Factory

επιθεώρηση για τους μητροπολιτικούς ανταγωνισμούς

Archive for the ‘ενέργεια’ Category

Εργασιακή – Ενεργειακή Κρίση, γιατί συμβαίνει αυτό που συμβαίνει

with one comment

Ο τομέας της ενέργειας αλλάζει με δραματικούς ρυθμούς τα τελευταία χρόνια σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι σκόρπιες ειδήσεις που ακούμε για επανεμφάνιση της πυρηνικής ενέργειας, για το τέλος του πετρελαίου, καθώς και για καινούργια φρούτα όπως τα βιοκαύσιμα, τα φωτοβολταϊκά στις ταράτσες και άλλα τέτοια, είναι στοιχεία αυτών των αλλαγών. Οι αλλαγές αυτές, όντας συγκεχυμένες και αποκομμένες από τη ζωή μας, συνιστούν μία θολή και ακατανόητη εικόνα που αρχικά μοιάζει με ένα χάος. Πίσω όμως από αυτό το χάος υπάρχουν συγκεκριμένες διαδικασίες οι οποίες λαμβάνουν χώρα από τις οποίες, αν αφαιρεθούν τα πέπλα της κυρίαρχης προπαγάνδας (δες «πράσινη ανάπτυξη») καθώς και τα ιδεολογήματα του ατομικισμού και της παραίτησης, φανερώνονται πιο καθαρά η αρχή, η μέση και το τέλος τους. Μιλάμε για την αρχή, την μέση και το τέλος μίας διαδικασίας που μας αφορά και μας επηρεάζει, καθώς είναι μέρος της βασικής αυτής έννοιας του κοινωνικού ανταγωνισμού που καθορίζει την πορεία της κρίσης1 του καπιταλιστικού συστήματος την οποία βιώνουμε.

Ο ενεργειακός τομέας αλλάζει μαζί με το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα του οποίου αποτελεί μέρος. Οι παράγοντες που το επηρεάζουν είναι πολλαπλοί, πολιτικοί, οικονομικοί, κοινωνικοί, και αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Για να γίνουμε λίγο περισσότερο συγκεκριμένοι σε κάτι που θα αναλύσουμε με μεγαλύτερη λεπτομέρεια παρακάτω, θα προσθέσουμε εδώ ότι για εμάς ο ενεργειακός τομέας επηρεάζει και επηρεάζεται από ένα συνδυασμό παραγόντων αλληλεπίδρασης α) στις εργασιακές σχέσεις και στις ανάγκες που αυτές θέτουν (π.χ. η επισφαλειοποίηση των ζωών μας, ο έλεγχος της μετανάστευσης), β) στις περιφράξεις των φυσικών πόρων και στις σχετικές πολιτικές καταλήστευσης που εφαρμόζονται από την κυριαρχία (π.χ. οι νέες περιφράξεις στον αέρα και στον ήλιο, το land grabbing2) και γ) στα οικολογικά όρια του πλανήτη (κλιματική αλλαγή, εξάντληση φυσικών πόρων). Όλες αυτές οι ιστορικές αλλαγές θεωρούμε ότι συμβαίνουν σε πραγματικό χρόνο και χώρο και ότι το αποτέλεσμά τους είναι αβέβαιο: θα κριθεί από την ποιοτική έκβαση των αγώνων που αναδύονται και θα αναδυθούν. Καταρχάς, πρόθεσή μας είναι να τοποθετήσουμε στο επίκεντρο της συζήτησης που θα ακολουθήσει τους κοινωνικούς-περιβαλλοντικούς αγώνες. Για να γίνει όμως αυτό είναι σκόπιμο να αντιπαρατεθούμε με δύο βασικά ψέματα που λειτουργούν ως εργαλεία αποπροσανατολισμού από την πλευρά της κυριαρχίας. Αυτά είναι 1) ο αποκαλυπτισμός και 2) η πράσινη ανάπτυξη.

Kριτική στον αποκαλυπτικισμό

Ο αποκαλυπτισμός είναι μία τάση της εποχής, η οποία κοινωνικά ευδοκιμεί και προωθείται τόσο από μία πλευρά του οικολογικού κινήματος όσο και από μια μερίδα των τεχνοκρατών-απολογητών του συστήματος που αναζητούν τεχνολογικές λύσεις στην παρούσα κρίση. Ο αποκαλυπτισμός χαρακτηρίζεται από μία νοοτροπία που βλέπει την οικολογική καταστροφή σαν έναν «εξωτερικό παράγοντα» που ως «η φύση που εκδικείται» θα έρθει να σαρώσει την ανθρωπότητα (και ίσως τον καπιταλισμό μαζί ως δια μαγείας!).3 Η τάση αυτή εκφράζεται μέσα από κινδυνολογικά σενάρια που τονίζουν ότι «το τέλος πλησιάζει», «το πετρέλαιο τελειώνει», «οι κλιματικοί πρόσφυγες4 θα μας κατακλύσουν» και δίνουν το στίγμα ότι κάτι αλλάζει αλλά δεν μπορούν να αναγνώσουν τι είναι αυτό που συμβαίνει. Χάνουν έτσι τις κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις του ζητήματος και επαφύονται στις λύσεις που δίνει η αδιαμφισβήτητη αλήθεια της «αντικειμενικής» επιστήμης. Η αποδοχή του επιστημονισμού, όμως, είναι ένα βήμα πριν από την αποδοχή των επιταγών της κυριαρχίας, η οποία, αφού αυθαίρετα ορθολογικοποιεί, μετά κατασκευάζει τα σενάρια που χωρούν στην αλήθεια της. Παράλληλα δεν πρέπει να ξεχνάμε ένα επιπλέον στοιχείο που συμβαδίζει με τον αποκαλυπτισμό, είναι αυτό της κατασκευή της σπάνης. Σύμφωνα με τον Caffentzis (2010), κατά την ιστορία του καπιταλισμού έχουν κατασκευαστεί χιλιάδες καταστάσεις σπάνης με σκοπό την αναδιάρθρωση της εργασίας και την επίτευξη του κέρδους.

Ειδικότερα στην περίπτωση της εξάντλησης του πετρελαίου, αφθονούν τα σενάρια του λεγόμενου peak oil5 τα οποία, βασιζόμενα στην υπέρτατη αλήθεια των μαθηματικών της καμπύλης Χάμπερτ6, προσπαθούν να προβλέψουν αν το τέλος του πετρελαίου θα φτάσει το 2012, το 2020 ή το 2050. Αυτά τα σενάρια αφήνουν εντελώς απ’ έξω την κοινωνία και την αντιμετωπίζουν στην καλύτερη περίπτωση ως ένα παθητικό καταναλωτή. Σύμφωνα με τη λογική τους, η φύση και οι πόροι της φαίνεται να είναι ξεχωριστοί και αποκομμένοι από το κεφάλαιο. Είναι απλά πρώτες ύλες. Όλες αυτές οι καμπύλες εξάντλησης που αφορούν π.χ. το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, μοιάζουν σα να καταβροχθίζονται από μία μαύρη τρύπα. Αδυνατούν να καταλάβουν ότι για το καπιταλιστικό σύστημα η φύση ως φύση δεν υπάρχει. Η φύση για τον καπιταλισμό είναι επίσης ένα εμπόρευμα και δεν μπορεί να υπάρξει στα πλαίσια του ούτε σταγόνα πετρελαίου ή φυσικού αερίου ούτε φωτόνιο που να μην πάρει τη μορφή εμπορεύματος (Μidnight Notes 1980). Αυτή η πραγματικότητα, η πραγματικότητα του εμπορεύματος, είναι που η τάση του αποκαλυπτισμού, είτε στην οικολογική είτε στην τεχνοκρατική μορφή της, δεν μπορεί να δει ως μέρος της καπιταλιστικής πραγματικότητας.

Αντίθετα, αυτό που βλέπουμε εμείς είναι ότι όσο αναπτύσσεται και αλλάζει ο ενεργειακός τομέας τόσο εντείνονται αγώνες που αφορούν τη μορφή που θα πάρει. Τέτοιοι αγώνες (ή υπόγειες κοινωνικές διαδικασίες) μπορεί να είναι δίπλα μας, στα λιγνιτορυχεία της Κοζάνης και της Πτολεμαϊδας, στους τοπικούς αγώνες στην Κέρκυρα και στην Κρήτη σε σχέση με τα αιολικά πάρκα, ή πολύ πιο μακριά, στο λεγόμενο «Τρίτο Κόσμο», στους αγώνες κοινοτήτων για την οικειοποίηση της γης τους ενάντια σε επενδύσεις αγροκαυσίμων. Όλες αυτές οι διαδικασίες και πολλές πολλές ακόμα είναι που επηρεάζουν τη δημιουργία του κεφαλαίου.7

Ορίζοντας την εργασιακή-ενεργειακή κρίση

Στην πορεία της ιστορίας διάφορες ενεργειακές πηγές έχουν χρησιμοποιηθεί κατά περιόδους σε συνδυασμούς η μία με την άλλη. Έχουν να κάνουν με το λίπος της φάλαινας, την ξυλεία, το λιγνίτη, τα πυρηνικά, τον άνεμο, τον ήλιο, το φυσικό αέριο, τα βιοκαύσιμα, τα υδροηλεκτρικά και την κοπριά ζώων. Κάθε τομέας έχει μία συγκεκριμένη εργασιακή διαίρεση και απαιτεί μία συγκεκριμένη τεχνολογία για τη μετατροπή του εκάστοτε καυσίμου σε χρησιμοποιούμενη μορφή, για παράδειγμα για κινητική δύναμη, θερμότητα, φως, κ.τ.λ. Παραδείγματα αποτελούν το πετρέλαιο  και η μηχανή εσωτερικής καύσης ή το κάρβουνο και η θερμοηλεκτρική μονάδα. Επίσης, η ενέργεια μπορεί λιγότερο ή περισσότερο να χρησιμοποιηθεί ως εμπόρευμα στα πλαίσια της κοινωνικής αναπαραγωγής (παραγωγή αγαθών, πώληση και δημιουργία υπεραξίας, επέκταση αγορών, έλεγχος-αναπαραγωγή-αναπλήρωση του εργατικού δυναμικού). (Αbramsky 2010).

Το ενεργειακό ζήτημα θεωρούμε ότι είναι κομβικό στην εξέλιξη του κοινωνικού ανταγωνισμού καθώς:

1.  συνδέεται με θέματα κοινωνικής αναπαραγωγής (θέρμανση, προετοιμασία τροφής, φωτισμός, μετακίνηση, οικιακές ανάγκες),

2.  παίζει σημαντικό ρόλο στη διαδικασία της κατανάλωσης και αποτελεί εργαλείο αντικατάστασης του εργατικού δυναμικού (μηχανοποίηση, τεχνητός φωτισμός, μεταφορά εμπορευμάτων) και

3.  συνδέεται με ζητήματα της αναπτυξιακής διαδικασίας και τοπικών εργατικών και περιβαλλοντικών αγώνων που αναδύονται, αφορά σχέσεις εξουσίας όσον αφορά στη διαχείριση της γης των ενεργειακών κοινών (απαλλοτριώσεις, ανάπτυξη της βιομηχανίας των ΑΠΕ, περιβαλλοντική υποβάθμιση σε περιοχές εξόρυξης φυσικών πόρων κ.α.).

Συνεχίζοντας στη λογική που αναπτύξαμε παραπάνω με την κριτική στην τάση του αποκαλυπτισμού, γίνεται πλέον φανερό ότι για εμάς το ενεργειακό πρόβλημα είναι ένα πρόβλημα του κεφαλαίου και όχι ένα πρόβλημα της «φύσης» ή «της φύσης και του ανθρώπου». Θεωρούμε ότι η αληθινή κρίση των τελευταίων δεκαετιών που αντιμετωπίζει το κεφάλαιο από τη δεκαετια του ’60 και μετά έχει να κάνει με διαδικασίες δημιουργίας αρνήσεων του κυρίαρχου κόσμου κοινωνικών σχέσεων. Αυτές οι διαδικασίες εκφράζονται μέσα από δίκτυα κοινωνικής οργάνωσης που αλληλεπιδρούν, διαδικασίες αγώνα, συμπεριφορές απειθαρχίας (π.χ. κοπάνες από το μαζικό εργοστάσιο, σαμποτάζ, μειωμένη εργασιακή ηθική), από νέα ριζοσπαστικά συλλογικά υποκείμενα (το γυναικείο κίνημα, το οικολογικό, οι υποκουλτούρες, το κίνημα των μαύρων), τη γέννηση της αυτονομίας, την άρνηση της εργασίας8 και την αχρήστευση των νοημάτων εκσυγχρονισμού του καπιταλισμού με τις τότε κεϋνσιανές ρυθμίσεις από την κριτική των επαναστατικών κινημάτων. (Factory 2010).

Όλες αυτές οι μορφές της άρνησης δημιουργούν άμεσα την κρίση πειθάρχησης που βιώνεται από τα αφεντικά ως κρίση κερδοφορίας και προκαλούν την επερχόμενη «ενεργειακή κρίση» για την αποκατάστασή της. Μία κρίση η οποία στις διαδρομές από τη χειροκίνητη εργασία και τη δύναμη των ζώων στην ξυλεία και το λιγνίτη, από το λιγνίτη στο πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, αλλά και στις ΑΠΕ, στα πυρηνικά, στο υδρογόνο και στους υβριδικούς συνδυασμούς του, προσπαθεί να εκμεταλλευτεί με τον καταλληλότερο τρόπο το εργατικό δυναμικό και τις μηχανές (δηλαδή τη συμπυκνωμένη εργασιακή δύναμη που το συμπληρώνει) και, ξεπερνώντας τα όρια που τίθενται, να διατηρήσει την αέναη μεγέθυνση του συστήματος. Αυτή την κρίση θα ήταν πιο ταιριαστό να την ονομάσουμε «κρίση της εργασίας» ή ακόμα καλύτερα εργασιακή/ενεργειακή κρίση.

Στο πλαίσιο αυτής της κρίσης να έχουμε κατά νου ότι σε μία μελλοντική πραγματικότητα όπου οι ενεργειακοί πόροι γίνονται περισσότερο «ακριβοί» (από κοινωνική, οικονομική, οικολογική, πολιτική άποψη) κράτος και κεφάλαιο αναμένεται να αποκριθούν κάνοντας πιο «φθηνή» την εργασία, υποτιμώντας και ελαστικοποιώντας την ακόμα περισσότερο (Αbramsky 2010). Έτσι, από εδώ και στο εξής για εμάς υπάρχουν βασικά κοινωνικά ερωτήματα-αγώνες που αποτελούν μέρος του όποιου peak oil που αφορούν το:

•  πώς, πού και από ποιόν παράγεται υπεραξία στον ενεργειακό τομέα

•   πώς, πού και από ποιόν διανέμεται αυτή η υπεραξία αφού έχει παραχθεί

•   γιατί παράγεται η ενέργεια εξ’αρχής.

Μέσα από τέτοια ερωτήματα και περνώντας ανάμεσα από διαδρόμους ενδοκαπιταλιστικών συγκρούσεων (που εμπλέκουν δηλαδή κρατικά, γεωπολιτικά και εταιρικά συμφέροντα) και κοινωνικών διαιρέσεων (που αφορούν διαιρέσεις στα πλαίσια της εργατικής τάξης ή/και κοινοτήτων), θα προσπαθήσουμε προχωρώντας στο κείμενο να φτάσουμε στο εδώ και στο τώρα.  Πρώτα όμως θα πρέπει να ξεσκεπάσουμε ένα ακόμα πέπλο που μας εμποδίζει να εμβαθύνουμε στις κοινωνικές διεργασίες και τίθεται ως εναλλακτική λύση στο αδιέξοδο του καπιταλιστικού συστήματος. Αυτό της πράσινης ανάπτυξης.

Πως η πράσινη ανάπτυξη αναπαράγει την εργασιακή/ ενεργειακή κρίση

Η πράσινη ανάπτυξη είναι μία από τις λύσεις στην οποία ποντάρει ο καπιταλισμός για να κερδίσει χρόνο και χρήμα ώστε να βγει από την κρίση του, τόσο σε ιδεολογικό επίπεδο όσο και σε υλικό. Το ιδεολογικό (δηλαδή οι ιδέες, οι αξίες, κ.λ.π.) δεν μπορεί να διαχωριστεί από το υλικό (οι υλικές υποδομές, το πού πάνε τα χρήματα, οι επενδύσεις, κ.λ.π.), παρόλα αυτά για τους σκοπούς του κειμένου θα τα αντιμετωπίσουμε για λίγο ξεχωριστά.

Σε ιδεολογικό επίπεδο, λοιπόν, θεωρούμε ότι η ιστορία του καπιταλισμού είναι ουσιαστικά μία ιστορία ενσωμάτωσης ιδέών και αξιών που προήλθαν από την ανταγωνιστική κοινωνική δημιουργικότητα. Κάποια παραδείγματα ενσωμάτωσης, όσον αφορά στην εργασία και στο εργατικό κίνημα, αποτελούν ο αγώνας για το 8ωρο και η κοινωνική υπηρεσία των συντάξεων, η οποία προήλθε από την κρατικοποίηση των εργατικών ταμείων των συνδικάτων στις αρχές του αιώνα. Όσον αφορά τις πράσινες τεχνολογίες και το οικολογικό κίνημα, η ανάπτυξη των ΑΠΕ είναι αναμφισβήτητα μία τέτοια ιστορία. Από τη δεκαετία του ’70, οι πρώτες πρωτοπόρες πρωτοβουλίες ανάπτυξης των ΑΠΕ έδιναν έντονη έμφαση στην έννοια του τοπικού και συνεργατικού ελέγχου. Αυτές συμπεριέλαβαν συνεργατικές κολλεκτίβες ανεμογεννητριών και δημοτικής ιδιοκτησίας υβριδικές θερμοδυναμικές (power and heat) μονάδες παραγωγής ενέργειας στη Δανία9, ενεργειακά προγράμματα πολιτών στη Γερμανία (συμπεριλαμβανομένων συνεταιρισμών γυναικών και συνεργατικών συλλογικοτήτων που αγόραζαν τοπικά ηλεκτρικά δίκτυα), ένα εργοστάσιο παραγωγής ανεμογεννητριών εργατικού ελέγχου στην Ισπανία (Modragon) κ.α. (Αbramsky)

Τέτοιες πρωτοβουλίες υπήρξαν στις χώρες του Βορρά, παρόλα αυτά έχουν υπάρξει και σχετικά παραδείγματα στο Νότο σε χώρες όπως το Νεπάλ (μικρά υδροηλεκτρικά φράγματα), στην Αργεντινή (ανεμογεννήτριες) και στην Ινδία (σε σχέση με το βιοαέριο σε κοινοτικό επίπεδο). Οι προσπάθειες, όμως, αυτές αργά ή γρήγορα υπονομεύτηκαν από την παρέμβαση ιδιωτών επενδυτών, εταιρειών και συμφωνιών ελεύθερου εμπορίου. Όπως τότε, έτσι και σήμερα το ερώτημα της ιδιοκτησίας και του ελέγχου των περιοχών πλούσιων σε ΑΠΕ επανέρχεται περισσότερο επίκαιρο από ποτέ άλλοτε, καθώς οι απαντήσεις που θα δοθούν θα καθορίσουν την ανάπτυξη του σχετικού ενεργειακού τομέα σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο.

Σε υλικό επίπεδο το κεφάλαιο επιδιώκει να ανοίξει καινούριες αγορές (οικολογικά προϊόντα, πράσινες θέσεις εργασίας, εναλλακτικός τουρισμός κ.α.) και να χρησιμοποιήσει τα περιβαλλοντικά προβλήματα ως ζητήματα που λύνονται μέσω της αγοράς (π.χ. εμπόριο ρύπων) και της πράσινης τεχνολογίας (τεχνικές αντιρρύπανσης, ΑΠΕ κ.α.). Είναι ένα ερώτημα πόσο μακριά μπορεί να φτάσει η κερδοφορία του κεφαλαίου μέσω μίας τέτοιου είδους στρατηγικής. Η στρατηγική του πράσινου καπιταλισμού είναι μία στρατηγική η οποία εφαρμόζει νέες περιφράξεις και επιδιώκει να πραγματώσει νέους κύκλους συσσώρευσης, μικρούς ή μεγάλους.10 Ιδιαίτερα μετά την αποτυχία της Διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή (COP15) που πραγματοποιήθηκε στην Κοπεγχάγη το Δεκέμβριο του 2009, υπάρχει μία όλο και μεγαλύτερη συνειδητοποίηση σε κοινωνικό επίπεδο ότι οι λύσεις στο πλαίσιο του καπιταλισμού είναι «ψεύτικες λύσεις». Πολλά είναι τα παραδείγματα για το πώς οι «πράσινες καπιταλιστικές» μορφές των περιφράξεων, μετατοπίσεων πληθυσμών, εκμετάλλευσης και αποικιοποίησης γίνονται εργαλεία συσσώρευσης.

Ένα από τα πιο χτυπητά παραδείγματα το οποίο αναδεικνύεται σε «λύση» της κλιματικής αλλαγής είναι τα αγροκαύσιμα. Για τους σκοπούς αυτού του κειμένου θα περιοριστούμε να σημειώσουμε το προφανές γεγονός ότι η ανάπτυξη του τομέα των αγροκαυσίμων βασίζεται στην εκμετάλλευση ημιδουλικών συνθηκών εργασίας και σε μετατοπίσεις κοινοτήτων στις χώρες του Νότου11  ώστε η κυριαρχία να διαφημίζει την «οικολογική» εξέλιξη του βιοντίζελ και κάποια κοινωνικά κομμάτια των χωρών του Βορρά να συνεχίζουν το αναπτυξιακό τους όνειρο.

