλλαγών (οικονομικοί πόροι). Η χρήση της λέξης «πόρος» δίπλα στην έννοια των κοινών (δηλαδή η φράση «κοινοί πόροι») θεωρούμε ότι δίνει μια επιχειρηματική- διαχειριστική διάσταση στην λέξη και έτσι βρίσκουμε εδώ ενδιαφέρον να παραθέσουμε μία ετυμολογική-φιλολογική παράθεση της έννοιας από το περιοδικό 3η Γενιά (Απόσπασμα από «μικρές ιστορίες των λέξεων και των σχέσεων», νο31 Οκτώβρης 2000):

«η αρχική σημασία της λέξης ήταν το φυσικό πέρασμα ενός ποταμού ή το στενό πέρασμα από μια θάλασσα σε άλλη. Ο πορθμός. Στη συνέχεια η λέξη μετακόμισε και στο ανθρώπινο σώμα με τους πόρους του δέρματος. Το μητρικό ρήμα ήταν το “περάω”. Από την ίδια ρίζα, αδέρφι του πόρου ήταν ο έμπορος, εκείνος που ερχόταν από μακριά, ήξερε τα περάσματα, μεταφέροντας τα εμπορεύματα. Της ίδιας ακριβώς καταγωγής είναι και η πείρα. Η εμπειρία και ο έμπορος, τότε που η δεύτερη λέξη δεν σήμαινε κυρίως τη συσσώρευση πλούτου αλλά μάλλον την περιπετειώδη και αβέβαιη μεταφορά αγαθών, είχαν στενή συγγένεια, γιατί μάθαινε κανείς (αποκτούσε δηλαδή πείρα) ασκούμενος στο να βρίσκει τα περάσματα… Απ’ αυτόν τον κλάδο νοημάτων του “περάω”, ο πόρος απέκτησε μια συμπληρωματική και μαζί μετατοπισμένη έννοια: έγινε τα μέσα για να ζει κανείς, δηλαδή οι οικονομικοί πόροι. Πορίζομαι σήμαινε “τη βγάζω“, δηλαδή βρίσκω λεφτά. Μ’ αυτή τη σημασία ο πόρος ήταν το αντίθετο της απορίας. Του να είναι κανείς τόσο φτωχός ώστε να “μην τη βγάζει“. Αυτή η απορία, η δηλωτική της έλλειψης χρημάτων, είναι τόσο συγγενής και μαζί τόσο διαφορετική από την άλλη απορία: την αμηχανία της αναπάντητης ερώτησης. Σ’ αυτή την τελευταία απορία δεν είναι τα χρήματα που λείπουν, αλλά πάλι τα περάσματα. Της σκέψης. Από το ίδιο σόι λέξεων και εννοιών είναι τέλος η πορεία. Το ταξίδι, χερσαίο ή θαλάσσιο, τότε που ταξίδι ήταν η αναζήτηση των διαδοχικών περασμάτων. Τότε που το “πορεία προς το νοτιά“ σήμαινε σημάδεμα του ορίζοντα και αναμέτρηση με το τυχαίο… Τώρα βέβαια που ελάχιστοι ταξιδεύουν (και που όλο και περισσότεροι απλά μεταφέρονται) πορεία σημαίνει μόνο τη διαδήλωση».

2. Νόμπελ Οικονομίας 2009 στην E. Ostrom για τις μελέτες της πάνω στο πώς μπορούν συνομοσπονδίες χρηστών να διαχειρίζονται την κοινή ιδιοκτησία.

3. (Bonefeld 2009, Caffentzis 2003, De Angelis 2003, Holloway 2006, Midnight Notes Collective and Friends 2009, Negri 2009)

4. Βασικό στοιχείο στην κατανόηση του ορισμού των κοινών είναι το ρήμα «to common, commoning» το οποίο περιγράφει την κοινωνική διαδικασία δημιουργίας και αναπαραγωγής των κοινών (De Angelis και Stavrides 2010).

5. «Αν η απόσπαση των μέσων παραγωγής και η συγκέντρωσή τους σε μια τάξη ιδιοκτητών υπήρξε η αναγκαία προϋπόθεση για τη δημιουργία της αγοράς εργασίας και την ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων εκμετάλλευσης, η επανένωσή των μέσων παραγωγής με τους ατομικούς παραγωγούς αποτελεί τη βασικότερη προϋπόθεση γένεσης της ομότιμης παραγωγής. Στην ομότιμη παραγωγή οι παραγωγικές διαδικασίες διενεργούνται οργανωμένες, συνήθως από κάτω προς τα πάνω και στηρίζονται στην ελεύθερη επιλογή των ατόμων-συντελεστών της παραγωγής να συνεργαστούν, χωρίς βασικό κίνητρο τη χρηματική αμοιβή, με τη βοήθεια κατανεμημένων δικτύων για την επίτευξη κοινών στόχων ή έργων. Καθώς το προϊόν της εργασίας τους δεν έχει ανταλλακτική αξία αλλά αξία χρήσης για μια κοινότητα χρηστών, χαρακτηρίζεται από την παραγωγή και διανομή του προϊόντος της εργασίας έξω από τη σφαίρα της αγοράς (μια μετακαπιταλστική μορφή οργάνωσης της παραγωγής)» (Παπανικολάου, 2010). Η ομότιμη παραγωγή δεν εξομοιώνεται με την συνεταιριστική παραγωγή καθώς δεν υπάρχει χρηματική ανταμοιβή και το αποτέλεσμα είναι ελεύθερο, με την έννοια ότι οποιοσδήποτε μπορεί να έχει πρόσβαση και να το χρησιμοποιήσει. Χαρακτηριστικά παραδείγματα ομότιμης παραγωγής είναι τα κοινά γνώσης (π.χ. Wikipedia), κοινά κώδικα (π.χ. ελεύθερο λογισμικό), κοινά σχεδίων (π.χ. ανοικτό hardware) (Bauwens, 2010). Αντιλαμβανόμαστε την  έννοια της ομότιμης παραγωγής ως ένα ακόμα πεδίο σύγκρουσης στη διαπάλη των ιδεών. Aπό μόνη της, δεν αποτελεί κεκτημένο του κοινωνικού ανταγωνισμού και συνιστά παράλληλα πεδίο αναφοράς για μεταρρυθμιστικές ενδοσυστημικές προτάσεις.

6. «Το κοινό είναι η άρνηση του δικού μου» (Negri 2009).

7. Η γέννηση των περιφράξεων προηγείται της ανάδυσης του καπιταλισμού, ωστόσο η καπιταλιστική πρωταρχική συσσώρευση αξιοποίησε, ενίσχυσε και μεγέθυνε τις περιφράξεις.

8. Σύμφωνα με την καπιταλιστική προσταγή θα μπορούσε να ειπωθεί ότι «το χρήμα είναι η παραγωγικότητα των κοινών» (Negri 2009).

9. Χαρακτηριστική περίπτωση ενσωμάτωσης των κοινών από τον καπιταλισμό, αποτελεί το χρηματιστήριο ρύπων μέσω του οποίου η τραγωδία των κλιματικών κοινών μετασχηματίζεται σε μπίζνα.

10. Χρησιμοποιούμε την έννοια του «Νεοκεϋνσιανισμού» για να προσδώσουμε το νόημα της εν δυνάμει ενσωμάτωσης της δημόσιας συζήτησης σχετικά με τα κοινά στην λογική του κρατικής-καπιταλιστικής διαχείρισης όπως είχε γίνει με τις εργατικές διεκδικήσεις στα μέσα του 20ου αιώνα.