Ένα άλλο παράδειγμα είναι το εμπόριο ρύπων. Η έννοια του εμπορίου ρύπων συνοψίζεται στο εξής σχήμα: αν μια βιομηχανική χώρα ή μια βιομηχανία σε μια χώρα έχει εκπέμψει σ’ ένα χρονικό διάστημα περισσότερους ρύπους απ’ αυτούς που προβλέπονταν, τότε μπορεί να αγοράσει από μια άλλη χώρα ή βιομηχανική μονάδα, η οποία έχει επιτύχει μεγαλύτερη μείωση από την προβλεπόμενη, «δικαιώματα» ρύπων ώστε να είναι εντός των ορίων. Έτσι, η βιομηχανία που δεν μπορεί να πληρώσει αναγκαστικά είτε κλείνει ή αναδιαρθρώνεται! Για μία αναδιάρθρωση δε γίνονται όλα; Και επιπλέον τι ωραίος τρόπος για να δικαιολογήσεις την απόλυση μερικών εργαζομένων! Και ηθικά σωστός, ειδικά αν τους κατευθύνεις προς μία πράσινης μορφής επιχειρηματικότητα! Όπως θα δούμε και στο επόμενο κείμενο, η άνοδος των τιμολογίων του ρεύματος της ΔΕΗ και οι εξελίξεις στην αναδιοργάνωση των εργασιακών σχέσεων μέσα στην ενεργειακή βιομηχανία του ελλαδικού χώρου θα καθοριστούν σημαντικά από την εφαρμογή των ρυθμίσεων εμπορίου ρύπων.

Τέλος, η ανάπτυξη της βιομηχανίας των ΑΠΕ γίνεται σαφέστατα σύμφωνα με το σχήμα πατεντών και εμπορικών δικαιωμάτων εφαρμογής τεχνολογίας της καπιταλιστικής ιεραρχίας. Αν πάρουμε το παράδειγμα των μονάδων αιολικής ενέργειας, οι οποίες αποτελούν μονάδες εφαρμόσιμες σε κάθε σημείο του πλανήτη όπου υπάρχει επαρκής παροχή ανέμου, θα δούμε ότι διαμορφώνεται μία ανισορροπία12 στην κατοχή δικαιωμάτων και τεχνογνωσίας κατασκευής ανεμογεννητριών σε σύγκριση με τις χώρες που στο μέλλον θα αναγκαστούν να εισάγουν αυτή την τεχνολογία και να αγοράσουν άδειες χρήσης. Η άλλη πλευρά του νομίσματος της ίδιας σχέσης εξάρτησης έχει να κάνει με χώρες που εμπλέκονται στο ρόλο της εξαγωγής σε χαμηλές τιμές πρώτων υλών όπως το βανάδιο, το πυρίτιο και το λίθιο που είναι απαραίτητα για την κατασκευή μονάδων ΑΠΕ (π.χ. φωτοβολταϊκά), καθώς και των σχετικών αποθηκευτικών μέσων ενέργειας (μπαταρίες). Οι μεταλλευτικές εταιρίες που εμπλέκονται στην εξόρυξη των πρώτων υλών συμπεριλαμβάνουν στα χαρακτηριστικά τους την εξαθλίωση στις σχέσεις εργασίας, την περιβαλλοντική υποβάθμιση και τις μετατοπίσεις γηγενών πληθυσμών. (Αbramsky)

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι με τέτοιους τρόπους, όπως συνοπτικά τέθηκαν στα παραπάνω παραδείγματα, ο πράσινος καπιταλισμός αναπαράγει την κρίση του και προσπαθεί να πετύχει μέσα από την κλιματική αλλαγή και τη ρύπανση που ο ίδιος παράγει με ένα σμπάρο δύο τριγώνια: και νέους τρόπους κερδοφορίας να δημιουργήσει και καινούργια επιχειρήματα να εκμεταλλευτεί στην προσπάθειά του να αυτο-παρουσιαστεί ως ηγεμονική δύναμη στην ιστορία της ανθρωπότητας! Στο επόμενο κείμενο θα επικεντρωθούμε στην ενεργειακή πραγματικότητα του ελλαδικού χώρου. Θα προσπαθήσουμε να δούμε με ποιο τρόπο εξελίσσεται στην παρούσα συγκυρία η εργασιακή/ενεργειακή κρίση στον ελλαδικό χώρο και πώς αυτό αποτυπώνεται στην άνοδο των ενεργειακών τιμολογίων, στις αλλαγές στο εσωτερικό της ΔΕΗ και στους νέους κοινωνικούς αγώνες που αναδύονται στις περιοχές παραγωγής και κατανάλωσης της ενέργειας.

Βιβλιογραφία

Abramsky, Kolya, (2010), Energy, Work, and Social Reproduction in the World Economy, από το βιβλίο Sparking a Worldwide Energy Revolution, AK Press.

Abramsky, Kolya, (2010), BeyondCopenhagen: Common Ownership, Reparations, Degrowth and Renewable Energy Technology Transfer, http://www.folkecenter.net/mediafiles/folkecenter/pdf/Beyond-Copenhagen-degrowth-reparations.pdf

Caffentzis, George, (2010), “Peak Oil” and “Resource Curses” from a Class Perspective

Βlack Out στο κοινωνικό εργοστάσιο, τ. 9, Δον Κιχώτες και ιδιωτες… η περίπτωση των αιολικών σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, http://www.blackout.gr/keimena/98

Μidnight Notes, (2009), Υποσχετικές Επιστολές: Από την Κρίση στην Κοινότητα, http://www.yfanet.net/

Μidnight Notes, (1980), No Future Notes: the Work/Energy Crisis & The Anti-Nuclear Movement,   http://www.midnightnotes.org/PDFnofuture.pdf

MidnightNotes II. Vol. 1, (1980), The Work/Energy Crisis and the Apocalypse, http://www.midnightnotes.org/workenergyapoc.html

Ο χορός της καραμανιόλας, (2009), Oικονομικη κριση & κριση συναινεσης, http://www.xorostiskarmaniolas.blogspot

Factory: Eπιθεώρηση για τους Μητροπολιτικούς Ανταγωνισμούς, (2010), Σημειώσεις για την καπιταλιστική κρίση: Aπό το κραχ του 1929 στην σημερινή συγκυρία, https://factoryfanet.wordpress.com/

Oceransky Sergio (2008), Συγκρούσεις για τον αέρα στον Iσθμό του Tehuantepec.

1. Υπάρχουν δύο σημαντικά σημεία για τη φύση της κρίσης της εποχής μας που βρίσκουμε σημαντικό να αναφερθούν σε αυτό το σημείο με σκοπό την απομυστικοποίησή της. Το πρώτο είναι ότι η κρίση που βιώνουμε δεν πρόκειται για μία απλή ύφεση, όπως πίστευαν σε παλαιότερες εποχές (τον 19ο αιώνα και στις αρχές του 20ου, υπήρχε ιδιαίτερα διαδεδομένη η άποψη ότι οι κρίσεις του καπιταλισμού αποτελούν αυτόματο, αναπόφευκτο προϊόν των οικονομικών κύκλων που οφειλόταν στην καπιταλιστική «αναρχία της παραγωγής), δηλαδή για μία κατάσταση «ανισσοροπίας» περιορισμένης σημασίας και επιπτώσεων. Αντίθετα, είναι μία συνολική κρίση της λειτουργίας του υπάρχοντος κοινωνικού συστήματος και των νοημάτων που αναπαράγει, πρόκειται για μία υπαρξιακή κατάσταση που θέτει υπό αμφισβήτηση την κοινωνική σταθερότητα αλλά και την ίδια την ύπαρξή του. Το δεύτερο είναι ότι η εμπειρία του τελευταίου αιώνα, η οποία υπήρξε τόσο πλούσια σε επαναστάσεις, κοινωνικούς αγώνες, πολέμους και μεταρρυθμίσεις, μας δείχνει ότι τόσο οι υφέσεις όσο και οι κρίσεις δε βρίσκονται έξω από τον ανθρώπινο έλεγχο: μπορούμε να τις προκαλέσουμε, να τις επιταχύνουμε, να τις αναβάλουμε ή να τις βαθύνουμε. (            Midnight Notes 2009)

2. Land grabbing στο http://el.wikipedia.org/: όρος που χρησιμοποιείται για την αναφορά στο ζήτημα της αγοράς ή ενοικίασης και εκμετάλλευσης μεγάλων εκτάσεων γης φτωχών χωρών από πλούσιες

3. Αντίθετα εμείς θεωρούμε ότι η οικολογική καταστροφή γίνεται πρόβλημα για το κεφάλαιο μόνο όταν οι κοινωνίες τη θέτουν ως πρόβλημα. Σε διαφορετική περίπτωση μπορεί μία χαρά να υπάρχει στους παράλληλους κόσμους του καπιταλιστικού κόσμου (με απλούς όρους: οι χωματερές στις υποβαθμισμένες περιοχές-o πράσινος τουρισμός στις υπο-ανάπτυξη περιοχές, τα μεταλλαγμένα στον τρίτο κόσμο-τα βιολογικά προϊόντα στον πρώτο κ.ο.κ). «Αν δεν υπάρχει ένας αγώνας ενάντια στην περιβαλλοντική υποβάθμιση και τη σιωπηρή αποδοχή της υποβάθμισης αυτής, η οικολογική καταστροφή δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα αισθητικό φαινόμενο, όπως η ομίχλη στους πίνακες του Monet», που λεν και οι Midnight Notes (2009).

4. Δε συμφωνούμε με τον όρο των κλιματικών προσφύγων, ο οποίος φαίνεται να αποκτά αυξανόμενη δημοτικότητα σε οργανώσεις της αριστεράς, και τον αναφέρουμε για τους σκοπούς της εισήγησης με κριτικό τρόπο. Ο όρος «κλιματικοί πρόσφυγες» (climate refugees), ο οποίος αναφέρεται στους ανθρώπους που μεταναστεύουν εξαιτίας των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής, έχει αποτελέσει σημείο αναφοράς δικτύων οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, οι οποίες με τη δραστηριότητά τους ανέπτυξαν μία κριτική προσέγγιση κατά τη διάρκεια της Διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή (COP15) που πραγματοποιήθηκε στην Κοπεγχάγη τον Δεκέμβριο του 2009. Αυτή η οπτική, όμως, επικεντρώνεται στην κλιματική αλλαγή ως ένα ζήτημα αποκλειστικά εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και αποτυγχάνει να εξετάσει την ευρύτητα των πολιτικών ζητημάτων που επηρεάζουν τη μετανάστευση, όπως οι πολιτικές πληθυσμιακού ελέγχου, ο ρόλος του εθνικισμού και ο έλεγχος της μετανάστευσης από τα κράτη. Αντίθετα, το συμπέρασμά μας είναι ότι το φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής είναι αδύνατο τόσο να τεθεί πολιτικά ουδέτερα όσο και να απομονωθεί ως κύρια αιτία μίας μεταναστευτικής κίνησης. Κι έτσι, το αίτημα, στο οποίο συχνά καταλήγει κανείς, για την αναγνώριση των κλιματικών προσφύγων δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για μία συνολική πολιτική αμφισβήτηση.

5. Ο όρος «ανώτατο σημείο της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου» (peak oil) χρησιμοποιείται για να δείξει ότι, δεδομένων των περιορισμένων αποθεμάτων των ορυκτών καυσίμων, υπάρχει ένα σημείο καμπής μετά το οποίο η εξόρυξη θα είναι όλο και δυσκολότερη και το καύσιμο όλο χαμηλότερης ποιότητας. Στο peak oil θα παράγεται η μεγαλύτερη ποσότητα πετρελαίου που έχει παραχθεί ποτέ σε μια δεδομένη χρονιά και, μετά από αυτό, η ετήσια παραγωγή θα αρχίσει να φθίνει.

6. Γραφική αναπαράσταση της θεωρίας για την κορύφωση της παραγωγής του πετρελαίου.

7. Παραθέτουμε ένα απόσπασμα από τους Midnight Notes (1980) που συνδέει τις έννοιες του κεφαλαίου, της εργασίας και της ενέργειας: «το κεφάλαιο δεν αποτελεί ένα πράγμα, ένα απλό παράγωγο της εργασίας. Το κεφάλαιο συμπεριλαμβάνει μία κοινωνική σχέση που αφορά στη διαδικασία της δημιουργίας της εργασίας, δηλαδή, κατά μία έννοια, τη συνθήκη του μετασχηματισμού της ενέργειας σε εργασία … η ενέργεια εμπεριέχει μία αεικίνητη δραστηριότητα … η οποία μπορεί να είναι τόσο ανταγωνιστική όσο και παραγωγική για την εργασία που το κεφάλαιο χρειάζεται τόσο απεγνωσμένα. Αν και ο αέναος κύκλος της καπιταλιστικής πραγματικότητας είναι ο μετασχηματισμός της ενέργειας σε εργασία, το πρόβλημά του είναι αν δεν μπορέσει να φτάσει σε συγκεκριμένα ποιοτικά επίπεδα, αν η σχέση που εκφράζεται με το λόγο εργασία/ενέργεια καταρρέει. Αν αυξηθεί η εντροπία, δηλαδή η αταξία του συστήματος, αν η διαθεσιμότητα του εργατικής τάξης για εργασία μειωθεί, τότε το σύστημα απειλείται.»

8. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η θέση των Midnight Notes (1980) η οποία επεκτείνει την έννοια της «άρνησης της εργασίας» σε περισσότερο διευρυμένα πεδία κοινωνικών αρνήσεων: «τις τελευταίες δεκαετίες το κεφάλαιο έχει φέρει άνω κάτω τον κόσμο για να αντιμετωπίσει τους αγώνες άρνησης της εργασίας που έχουν αναδειχθεί ιστορικά σε διάφορα επίπεδα 1) με τη σχετική εκμετάλλευση του εργοστασιακού εργάτη και την άρνησή του να προσαρμοστεί, 2) με την απόλυτη εκμετάλλευση της οικιακής εργασίας και την αποδόμηση της παραδοσιακής μορφής του θεσμού της οικογένειας, 3) με την άρνηση της παθητικής απορρόφησης των βιο-κοινωνικών αποβλήτων του κεφαλαίου μέσω των αγώνων ενάντια σε πυρηνικές μονάδες [ΣτΣ: θα μπορούσαμε εδώ να προσθέσουμε και παραδείγματα αγώνων ενάντια σε Χώρους Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων (ΧΥΤΑ)] και τις εξεγέρσεις σε γκέτο & φυλακές και 4) με την άρνηση της εντατικοποίησης στο εκπαιδευτικό σύστημα».

9. «Eνδιαφέρον παρουσιάζoυν παραδείγματα όπου η ανάπτυξη της αιολικής ενέργειας έγινε στην αντίθετη κατεύθυνση απ’ ό,τι παρουσιάζεται σαν αναπόφευκτο. Για παράδειγμα, η Δανία επί χρόνια επιδοτούσε τις επενδύσεις σε ανεμογεννήτριες σε κλίμακα οικογένειας, στα χωριά όπου θα τοποθετούνταν αυτές, περιορίζοντας μάλιστα τη συμμετοχή κάθε οικογένειας έτσι ώστε να υπάρχει δίκαιη διανομή των κερδών. Mιας και το κράτος κάλυπτε αυτές τις επενδύσεις, οι τράπεζες έτρεξαν να προσφέρουν χαμηλότοκα δάνεια σε κάθε ενδιαφερόμενο. Για αρκετά χρόνια το ζήτημα της αιολικής ενέργειας έμεινε σ’ αυτήν τη μορφή, και φυσικά επεκτάθηκε εύκολα και χωρίς αντιρρήσεις. Mόλις όμως η αγορά ενέργειας στη Δανία “απελευθερώθηκε” και έκαναν την εμφάνισή τους τα μεγα-σχέδια βιομηχανικής κλίμακας, οι ίδιοι οι Δανοί στράφηκαν εναντίον τους αποφασιστικά με αποτέλεσμα να μη γίνει καμία τέτοια επένδυση εκεί. Φυσικά η “ήπια” πολιτική του κράτους της Δανίας οφείλεται σε συγκεκριμένες κοινωνικές δομές και πρακτικές· και καθόλου δε δεσμεύει το πώς συμπεριφέρονται εταιρείες δανέζικης ιδιοκτησίας εκτός συνόρων. Aλλά είναι μια χρήσιμη απόδειξη, για χρήση στο Mεξικό και αλλού, του ότι η εναντίωση στα βιομηχανικά σχέδια εκμετάλλευσης του ανέμου (αλλά και της γης, συχνά δε και των υδάτων) δε συνεπάγεται απόρριψη της αιολικής ενέργειας, αλλά ενός συγκεκριμένου μοντέλου που εξασφαλίζει κέρδη στους βιομήχανους, μοιράζοντας τις ζημιές στους κάθε φορά ντόπιους». (Οceransky 2008)

10. Σύμφωνα με την έκθεση του ΟΗΕ «Οι Παγκόσμιες Τάσεις στην Αειφόρο Ενεργειακή Ανάπτυξη» (2009), οι επενδύσεις στις ΑΠΕ σε σχέση με αυτές στο φυσικό αέριο και το λιθάνθρακα τετραπλασιάστηκαν μέσα στο 2008 έναντι του 2004. Κι αν το 2009 η οικονομική κρίση χτύπησε και τον «πράσινο τομέα», οι θεσμικοί φορείς επιμένουν ότι η ανάπτυξή του αποτελεί τη μόνη απάντηση. Η αιολική ενέργεια προσελκύει τις υψηλότερες επενδύσεις, αν και η ηλιακή ενέργεια εμφανίζει τα περισσότερα κέρδη. Τα βιοκαύσιμα και η γεωθερμία είναι άλλοι σταθερά ανερχόμενοι τομείς. Ο Μπάρακ Ομπάμα μετά την εκλογή του είχε επαναλάβει τη δέσμευσή του για «πράσινες επενδύσεις» 150 δισ. δολαρίων τα επόμενα 10 χρόνια. Σήμερα, οι ΗΠΑ έχουν επενδύσει πάνω από 67 δισ. δολάρια σε αυτόν τον τομέα, όπως άλλωστε και η Κίνα. (Ο χορός της καρμανιόλας)

11. Οι όροι «Βορράς» και «Νότος» χρησιμοποιούνται σχηματικά διευκολύνοντας την αναφορά στις πλούσιες βιομηχανοποιημένες χώρες και τις φτωχές αναπτυσσόμενες χώρες αντίστοιχα. Παρ’ όλα αυτά αυτός ο διαχωρισμός δεν είναι ικανοποιητικός γιατί συγκαλύπτει τα κοινά συμφέροντα μεταξύ των ελίτ των αναπτυσσόμενων και των αναπτυγμένων χωρών καθώς και την απουσία απόλυτα ομογενοποιημένων ομάδων συμφερόντων εντός των δύο κατηγοριών. Επίσης, κρίνεται ότι τα αναλυτικά σχήματα του αντιιμπεριαλισμού συχνά αποτελούν μέρος μίας ενσωματώσιμης κρατικής ιδεολογίας η οποία συχνά αντικαθιστά τον κοινωνικό-ταξικό ανταγωνισμό με διακρατικούς ανταγωνισμούς.

12. Κυρίως σε Γερμανία, Δανία, Ισπανία και ΗΠΑ, με την Κίνα και την Ινδία να γίνονται πρόσφατα σημαντικοί παράγοντες της σχετικής βιομηχανίας.

Advertisements

Written by factoryfanet

Ιουνίου 14, 2011 at 4:21 μμ

ΔΕΗ και Eργασιακή – Eνεργειακή Kρίση: Eνέργεια στον ελλαδικό χώρο και μετασχηματισμοί του ενεργειακού τομέα

leave a comment »

Την εποχή που άρχισε στην Ελλάδα η παραγωγή και η διάθεση του ηλεκτρικού ρεύματος, ίσχυαν οι βασικές αρχές του ρωμαϊκού δικαίου σύμφωνα με τις οποίες η ενέργεια δεν αποτελούσε πράγμα αφού δεν έφερε την ιδιότητα του σώματος (αντικειμένου). Συνέπεια αυτού, εκτός των άλλων, ήταν να μη διώκεται για κλοπή όποιος έκανε παράνομα χρήση αυτού. Από ένα σημείο και μετά, η αφαίρεση ή παράνομη λήψη ηλεκτρικού ρεύματος είχε αρχίσει να λαμβάνει μεγάλες διαστάσεις. Έτσι, δια του νόμου 2979 της 3/6 Αυγούστου 1922 «Περί ηλεκτρικών εγκαταστάσεων», οποιαδήποτε αφαίρεση ή παράνομη εκμετάλλευση ηλεκτρικού ρεύματος κατέστη «ιδιώνυμο αδίκημα» τιμωρούμενο με φυλάκιση από δύο μήνες μέχρι ένα χρόνο ή με χρηματική ποινή ή και με αμφότερες ποινές.1

Τη διαχείριση και εκμετάλλευση της ηλεκτρικής ενέργειας κατείχε από τότε και μέχρι προσφάτως η Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) με τη μορφή μίας καθαρά κρατικά ελεγχόμενης εταιρείας παραγωγής και διάθεσης ηλεκτρικού ρεύματος και υπηρεσίας κοινής ωφελείας (ΔΕΚΟ). Οι τιμές του ρεύματος ήταν χαμηλότερες εκείνη την εποχή γιατί ήταν προσαρμοσμένες σε μία φάση του κοινωνικού ανταγωνισμού σαφέστατα λιγότερο οξυμένη σε σύγκριση με τα χρόνια που ακολούθησαν. Από το 1999 και μετά, όμως, τα πράγματα αλλάζουν. Το νεοφιλελεύθερο μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης υπαγορεύει την άρση των θεσμικών ρυθμίσεων που επέβαλαν το μονοπωλιακό χαρακτήρα της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας (αναφέρεται και ως «απελευθέρωση της αγοράς») και τη λειτουργία της σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον με τη συμμετοχή ιδιωτικών κεφαλαίων στα πλαίσια μιας ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς. Αυτές οι νέες πολιτικές επιταγές της Ε.Ε για «απελευθέρωση» της αγοράς ενέργειας φέρνουν τιτάνιες αλλαγές σ’ αυτό το μέχρι πρότινος θεωρούμενο κοινωνικά περισσότερο ως «κοινό αγαθό», προωθώντας μία καινούργια οπτική της ενέργειας ως ένα πολλά υποσχόμενο εμπόρευμα. Παράλληλα, λαμβάνει χώρα η θεσμοποίηση των νέων περιφράξεων του ήλιου, του αέρα και την άλλων φυσικών πόρων. Αυτή η διαδικασία «απελευθέρωσης της ενέργειας» επεκτείνεται στα Βαλκάνια τον Οκτώβριο του 2005 με μία συμφωνία μεταξύ της ΕΕ και των Βαλκανικών χωρών2, η οποία δημιουργεί μία κοινή ενεργειακή αγορά. Η συμφωνία για την ευρωπαϊκή ενεργειακή κοινότητα δημιουργεί συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού στο εμπόριο ενέργειας και οδηγεί στην ευθυγράμμιση των βαλκανικών χωρών με την ευρωπαϊκή νομοθεσία για την ενέργεια και το περιβάλλον, ενώ φυσικά συνοδεύεται με επενδύσεις που παρέχονται από την Παγκόσμια Τράπεζα και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης.

Από το 1999 και μετά, με την «απελευθέρωση», αλλά πρακτικά απορρύθμιση, της εγχώριας αγοράς ενέργειας έχουμε ουσιαστικά την υποβάθμιση του ρόλου της ΔΕΗ και την άνοδο στο προσκήνιο ιδιωτικών εταιρειών παραγωγής ενέργειας. Μια σημαντική διαφοροποίηση της νέας αγοράς σε σχέση με το παλιό καθεστώς είναι o διαχωρισμός του τομέα της προμήθειας από τον τομέα της παραγωγής και η διαμόρφωση ουσιαστικά δύο ξεχωριστών αγορών: μία για τους φυσικούς πόρους π.χ. λιγνίτης, μία για την παραγωγή του ρεύματος. Στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής, οι ιδιωτικές επενδύσεις τόσο σε έργα εκμετάλλευσης ορυκτών καυσίμων όσο και σε ΑΠΕ, παίζουν, όπως θα δούμε και παρακάτω, καθοριστικό ρόλο για την ολοκλήρωση και τη λειτουργία της ελεύθερης αγοράς, καθώς κάτι τέτοιο ζητείται από τους κανόνες των συνθηκών της λειτουργίας της.

Οι αλλαγές που λαμβάνουν χώρα ως συνέπεια της «απελευθέρωσης» της αγοράς ενέργειας είναι οι εξής:

1. Πρώτη αλλαγή η αύξηση της ενεργειακής τιμολόγησης

Σύμφωνα με το συνδικάτo εργαζομένων στην ενέργεια «Εργατική Αλληλεγγύη», από το 1999 έως το 2009 τα οικιακά τιμολόγια αυξήθηκαν περίπου κατά 50% , ενώ τα τελευταία δύο χρόνια έχουν αυξηθεί κατά 23,4%.3 Προσπαθώντας να επαληθεύσουμε αυτή την εκτίμηση, συναντάμε προβλήματα πολυπλοκότητας του τρόπου τιμολόγησης4, σε γενικές γραμμές όμως, κρίνοντας από τις πιο πρόσφατες μεταβολές των τιμών του ρεύματος, εύκολα μπορούμε να πούμε ότι τα τελευταία χρόνια υπάρχει μία τάση αύξησης των τιμών του ρεύματος η οποία έχει συμβεί με:

•  Αύξηση την 1η Σεπτέμβρη του 2005 κατά περίπου 3% για την πλειοψηφία των νοικοκυριών,

•   Αύξηση την 1η  Αυγούστου του 2007 κατά 3,8%,

•  Αύξηση την 1η Δεκεμβρίου 2007 των νυχτερινών τιμολογίων κατά 5%.

•  Επιβολή ειδικού φόρου Κατανάλωσης (ΕΦΚ) και χρέωση Δικαιωμάτων Εκτέλεσης Τελωνειακών Εργασιών (ΔΕΤΕ) από 2 Μαϊου 2010 ως «Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης στο πλαίσιο της προστασίας της Εθνικής Οικονομίας»

•  Αύξηση την 1η Ιανουρίου 2011 κατά 11% για κατανάλωση μέχρι 800 Κwh, και 3% για κατανάλωση 1000 έως 2500 Κwh

Η άνοδος των ενεργειακών τιμολογίων μετά την 1η Ιανουαρίου του 2011 δεν είναι μεμονωμένη ούτε θα είναι και η μοναδική. Σύμφωνα με δημοσιεύματα του τύπου, η διοίκηση της ΔΕΗ έχει ταχθεί υπέρ της ετήσιας σταδιακής αύξησης των τιμολογίων, προκειμένου να αποφευχθεί μία απότομη άνοδος-σοκ. Η ΔΕΗ υπολογίζεται ότι μέχρι το 2013 θα πρέπει να αυξήσει τα τιμολόγια τουλάχιστον κατά 40-50%. Aυτές οι αυξήσεις συμβαίνουν για τρεις λόγους: 1) η ΔΕΗ προωθεί την ανταγωνιστικότητα της ενέργειας από ΑΠΕ επιδοτώντας την με ένα επιπλέον τέλος το οποίο μετακυλύει στον καταναλωτή, 2) η ΔΕΗ αναμένεται να αρχίσει να πληρώνει πρόστιμα για να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις του χρηματιστηρίου ρύπων και των οριζόμενων από τη σχετική αγορά ορίων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, 3) η ΔΕΗ πρέπει να ανεβάσει της τιμές της ώστε να καταστήσει, σύμφωνα με τους κανονισμούς της ελεύθερης αγοράς, ανταγωνιστικές τις ιδιωτικές εταιρίες παραγωγής ενέργειας (οι οποίες προς το παρόν πουλάνε ενέργεια κυρίως σε βιομηχανία και καταστήματα).5

2. Δεύτερη αλλαγή η πώληση των ενεργειακών αποθεμάτων σε ιδιώτες

Προωθούνται τέσσερις προτάσεις-στόχοι για την ελληνική αγορά που πρέπει να εφαρμοστούν έως το Μάρτιο του 2011.

•   Να αρχίσει η υλοποίηση του σχεδίου για άνοιγμα σε τρίτους της παραγωγής ενέργειας από λιγνίτη. Με τον τρόπο αυτό, οι ιδιώτες συνέταιροι θα αποκομίζουν εύκολα κέρδη, εκμεταλλευόμενοι τα αποθέματα λιγνίτη που μέχρι πρότινος διαχειριζόταν αποκλειστικά η ΔΕΗ.

•  Λύση για την αποφυγή πώλησης των ορυχείων η πρόταση για ενοικίαση λιγνιτικών μονάδων παραγωγής ρεύματος ή η ανταλλαγή παραγωγής από οποιαδήποτε μονάδα της ΔΕΗ με παραγωγή άλλης μονάδας. Οι οδηγίες της Ε.Ε. προς την ελληνική κυβέρνηση είναι ξεκάθαρες ότι αν δε βρεθεί λύση για τη ΔΕΗ, τότε η επιχείρηση θα πρέπει να πουλήσει σε διεθνή πλειστηριασμό το 40% των λιγνιτικών μονάδων της».6 Υπάρχει σχεδιασμός για επέκταση των λιγνιτορυχείων της Κοζάνης-Πτολεμαϊδάς με επιπτώσεις στην τοπική κοινωνία, συνθήκες μετεγκατάστασης κοινοτήτων (Ακρινή, Αγ. Ανάργυροι, Μαυροπηγή, Ποντοκώμη).

•   Να αποσπαστεί η διαχείριση των υδάτινων ενεργειακών αποθεμάτων (υδροηλεκτρικοί σταθμοί) από τη ΔΕΗ και να δοθεί σε ανεξάρτητο φορέα ή από το διαχειριστή του συστήματος (ΔΕΣΜΗΕ). Παράλληλα, προτάθηκε η εισαγωγή μεσαζόντων στην παραγωγή οι οποίοι θα αγοράζουν ενέργεια σε τιμή κόστους και θα πωλούν «ελεύθερα». Στις περιπτώσεις εκείνες που ο ανεξάρτητος διαχειριστής θα αποφασίζει την είσοδο λιγότερων ή καθόλου υδροηλεκτρικών και την εισαγωγή π.χ. περισσότερων μονάδων φυσικού αερίου, θα δημιουργηθεί άνοδος των ενεργειακών τιμολογίων.

•  Η θέσπιση του πλαισίου για την έρευνα και την παραγωγή υδρογονανθράκων στην Ελλάδα μέσα στην άνοιξη του 2011 και η παροχή των πρώτων αδειών για εξόρυξη πετρελαίου σε ιδιώτες τους επόμενους 18 με 24 μήνες.7

3. Ποιές είναι οι σκέψεις και οι αντιδράσεις των εργαζομένων στην ΔΕΗ

Το πιο σημαντικό ζήτημα που απασχολεί αυτή τη στιγμή τους υπαλλήλους/εργάτες στη ΔΕΗ είναι η συζήτηση για τη μείωση/περικοπή των μισθών, ένα ζήτημα που δημιουργεί δυσαρέσκεια αλλά ακόμα δεν εκφράζεται. Αυτό οφείλεται στην αποδυνάμωση των εργαζομένων στη ΔΕΗ λόγω των πολλών και πρόωρων συντάξεων και ταυτόχρονα λόγω της ύπαρξης πολλών εργολαβιών σε διάφορους τομείς της λειτουργίας της ΔΕΗ που δημιουργεί διαφορετικές ταχύτητες στις διεκδικήσεις των εργαζόμενων.

Όσον αφορά στις εργασιακές σχέσεις, τα τελευταία χρόνια πραγματοποιείται επέλαση εργολάβων σε πάγιες εργασίες παντού: στα ορυχεία, στις μονάδες παραγωγής, στο δίκτυο διανομής και μεταφοράς κ.τ.λ. Το 65% των εργασιών διανομής έχει πλέον δοθεί σε εργολάβους, που συνήθως χρησιμοποιούν ανειδίκευτους και ανασφάλιστους εργάτες. Οι εργαζόμενοι στη ΔΕΗ με συμβάσεις ορισμένου χρόνου εργάζονται συνήθως χωρίς κατάλληλη εκπαίδευση, χωρίς τα απαραίτητα εφόδια εργασίας και μέσα σε ένα καθεστώς εντατικής και πιεστικής εργασίας. Είναι μια ευέλικτη και ελαστική μορφή εργασίας που εξυπηρετεί απόλυτα τις εποχιακές ανάγκες για εργασία της ΔΕΗ. Εργάτες μιας χρήσης ή πολλών επαναλαμβανόμενων χρήσεων μικρής διάρκειας.

Σε αυτές τις συνθήκες εκατοντάδες είναι τα «ατυχήματα» που αφορούν εργαζόμενους, ανασφάλιστους και ασφαλισμένους, που εργάζονται σε εργολάβους και που ποτέ δε δηλώθηκαν. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ομάδας «σύντροφοι από Κοζάνη – Πτολεμαΐδα» (Ιούνης 2009), από το 2001 μέχρι σήμερα, στο Νομό Κοζάνης και σε χώρους της ΔΕΗ δολοφονήθηκαν δεκαπέντε εργάτες: οκτώ ήταν μόνιμοι στη ΔΕΗ και επτά ήταν εργάτες σε εργολάβους.8

Για τον ρόλο των συνδικάτων

Τα συνδικάτα των εργαζομένων στη ΔΕΗ (πρωτοβάθμια–τριτοβάθμια) δε διαφέρουν καθόλου από τα υπόλοιπα συνδικάτα. Ουσιαστικά, αποτελούν κι αυτά καθεστωτικά μορφώματα που ελέγχονται από μια κάστα κομματικών συνδικαλιστών, οι οποίοι απολαμβάνουν ειδικά προνόμια και ανταλλάσσουν διαφόρων ειδών «εξυπηρετήσεις». Η ΓΕΝΟΠ είναι η πιο ισχυρή συνδικαλιστική οργάνωση, ενώ τα υψηλόβαθμα στελέχη της είναι αυτά που αποφασίζουν αν θα γίνουν απεργίες ή όχι και πόσο δυναμικές θα είναι αυτές. Δυστυχώς, για τους υπόλοιπους εργαζόμενους δεν υπάρχουν περιθώρια για συζήτηση στα θέματα που τους απασχολούν, απλώς ακολουθούν τις οδηγίες των μεγάλων κεφαλιών. Παρόλα αυτά, υπάρχουν συνδικάτα που φέρουν ελπίδες, όπως το νεοσύστατο τοπικό συνδικάτο «Εργατική Αλληλεγγύη» (ΣΕΕΝ) που εδρεύει στην Κοζάνη και το οποίο σύμφωνα με την ομάδα «σύντροφοι από Κοζάνη-Πτολεμαΐδα» λειτουργεί μακριά από κομματικές και μικροπολιτικές λογικές ως ανεξάρτητος πολιτικός φορέας (ακόμη και στους οικονομικούς του πόρους, αρνούμενο κάθε κρατική, εργοδοτική και κομματική χρηματοδότηση). Το συνδικάτο αυτό κρίνεται από τους συντρόφους ότι λειτουργεί με ξεκάθαρο ταξικό προσδιορισμό, έχοντας ως θεμελιώδη κριτήρια του λόγου και των δράσεων του τις ανάγκες και τα δίκαια των εργαζομένων. Παρόλα αυτά, συμπληρώνουν ότι και σε αυτή την περίπτωση κατοχυρώνει ρόλους και συνεπώς με αυτόν τον τρόπο διατηρούνται και αναπαράγονται «ηγετικές μορφές» και ιεραρχικές δομές, οι οποίες ουσιαστικά ενισχύουν τη λογική της ανάθεσης του αγώνα σε κάποιους άλλους.

Κύρια θέματα που απασχολούν τους εργαζόμενους πέρα από την μείωση των μισθών, είναι τα σενάρια για την πώληση της ΔΕΗ που προκαλούν μεγάλη ανησυχία. Η σιγή ιχθύος που περιβάλλει το ζήτημα δημιουργεί πολλά σενάρια. Δεν υπάρχει αρκετός λιγνίτης; Θα κλείσουν τα υπάρχοντα ορυχεία; Οι περιβαλλοντικές ρήτρες που επιβάλλει η Ε.Ε. για το 2017 θα οδηγήσουν στο κλείσιμο των δεκαπέντε ορυχείων ώστε να μείνει μια μονάδα παραγωγής;

Tέτοιου είδους ζητήματα θα προσπαθήσουμε να πραγματευτούμε στη συνέχεια του κειμένου ξεκινώντας από τα ζητήματα 1) της ανόδου των ενεργειακών τιμών και 2) της ανάπτυξης των μονάδων ΑΠΕ.

4. Γιατί γίνονται οι αυξήσεις στα τιμολόγια της ΔΕΗ;

Όταν το 2001 & 2006 άνοιξε και στην πράξη η αγορά της ενέργειας στην Ελλάδα, (δηλαδή ιδιώτες μπορούσαν να πωλούν ενέργεια, κυρίως με μονάδες φυσικού αερίου και ΑΠΕ), η ΔΕΗ ήταν υποχρεωμένη να αγοράζει ένα ποσοστό ώστε να τηρεί τις οδηγίες  της Ε.Ε. για την απελευθέρωση της αγοράς της ενέργειας. Η ζημιά που προήρθε από αυτή την αγορά (οι τιμές του λιγνίτη είναι πιο φθηνές από ΑΠΕ & φυσικό αέριο) έπρεπε να καλυφθεί από κάπου -μόνη λύση η αύξηση των τιμολογίων. Έτσι, στο λογαριασμό μας υπάρχει πλέον το Ειδικό Τέλος για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε) που έχει επιβληθεί από τον Ν.2773/99 (άρθρο 40), το ύψος του οποίου προσδιορίζεται με Υπουργική Απόφαση μετά από πρόταση της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας (Ρ.Α.Ε.)9 και χρεώνεται σε όλους τους πελάτες με βάση το ύψος της ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώνουν.

Σύμφωνα με το Ν.2773/99, η ΔΕΗ καταβάλλει το Ειδικό Τέλος ΑΠΕ στο Διαχειριστή του Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΔΕΣΜΗΕ) προκειμένου αυτός να καλύψει μέρος του απαιτούμενου ποσού που καταβάλλει στους Παραγωγούς ΑΠΕ, με σκοπό την αγορά από αυτούς ολόκληρης της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγουν. Το συγκεκριμένο αυτό «τέλος» καλύπτει το ακριβότερο κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ έναντι της παραγωγής από συμβατικά καύσιμα.  Από ουσιαστική άποψη, αυτή η χρέωση αποτελεί ένα «ανταποδοτικό τέλος» που η Πολιτεία δια του Ν.2773/99 έχει επιβάλει για να καλυφθεί το κόστος του περιβαλλοντικού αγαθού που προσφέρει στους πολίτες, δηλαδή της καθαρής ενέργειας, αναφέρει στην επίσημη ιστοσελίδα της η ΔΕΗ.

Σύμφωνα με την δική μας ανάγνωση, αυτό το «ανταποδοτικό τέλος» για τις ΑΠΕ είναι ενδεικτικό της ίδιας της λογικής της πράσινης ανάπτυξης. Σου λέει «πλήρωσε ΕΣΥ, και θα σου δώσω ένα καινούργιο «οικολογικό» αγαθό που χρειάζεσαι ΕΓΩ». Κατά τη γνώμη μας, η αύξηση των ενεργειακών τιμών αποτελεί μία έμμεση επίθεση στο μισθό των εργαζομένων, αλλά είναι κάτι παραπάνω από αυτό. Όπως θα αναλυθεί παρακάτω, εκφράζει τη στρατηγική επιλογή του κεφαλαίου να αναδιοργανώσει συνολικά τις κοινωνικές σχέσεις μέσα από το άνοιγμα της ενεργειακής αγοράς. Αυτή η επίθεση λαμβάνει, ειδικότερα, χώρα στην Ελλάδα με τη νέα αύξηση των τιμολογίων από την 1η Ιανουαρίου του 2011, η οποία έχει ξεκάθαρα ταξικά χαρακτηριστικά:

•   μειώνεται η τιμολόγηση για εμπορικούς λόγους (μέχρι 9,2%),

•   μειώνουν ή/και αυξάνουν ανά περίπτωση τη βιομηχανική τιμολόγηγηση (μέχρι 8%)

•    και αυξάνουν την κοινωνική τιμολόγηση (μέχρι 11% για κατανάλωση μέχρι 800 Κwh, μέχρι 3% κατανάλωση 1000 έως 2500 Κwh).

 Με δυο λόγια, αυτό μου μας επιφυλάσσει κράτος και κεφάλαιο, όσον αφορά τις ενεργειακές τιμές, είναι: πιο φτηνή ενέργεια από ιδιωτικές μονάδες παραγωγής για τη βιομηχανία και τα καταστήματα, πιο ακριβή ενέργεια από τον κρατικό τομέα για τα νοικοκυριά. Το αποτέλεσμα αυτής της αυξομείωσης είναι κάτι που θα έχει συνέχεια και τα επόμενα χρόνια: μετακύληση του κόστους φορολογίας διοξειδίου του άνθρακα και του καπιταλιστικού κόστους στην εργατική τάξη και στον κόσμο με τα μικρότερα εισοδήματα.

Τα πολυδιαφημισμένα κοινωνικά τιμολόγια της ΔΕΗ με τα οποία έχουν κατακλύσει την τηλεόραση μιλάνε για μείωση του κόστους κατά 10% και 20% σύμφωνα με κοινωνικά κριτήρια (π.χ. για χαμηλά εισοδήματα). Θεωρούμε ότι όλη αυτή η ιστορία είναι σχεδιασμένη ξεκάθαρα ως μία προπαγάνδα που προσπαθεί να αποπροσανατολίσει τον κόσμο από αυτό που πραγματικά συμβαίνει. Υποστηρίζουν ότι προνοούν για μείωση τιμών, όμως δεν εξηγούν ότι αυτό θα γίνει πάνω στην αύξηση που θα λάβει χώρα! Δηλαδή σου υπόσχονται ουσιαστικά …μία μικρότερη αύξηση, μόνο που αυτό δεν το λένε ξεκάθαρα. Επιπλέον, τα κοινωνικά κριτήρια είναι σχεδιασμένα έτσι ώστε να μην μπορούν να επωφεληθούν τα κοινωνικά στρώματα που τα έχουν ανάγκη.10 Για παράδειγμα, μία μέση τετραμελής οικογένεια είναι αδύνατο να καταναλώνει μόνο 800 με 1000 κιλοβατώρες το τετράμηνο, ιδιαίτερα στη χειμερινή περίοδο που οι ανάγκες είναι αυξημένες. Επιπλέον, είναι γνωστό ότι η μόνη επιλογή για κάθε νέο/α, επισφαλή εργαζόμενο/η, άνεργο/η με τα ανάλογα εισοδήματα που δε μένει στη γονεϊκή εστία, είναι η συγκατοίκηση με περισσότερους ανθρώπους, πράγμα που αναγκαστικά εμπεριέχει μεγαλύτερη κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος.

Γιατί συμβαίνει αυτή η επίθεση τώρα

Η αύξηση των ενεργειακών τιμών πηγαίνει μαζί με την υποτίμηση της εργασίας

Θεωρούμε ότι αυτές οι αλλαγές δε συμβαίνουν τυχαία στη σημερινή συγκυρία της κρίσης. Ο καθορισμός των ενεργειακών τιμών και ο έλεγχός τους θεωρούμε ότι έχει έντονα πολιτικά χαρακτηριστικά και παίζει κεντρικό ρόλο στην έκβαση του κοινωνικού ανταγωνισμού: η ακριβή ενέργεια παίζει το ρόλο της, όπως άλλωστε και η φθηνή.

Η ακριβή ενέργεια αποτελεί ανά περιόδους ένα χρήσιμο εργαλείο για τον έλεγχο των συνθηκών μέσα στους οποίους λειτουργεί η ανθρώπινη εργασία. Για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια της κρίσης της δεκαετίας του ’70, μία περίοδο στην οποία οι κοινωνικοί αγώνες ήταν ισχυροί, μία άμεση επίθεση στο μισθό θα ήταν πολύ δύσκολη χωρίς να προκληθούν μεγάλες αντιστάσεις. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η άνοδος των ενεργειακών τιμών έχει αποτελέσει μία αποτελεσματική έμμεση επίθεση στο μισθό, αφού η άνοδος του ενεργειακού κόστους σημαίνει αύξηση του κόστους διαβίωσης. Εκφράζει την επιλογή του κεφαλαίου να επιτεθεί μέσα από τη φιλελευθεροποίηση της ενεργειακής αγοράς, να αναδιοργανώσει συνολικά τις κοινωνικές σχέσεις και να απαντήσει σε μία κρίση πειθάρχησης των εργατών η οποία για τα αφεντικά αναγιγνώσκεται ως κρίση κερδοφορίας και πτώση της παραγωγικότητας. Μία τέτοια πτώση παραγωγικότητας λαμβάνει χώρα στην Ευρώπη από το ’70 και μετά (δες παράρτημα, Πίνακα 1), η οποία έχει συνοδευτεί με αύξηση των τιμών της ενέργειας στην Ευρώπη των 15 σε όλα τα επίπεδα (φυσικό αέριο, πετρέλαιο, ηλεκτρικό ρεύμα -δες παράρτημα, Πίνακα 2). Στην ουσία του, θεωρούμε ότι αυτό που συμβαίνει τα τελευταία χρόνια με το κεφάλαιο στην Ευρώπη όσον αφορά την ενεργειακή (και περιβαλλοντική) του πολιτική, δεν είναι μία κρίση εξάντλησης της ενέργειας ούτε μία «καλή διάθεση» στροφής «στην πιο καθαρή αλλά και πιο ακριβή ενέργεια» για χάρη του περιβάλλοντος. Αντίθετα, αποτελεί στρατηγική αντιμετώπισης του κοινωνικού-ταξικού ανταγωνισμού σε ευρωπαϊκό επίπεδο, της εργασιακής/ενεργειακής κρίσης όπως ορίσαμε προηγουμένως, παίζοντας, ανάμεσα σε άλλα, τα χαρτιά της «πράσινης ανάπτυξης και διπλωματίας» ως μία ιδεολογική και υλική διέξοδο από την κρίση.

Από την άλλη μεριά, η φθηνή ενέργεια έχει υπάρξει θεμελιώδες στοιχείο της οικονομικής μεγέθυνσης μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ιστορικά, μία από τις πιο πετυχημένες αποκρίσεις του κεφαλαίου (όταν η εργασία είναι ακριβή και δύσκολο να ελεγχθεί) είναι, ανάμεσα σε άλλες, η μηχανοποίηση11. Η μηχανοποίηση χρησιμοποιείται ως εργαλείο που τείνει να εντατικοποιεί την εργασία και να την υποκαθιστά «σπρώχνοντας» το εργατικό δυναμικό σε σφαίρες περισσότερο ελέγξιμες και υποτιμημένες (υπερωρίες, ανεργία, ελαστικές σχέσεις, πειθαρχία-τεχνολογίες τυποποίησης & ελέγχου της εργασίας). Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα προέρχεται από τους αγώνες στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας των ΗΠΑ από το 1958 μέχρι το 1970. Η εισαγωγή της μηχανοποίησης σε εργοστάσια αυτοκινήτων, όπως στην περίπτωση του Detroit το 1950, ήταν μία διαδικασία που ακολούθησε μία σειρά μεγάλων απεργιών στον τομέα. Στις αλλαγές που έλαβαν χώρα, ενδεικτικό είναι ότι ο βιομηχανικός τομέας των ΗΠΑ κατανάλωνε 66% περισσότερη ενέργεια σε σύγκριση με μόλις 35% περισσότερη εργασία. Επίσης, η ίδια η αυτοματοποίηση δημιούργησε πολυάριθμους αγώνες, ειδικά από μαύρους εργάτες που έφεραν το βάρος των αλλαγών στην παραγωγική διαδικασία. (Abramsky 2010)

Όσον αφορά την ελληνική πραγματικότητα, από τις αρχές του ’90, ο κύκλος των αγώνων που κουβαλούσαν την κληρονομιά της μεταπολίτευσης (δεκαετίες ’70 και ’80) αρχίζει να τελειώνει. Μαζί τους τελειώνουν οι κοινωνικοί αυτοί παράγοντες που συνετέλεσαν στη διατήρηση του παλιού κοινωνικού status quo, σύμφωνα με το οποίο φαίνεται ότι οι τιμές της ενέργειας παραμένουν σε σχετικά χαμηλά επίπεδα. Ξεκινάει μία πορεία νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης, αλλά και η άνοδος της ηττοπάθειας, της συντηρητικοποίησης της κοινωνίας και της ατομικής λύσης. Σε όλα αυτά τα χρόνια δόθηκαν πολλές σημαντικές μάχες (π.χ. ασφαλιστικό), παρόλα αυτά δεν αλλάζει κάτι. Τα τελευταία είκοσι χρόνια φαίνεται ότι η εργασιακή επισφάλεια, σε πιο ήπιες και ψυχολογικοποιηµένες µορφές, τείνει να πολλαπλασιάζει τις δυνάµεις αδράνειας που ακινητοποιούν τους ανθρώπους και δυσκολεύει την ικανότητά τους να σχηματοποιήσουν ανταγωνιστικές μορφές κοινωνικών αγώνων. Η ήττα του κοινωνικού αντιμετωπίζεται από το κεφάλαιο με την διάθεση του νικητή που αντεπιτίθεται, πράγμα που παίρνει διάφορες μορφές, όπως για παράδειγμα η φυγή στη χρηματοπιστωτική σφαίρα και η μεταφορά επιχειρήσεων σε χώρες με φθηνότερα εργατικά χέρια. (Ριζοσπαστικός Προβληματισμός, 2008). Αυτού του είδους οι αποκρίσεις του κεφαλαίου αποτελούν καθαυτές αντιφατικές διαδικασίες γιατί την ίδια στιγμή που φαίνεται ότι το κεφάλαιο επιτίθεται και έχει το πάνω χέρι, την ίδια στιγμή φανερώνεται και η ευπάθειά του. Ναι μεν είναι ένα μέσο ώστε η κερδοφορία να φαίνεται αύξουσα, αλλά ταυτόχρονα η εξάρτησή της από την εργασία, η ανάγκη της δηλαδή να επικυρωθεί και με υλικούς όρους αυτή η κερδοφορία, δείχνει την αδυναμία του κεφαλαίου. Συμπερασματικά, θα μπορούσαμε ίσως να πούμε δηλαδή ότι τέτοιες στρατηγικές στις οποίες αναφερόμαστε είναι μεν στρατηγικές αντιμετώπισης της εργασίας, αλλά μάλλον αμυντικού προσανατολισμού.

Για την συνέχεια του κειμένου μία στρατηγική του κεφαλαίου στην οποία θα θέλαμε να εστιάσουμε, καθώς συνδέεται με το ενεργειακό ζήτημα, είναι η αύξηση της μηχανοποίησης. Στην Ελλάδα, από το 1995 και μετά, η παραγωγικότητα του κεφαλαίου παρουσιάζει αύξηση, κάτι που οφείλεται στην αύξηση της μηχανοποίησης. Σύμφωνα με τους Ιωακείμογλου & Μηλιός (2005)  «η υποκατάσταση εργασίας με κεφάλαιο (μηχανές) επιταχύνεται μετά το 1995, κάτι που οφείλεται πρωτίστως στη μεταφορά τεχνολογικών καινοτομιών στη διαδικασία παραγωγής –μεταφορά που πραγματοποιείται χάρη στις αυξημένες επενδύσεις» (δες παράρτημα, πίνακα 3). Παράλληλα με την υποκατάσταση εργατικών χεριών από την τεχνολογία, ο ενεργειακός τομέας στην Ελλάδα δε μένει καθόλου πίσω αφού έχει μεγεθυνθεί κατά 70% την περίοδο 1991-2006, σε σύγκριση με το μέσο όρο του 28% για την Ε.Ε., πράγμα που οφείλεται κυρίως στην παραγωγή ηλεκτρισμού που προέρχεται από την ανάπτυξη του τομέα του φυσικού αερίου (περίοδος 1996-2006), το ποσοστό του οποίο έφτασε στη συμμετοχή της ηλεκτρικής παραγωγής από το 0 στο 17%.

Στις μέρες μας, στην περίοδο όξυνσης του κοινωνικού ανταγωνισμού που βιώνουμε, τα πράγματα αλλάζουν γρήγορα. Το συμπέρασμα στο οποίο οδηγούμαστε και το οποίο θέλουμε να αναδείξουμε είναι ότι:

1) η αυξημένη μηχανοποίηση της περιόδου από το ’95 και μετά και

2) η άνοδος των κοινωνικών ενεργειακών τιμολογίων της τελευταίας δεκαετίας, η οποία ακολουθείται από μείωση των τιμών του ρεύματος για τα αφεντικά (αποτελώντας με άλλα λόγια ένα ενεργειακό ταξικό προμοτάρισμα),

αποτελούν δύο φάσεις της ίδιας στρατηγικής που πιέζουν ώστε να γείρει η πλάστιγγα του κοινωνικού ανταγωνισμου προς το όφελος κράτους και αφεντικών, επιτυγχάνοντας έμμεση επίθεση στο μισθό και υποτίμηση της εργασίας. Η στρατηγική αυτή εντάσσεται στη σημερινή συγκυρία στη λογική μετακύλησης του κόστους λόγω της εργασιακής/ενεργειακής κρίσης στην εργατική τάξη και ως τέτοια οφείλουμε να την αντιμετωπίσουμε.

Οι αλλαγές που αναφέρθηκαν, όπως η άνοδος των ενεργειακών τιμών, δε θεωρούμε ότι θα πραγματοποιηθούν έτσι κι αλλιώς. Η επιτυχία τους θα εξαρτηθεί από τις μορφές αντίστασης που θα κληθούν να δώσουν τις απαντήσεις τους, τη δυνατότητα κυκλοφορίας των αγώνων και την επέκτασή τους σε κοινωνικό επίπεδο, τις μελλοντικές εξεγέρσεις και τις προοπτικές που θα ανοίξουν.

5. Μετασχηματισμοί στον τομέα της ενέργειας: γιατί βλέπουμε τέτοια ώθηση στις ΑΠΕ;

Βρισκόμαστε σε ένα ιστορικό σταυροδρόμι επαναδιαπραγμάτευσης σχεδόν όλων των μέχρι σήμερα δεδομένων του κοινωνικοπολιτικού συστήματος. Η πράσινη ανάπτυξη αποτελεί την κοινή επίκληση όλων των φορέων του πολιτικού φάσματος, καθώς οι πολιτικές δυνάμεις που φιλοδοξούν να ηγεμονεύσουν στη νέα εποχή καλούνται να αποδείξουν ότι μπορούν να ανταποκριθούν και να διαχειριστούν στο όνομα του συνόλου την πρόκληση της βιώσιμης ανάπτυξης. Το κεντρικότερο σημείο όλου αυτού στο οποίο συναντιούνται και συγκρούονται τα κοινωνικά και ταξικά συμφέροντα, είναι η αρχιτεκτονική της διαδικασίας παραγωγής ενέργειας-ηλεκτρισμού (Παπανικολάου 2010). Έτσι μπαίνει στο παιχνίδι η ιστορία με τις ΑΠΕ.

H απάντηση στο παραπάνω ερώτημα που τέθηκε στον τίτλο βρίσκεται σε μία καπιταλιστική λογική που τοποθετεί στο επίκεντρό της το ιδεολόγημα της πράσινης ανάπτυξης. Εκφράζεται με μία πολιτική που, συνθηματολογώντας, θα λέγαμε ότι δεν έχει σύνορα: είναι ίδια σε Ελλάδα, Ευρώπη, ΗΠΑ και Τουρκία, έχει τις ίδιες πάνω-κάτω βασικές κατευθύνσεις και καθορίζεται μέσα από τους κατά περίπτωση  σχεδιασμούς και εφαρμογές, με γνώμονα (μιλώντας με οικονομικούς όρους) το συγκριτικό πλεονέκτημα της κάθε περιοχής (απόθεμα πόρων, τεχνολογικές υποδομές κ.λ.π.) και τα περιθώρια κερδοφορίας (έλλειψη ή αντίστροφα παρουσία κοινωνικών και περιβαλλοντικών αγώνων, φθηνό εργατικό δυναμικό, κατάλληλες νομοθεσίες κ.λ.π.).

Μία μεταβαλλόμενη σειρά επιλογών η οποία, θα το επαναλάβουμε, γίνεται στα πλαίσια της εργασιακής/ενεργειακής κρίσης, προσπαθεί να προλάβει τα «κενά» που δημιουργούνται και να αξιοποιήσει δυνατότητες που ανοίγονται. Από τη μία περιφεριοποιεί τις καινούργιες ενεργειακές μονάδες. Νέα μεγάλα υδροηλεκτρικά έργα στα Βαλκάνια, νέες πυρηνικές μονάδες στην Τουρκία. Και στην Ελλάδα τι; Θα το δούμε παρακάτω. Από την άλλη μεριά, παρατηρούμε ότι δοκιμάζει και εναλλάσσει διαφορετικά ενεργειακά σχέδια και σενάρια. Δεν έχουμε να παρουσιάσουμε μία συγκεκριμένη συνταγή που ακολουθείται, παρόλα αυτά νομίζουμε ότι καταλαβαίνουμε τη φύση του προβλήματος και ως τέτοιο θα σας το παρουσιάσουμε.

Είπαμε προηγουμένως ότι η αρχική δικαιολογία της τάσης του πράσινου καπιταλισμού για τις αλλαγές που προτείνει είναι η κλιματική αλλαγή. Αν αρχίσουμε από τη διακήρυξη των επικεφαλών των ηλεκτρικών εταιρειών της Ευρώπης για την κλιματική αλλαγή (συμπεριλαμβανομένης φυσικά και της ΔΕΗ), θα δούμε ότι η ΔΕΗ, ακολουθώντας την ευρωπαϊκή πολιτική των ιδιωτικών και δημόσιων εταιριών, δεσμεύεται να ακολουθήσει μία διαφορετική γραμμή από την παραδοσιακή. «Οι υπογράφοντες της Διακήρυξης δεσμεύονται ότι μέχρι το 2050 θα παρέχουν ηλεκτρικό ρεύμα που θα παράγεται χωρίς εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, υπό την προϋπόθεση ότι οι πολιτικοί ηγέτες της E.E. θα τους διασφαλίσουν πρόσβαση σε μία ευρεία γκάμα επιλογών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας –αποδοτικές καθαρές τεχνολογίες ορυκτών καυσίμων που θα περιλαμβάνουν δέσμευση και αποθήκευση άνθρακα, υψηλής απόδοσης συνδυασμένη παραγωγή θερμότητας και ηλεκτρισμού και πυρηνική ενέργεια, παράλληλα με ανανεώσιμες πηγές».12 Ο ενεργειακός τομέας στην υπηρεσία των άνωθεν πολιτικών επιλογών θέτει τις αιχμές της καινούργιας του αναπτυξιακής πορείας.

Έτσι, λοιπόν, καταρχάς πρώτο καθήκον για τη ΔΕΗ είναι να επιτευχθεί ο στόχος της Ε.Ε. για το 2020. Στόχος που επιβάλει μείωση των ρύπων σε διοξείδιο του άνθρακα και 20% κάλυψη των ενεργειακών ανγκών από ΑΠΕ. Η ΔΕΗ θα πρέπει στα επόμενα χρόνια να περιορίσει τη λιγνιτική παραγωγή της κατά 1.800 ΜW, δηλαδή από τα 5.200 ΜW που είναι σήμερα να πέσει στα 3.400 ΜW. Πρέπει να τονιστεί ότι η ΔΕΗ θα κληθεί από το 2013 να πληρώνει ετησίως πρόστιμα που θα ξεπερνούν το ένα δισ. ευρώ εφόσον συνεχίσει τη λειτουργία των παλαιών ρυπογόνων μονάδων. Οι προτάσεις της ΔΕΗ και της ΕΣΗΕ προβλέπουν, μεταξύ άλλων, συνυπολογισμό του κόστους διοξειδίου του άνθρακα (CΟ2) στο μεταβλητό κόστος των μονάδων, αλλά ανισοκατανομή του κόστους αυτού κατά τη διάρκεια της ημέρας, ενώ η εφαρμογή όλων των αποφάσεων προτείνεται να γίνει στο άμεσο μέλλον, αφού πρώτα «αναπροσαρμοστεί το λογισμικό του ΔΕΣΜΗΕ, της ΔΕΗ και όλων των συμμετεχόντων στην αγορά»13.

Να ένα επίκαιρο παράδειγμα για το πώς το εμπόριο ρύπων προκαλεί ριζική αναδιάρθρωση στις θέσεις εργασίας του ενεργειακού τομέα με προκάλυμμα «το καλό του περιβάλλοντος». Πράγμα που πάει πολύ βαθύτερα, θα πούμε εμείς· στη ριζική αναδιάρθρωση της συνολικής λειτουργίας του. Η επιχείρηση έχει προγραμματίσει στα επόμενα εννέα χρόνια να αποσύρει παλαιές ρυπογόνες μονάδες λιγνίτη δυναμικότητας 900 ΜW και να επενδύσει σε megaproject φωτοβολταϊκών (π.χ. προαναγγελλόμενη μονάδα 300ΜW στo νομό Κοζάνης). Αυτό αποτελεί, αν το δούμε με οικονομικούς όρους, και μια διέξοδο για την αξιοποίηση κεφαλαίων που δεν είχαν πού να δοθούν και τα οποία η ΔΕΗ δε θα μπορούσε να απορροφήσει και να κάνει τέτοιες επενδύσεις. Σε αυτό θα επανέλθουμε λίγο παρακάτω.

Πάμε δηλαδή προς μια μετάβαση από τα ορυκτά καύσιμα στις ΑΠΕ;

Η πρωτοπορία στην προπαγάνδα της πράσινης ανάπτυξης, η γνωστή μηκυβερνητική οργάνωση WWF, υποστηρίζει ότι σχεδόν το 100% των απαιτήσεων της «ανθρωπότητας» σε ηλεκτρική ενέργεια, μεταφορές και βιομηχανική παραγωγή μπορεί να καλυφθεί μέχρι το 2050 από την ανάπτυξη των ΑΠΕ. Πώς μπορεί να γίνει αυτό; Τεχνολογικά σενάρια όπως αυτά της κάλυψης της ερήμου Σαχάρας από φωτοβολταϊκά πάρκα και άλλα πολλά δίνουν και παίρνουν από τους κάθε είδους απολογητές του συστήματος που αναζητούν ενδοσυστημικές απαντήσεις. Πράγμα το οποίο φυσικά συμβαίνει πάντα αποκομμένα από την πραγματικότητα του κοινωνικού ανταγωνισμού και τη φύση του κοινωνικού συστήματος στο οποίο ζούμε και ζουν.

Προς το παρόν, ο ρόλος των ΑΠΕ στην ενεργειακή παραγωγή είναι συμπληρωματικός και, μεταξύ μας, για τις ανάγκες του ενεργοβόρου συστήματος που ονομάζεται καπιταλισμός (όπως τον γνωρίζουμε) μάλλον τέτοιος θα παραμείνει πάντοτε (εξαιτίας της ασυνεχούς τους φύσης, της σχετικά μικρής τους απόδοσης κ.τ.λ.). Θεωρούμε, όμως, ότι οι εκτιμήσεις για την εξέλιξη των ΑΠΕ δεν μπορούν να γίνουν στη βάση μίας τεχνικής-τεχνολογικής συζήτησης. Το μέλλον των ΑΠΕ θα κριθεί από την απόδοση της εμπορευματικής χρήσης τους μέσα στο πλαίσιο της σύγκρουσης κεφαλαίου-εργασίας και την αβεβαιότητα που αυτή εμπεριέχει. Προφανείς απαντήσεις δεν υπάρχουν. Αν οι ΑΠΕ χρησιμοποιηθούν σύμφωνα με το μοντέλο των μεγκαπρότζεκτ, ενδεχομένως να αποτελέσουν μία από τις πιο καταστρεπτικές τεχνολογίες για το περιβάλλον και την κοινωνία στην ιστορία της ανθρωπότητας. Οι αγώνες για την ιδιοκτησία της γης (π.χ. στον τομέα των βιοκαυσίμων και αλλού), οι ενεργειακοί αγώνες στην παραγωγή, στη διανομή και στην κατανάλωση της ενέργειας θα χαράξουν το δρόμο που θα ακολουθήσει μελλοντικά η τεχνολογία των ΑΠΕ. Σύμφωνα με τον Αbramsky (2010) σήμερα τίθεται περισσότερο επιτακτικά από ποτέ η ανάγκη να εκτιμήσουμε την ανοιχτή φύση της «ενεργειακής κρίσης» και τις «λύσεις» της, προκειμένου με δραστήριο τρόπο να προετοιμαστούμε και να συμμετέχουμε στους αγώνες που αυτές συνεπάγονται.

Ας δούμε τώρα μερικά στοιχεία για τις αλλαγές του ενεργειακού τομέα στον ελλαδικό χώρο.

Στην ελληνική πραγματικότητα παρατηρούμε ότι μαζί με την είσοδο στον ενεργειακό τομέων των ιδιωτών, έχει υπάρξει τα τελευταία χρόνια (2007-2009) στην Ελλάδα ένας πολύ μεγάλος αριθμός επενδύσεων, τόσο του ιδιωτικού όσο και του δημοσίου τομέα, σε μονάδες με φυσικό αέριο και λιγνίτη. Παρακάτω παραθέτουμε μονάδες που έχουν κατασκευαστεί:

– Μαντούδι Ευβοίας 460MW (όμιλος ΓΕΚ-ΤΕΡΝΑ)

– Mεγαλόπολη Αρκαδίας 850 (ΔΕΗ)

– Άγιος Νικόλαος Βοιωτίας 450 ΜW (ENDESA HELLAS A.E.)

– Άγιος Νεκτάριος – Δήμος Θηβαίων Βοιωτίας 435ΜW (Ηρων ΙΙ-Θερμοηλεκτρικό σταθμός βοιωτία Α.Ε)

– Θίσβη Βοιωτίας 422ΜW (Eνεργειακή Θεσσαλονίκης Α.Ε.)

– Eχεδωρος Θεσσαλονίκης 390 ΜW (Ενεργειακή Θεσσαλονίκης Α.Ε.)

– Αλιβέρι Ευβοίας 400MW (ΔΕΗ)

Πολλές, όμως, από αυτές τις μονάδες (οι αποκλειστικής καύσης λιγνίτη) δεν προχώρησαν, καθώς αναδύθηκε σε διάφορα σημεία του ελλαδικού χώρου (Κορινθιακός κόλπος, Καβάλα, κ.α.) μία πληθώρα τοπικών αγώνων που εξέφραζαν την εναντίωσή τους σε τέτοια έργα. Το αιχμιακό ζήτημα που έβαλαν μπροστά αυτοί οι αγώνες παράλληλα με το τοπικό, ήταν η εναντίωση στο λιθάνθρακα εξαιτίας των περιβαλλοντικών του επιπτώσεων, προκρίνοντας την εφαρμογή τεχνολογιών ΑΠΕ. Συχνά, δε, τα επιχειρήματα που εκφράζονταν έρχονταν σε ταύτιση με την περιβαλλοντική νομοθεσία της Ε.Ε ή/και ακολουθούσαν τα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία «επιστημονικά» συντάσσεται η κάθε μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Η ποροκεντρική αυτή ανάλυση, κομμάτι της οποίας αποτελεί η φετιχοποίηση του λιγνίτη ως «κακή» μορφή ενέργειας και η προώθηση των ΑΠΕ ως «σωστή» λύση στην υφιστάμενη κατάσταση, θεωρούμε ότι είναι ένα στοιχείο που αποπροσανατόλισε τα αντανακλαστικά των κοινωνικών κινημάτων από το ζήτημα της ταξικής-κοινωνικής διάστασης της παραγωγής, της διανομής και της κατανάλωσης ενέργειας. Ενδεικτική είναι η ανακοίνωση του δικτύου «πολίτες κατά του λιθάνθρακα» που χαρακτήρισε «νίκη κατά του λιθάνθρακα» την απόσυρση της κυβερνητικής πολιτικής από την κατασκευή μονάδων αποκλειστικά χρήσης λιγνίτη και ανακοίνωσε την αυτοδιάλυσή  του.14 Η δική μας ερμηνεία των εξελίξεων είναι, από τη μια μεριά, ότι η αλλαγή πλεύσης στην ενεργειακή πολιτική έχει να κάνει με την αλλαγή στη διαχείριση της εξουσίας τον Οκτώβρη του 2009 από το ΠΑΣΟΚ, πράγμα που σηματοδότησε και την ισχυροποίηση της κατεύθυνσης της πράσινης ανάπτυξης. Από την άλλη μεριά, θεωρούμε ότι ο μερικός χαρακτήρας των αιτημάτων αυτών των αγώνων όπως αναφέρθηκε παραπάνω, καθώς και ο παραγοντίστικος τρόπος λειτουργίας πολιτικών του συνιστωσών συνέβαλαν στον εγκλωβισμό τους απέναντι στις καινούργιες αλλαγές του ενεργειακού τοπίου (άνοδος ενεργειακών τιμών, προώθηση ΑΠΕ).

Ένα πρώτο συμπέρασμα μας είναι ότι κράτος και κεφάλαιο αναζητούν μία ενεργειακή διέξοδο στις ΑΠΕ, αυτό όμως όχι τελεσίδικα και όχι λόγω εξάντλησης του λιγνίτη ή της προστασίας του περιβάλλοντος, αλλά γιατί η θέση της χώρας στο καπιταλιστικό γίγνεσθαι αυτή τη στιγμή αυτό φαίνεται να προκρίνει. Από τη μεριά μας, το ζήτημα το οποίο επιζητούμε να θέσουμε δεν είναι αυτό της παροχής μίας εναλλακτικής λύσης στην ενεργειακή/εργασιακή κρίση, αλλά αντίθετα να εντείνουμε την άρνηση του μέλλοντος το οποίο το κεφάλαιο προσπαθήσει να δημιουργήσει με διάφορους συνδυασμούς στην αναζήτησή του για τρόπους επιβίωσης.

Επενδύσεις στις ΑΠΕ

Όσον αφορά τις ΑΠΕ παρατηρούμε μία ένταση στις επενδύσεις τόσο των κεντροποιημένων έργων (π.χ. μεγάλα ηλιακά και αιολικά πάρκα) όσο και των πιο αποκεντρωμένων μορφών της (π.χ. μικρά φωτοβολταϊκά πάρκα σε αγροτικές γη, φωτοβολταϊκά στις ταράτσες).

1) Όσον αφορά στις κεντροποιημένες μονάδες, υπάρχουν πολλές περιπτώσεις σχεδιαζόμενων αιολικών πάρκων σε Κέρκυρα και Κρήτη, Βόρειο Αιγαίο και αλλού, τα οποία γίνονται με σκοπό την τροφοδοτηση του κεντρικού δικτύου. Για παράδειγμα, η επένδυση στην Κρήτη, η οποία εκτιμάται πως θα ξεπεράσει το ένα δισ. ευρώ, δε σταματά στην κατασκευή των αιολικών πάρκων αλλά προβλέπει επιπλέον την κατασκευή διασύνδεσης από την Κρήτη προς την Πελοπόννησο προκειμένου η παραγόμενη ενέργεια να μεταφέρεται και να πωλείται στο ηπειρωτικό σύστημα.

Σχετικά με τα φωτοβολταϊκά πάρκα, αίσθηση έχει προκαλέσει η ανακοίνωση της ΔΕΗ για τη μελλοντική επένδυσή της στην κατασκευή και λειτουργία του μεγαλύτερου φωτοβολταϊκού πάρκου στον κόσμο, σε συνεργασία με την αμερικάνικη εταιρία ΑΕS.15 Για την τοπική κοινωνία του νομού Κοζάνης τα συναισθήματα είναι ανάμεικτα. Από τη μία μεριά δημιουργεί χαρά σε μερίδα του κόσμου ότι θα ανοίξουν νέες θέσεις εργασίας, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί φόβο ότι θα χαθούν οι υπάρχουσες θέσεις εργασίας. Υπάρχει ο φόβος πως η κατασκευή του φωτοβολταϊκού πάρκου θα είναι η αιτία για να χαθούν οι εκτάσεις που είχαν απαλλοτριωθεί και ότι οι περιοχές αυτές δε θα επιστραφούν στους αρχικούς τους κατοίκους. Επιπλέον, υπάρχει φόβος ότι αυτά τα σενάρια ρίχνονται στον αέρα για να μπορέσει η ΔΕΗ, όταν κλείσει τις μονάδες λιγνίτη, να πάρει πίσω τις δεσμεύσεις της για περιβαλλοντικές αποκαταστάσεις.

Μιλώντας με κατοίκους της Ακρινής (Κοζάνη) μας γίνεται περισσότερο ξεκάθαρος ο τρόπος με τον οποίο το μοντέλο της πράσινης ανάπτυξης πρόκειται να κάνει τους παραπάνω φόβους πραγματικότητα. Αναφερόμαστε σε μία συνθήκη όπου μία ολόκληρη επαρχιακή περιοχή έχει αναπτυχθεί με προορισμό να αποτελέσει το ενεργειακό κέντρο όλης της χώρας και στη συνείδηση των κατοίκων της όλο το μέλλον τους εξαρτάται από αυτό. Σε αυτή την περιοχή τις τελευταίες δεκαετίες 1) η ΔΕΗ ρυπαίνει την ατμόσφαιρα μοιράζοντας απλόχερα τον καρκίνο, 2) μέσω της εξορυκτικής δραστηριότητας εξαντλεί τον υδροφόρο ορίζοντα, 3) νεκρώνει ανεπιστρεπτί τη γη αφού απορρίπτει το καλλιεργήσιμο μέρος του εδάφους και το ζήτημα της αποκατάστασης μένει έτσι στα χαρτιά, 4) απορρίπτει τέφρα ρυπαίνοντας την ήδη επιβαρυμένη ατμόσφαιρα, 5) ρυπαίνει τον ήδη επιβαρυμένο υδροφόρο ορίζοντα μέσω του χρωμίου της τέφρας, 6) λαμβάνοντας υπόψη τα βάσιμα σενάρια για επέκταση των λιγνιτορυχείων αποκλείει σε μεγαλύτερο βαθμό τοπικές κοινότητες αφήνοντας μόνη διέξοδο την μετεγκατάσταση. Τα μεγάλα φωτοβολταϊκά πάρκα τι έχουν να προσφέρουν σε αυτό; Θεωρούμε ότι όσον αφορά την τοπική κοινωνία, τα έργα αυτά αποτελούν έναν πράσινο τρόπο για να αντικατασταθεί η περιβαλλοντική υποβάθμιση τόσων χρόνων και οι υπάρχουσες θέσεις εργασίας με «κάτι καινούργιο», να ξεγραφτούν οι υποσχέσεις για παραχώρηση των απαλλοτριωμένων εκτάσεων προς καλλιέργεια και να δημιουργηθούν κάποιες θέσεις εργασίας στον «καθαρό» ενεργειακό τομέα. Κατά τα άλλα σημαίνει πολλά χρήματα για τις ξένες εταιρίες ΑΠΕ που θα εφαρμόσουν τα έργα και αρκετά MW «καθαρού» ηλεκτρικού ρεύματος που θα είναι περισσότερο ακριβό από ότι ποτέ άλλοτε τα επόμενα χρόνια και η τιμή του θα καθορίζεται από την ελεύθερη αγορά.

2) Θα κάνουμε τώρα μία σύντομη αναφορά στην ανάπτυξη των αποκεντρωμένων μορφών ΑΠΕ. Η συνύπαρξη αποκεντρωμένων και κεντροποιημένων μορφών με μία πρώτη ανάγνωση μας προβλημάτισε. Πώς γίνεται, αναρωτηθήκαμε, από την μία να επενδύουν σε τεράστια πάρκα φωτοβολταϊκών και από την άλλη να δίνουν και αγροτικές επιδοτήσεις για εγκατάσταση μικρότερων ενεργειακών μονάδων, καθώς επίσης σε αστικό επίπεδο να παίζει τόσο πολύ το «φωτοβολταϊκά στις ταράτσες»; Με μία δεύτερη ανάγνωση κατανοούμε ότι για το κεφάλαιο δεν είναι αποδεκτές μόνο οι μεγάλες εναλλακτικές λύσεις αλλά επίσης…οι μικρές εναλλακτικές λύσεις! Η αποκέντρωση, άλλωστε,  δε σημαίνει ότι αυτόματα οδηγεί σε περισσότερη δημοκρατία, όπως φαίνεται να πιστεύουν πολλοί υποστηρικτές ενός εναλλακτικού «ανθρώπινου» καπιταλισμού. Η κυριαρχία, λειτουργώντας πιο πολύπλοκα απ’ ό,τι μερικές φορές νομίζουμε, επιδιώκει όχι τον έλεγχο πάνω σε πράγματα αλλά τον έλεγχο σε κινήσεις, ροές και συνδέσεις εμπορευμάτων, ανθρώπων, πραγμάτων, ενέργειας κ.ο.κ. Το συμπέρασμά μας είναι ότι οι κεντροποιημένες και αποκεντρωμένες μορφές ΑΠΕ λειτουργούν συμπληρωματικά, εφόσον φυσικά και οι δύο κινούνται σε μία εμπορευματική λογική.

Όσον αφορά τα φωτοβολταϊκά στην αγροτική γη, φαίνεται ότι είναι ένας τρόπος να κινηθεί χρήμα (στις εταιρείες-συμβούλους και στις τράπεζες) και ταυτόχρονα μια προσωρινή/πλασματική διέξοδος για τους αγρότες που έχουν να αντιμετωπίσουν το τέλος των επιδοτήσεων στα προϊόντα τους. Επιπλέον, η εξέλιξη της υπόθεσης δείχνει ότι όλη αυτή η ιστορία πρόκειται για μία «πράσινη φούσκα»16 , καθώς η ΔΕΗ ανακοινώνει ότι επήλθε κορεσμός στα δίκτυά της και εκκρεμούν έτσι αιτήσεις των αγροτών, οι οποίοι έχουν ήδη πληρώσει τις μελέτες. Οι ευθύνες αναζητούνται κάπου ανάμεσα στο υπουργείο περιβάλλοντος και στον πρόεδρο της ΔΕΗ.

Με τα φωτοβολταϊκά στις ταράτσες, ένα μέρος της παραγωγικής διαδικασίας της ενέργειας μετακυλύεται στο νοικοκυριό μαζί με το κόστος του (τώρα η εγκατάσταση επιδοτείται, αλλά αργότερα; τι γίνεται με το κόστος συντήρησης;). Το ίδιο ισχύει και για συσκευές βιοκαυσίμων. Επίσης, δημιουργείται μία καινούρια αγορά (μετάλλων, μπαταριών, ηλιακών συλλεκτών, ηλεκτρονικών εξοπλισμών) που «τρέχει». «Ναι, έχεις χρήματα, καλά είναι», θα πει κανείς. Σίγουρα φαίνεται μία καλή επένδυση. Μία επένδυση, όμως, που στην διαδικασία της δημιουργεί σχέσεις ανισότητας μεταξύ των καταναλωτών, διαχωρίζοντάς τους σε αυτούς «που έχουν» και σε αυτούς «που δεν έχουν». Αλλωστε, ο καπιταλισμός πάντα λειτουργούσε μέσα σε ένα περιβάλλον διαιρέσεων που συνυπάρχουν και αλληλοεπηρεάζονται.

Ανακεφαλαιώνοντας, στο κείμενο αυτό προσπαθήσαμε 1) να συνδέσουμε την άνοδο των ενεργειακών τιμολογίων και τις εξελίξεις του ενεργειακού τομέα με τις συνθήκες του κοινωνικού ανταγωνισμού στον ελλαδικό χώρο και 2) να παρουσιάσουμε τις επενδύσεις στις ΑΠΕ ως μία επιλογή του κεφαλαίου σύμφωνα με τις κατευθύνσεις της πράσινης ανάπτυξης και την κατάσταση των κοινωνικών συνθηκών πάνω στις οποίες επιχειρεί να δημιουργήσει νέους κύκλους συσσώρευσης. Στο επόμενο, τρίτο και τελευταίο, κείμενο θα μιλήσουμε για τους κοινωνικούς-περιβαλλοντικούς αγώνες που βλέπουμε να αναδύονται, για τις περιφράξεις που αυθαίρετα θέτουν τους φυσικούς πόρους στην υπηρεσία του υπάρχοντας κοινωνικού συστήματος και για τις δυνατότητες μία διαφορετικής λογικής δημιουργίας και επέκτασης των κοινών αγαθών, μίας κομμουνιστικοποίησης που θα μπορεί να συμβάλει στον άνοιγμα δρόμων για μία απελευθερωτική κοινωνική προοπτική.

1. Πηγή: ΔΕΗ στο http://el.wikipedia.org/

2. Είναι σημαντικό να αναφέρουμε εδώ ότι η παραπάνω διαδικασία είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη θετική τάση που είχε διαμορφωθεί στα Βαλκάνια ως προς την κατασκευή νέων μεγάλων υδροηλεκτρικών φραγμάτων. Αυτό το γεγονός πρέπει να το δούμε σε συνδυασμό με την προώθηση του πράσινου καπιταλισμού στην Ευρώπη, ο οποίος έχει την τάση να περιφερειοποιεί τις περισσότερο επιβλαβείς και μηβιώσιμες δραστηριότητες, μία από τις οποίες είναι και τα μεγάλα φράγματα. Αυτή η παρατήρηση είναι ιδιαίτερα επίκαιρη αν λάβουμε υπόψη το δεδηλωμένο ενδιαφέρον της ΔΕΗ. Α.Ε. για την κατασκευή και εκμετάλλευση τεσσάρων υδροηλεκτρικών σταθμών στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη.

3. Πηγή: http://seenerga.wordpress.com/

4. Η κατάσταση με τα τιμολόγια της ΔΕΗ, περίπου από τις αρχές του 2010,  γίνεται περισσότερο δύσκολο να συγκριθεί με το παρελθόν καθώς από τότε το τιμολόγιο διασπάται σε επιμέρους κομμάτια που προηγουμένως συμπεριλαμβάνονταν στην ενιαία τιμή. Έχουμε δηλαδή χωριστά τις τιμές για το ονομαζόμενο «ανταγωνιστικό» τμήμα με τις οποίες πληρώνεται ο προμηθευτής της ενέργειας (εν προκειμένω η εμπορία της ΔΕΗ, που μπορεί να είναι όμως και κάποια ιδιωτική εταιρεία) και το τμήμα με τις «μη ανταγωνιστικές δραστηριότητες» με το οποίο πληρώνονται τα έξοδα του δικτύου μεταφοράς, του δικτύου διανομής και οι Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ). Οι δαπάνες για τις μη ανταγωνιστικές δραστηριότητες αφορούν τα αντίστοιχα τμήματα της ΔΕΗ (που από το 2011 θα γίνουν ανεξάρτητες εταιρείες –μάλλον θυγατρικές της). Οι δαπάνες για ΥΚΩ καλύπτουν τις επιβαρύνσεις τις ΔΕΗ από την υποχρέωσή της να παρέχει ηλεκτρική ενέργεια ανεξαρτήτως πραγματικού κόστους της σε όλους τους καταναλωτές που το ζητούν, σε τιμές που ορίζονται από το κράτος. Τα δύο κομμάτια ακολουθούν πλέον διαφορετικές λογικές τιμολόγησης και μεταβάλλονται ανεξάρτητα τα μεν από τα δε (με διαφορετικές αποφάσεις), με αποτέλεσμα οι προσπάθεια σύγκρισης με το παρελθόν να γίνεται λίγο χαοτική. Πόσο μάλλον που δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε κάποια «σταθμισμένη» τιμή που να είναι αντιπροσωπευτική για όλους τους καταναλωτές κάθε κατηγορίας (δηλαδή 1 τιμή για οικιακούς καταναλωτές, μία για βιομηχανικούς κλπ). Πηγή: http://www.dei.gr/ecPage.aspx?id=13332&nt=18&lang=1

5. Σύμφωνα με το συνδικάτο εργαζομένων στην ενέργεια «Εργατική Αλληλεγγύη «Την ίδια στιγμή, οι ελάχιστες ιδιωτικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην ελληνική αγορά, έχοντας κυρίως στρέψει το ενδιαφέρον τους στους βιομηχανικούς πελάτες, έχουν εξασφαλισμένα κέρδη σε βάρους του κρατικού τομέα , ενώ την ίδια στιγμή η κυβέρνηση προσπαθεί να τις πολλαπλασιάσει, ανταποκρινόμενη στις κατευθύνσεις της Ε.Ε. για πλήρες άνοιγμα της αγοράς ενέργειας. Tην ίδια στιγμή, το δίκτυο μεταφοράς ενέργειας που κατασκευάστηκε με χρήματα του δημοσίου, παραδόθηκε το 2001 στην εταιρία ΔΕΣΜΗΕ  Α.Ε. η οποία το ανοίγει και προς ιδιωτική χρήση. Εδώ και μια δεκαετία η ΔΕΗ έχει πληρώσει για τέλη χρήσης του δικτύου (το οποίο κατασκεύασε και ουσιαστικά διαχειρίζεται) το τεράστιο ποσό των 1,17 δισ. ευρώ!». ΠΗΓΗ: http://seenerga.wordpress.com/

6. Πηγή: http://www.tovima.gr/

7. Πηγή: http://seenerga.wordpress.com/

8. Πηγή: Σύντροφοι από Κοζάνη – Πτολεμαϊδα, (Ιούνης 2009), Εισήγηση εκδήλωσης για τα εργατικά “ατυχήματα” στη ΔΕΗ,

9. Η ΡΑΕ είναι ανεξάρτητη διοικητική αρχή και έχει κυρίως γνωμοδοτικές και εισηγητικές αρμοδιότητες στον τομέα της ενέργειας. Δημιουργήθηκε στα πλαίσια της εναρμόνισης της ελληνικής νομοθεσίας με την Κοινοτική Οδηγία 96/92 και συνδυάζεται με την πολιτική του εκσυγχρονισμού των ενεργειακών αγορών στην Ελλάδα. Ο ρόλος της ΡΑΕ είναι να παρακολουθεί και να εισηγείται για τις τιμές, τη λειτουργία της αγοράς και τις αδειοδοτήσεις. Ακόμη, να παρέχει πληροφορίες σε επενδυτές και καταναλωτές. Σκοπός της ΡΑΕ είναι, επίσης, να εξασφαλίσει με θεσμικό τρόπο συμβατό με τους μηχανισμούς της απελευθερωμένης αγοράς, τους μακροχρόνιους στρατηγικούς στόχους της ενεργειακής πολιτικής.  ΠΗΓΗ: http://www.rae.gr/about/main.htm

10.  Παρόμοια κοινωνικά κριτήρια διαφημίστηκαν και για το προαναγγελόμενο μέτρο (σχετικά με τον προϋπολογισμό του 2011) για εξίσωση του ειδικού φόρου στο πετρέλαιο κίνησης με το πετρέλαιο θέρμανσης.

11. Η μηχανοποίηση, δηλαδή η εισαγωγή νέων τεχνολογιών στην παραγωγική διαδικασία, γίνεται με σκοπό τη μείωση του χρόνου που χρειάζεται να δουλέψει ένας εργαζόμενος προκειμένου να παραχθεί ένα εμπόρευμα. Είναι λάθος, όμως, να υποβιβάζουμε το ρόλο του εργάτη σε χειριστή μηχανών ή σε μία «παθητική» δεξαμενή εργασιακής δύναμης. Η οπτική μας προσεγγίζει τη μηχανή, και γενικότερα την τεχνολογική εξέλιξη, μέσα από το πρίσμα του κοινωνικού-ταξικού ανταγωνισμού που προκάλεσε την κατασκευή της και οδήγησε στο βιομηχανικό καπιταλισμό. Με τον όρο μηχανή ορίζουμε την ολοκληρωμένη υποδομή που οδηγεί στην λειτουργία της παραγωγικής διαδικασίας δηλαδή 1) την πηγή ενέργειας που μετατρέπεται σε μηχανική (π.χ. λιγνίτης, πετρέλαιο, αιολική, πυρηνική, κ.λ.π.), 2) το είδος του κινητήρα που χρησιμοποιείται για τη μετατροπή (ατμομηχανή, κινητήρας εσωτερικής καύση, ανεμογεννήτρια, πυρηνικός αντιδραστήρας) και 3) το εργαλείο που χρησιμοποιεί ο εργαζόμενος στην παραγωγή (αργαλειός, μηχανή υφαντουργίας, ηλεκτρονικός υπολογιστής, κλπ). Ιστορικά, η μηχανοποίηση έχει χρησιμοποιηθεί από το κεφάλαιο και τα αφεντικά με σκοπό να ανατρέψει μία υφιστάμενη εργασιακή συνθήκη και τις σχέσεις αλληλεγγύης και αντίστασης που έχουν αναπτυχθεί και να πειθαρχήσει πάνω στο εργατικό δυναμικό. Χωρίς να θέλουμε να επεκταθούμε για τους σκοπούς του κειμένου σε βαθύτερα θεωρητικά νερά, θα περιοριστούμε να πούμε ότι κατά μία έννοια η μηχανή αποτελεί μέσο και όχι τον αυτοσκοπό της τεχνολογικής εξέλιξης στα πλαίσια του κοινωνικού ανταγωνισμού, η υπεραξία παράγεται από την εκμετάλλευση της ζωντανής ανθρώπινης εργασίας, τη γνώση και δημιουργικότητα και όχι από τον άψυχο διαμεσολαβητή της, δηλαδή τη μηχανή καθεαυτή. Η μηχανή, δηλαδή, αποτελείται η ίδια από συσσωρευμένη νεκρή εργασία και κατά αυτήν την έννοια φυσικά και η εργασία δεν καταργείται. Αφενός, η μηχανοποίηση εισάγεται κλέβοντας τη γνώση, το know how και τη δημιουργικότητα των εργατών που έχουν αποκτήσει πάνω στη δουλειά τους. Αφετέρου η κατάσταση που περιγράφεται είναι έτσι κι αλλιώς μια δυναμική κατάσταση καθώς οι εργάτες κατακτούν και στο νέο παράδειγμα μια δύναμη λόγω των γνώσεων που αναπτύσσουν πάνω-στη-δουλειά, προκαλώντας έτσι μια νέα επέμβαση τπυ κεφαλαίου αλλά και ταυτόχρονα τροφοδοτώντας το με τις καινούριες αποκτημένες γνώσεις.

12. Πηγή: http://www.dei.gr/

13. Πηγή: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&artid=341912&ct=19&dt=07/07/2010

14. Πηγή:http://lithanthrakas.wordpress.com/2009/11/15/telos/

15. Πηγή: http://www.tanea.gr/

Written by factoryfanet

Ιουνίου 14, 2011 at 4:02 μμ

Κοινά, Περιφράξεις και Ενεργειακοί Commoners

with one comment

Θεωρητικές προσεγγίσεις για τα Κοινά και τις Περιφράξεις

Η σφαίρα των κοινών αποτελεί το πεδίο ενός διαρκούς παγκόσμιου ταξικού πολέμου, ο οποίος περιλαμβάνει τις συγκρούσεις και διαμάχες για τον έλεγχο γύρω από τα φυσικά ή «πλανητικά» κοινά (αέρας, θάλασσες, ποτάμια, λίμνες, δάση), τα δημόσια κοινά (υποδομές, δίκτυα μεταφορών, τηλεπικοινωνίες, εκπαίδευση, υγεία, δίκτυα κοινής ωφέλειας) τα πολιτισμικά κοινά (γλώσσα, επιστήμες, τέχνες), τα περιβαλλοντικά κοινά (ποιότητα του αέρα, πανίδα, χλωρίδα), τα αστικά κοινά (ελεύθεροι, κοινόχρηστοι, κοινωφελείς χώροι, χώροι πρασίνου, δίκτυα υποδομών) τα γενετικά κοινά (γονίδια), τα ενεργειακά κοινά (φυσικοί, ενεργειακοί πόροι), τα επικοινωνιακά κοινά (ηλεκτρομαγνητικό φάσμα), τα πληροφοριακά κοινά (διαδίκτυο, ανοιχτό και ελεύθερο λογισμικό), κ.α. Το εύρος της σφαίρας των κοινών καθορίζεται τόσο από τα πεδία και τις μορφές κοινωνικής αυτοθέσμισης και αυτοοργάνωσης όσο και από τις διαδικασίες της καπιταλιστικής πρωταρχικής συσσώρευσης.

Τα χαρακτηριστικά, οι ορισμοί και οι τύποι των κοινών καθορίζονται κάθε φορά από τους κοινωνικούς αγώνες και το επίπεδο του κοινωνικού ταξικού ανταγωνισμού. Η διαμάχη γύρω από τα κοινά εκφράζεται από τρεις βασικές προσεγγίσεις:

 • Νεοφιλελεύθερες αναλύσεις υποστηρίζουν την ελεύθερη πρόσβαση στους κοινούς πόρους, στους οποίους προσδίδουν τρεις φυσικοποιημένες-μυστικοποιημένες ιδιότητες. Πρόκειται για την αδιαιρετότητα, τη μη αποκλεισιμότητα και τη μη αφαιρεσιμότητα (Bromley 1991). Η αδιαιρετότητα οφείλεται στη φύση ενός αγαθού, π.χ. ο αέρας είναι αδιαίρετος. Η μη αποκλεισιμότητα συναρτάται με την αδιαιρετότητα από την άποψη ότι, αν ένα αγαθό είναι αδιαίρετο, δεν είναι εύκολο να αποκλεισθεί κάποιος από το να το χρησιμοποιήσει. Η μη αφαιρεσιμότητα σημαίνει ότι η χρήση του αγαθού από έναν, δεν μειώνει τη διαθέσιμη ποσότητα του για τους άλλους χρήστες. Η απόδοση των παραπάνω ιδιοτήτων στους κοινούς πόρους επιδιώκει να δικαιολογήσει την ανεμπόδιστη χρήση και την καταλήστευσή τους από το κεφάλαιο.

  •  Νεοκεϋνσιανές αναλύσεις (Ostrom 2002)2, αναζητώντας μια συμβατότητα του καπιταλισμού με τα κοινά, προτείνουν συμμετοχικές διαδικασίες διαχείρισης των κοινών και εμπλοκής των τοπικών κοινωνιών. Πρόκειται για σοσιαλδημοκρατικού τύπου προτάσεις, οι οποίες δεν αμφισβητούν τον καπιταλισμό και διεκδικούν την κρατική και θεσμική κατοχύρωση των κοινών. Όταν αναφέρονται στα κοινά, αναγνωρίζουν μόνο τους κοινούς πόρους, για τους οποίους υποστηρίζουν ότι πρέπει να τους αποδοθεί το χαρακτηριστικό της κοινής ιδιοκτησίας (common property), η οποία πρέπει να κατοχυρωθεί θεσμικά και να προστατευτεί απέναντι στην ανεξέλεγκτη ελεύθερη πρόσβαση (open access).

  •  Πιο ριζοσπαστικές αναλύσεις, κυρίως από την σκοπιά του αυτόνομου μαρξισμού3, αναγνωρίζουν στα κοινά τρία χαρακτηριστικά που βασίζονται κυρίως στη δυναμική των κοινωνικών σχέσεων. Το πρώτο χαρακτηριστικό είναι ότι τα κοινά δε θα πρέπει να έχουν ιδιοκτήτη, δεν είναι ούτε ιδιωτικά, ούτε κρατικά, χαρακτηρίζονται από μια σχεσιακή προσέγγιση, καθώς περιέχουν κοινωνικές σχέσεις4 βασισμένες σε ένα ήθος συνεργασίας, διαμοιρασμού κι αμοιβαίας εμπιστοσύνης, επομένως η διαχείρισή τους μπορεί να τελεστεί μόνο σε κοινοτικό επίπεδο. Η έννοια των κοινών διαφέρει από αυτή του κρατικού ή ιδιωτικού τομέα, γιατί στα κοινά αντί κρατικού, εταιρικού ή ιδιωτικού ελέγχου υπάρχει κατανεμημένος έλεγχος, ο οποίος δε σχετίζεται ούτε με κρατικά, αλλά ούτε και με ιδιωτικά καθεστώτα ιδιοκτησίας. Γι’ αυτό τα κοινά βασίζονται σε αμεσοδημοκρατικές, οριζόντιες και συμμετοχικές διαδικασίες και ενδέχεται να συνιστούν μοντέλα ομότιμης παραγωγής5, στηριγμένα στην έννοια της κοινοκτημοσύνης6. Δεύτερο χαρακτηριστικό των κοινών είναι ότι δεν εντάσσονται σε κανένα είδος εμπορευματικής σχέσης, δεν τους προσδίδεται ανταλλακτική αξία και η χρήση τους πραγματοποιείται με διαμοιρασμό. Τρίτο χαρακτηριστικό των κοινών είναι ότι δεν περιφράσσονται, είναι προσβάσιμα σε όλα τα μέλη της κοινότητας, χωρίς η πρόσβαση να περιορίζεται στο συγκεκριμένο χώρο αλλά είναι δυνατό να αναπτύσσονται και διατοπικές σχέσεις.

Η ύπαρξη και επιβίωση των κοινών απειλείται από το καπιταλιστικό σύστημα, το οποίο από τις απαρχές του έως σήμερα στοχεύει στη περίφραξη των κοινών.7 Οι σφαίρες των κοινών ιδιωτικοποιούνται, εμπορευματοποιούνται8, περιφράσσονται, υφίστανται οριοθετήσεις, περιορισμούς και απαγορεύσεις πρόσβασης και αναπαραγωγής, δικαιώματα χρήσης, πατέντες, copyright, πνευματικά δικαιώματα. Η περίφραξη των κοινών δικαιολογήθηκε από τη νεοφιλελεύθερη θεωρία της τραγωδίας των κοινών (Hardin 1968), σύμφωνα με την οποία οι πόροι στους οποίους υπάρχει ελεύθερη πρόσβαση και έλλειψη δικαιωμάτων ιδιοκτησίας ωθεί τους ενδιαφερόμενους χρήστες να συμπεριφέρονται εγωιστικά, σαν «ελεύθεροι καβαλάρηδες» (free ride) και να υπερχρησιμοποιούν τους πόρους σε σημείο που να τους καταστρέφουν ολοκληρωτικά. Η συζήτηση και σε μεγάλο βαθμό υιοθέτηση της θεωρίας της τραγωδίας των κοινών σχετίζεται και με την ανάδυση της αειφόρου ανάπτυξης ως το κυρίαρχο νεοφιλελεύθερο μοντέλο των τελευταίων δεκαετιών9, το οποίο υπόσχεται διαρκή καπιταλιστική συσσώρευση και ανάπτυξη με οικολογικό προσωπείο. Ωστόσο η εγκυρότητα της θεωρίας της τραγωδίας των κοινών αμφισβητείται και κατηγορείται ότι υποκρύπτει την ενίσχυση είτε της ιδιωτικοποίησης είτε τον αυξημένο κρατικό έλεγχο. Οι νεοκεϋνσιανές10 αναλύσεις αμφισβητούν την άποψη ότι όταν οι άνθρωποι μοιράζονται έναν πεπερασμένο φυσικό πόρο στο τέλος θα τον καταστρέψουν και ως απάντηση στο δίλημμα της τραγωδία των κοινών, κράτος ή ιδιωτικοποίηση, προτείνουν την συνεργασία των εμπλεκόμενων ομάδων κάτω από την ομπρέλα της κρατικής θεσμικής προστασίας. Σε αντίθεση με τις προηγούμενες προσεγγίσεις, οι αναλύσεις των αυτόνομων μαρξιστών τονίζουν πως τα κοινά αποτελούνται από τρεις αλληλένδετες παραμέτρους, οι οποίες είναι οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ των κοινών πόρων, των κοινοτήτων και των σχέσεων που δημιουργούν τα κοινά (commoning) και κατηγορούν τις νεοφιλελεύθερες απόψεις ότι στην ανάλυσή τους απουσιάζουν τόσο οι κοινότητες όσο και οι  σχέσεις που δημιουργούν τα κοινά και συνεπώς είναι ψευδές το δίλημμα της τραγωδίας των κοινών, καθώς οδηγεί μόνο σε περιφράξεις (De Angelis και Stavrides 2010). Επιπλέον, ασκούν κριτική στους νεοκεϋνσιανούς τους οποίους αποκαλούν και νεοχαρντινιανούς (Neo-Hardinian), καθώς τους κατηγορούν ότι στις προτάσεις τους αναγνωρίζουν ως κοινά μόνο τους κοινούς πόρους από τους οποίους μπορεί με συμμετοχικές διαδικασίες να παραχθούν κοινά αγαθά προς πώληση. Αντιθέτως όμως τα κοινά δε θα πρέπει να είναι αγαθά, με την εμπορευματική σημασία της έννοιας (commodities) και η πρόσβαση σε αυτά δε θα πρέπει να περιορίζεται μόνα στα μέλη που έχουν θεσμικά κατοχυρωμένα δικαιώματα ιδιοκτησίας (Caffentzis, 2004).

Το φαινόμενο των περιφράξεων ανάγεται στο Μεσαίωνα και η γενίκευσή τους προσδιορίζεται στις απαρχές του καπιταλισμού, (17ος-18ος αιώνας στη Μεγάλη Βρετανία), με την περίφραξη των κοινοτικών-κοινών γαιών (common land), τη θεσμοθέτηση της ατομικής ιδιοκτησίας11 και τις διαδικασίες πρωταρχικής συσσώρευσης12. Οι αγρότες των κοινών γαιών, οι commoners, που έχασαν τις κοινοτικές γαίες, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την ύπαιθρο και να εγκατασταθούν στα ανερχόμενα αστικά βιομηχανικά κέντρα και να εργαστούν υπό καθεστώς μισθωτής εργασίας.13 Η διαδικασία περίφραξης των κοινών γαιών επεκτάθηκε σταδιακά σε ολόκληρη την Ευρώπη και παράλληλα και στις υπόλοιπες ηπείρους. Οι διαδικασίες των περιφράξεων διαρκώς επεκτείνονται και σχετίζονται με τη μονιμότητα της πρωταρχικής συσσώρευσης, η οποία είναι αναγκαίο συστατικό του καπιταλισμού, ο οποίος συνεχώς αναπαράγεται μέσω παλαιότερων αλλά και νέων περιφράξεων.14

Κοινωνικοί αγώνες ενάντια στις περιφράξεις

Ωστόσο, οι διαδικασίες περίφραξης συναντούν αντιστάσεις και δυναμικά κοινωνικά κινήματα που, καθ’ όλη τη διάρκεια των τελευταίων αιώνων, αγωνίζονται για την πρόσβαση, τη χρήση, και το διαμοιρασμό των κοινών.15 Ειδικά τις τελευταίες δεκαετίες πληθαίνουν τα κοινωνικά κινήματα διαμαρτυρίας, διεκδίκησης,  και ανάκτησης των κοινών και εναντίωσης στις νέες αλλά και στις παλαιότερες περιφράξεις. Τα χαρακτηριστικά και οι μορφές των κινημάτων για τα κοινά ποικίλουν, ωστόσο στις περισσότερες περιπτώσεις σχετίζονται με το ίδιο το περιεχόμενο των κοινών. Ενδεικτικά ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά των κοινωνικών κινημάτων και αγώνων για τα κοινά είναι τα παρακάτω:

•  Στοχεύουν στη δημιουργία ή στην υπεράσπιση κοινοτικών κοινών δημιουργώντας αυτόνομες δημόσιες σφαίρες κομμουνιστικοποίησης και άμεσης δημοκρατίας έξω από το κράτος και κάθε μορφής ιδιοκτησία και βρίσκονται πολύ κοντά στην έννοια του ελευθεριακού κομμουνισμού.

•  Οι φορείς τους είναι οι commoners, οι οποίοι δεν αντιπροσωπεύονται πολιτικά από κομματικούς και γραφειοκρατικούς μηχανισμούς, ούτε διαπραγματεύονται ένα καλύτερο κράτος (σοσιαλδημοκρατία). Δεν πρόκειται για το λαό με την χομπσιανή έννοια αλλά τα κοινωνικά κινήματα για την υπεράσπιση των κοινών προσεγγίζουν περισσότερο τη σπινοζική έννοια του πλήθους (Virno 2002).16

•  Η συμμετοχή στους αγώνες για τα κοινά δεν προϋποθέτει την ύπαρξη επαναστατικού υποκείμενου. Αλλά όπως στους εργατικούς αγώνες η «τάξη συμβαίνει κατά τη διαδικασία των αγώνων» (Clever 2000), έτσι και η «τάξη» των commoners, των αγωνιζόμενων για τα κοινά, δημιουργείται κατά τη διάρκεια του κοινωνικού αγώνα.17 Πρόκειται για τις διανυσματικές διαδικασίες υποκειμενοποίησης, οι οποίες υπερβαίνουν τη συμπαγή, μονολιθική ιστορική περιοχή της χεγκελιανής παράδοσης του υποκειμένου και των ταυτοτικών αναλύσεων. Οι αγώνες για τα κοινά βασίζονται στους μετασχηματισμούς των κοινωνικών σχέσεων και πραγματοποιούνται από αντιταυτοτικά διανυσματικά κινήματα (Berardi 2006, Holloway 2007).

Ενεργειακές περιφράξεις, αγώνες και ενεργειακοί commoners

Για να κινηθεί και να λειτουργήσει ο καπιταλισμός απαιτεί ενέργεια, η οποία προέρχεται από ορυκτά καύσιμα18 (κάρβουνο, πετρέλαιο, φυσικό αέριο), νερό, ήλιο, πυρηνικά, βιομάζα και προϋποθέτει την περίφραξη εκτάσεων για την εξαγωγή των πρώτων υλών. Επιπλέον η εξόρυξη, επεξεργασία και διανομή απαιτεί περίφραξη εργατικής δύναμης, δηλαδή την απόσπαση των μέσων παραγωγής από τους εργάτες και την επιβολή της μισθωτής σχέσης. Οι διαδοχικές περιφράξεις έχουν ως αιτία τη διαρκή κρίση συσσώρευσης του καπιταλισμού19, η οποία ξεπερνιέται με επέκταση του κεφαλαίου σε νέες σφαίρες εκμετάλλευσης, επομένως ακολουθούν νέες διαδικασίες πρωταρχικής συσσώρευσης, οι οποίες συνεπάγονται νέες περιφράξεις. Χαρακτηριστικοί είναι τις τελευταίες δεκαετίες οι μετασχηματισμοί στο ενεργειακό μείγμα, όπως η έλευση των ΑΠΕ (ανανεώσιμων πηγών ενέργειας) οι οποίες αναζωογονούν τις διαδικασίες πρωταρχικής συσσώρευσης με τη δημιουργία νέων περιφράξεων, δηλαδή την απόσπαση των νέων ενεργειακών κοινών (ήλιος, αέρας, νερό, βιομάζα) από τις τοπικές κοινωνίες και τους ενεργειακούς εργάτες και την ανάδυση πράσινων μεγαλοτσιφλικάδων της ενέργειας.

Η καπιταλιστική εκμετάλλευση και καταλήστευση των ενεργειακών πόρων αναδεικνύει διαρκώς νέες εμπόλεμες σφαίρες κοινών. Καθ’ όλη τη διάρκεια των τελευταίων αιώνων ξεσπούν δυναμικοί κοινωνικοί, εργασιακοί και περιβαλλοντικοί αγώνες, ενάντια στην περίφραξη και διαχείριση των ενεργειακών κοινών. Οι αγώνες ενεργειακών εργατών καθώς και τοπικών κοινωνιών αποπεριφράσσουν και εμποδίζουν την αναπαραγωγή της καπιταλιστικής πρωταρχικής συσσώρευσης, οδηγώντας μέχρι και σε ενεργειακές κρίσεις. Χαρακτηριστικοί είναι οι ταξικοί και κοινωνικοί αγώνες κατά την ενεργειακή μετάβαση από την καύση του ξύλου στην καύση του άνθρακα στα μέσα του 19ου αιώνα και στη συνέχεια οι αγώνες κατά τη μετάβαση από τον άνθρακα στο πετρέλαιο, στις αρχές του 20ου αιώνα.20

Οι μετασχηματισμοί και οι αλλαγές στο ενεργειακό μοντέλο, οι οποίες εμφανίζονται –από οικονομίστικες προσεγγίσεις– να προκύπτουν από αμιγώς οικονομικές αιτίες όπως η εύρεση πιο φθηνών και ενεργειακά αποδοτικών πρώτων υλών, θεωρούμε ότι οφείλονται και συμβαίνουν στο πλαίσιο των ταξικών ανταγωνισμών (στην εργασία, στην ιδιοκτησία-διαχείριση της γης και αλλού). Παράλληλα, θεωρούμε ότι η φυγή του κεφαλαίου σε νέες σφαίρες ενεργειακής παραγωγής επηρεάζεται από την ταξική σύνθεση, την προλεταριακή εμπειρία και τους ταξικούς αγώνες των ενεργειακών εργατών που εμποδίζουν –και σε στιγμές όξυνσης του ταξικού ανταγωνισμού– μπλοκάρουν την ενεργειακή παραγωγή. Επίσης, χαρακτηριστικές είναι οι δεκαετίες ‘70-‘80 όταν τα αντιπυρηνικά κινήματα στη δυτική Ευρώπη και τις ΗΠΑ εμπόδισαν εν μέρει τη μετάβαση από το πετρέλαιο στην πυρηνική σχάση και άνοιξαν το δρόμο για τις ΑΠΕ. Ταυτόχρονα, την ίδια περίοδο, ξεσπούσαν και οι τελευταίοι μαχητικοί αγώνες των ανθρακωρύχων στη θατσερική Αγγλία, στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Παράλληλα με τους περιβαλλοντικούς και αντιπυρηνικούς αγώνες, από τη δεκαετία του ‘70 έως σήμερα, αναπτύσσονται αγώνες για την αποπερίφραξη του πετρελαίου από πετρελαϊκούς commoners, δηλαδή τοπικές κοινότητες και ενεργειακούς εργάτες εξόρυξης πετρελαίου από το Μαρόκο, τη Μέση Ανατολή το Δέλτα του Νίγηρα έως την Ινδονησία, το Μεξικό, το Εκουαδόρ, την Κολομβία, τη Βραζιλία (Caffentzis 2004).21 Τέλος, τις τελευταίες δυο δεκαετίες αναπτύσσονται τοπικοί αγώνες ενάντια στην εγκατάσταση αιολικών πάρκων και υδροηλεκτρικών φραγμάτων, από τον Καναδά και τη Δανία έως την Ινδία, την Κίνα και την Ιαπωνία καθώς και ενάντια στην αποψίλωση δασικών εκτάσεων για την καλλιέργεια ενεργειακών φυτών, όπως στη Βραζιλία.

Η έννοια των τοπικών αγώνων, όπως αυτή χρησιμοποιείται στο κείμενο, συμπεριλαμβάνει επίσης και τους αγώνες που αναδεικνύονται σε γενικότερες καταστάσεις περιβαλλοντικής υποβάθμισης. Παραδείγματα τέτοιων αγώνων έχουν να κάνουν με ζητήματα που άπτονται του ενεργειακού (όπως με τη ρύπανση των μονάδων σε Κοζάνη-Πτολεμαΐδα και τον αγώνα των κοινοτήτων του Αγ. Δημητρίου, της Ακρινής, κ.α.), συμπεριλαμβάνουν κοινωνικές αντιδράσεις σε αναπτυξιακά σχέδια (όπως στο Μαντούδι της Εύβοιας, τον αγώνα ενάντια στις επενδύσεις των μεταλλείων χρυσού στη Χαλκιδική, κ.α.) και επεκτείνονται γενικότερα σε αγώνες άρνησης της αποδοχής των αποβλήτων του καπιταλισμού (αγώνες ενάντια στα ΧΥΤΑ σε Κερατέα και Λευκίμμη). Κοινό στοιχείο αυτών των αγώνων είναι ότι έρχονται αντιμέτωποι με ζητήματα κοινωνικών ανισοτήτων και διαιρέσεων που είναι δομικά στοιχεία του καπιταλισμού. Σχέσεις ανισότητας οι οποίες, τόσο σε επίπεδο πόλης όσο και σε περιφερειακό και ευρύτερο επίπεδο, εμπεριέχουν ταξικούς διαχωρισμούς, βαθιά ριζωμένους στη λειτουργία του υπάρχοντος κοινωνικού συστήματος. Τέτοιες κινητοποιήσεις συχνά αναδεικνύουν χαρακτηριστικά αυτενέργειας αλλά επίσης έρχονται συχνά αντιμέτωπες, –από ένα σημείο και μετά– με τα όρια της μερικότητάς τους. Για εμάς, όλοι αυτοί οι αγώνες εμπεριέχουν το σπέρμα της άρνησης του υπάρχοντος και θεωρούμε ότι το μείγμα τους αποδεικνύει τις δυνατότητες των μαχητικών κοινοτήτων να εμποδίζουν τις διαδικασίες καπιταλιστικής πρωταρχικής συσσώρευσης και παράλληλα να δομούν σχέσεις αγώνα, συντροφικότητας και αυτονομίας.

Tι θέλουμε για το μέλλον

τι σκεφτόμαστε, τι φανταζόμαστε, τι προτείνουμε :

Στη Βολιβία, η εξέγερση σχετικά με την άνοδο των τιμών των καυσίμων αφήνει έκθετο τον οικοσοσιαλισμό του Έβο Μοράλες, ενώ στην Τυνησία, ανάμεσα σε αστυνομικά τμήματα, εφορίες και δικαστήρια, επίσης στόχους των εξεγερμένων αποτελούν εταιρίες που εμπορεύονται το αέριο. Η όξυνση του κοινωνικού ανταγωνισμού σε παγκόσμιο επίπεδο, η ανάδειξη περιβαλλοντικών-κοινωνικών ζητημάτων (όπως η κλιματική αλλαγή) και η φιλολογία της εξάντληση των φυσικών πόρων (όπως το peak oil) καθιστούν όλο και πιο σημαντική την αναγκαιότητα για μία ριζοσπαστική πολιτική οπτική των ζητημάτων της ενέργειας. Εμβαθύνοντας σε αυτό όλο και περισσότερο, τo ζήτημα που τίθεται είναι αυτό της ιδιοκτησίας, ελέγχου και πρόσβασης στην ενεργειακή παραγωγή και κατανάλωση. Ένα ζήτημα καθαρά πολιτικό.

Θεωρούμε ότι εισάγοντας το ενεργειακό ζήτημα στο τοπικό επίπεδο (στις γειτονιές των πόλεων όπου ζούμε, στις κοινότητες που θίγονται ή/και τρέφουν όνειρα για την πορεία της ενεργειακής ανάπτυξης, στους εργαζόμενους που ζουν και εργάζονται στις εγκαταστάσεις παραγωγής και διανομής της ενέργειας) κάνουμε ένα πολύ σημαντικό βήμα στη σύνδεση των τοπικών και ταξικών κοινοτήτων που υπάρχουν και δημιουργούνται μέσα στην κρίση νοήματος που διανύουμε. Ως προς αυτό, μερικές κατευθύνσεις που βρίσκουμε χρήσιμες είναι οι εξής:

•  Nα αμφισβητήσουμε το διαχωρισμό ενεργειακού παραγωγού και ενεργειακού καταναλωτή, προτάσσοντας την αντίληψη των ενεργειακών commoners. Ως ενεργειακούς commoners αντιλαμβανόμαστε την ταξική κοινότητα από αυτόνομους και ισότιμους παραγωγούς, διανομείς και χρήστες ενέργειας, η οποία παράγεται με αποκεντρωμένα κατανεμημένα δίκτυα, χωρίς εμπορική εκμετάλλευση και βασίζεται στην αμοιβαία αλληλεγγύη και συνεργασία. Οι ενεργειακοί commoners μέσα από αντιιεραρχικές δομές, δίκτυα και διαδικασίες αγώνα αποπεριφράσσουν τα ενεργειακά κοινά από την ιδιωτική ή κρατική εκμετάλλευση. Χαρακτηριστικές και ιδιαίτερα χρήσιμες είναι οι μέθοδοι ενεργειακής αυτομείωσης, απαλλοτρίωσης και επανοικειοποίησης των ενεργειακών κοινών.

•  Εμπνεόμαστε από το κίνημα της αυτονομίας των δεκαετιών του 70’ και 80’ στην Ιταλία και στην Γερμανία. Στην πρώτη περίπτωση, μέσα από την σύνδεση κινήσεων γειτονιάς και εργατικών συνδικάτων, οργανώθηκαν αυτομειώσεις λογαριασμών ρεύματος που πήραν μαζικές διαστάσεις. Στην δεύτερη περίπτωση, μέσα από την συμμετοχή στο αντιπυρηνικό κίνημα της εποχής, έλαβαν χώρα κινήσεις σαμποτάζ στη μεταφορά της ηλεκτρικής ενέργειας, γνωστές και ως «θάνατος των στύλων της ΔΕΗ»22 που αμφισβήτησαν έμπρακτα τις αλλαγές στον ενεργειακό τομέα και προκάλεσαν ακόμα και προσωρινή παύση της λειτουργίας μονάδων παραγωγής.

•  Προκρίνουμε την οργάνωση σε επίπεδο γειτονιάς για τη σύνδεση μεταξύ εργαζομένων, ανέργων, μεταναστών/τριών, φοιτητών/τριών, επισφαλών και «μαύρων» εργαζόμενων, με σκοπό την ανάπτυξη δομών αλληλεγγύης για την κάλυψη αναγκών και χρεών που προκύπτουν από τις ενεργειακές ανατιμήσεις (π.χ. απλήρωτοι λογαριασμοί της ΔΕΗ, ελλείψεις σε καύσιμα θέρμανσης ή/και μεταφορών),  δημιουργία δομών αντίθεσης σε ενδεχόμενα «κοψίματα» ηλεκτροδότησης, δομών διάχυσης πρακτικών επέμβασης στους μετρητές ενέργειας και τρόπων απαλλοτρίωσης του ηλεκτρικού ρεύματος. Την οργάνωση παρεμβάσεων-καταλήψεων σε υποσταθμούς και γραφεία ενεργειακών εταιριών (π.χ. ΔΕΗ, ΕΚΟ, ΕΛΠΕ) με σκοπό να πλήξουμε το καθεστώς «άβατου» που τις χαρακτηρίζει. Προκρίνουμε επίσης τη σύνδεση περιβαλλοντικών και ταξικών ζητημάτων, δηλαδή να θέσουμε ζητήματα για την αύξηση τιμολογίων της ΔΕΗ ειδικότερα σε περιοχές που γειτνιάζουν με υποσταθμούς (π.χ. περιοχή γύρω από τον υποσταθμό στην Αγίου Δημητρίου) ρυπαίνοντας με την ακτινοβολία τους ή/και αντίστοιχα να θέσουμε ζητήματα για την αύξηση τιμολογίων του πετρελαίου και της βενζίνης ειδικότερα σε περιοχές που γειτνιάζουν με διυλιστήρια (π.χ. Κορδελιό, Μενεμένη και Διαβατά με την ΕΚΟ) που βρίσκονται σε μία μόνιμη κατάσταση κινδύνου κάποιου ατυχήματος και φυσικά της ατμοσφαιρικής ρύπανσης.

•  Συμβάλλουμε στην κυκλοφορία των αγώνων που άπτονται των ζητημάτων της ενέργειας: πρακτικές αμεσότητας και αυτενέργειας μαχητικών κοινοτήτων (π.χ. Άγιος Δημήτριος και Ακρινή –μπλοκάρισμα των ιμάντων της τέφρας και κατ’ επέκταση της λειτουργίας της μονάδας), κοινωνικά αντανακλαστικά αλληλεγγύης (π.χ. Τσιγγάνοι στα Διαβατά), αγώνες ενεργειακών εργατών που λειτουργούν κριτικά στο γραφειοκρατικό συνδικαλισμό, αγώνες πληθυσμών σε διάφορα μέρη του κόσμου που βρίσκονται σε κατάσταση εξέγερσης. Στο επίπεδο του λόγου, κρίνουμε σημαντικό να εντάσσουμε κάθε ενεργειακή ανατίμηση στα πλαίσια του κοινωνικού ανταγωνισμού. Πιο συγκεκριμένα, όσον αφορά το ενδεχόμενο μεγάλων ξαφνικών ανατιμήσεων (π.χ. πετρέλαιο θέρμανσης), να ενθαρρύνουμε το κοινωνικό αντανακλαστικό εξεγερτικών αντιδράσεων.

•  Ξεσκεπάζουμε τους μύθους της πράσινης ανάπτυξης, απομυθοποιούμε τις λύσεις που προτείνει σε παγκόσμιο επίπεδο και την πράσινη μπίζνα σχετικά με τις ΑΠΕ (π.χ. επιδοτήσεις για φωτοβολταϊκά σε αγροτική γη). Ασκούμε κριτική στο διαχωρισμό κεντρικοποιημένων-αποκεντρωμένων μονάδων, εστιάζοντας στον εμπορευματικό τρόπο λειτουργίας και στην αλληλοσυμπληρωματική τους φύση στο πλαίσιο του καπιταλισμού. Απορρίπτουμε αριστερίστικες απλουστεύσεις του τύπου «φθηνή ενέργεια για όλο το λαό» εμβαθύνοντας στις δομικές ιεραρχίες που συνιστούν το ενεργειακό σύστημα. Θεωρούμε σημαντική την εστίαση στις συνθήκες αποδυνάμωσης τοπικών κοινοτήτων που λαμβάνουν χώρα στο πλαίσιο της μετάβασης από το «βρώμικο» ενεργειακό τομέα (π.χ. λιγνίτης) στον «καθαρό» (π.χ. φωτοβολταϊκά). Επίσης θεωρούμε σημαντική την κριτική σε αναλύσεις που εστιάζουν σε ποροκεντρικού τύπου ζητήματα χάνοντας τα κοινωνικά-ταξικά χαρακτηριστικά της ενεργειακής παραγωγής/διανομής/κατανάλωσης.

•  Παράλληλα, στο πλαίσιο της άρνησης της εργασίας, δηλαδή της καταστροφής της μισθωτής σχέσης των ενεργειακών εργατών, προκρίνουμε την αναζήτηση μεθόδων ενεργειακής αυτοοργάνωσης με μη εμπορευματικές δομές ομότιμης ενεργειακής παραγωγής. Οι ενεργειακοί commoners, δημιουργώντας αυτόνομες ενεργειακές ζώνες, τόσο σε μητροπολιτικό επίπεδο όσο και σε εξωαστικό περιβάλλον, θα είναι αυτοί οι οποίοι θα αποτελέσουν την κινηματική ενεργειακή κρίση του καπιταλισμού.

Δίπλα στην αυτοοργάνωση των ενεργειακών κοινών, στόχο θα πρέπει να αποτελεί και μια πιο συνολική τοποθέτηση των κοινωνικών commoners, η οποία θα συμπεριλαμβάνει τη δημιουργία αυτόνομων δομών αγώνα κοινωνικής αναπαραγωγής σε διευρυμένες σφαίρες κοινών όπως της στέγασης, της υγείας, της διατροφής, τις μεταφορές, της εκπαίδευσης, της ανατροφής παιδιών κ.α. Οι δομές αυτές αγώνα μας δίνουν τη δυνατότητα, υλικά και έμπρακτα, να αντιληφθούμε τη διαδικασία συνολικής επανοικειοποίησης των κοινών ως αναπόσπαστο κομμάτι της εξόδου από τον καπιταλισμό.

Βιβλιογραφία

Berardi, F. 2006. Το νόημα της αυτονομίας σήμερα, Θεσσαλονίκη: Black Out στο κοινωνικό εργοστάσιο, τα μάτια του πλήθους τ.4.

Bonefeld, W., 2001. The Permanence of Primitive Accumulation: Commodity Fetishism and Social Constitution, Commoner n. 2. [Το κείμενο είναι διαθέσιμο στη διεύθυνση http://www.commoner.org.uk/02bonefeld.pdf (17 Σεπτεμβρίου 2010)].

– 2009. Subverting the Present, Imagining the Future: Insurrection, Movement, Commons, Autonomedia.

– 2009. Primitive Accumulation and Capitalist Accumulation: Economic Categories and Social Constitution. [Το κείμενο είναι διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.socialsciences.manchester.ac.uk/disciplines/politics/research/hmrg/activities/documents/Bonefeld.pdf (17 Σεπτεμβρίου 2010)].

Bromley, D.W., 1991. Environment and Economy: Property Rights and Public Policy, Oxford: Blackwell Publishers

Caffentzis, G., 2004. A Tale of Two Conferences: Globalization, the Crisis of Neoliberalism and Question of the Commons. [Το κείμενο είναι διαθέσιμο στη διεύθυνση http://www.globaljusticecenter.org/papers/caffentzis.htm (4 Νοεμβρίου 2010)]

– 2004. ThePetroleumCommons, Local, Islamic and Global, Counterpunch [διαθέσιμο στο http://www.counterpunch.org/caffentzis12152004.html (19 Νοεμβρίου 2010)].

Clever, H., 2000. Reading Capital Politically, New York Semiotext(e).

De Angelis, M. and Stavrides 2010. On the Commons,  A Public Interview, e-flux j. 17 [διαθέσιμο στο http://www.e-flux.com/journal/view/150 (10 Σεπτεμβρίου 2010)].

Hardin G. 1968. The tragedy of the commons, Science, 162: 1243-1248.

Holloway, J., 2007. Τι είναι η επανάσταση; Ένα εκατομμύριο τσιμπήματα μέλισσας, ένα εκατομμύριο αξιοπρέπειες, Αθήνα: περιοδικό Αλάνα, [διαθέσιμο στο http://periodikoalana.blogspot.com/2007/02/blog-post_26.html (14 Σεπτεμβρίου 2010)].

MidnightNotes Collective and Friends, 2009. Promissory Notes: From Crises to Commons [διαθέσιμο στο http://www.midnightnotes.org/mnpublic.html και μεταφρασμένο στο http://rebelnet.gr/articles/view/Promissory-Notes–From-Crisis-to-Commons-1 (10 Σεπτεμβρίου 2010)].

Negri, T. 2009. Προς αναζήτηση της commonwealth, (μτφρ. Καλαμαράς Π.), Αθήνα: Ελευθεριακή Κουλτούρα.

Ostrom, E., 1990. Governing the Commons: The Evolution of Institutions for Collective Action (Political Economy of Institutions and Decisions). Cambridge University Press.

– 2002. Η διαχείριση των κοινών πόρων, (μτφρ. Άρχοντας Γ.), Αθήνα: Καστανιώτης

Παπανικολάου Γ., 2010. Η ομότιμη παραγωγή ενέργειας και οι κοινωνικές συγκρούσεις στην εποχή της «πράσινης ανάπτυξης», ιστολόγιο republic reimagine democracy.

Virno, P., 2002. Δεξιοτεχνία και Επανάσταση, (μτφρ. Καλαμαράς, Π.), Αθήνα: Ελευθεριακή Κουλτούρα.

1. Η λέξη «πόρος» είναι νοηματικά ιδιαίτερα φορτισμένη, καθώς είναι πλέον ενταγμένη στο λεξιλόγιο της πράσινης ανάπτυξης μαζί με άλλες λέξεις κλειδιά όπως «αειφορία», «αειφορική ανάπτυξη», «βιωσιμότητα» κ.ο.κ. Χρησιμοποιείται για να εντάξει το περιβάλλον : 1) στο πλαίσιο της καπιταλιστικής σχέσης (φυσικοί-ενεργειακοί πόροι), 2) στο πλαίσιο κυριαρχίας του έθνους κράτους (εθνικοί πόροι) και 3) γενικότερα στη σφαίρα της οικονομίας και των οικονομικών συναλλαγών (οικονομικοί πόροι). Η χρήση της λέξης «πόρος» δίπλα στην έννοια των κοινών (δηλαδή η φράση «κοινοί πόροι») θεωρούμε ότι δίνει μια επιχειρηματική- διαχειριστική διάσταση στην λέξη και έτσι βρίσκουμε εδώ ενδιαφέρον να παραθέσουμε μία ετυμολογική-φιλολογική παράθεση της έννοιας από το περιοδικό 3η Γενιά (Απόσπασμα από «μικρές ιστορίες των λέξεων και των σχέσεων», νο31 Οκτώβρης 2000):

«η αρχική σημασία της λέξης ήταν το φυσικό πέρασμα ενός ποταμού ή το στενό πέρασμα από μια θάλασσα σε άλλη. Ο πορθμός. Στη συνέχεια η λέξη μετακόμισε και στο ανθρώπινο σώμα με τους πόρους του δέρματος. Το μητρικό ρήμα ήταν το “περάω”. Από την ίδια ρίζα, αδέρφι του πόρου ήταν ο έμπορος, εκείνος που ερχόταν από μακριά, ήξερε τα περάσματα, μεταφέροντας τα εμπορεύματα. Της ίδιας ακριβώς καταγωγής είναι και η πείρα. Η εμπειρία και ο έμπορος, τότε που η δεύτερη λέξη δεν σήμαινε κυρίως τη συσσώρευση πλούτου αλλά μάλλον την περιπετειώδη και αβέβαιη μεταφορά αγαθών, είχαν στενή συγγένεια, γιατί μάθαινε κανείς (αποκτούσε δηλαδή πείρα) ασκούμενος στο να βρίσκει τα περάσματα… Απ’ αυτόν τον κλάδο νοημάτων του “περάω”, ο πόρος απέκτησε μια συμπληρωματική και μαζί μετατοπισμένη έννοια: έγινε τα μέσα για να ζει κανείς, δηλαδή οι οικονομικοί πόροι. Πορίζομαι σήμαινε “τη βγάζω“, δηλαδή βρίσκω λεφτά. Μ’ αυτή τη σημασία ο πόρος ήταν το αντίθετο της απορίας. Του να είναι κανείς τόσο φτωχός ώστε να “μην τη βγάζει“. Αυτή η απορία, η δηλωτική της έλλειψης χρημάτων, είναι τόσο συγγενής και μαζί τόσο διαφορετική από την άλλη απορία: την αμηχανία της αναπάντητης ερώτησης. Σ’ αυτή την τελευταία απορία δεν είναι τα χρήματα που λείπουν, αλλά πάλι τα περάσματα. Της σκέψης. Από το ίδιο σόι λέξεων και εννοιών είναι τέλος η πορεία. Το ταξίδι, χερσαίο ή θαλάσσιο, τότε που ταξίδι ήταν η αναζήτηση των διαδοχικών περασμάτων. Τότε που το “πορεία προς το νοτιά“ σήμαινε σημάδεμα του ορίζοντα και αναμέτρηση με το τυχαίο… Τώρα βέβαια που ελάχιστοι ταξιδεύουν (και που όλο και περισσότεροι απλά μεταφέρονται) πορεία σημαίνει μόνο τη διαδήλωση».

2. Νόμπελ Οικονομίας 2009 στην E. Ostrom για τις μελέτες της πάνω στο πώς μπορούν συνομοσπονδίες χρηστών να διαχειρίζονται την κοινή ιδιοκτησία.

3. (Bonefeld 2009, Caffentzis 2003, De Angelis 2003, Holloway 2006, Midnight Notes Collective and Friends 2009, Negri 2009)

4. Βασικό στοιχείο στην κατανόηση του ορισμού των κοινών είναι το ρήμα «to common, commoning» το οποίο περιγράφει την κοινωνική διαδικασία δημιουργίας και αναπαραγωγής των κοινών (De Angelis και Stavrides 2010).

5. «Αν η απόσπαση των μέσων παραγωγής και η συγκέντρωσή τους σε μια τάξη ιδιοκτητών υπήρξε η αναγκαία προϋπόθεση για τη δημιουργία της αγοράς εργασίας και την ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων εκμετάλλευσης, η επανένωσή των μέσων παραγωγής με τους ατομικούς παραγωγούς αποτελεί τη βασικότερη προϋπόθεση γένεσης της ομότιμης παραγωγής. Στην ομότιμη παραγωγή οι παραγωγικές διαδικασίες διενεργούνται οργανωμένες, συνήθως από κάτω προς τα πάνω και στηρίζονται στην ελεύθερη επιλογή των ατόμων-συντελεστών της παραγωγής να συνεργαστούν, χωρίς βασικό κίνητρο τη χρηματική αμοιβή, με τη βοήθεια κατανεμημένων δικτύων για την επίτευξη κοινών στόχων ή έργων. Καθώς το προϊόν της εργασίας τους δεν έχει ανταλλακτική αξία αλλά αξία χρήσης για μια κοινότητα χρηστών, χαρακτηρίζεται από την παραγωγή και διανομή του προϊόντος της εργασίας έξω από τη σφαίρα της αγοράς (μια μετακαπιταλστική μορφή οργάνωσης της παραγωγής)» (Παπανικολάου, 2010). Η ομότιμη παραγωγή δεν εξομοιώνεται με την συνεταιριστική παραγωγή καθώς δεν υπάρχει χρηματική ανταμοιβή και το αποτέλεσμα είναι ελεύθερο, με την έννοια ότι οποιοσδήποτε μπορεί να έχει πρόσβαση και να το χρησιμοποιήσει. Χαρακτηριστικά παραδείγματα ομότιμης παραγωγής είναι τα κοινά γνώσης (π.χ. Wikipedia), κοινά κώδικα (π.χ. ελεύθερο λογισμικό), κοινά σχεδίων (π.χ. ανοικτό hardware) (Bauwens, 2010). Αντιλαμβανόμαστε την  έννοια της ομότιμης παραγωγής ως ένα ακόμα πεδίο σύγκρουσης στη διαπάλη των ιδεών. Aπό μόνη της, δεν αποτελεί κεκτημένο του κοινωνικού ανταγωνισμού και συνιστά παράλληλα πεδίο αναφοράς για μεταρρυθμιστικές ενδοσυστημικές προτάσεις.

6. «Το κοινό είναι η άρνηση του δικού μου» (Negri 2009).

7. Η γέννηση των περιφράξεων προηγείται της ανάδυσης του καπιταλισμού, ωστόσο η καπιταλιστική πρωταρχική συσσώρευση αξιοποίησε, ενίσχυσε και μεγέθυνε τις περιφράξεις.

8. Σύμφωνα με την καπιταλιστική προσταγή θα μπορούσε να ειπωθεί ότι «το χρήμα είναι η παραγωγικότητα των κοινών» (Negri 2009).

9. Χαρακτηριστική περίπτωση ενσωμάτωσης των κοινών από τον καπιταλισμό, αποτελεί το χρηματιστήριο ρύπων μέσω του οποίου η τραγωδία των κλιματικών κοινών μετασχηματίζεται σε μπίζνα.

10. Χρησιμοποιούμε την έννοια του «Νεοκεϋνσιανισμού» για να προσδώσουμε το νόημα της εν δυνάμει ενσωμάτωσης της δημόσιας συζήτησης σχετικά με τα κοινά στην λογική του κρατικής-καπιταλιστικής διαχείρισης όπως είχε γίνει με τις εργατικές διεκδικήσεις στα μέσα του 20ου αιώνα.

11. Ο Ρουσσώ ήδη από τον 18ο αιώνα όρισε την ιδιοκτησία ως την οικειοποίηση των κοινών εκ μέρους ενός ατόμου και ο Προυντόν στις αρχές του 19ου αιώνα, στο έργο του περί ιδιοκτησίας, υποστήριξε τη θέση ότι η ιδιοκτησία είναι κλοπή.

12. Ο Μαρξ στον Πρώτο Τόμο του Κεφαλαίου περιγράφει την πρωταρχική συσσώρευση ως «μια ιστορία αίματος και φωτιάς», η οποία αποτέλεσε τη διαδικασία γέννησης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής στην Αγγλία:  «Η λεηλασία των εκκλησιαστικών κτημάτων, η καταχρηστική εκποίηση των κρατικών γαιών, η κλοπή της κοινοτικής ιδιοκτησίας, η σφετεριστική μετατροπή της φεουδαρχικής ιδιοκτησίας και της ιδιοκτησίας των κλαν σε σύγχρονη ατομική ιδιοκτησία, μετατροπή που έγινε με την πιο ανελέητη τρομοκρατία, όλα αυτά ήταν ισάριθμες ειδυλλιακές μέθοδοι της πρωταρχικής συσσώρευσης» (Μαρξ 2009).

13. «Για την ύπαρξη και επιβίωση του καπιταλισμού πρέπει να υπάρξει μια εργατική τάξη υπό εκμετάλλευση και βασική προϋπόθεση για να υπάρχει μια τέτοια εργατική τάξη είναι να διαχωριστούν οι εργάτες από τα μέσα παραγωγής και διαβίωσης» (Marx 1909) (Federici 2004, Caffentzis 1995).

«Όσο οι εργάτες έχουν την ικανότητα να ζουν με τη δικιά τους εργασία και να έχουν τον έλεγχο των μέσων επιβίωσης και κοινωνικής αναπαραγωγής, δε θα υπάρχει κίνητρο για να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη στους καπιταλίστες ώστε να δημιουργηθεί υπεραξία από αυτόν που κατέχει το κεφάλαιο» (Caffentzis 2004).

14. «Η πρωταρχική συσσώρευση είναι το θεμέλιο των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων. Η πρωταρχική συσσώρευση είναι μια μονίμως αναπαραγόμενη συσσώρευση. Είναι η συνθήκη και η προϋπόθεση της ύπαρξης του κεφαλαίου. Εν ολίγοις, η πρωταρχική συσσώρευση είναι μια συνεχώς αναπαραγόμενη συσσώρευση, είτε με όρους ανανεούμενου χωρισμού νέων πληθυσμών από τα μέσα παραγωγής και συντήρησης, είτε με όρους της αναπαραγωγής της μισθωτής σχέσης» (Bonefeld 2009).

15. Ενδεικτικά παραδείγματα εξεγέρσεων και αγώνων ενάντια σε περιφράξεις αποτελούν οι εξεγέρσεις χωρικών του ύστερου μεσαίωνα ενάντια στις περιφράξεις των κοινών γαιών και στις πρώτες διαδικασίες πρωταρχικής συσσώρευσης (εξεγέρσεις χωρικών, Χουσίτες, Θαβορίτες, Diggers, Levellers, Σκαρπινάτοι), οι επαναστάσεις και εξεγέρσεις στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα (π.χ. Παρισινή Κομμούνα 1871, συμβουλιακός κομμουνισμός στη Γερμανία, Μεξικανική επανάσταση, Ρωσία 1917, Ισπανία 1936, κ.α.), τα κινήματα αντιπραγματισμού και αυτομείωσης σε αγαθά και κοινωνικές υπηρεσίες στις ΗΠΑ τη δεκαετία του ’30, στην Ιταλία τη δεκαετία του ’70 και στην Αργεντινή τις δεκαετίες ’90 και ‘00, τα οικολογικά κινήματα και οι περιβαλλοντικοί αγώνες από τη δεκαετία του ‘60 έως σήμερα, τα κινήματα καταλήψεων κτιρίων (καταλήψεις στέγης και κοινωνικά, πολιτικά, πολιτιστικά κέντρα) στη δυτική Ευρώπη (δεκαετίες ‘70-’00), τα κινήματα ιθαγενών, ακτημόνων και αστικά κινήματα στην Λατινική Αμερική, την Αφρική, και την Ινδία, (δεκαετίες ‘80-’00), τις αστικές εξεγέρσεις (Λος Άντζελες 1965, 1992, Παρίσι 1968, 2005, Αθήνα 2008) τα Reclaim The Streets –κινήματα επανοικειοποίησης των δρόμων και των δημόσιων χώρων– στην Αγγλία, τις ΗΠΑ και την Ευρώπη, ενεργά κατά τις δεκαετίες ‘90-’00, τα κινήματα επισφαλών εργαζομένων (πρεκάριων) στην Ιταλία και γενικότερα στην Ευρώπη τη δεκαετία του 2000, τα οποία διεκδικούν ελεύθερη πρόσβαση σε διάφορα δικαιώματα (εγγυημένο εισόδημα, στέγαση, μεταφορές, τηλεπικοινωνίες, αγάπη), τα κοινωνικά κινήματα πόλης των τελευταίων δυο δεκαετιών για την υπεράσπιση του φυσικού περιβάλλοντος, των δημόσιων χώρων και εναντίωσης σε αστικές αναπλάσεις, εξευγενισμό των πόλεων (gentrification) και μεγάλα έργα υποδομής. Οι παραπάνω αγώνες και κινήματα δεν αποτελούν ενιαία γενεαλογία αγώνων ενάντια στις περιφράξεις ούτε διακρίνονται με βάση ταυτόσημα χαρακτηριστικά, ωστόσο είναι σημαντικοί για την κυκλοφορία των κινηματικών εμπειριών.

Επιπλέον, σύμφωνα με τον Caffentzis, η σφαίρα των κινημάτων ενάντια στις περιφράξεις διευρύνεται σημαντικά εάν αντιληφθούμε τους πολέμους για τον έλεγχο κοινών πόρων που διεξάγονται τα τελευταία 30 χρόνια και σκόπιμα μετονομάζονται σε πολέμους ναρκωτικών, φυλετικούς και εθνοτικούς. Στις Άνδεις και στην Κεντρική Αμερική τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες διεξάγεται ένας διαρκής ένοπλος αγώνας των ιθαγενών για τον έλεγχο της γης (σκόπιμα μετονομάζεται σε πόλεμος ναρκωτικών), στην Νότια Αφρική οι μάχες για τον κοινοτικό έλεγχο της γης μετονομάζονται σε φυλετικό πόλεμο ενάντια στο απαρτχάιντ, οι ένοπλοι αγώνες στην Δυτική Αφρική ενάντια στην περίφραξη των κοινών γαιών από κράτη, πετρελαϊκές εταιρίες και αναπτυξιακές τράπεζες μετονομάζονται σε φυλετικούς πολέμους, επίσης από το Αφγανιστάν μέχρι την Ινδία, τη Σρι Λάνκα, τις Φιλιππίνες και την Ινδονησία οι προλετάριοι παίρνουν τα όπλα και μάχονται ενάντια στις νέες περιφράξεις (Caffentzis 2004).

16. Ο λαός σύμφωνα με τον Χομπς «είναι κάτι σαν το Ένα, που έχει μια βούληση και στον οποίο μπορεί να αποδοθεί μια βούληση. Ο λαός βασιλεύει σε κάθε Κράτος». Ο λαός οργανώνεται με αντιπροσώπους-κόμματα, υπακούει στους νόμους και συνάπτει κοινωνικά συμβόλαια. Αντιθέτως το πλήθος, σύμφωνα με τον Σπινόζα, αποφεύγει την πολιτική ενότητα, περιφρονεί την υπακοή, δεν φτάνει ποτέ στην κατάσταση του δικαιικού προσώπου και συνεπώς δεν μπορεί να δώσει υποσχέσεις, να συνάψει συμφωνίες, να αποκτήσει και να μεταφέρει δικαιώματα. Είναι αντικρατικό, «οι πολίτες, όταν εξεγείρονται εναντίον του Κράτους, συγκροτούν το Πλήθος εναντίον του Λαού» (Virno, 2002).

17. «Τα κοινά δεν μπορούν να διεκδικηθούν, αλλά μπορούν μόνο να κατασκευαστούν και να συγκροτηθούν μέσα από τις διαδικασίες του commoning. Αυτές οι διαδικασίες πρέπει να ξεπεράσουν τις σημερινές υλικές διαιρέσεις μέσα στην “εργατική τάξη”, στο “προλεταριάτο” ή στο “πλήθος”» (De Angelis, M. and Stavrides 2010).

18. To 2007 εκτιμάται πως σε παγκόσμιο επίπεδο η κατανομή της ενεργειακής παραγωγής ήταν: 36% πετρέλαιο, 27,4% κάρβουνο, 23% φυσικό αέριο, 8,5% πυρηνική, 6,3% υδροηλεκτρική και 0,9% από τις υπόλοιπες ανανεώσιμες πηγές (γεωθερμική, ηλιακή, αιολική, κύματα κ.α.).

19. Σύμφωνα με τη Ρόζα Λούξεμπουργκ και το ρεύμα των αυτόνομων μαρξιστών, η πρωταρχική συσσώρευση είναι χαρακτηριστικό του κρισιακού χαρακτήρα της καπιταλιστικής συσσώρευσης (Bonefeld 2009).

20. Οι αγώνες των εργατών κοπής ξύλου, οι οποίοι συνδέονται με τους συνολικότερους αγώνες των κατοίκων της υπαίθρου στην Αγγλία τον 17ο και 18ο αιώνα ενάντια στις περιφράξεις των κοινοτικών κοινών γαιών (βοσκοτόπια, δάση), σε συνδυασμό με την αποψίλωση των δασών στο νησί της Μεγάλης Βρετανίας, εξανάγκασε την ανερχόμενη βιομηχανική τάξη σε αναζήτηση νέων ενεργειακών πηγών (κυρίως στο λιγνίτη, ο οποίος και υπήρχε σε αφθονία στο αγγλικό υπέδαφος) και κατ’ επέκταση στην ανάδυση του ατμοκίνητου καπιταλισμού. Αντίστοιχα οι δυναμικοί αγώνες των ανθρακωρύχων σε ΗΠΑ και Ευρώπη στα τέλη του 19ου έως και τα μέσα του 20ου αιώνα, έθεταν εμπόδια και μπλοκάριζαν την καπιταλιστική μηχανή γι’ αυτό και αναζητήθηκαν ενεργειακές διέξοδοι στο πετρέλαιο.

21. Σύμφωνα με τον Caffentzis (2004) πάνω από το 70% του πλανητικού πετρελαίου διεκδικείται ως κοινή ιδιοκτησία.

22. Πηγή: Δυτική Γερμανία 1967-1987: 20 χρόνια ριζοσπαστικών αγώνων: Μία κριτική ματιά στο φοιτητικό κίνημα, τις άγριες απεργίες, το αντάρτικο πόλης, τις μαζικές συγκρούσεις, Θεσσαλονίκη 2010.

 

Written by factoryfanet

Ιουνίου 14, 2011 at 3:36 μμ

Ενέργεια, εργασία και κοινωνική αναπαραγωγή στην παγκόσμια οικονομία

leave a comment »

του Kolya Abramsky

Το άρθρο «Ενέργεια, εργασία και κοινωνική αναπαραγωγή στην παγκόσμια οικονομία» συμπεριλαμβάνεται στο συλλογικό τόμο Abramsky, Kolya (Ed) Sparking a Worldwide Energy Revolution – Social Struggles in the Transition to a Post-petrol World (Oakland: AK Press, 2010)

«Η ενέργεια είναι το θεμελιώδες προαπαιτούμενο για κάθε μορφή ζωής. Η πρόσβαση στην ενέργεια είναι ένα θεμελιώδες και αναφαίρετο δικαίωμα του ανθρώπου…και έχει παραβιαστεί ένα δισεκατομμύριο φορές» (WRΕΑ 2005).

«Από την καπιταλιστική σκοπιά, η ενέργεια αναγνωρίζεται ως το θεμελιώδες τεχνολογικό εργαλείο για το διεθνή έλεγχο της εργατικής τάξης. Πρώτα απ ‘όλα, μπορεί να αντικαταστήσει την εργασία. Από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το κεφάλαιο έχει όλο και περισσότερο ασχοληθεί με την εργατική τάξη σε καθημερινή βάση, αντικαθιστώντας την εργασία με την ενέργεια… Στην άμεση εφαρμογή της στην διαδικασία της παραγωγής, η ενέργεια ελευθερώνει το κεφάλαιο από το εργατικό δυναμικό. Κατά συνέπεια, ο έλεγχος της διαθεσιμότητας και των τιμών της ενέργειας σημαίνει τον έλεγχο των τεχνολογικών συνθηκών της ταξικής πάλης διεθνώς, αλλά και τον έλεγχο της οικονομικής ανάπτυξης» (οι υπογραμμίσεις των συγγραφέων)1.

Για να κατανοήσουμε την λεγόμενη «ενεργειακή κρίση» των ημερών μας και μια πιθανή μελλοντική «μετάβαση σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ή/και σε ένα μεταπετρελαϊκό μέλλον», είναι κρίσιμο να εξετάσουμε τις σχέσεις με τις οποίες τα ανθρώπινα όντα παράγουν πλούτο στην παγκόσμια οικονομία και πώς αυτό το εργατικό δυναμικό αναπαράγεται και υπονομεύεται στην πάροδο του χρόνου. Είναι επίσης σημαντικό να εξετάσουμε τη συγκεκριμένη κατανομή της εργασίας που υπάρχει στον τομέα της ενέργειας ανά τον πλανήτη. Και πρέπει να κάνουμε δύο σημαντικά πράγματα: α) να χαρτογραφήσουμε την παγκόσμια κατανομή της εργασίας στον τομέα της ενέργειας και β) να εντοπίσουμε τις σχέσεις που παράγουν, αναπαράγουν και διαμορφώνουν αυτόν το καταμερισμό της εργασίας και προσδιορίζουν πώς τα διάφορα μέρη σχετίζονται το ένα με το άλλο, μέσα σε μια ευρύτερη ανάλυση των καπιταλιστικών σχέσεων.

Το κεφάλαιο αυτό αποσκοπεί στον προσδιορισμό και εν μέρει στην απάντηση, τριών κύριων ερωτημάτων.

• Πώς η ενέργεια, σχετίζεται με την εργασία και την αναπαραγωγή της, σε ένα γενικό επίπεδο;

• Πώς λειτουργεί η εργασία στον τομέα της ενέργειας, συγκεκριμένα;

• Πώς μπορεί η κατανόηση