11. Ο Ρουσσώ ήδη από τον 18ο αιώνα όρισε την ιδιοκτησία ως την οικειοποίηση των κοινών εκ μέρους ενός ατόμου και ο Προυντόν στις αρχές του 19ου αιώνα, στο έργο του περί ιδιοκτησίας, υποστήριξε τη θέση ότι η ιδιοκτησία είναι κλοπή.

12. Ο Μαρξ στον Πρώτο Τόμο του Κεφαλαίου περιγράφει την πρωταρχική συσσώρευση ως «μια ιστορία αίματος και φωτιάς», η οποία αποτέλεσε τη διαδικασία γέννησης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής στην Αγγλία:  «Η λεηλασία των εκκλησιαστικών κτημάτων, η καταχρηστική εκποίηση των κρατικών γαιών, η κλοπή της κοινοτικής ιδιοκτησίας, η σφετεριστική μετατροπή της φεουδαρχικής ιδιοκτησίας και της ιδιοκτησίας των κλαν σε σύγχρονη ατομική ιδιοκτησία, μετατροπή που έγινε με την πιο ανελέητη τρομοκρατία, όλα αυτά ήταν ισάριθμες ειδυλλιακές μέθοδοι της πρωταρχικής συσσώρευσης» (Μαρξ 2009).

13. «Για την ύπαρξη και επιβίωση του καπιταλισμού πρέπει να υπάρξει μια εργατική τάξη υπό εκμετάλλευση και βασική προϋπόθεση για να υπάρχει μια τέτοια εργατική τάξη είναι να διαχωριστούν οι εργάτες από τα μέσα παραγωγής και διαβίωσης» (Marx 1909) (Federici 2004, Caffentzis 1995).

«Όσο οι εργάτες έχουν την ικανότητα να ζουν με τη δικιά τους εργασία και να έχουν τον έλεγχο των μέσων επιβίωσης και κοινωνικής αναπαραγωγής, δε θα υπάρχει κίνητρο για να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη στους καπιταλίστες ώστε να δημιουργηθεί υπεραξία από αυτόν που κατέχει το κεφάλαιο» (Caffentzis 2004).

14. «Η πρωταρχική συσσώρευση είναι το θεμέλιο των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων. Η πρωταρχική συσσώρευση είναι μια μονίμως αναπαραγόμενη συσσώρευση. Είναι η συνθήκη και η προϋπόθεση της ύπαρξης του κεφαλαίου. Εν ολίγοις, η πρωταρχική συσσώρευση είναι μια συνεχώς αναπαραγόμενη συσσώρευση, είτε με όρους ανανεούμενου χωρισμού νέων πληθυσμών από τα μέσα παραγωγής και συντήρησης, είτε με όρους της αναπαραγωγής της μισθωτής σχέσης» (Bonefeld 2009).

15. Ενδεικτικά παραδείγματα εξεγέρσεων και αγώνων ενάντια σε περιφράξεις αποτελούν οι εξεγέρσεις χωρικών του ύστερου μεσαίωνα ενάντια στις περιφράξεις των κοινών γαιών και στις πρώτες διαδικασίες πρωταρχικής συσσώρευσης (εξεγέρσεις χωρικών, Χουσίτες, Θαβορίτες, Diggers, Levellers, Σκαρπινάτοι), οι επαναστάσεις και εξεγέρσεις στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα (π.χ. Παρισινή Κομμούνα 1871, συμβουλιακός κομμουνισμός στη Γερμανία, Μεξικανική επανάσταση, Ρωσία 1917, Ισπανία 1936, κ.α.), τα κινήματα αντιπραγματισμού και αυτομείωσης σε αγαθά και κοινωνικές υπηρεσίες στις ΗΠΑ τη δεκαετία του ’30, στην Ιταλία τη δεκαετία του ’70 και στην Αργεντινή τις δεκαετίες ’90 και ‘00, τα οικολογικά κινήματα και οι περιβαλλοντικοί αγώνες από τη δεκαετία του ‘60 έως σήμερα, τα κινήματα καταλήψεων κτιρίων (καταλήψεις στέγης και κοινωνικά, πολιτικά, πολιτιστικά κέντρα) στη δυτική Ευρώπη (δεκαετίες ‘70-’00), τα κινήματα ιθαγενών, ακτημόνων και αστικά κινήματα στην Λατινική Αμερική, την Αφρική, και την Ινδία, (δεκαετίες ‘80-’00), τις αστικές εξεγέρσεις (Λος Άντζελες 1965, 1992, Παρίσι 1968, 2005, Αθήνα 2008) τα Reclaim The Streets –κινήματα επανοικειοποίησης των δρόμων και των δημόσιων χώρων– στην Αγγλία, τις ΗΠΑ και την Ευρώπη, ενεργά κατά τις δεκαετίες ‘90-’00, τα κινήματα επισφαλών εργαζομένων (πρεκάριων) στην Ιταλία και γενικότερα στην Ευρώπη τη δεκαετία του 2000, τα οποία διεκδικούν ελεύθερη πρόσβαση σε διάφορα δικαιώματα (εγγυημένο εισόδημα, στέγαση, μεταφορές, τηλεπικοινωνίες, αγάπη), τα κοινωνικά κινήματα πόλης των τελευταίων δυο δεκαετιών για την υπεράσπιση του φυσικού περιβάλλοντος, των δημόσιων χώρων και εναντίωσης σε αστικές αναπλάσεις, εξευγενισμό των πόλεων (gentrification) και μεγάλα έργα υποδομής. Οι παραπάνω αγώνες και κινήματα δεν αποτελούν ενιαία γενεαλογία αγώνων ενάντια στις περιφράξεις ούτε διακρίνονται με βάση ταυτόσημα χαρακτηριστικά, ωστόσο είναι σημαντικοί για την κυκλοφορία των κινηματικών εμπειριών.

Επιπλέον, σύμφωνα με τον Caffentzis, η σφαίρα των κινημάτων ενάντια στις περιφράξεις διευρύνεται σημαντικά εάν αντιληφθούμε τους πολέμους για τον έλεγχο κοινών πόρων που διεξάγονται τα τελευταία 30 χρόνια και σκόπιμα μετονομάζονται σε πολέμους ναρκωτικών, φυλετικούς και εθνοτικούς. Στις Άνδεις και στην Κεντρική Αμερική τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες διεξάγεται ένας διαρκής ένοπλος αγώνας των ιθαγενών για τον έλεγχο της γης (σκόπιμα μετονομάζεται σε πόλεμος ναρκωτικών), στην Νότια Αφρική οι μάχες για τον κοινοτικό έλεγχο της γης μετονομάζονται σε φυλετικό πόλεμο ενάντια στο απαρτχάιντ, οι ένοπλοι αγώνες στην Δυτική Αφρική ενάντια στην περίφραξη των κοινών γαιών από κράτη, πετρελαϊκές εταιρίες και αναπτυξιακές τράπεζες μετονομάζονται σε φυλετικούς πολέμους, επίσης από το Αφγανιστάν μέχρι την Ινδία, τη Σρι Λάνκα, τις Φιλιππίνες και την Ινδονησία οι προλετάριοι παίρνουν τα όπλα και μάχονται ενάντια στις νέες περιφράξεις (Caffentzis 2004).

16. Ο λαός σύμφωνα με τον Χομπς «είναι κάτι σαν το Ένα, που έχει μια βούληση και στον οποίο μπορεί να αποδοθεί μια βούληση. Ο λαός βασιλεύει σε κάθε Κράτος». Ο λαός οργανώνεται με αντιπροσώπους-κόμματα, υπακούει στους νόμους και συνάπτει κοινωνικά συμβόλαια. Αντιθέτως το πλήθος, σύμφωνα με τον Σπινόζα, αποφεύγει την πολιτική ενότητα, περιφρονεί την υπακοή, δεν φτάνει ποτέ στην κατάσταση του δικαιικού προσώπου και συνεπώς δεν μπορεί να δώσει υποσχέσεις, να συνάψει συμφωνίες, να αποκτήσει και να μεταφέρει δικαιώματα. Είναι αντικρατικό, «οι πολίτες, όταν εξεγείρονται εναντίον του Κράτους, συγκροτούν το Πλήθος εναντίον του Λαού» (Virno, 2002).

17. «Τα κοινά δεν μπορούν να διεκδικηθούν, αλλά μπορούν μόνο να κατασκευαστούν και να συγκροτηθούν μέσα από τις διαδικασίες του commoning. Αυτές οι διαδικασίες πρέπει να ξεπεράσουν τις σημερινές υλικές διαιρέσεις μέσα στην “εργατική τάξη”, στο “προλεταριάτο” ή στο “πλήθος”» (De Angelis, M. and Stavrides 2010).

18. To 2007 εκτιμάται πως σε παγκόσμιο επίπεδο η κατανομή της ενεργειακής παραγωγής ήταν: 36% πετρέλαιο, 27,4% κάρβουνο, 23% φυσικό αέριο, 8,5% πυρηνική, 6,3% υδροηλεκτρική και 0,9% από τις υπόλοιπες ανανεώσιμες πηγές (γεωθερμική, ηλιακή, αιολική, κύματα κ.α.).

19. Σύμφωνα με τη Ρόζα Λούξεμπουργκ και το ρεύμα των αυτόνομων μαρξιστών, η πρωταρχική συσσώρευση είναι χαρακτηριστικό του κρισιακού χαρακτήρα της καπιταλιστικής συσσώρευσης (Bonefeld 2009).

20. Οι αγώνες των εργατών κοπής ξύλου, οι οποίοι συνδέονται με τους συνολικότερους αγώνες των κατοίκων της υπαίθρου στην Αγγλία τον 17ο και 18ο αιώνα ενάντια στις περιφράξεις των κοινοτικών κοινών γαιών (βοσκοτόπια, δάση), σε συνδυασμό με την αποψίλωση των δασών στο νησί της Μεγάλης Βρετανίας, εξανάγκασε την ανερχόμενη βιομηχανική τάξη σε αναζήτηση νέων ενεργειακών πηγών (κυρίως στο λιγνίτη, ο οποίος και υπήρχε σε αφθονία στο αγγλικό υπέδαφος) και κατ’ επέκταση στην ανάδυση του ατμοκίνητου καπιταλισμού. Αντίστοιχα οι δυναμικοί αγώνες των ανθρακωρύχων σε ΗΠΑ και Ευρώπη στα τέλη του 19ου έως και τα μέσα του 20ου αιώνα, έθεταν εμπόδια και μπλοκάριζαν την καπιταλιστική μηχανή γι’ αυτό και αναζητήθηκαν ενεργειακές διέξοδοι στο πετρέλαιο.

21. Σύμφωνα με τον Caffentzis (2004) πάνω από το 70% του πλανητικού πετρελαίου διεκδικείται ως κοινή ιδιοκτησία.

22. Πηγή: Δυτική Γερμανία 1967-1987: 20 χρόνια ριζοσπαστικών αγώνων: Μία κριτική ματιά στο φοιτητικό κίνημα, τις άγριες απεργίες, το αντάρτικο πόλης, τις μαζικές συγκρούσεις, Θεσσαλονίκη 2010.

 

Advertisements

Written by factoryfanet

Ιουνίου 14, 2011 στις 3:36 μμ

Ένα Σχόλιο

Subscribe to comments with RSS.

  1. Σίγουρα υπάρχουν συμφέροντα πίσω από την πράσινη ανάπτυξη, αλλά ρε παιδιά εγώ πιστεύω πως τα φωτοβολταικα panel αν χρησιμοποιηθούν με σωστό τρόπο θα είναι μια καλή εναλλακτική….

    amugdalia

    Μαρτίου 15, 2012 at 1:28 μμ


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: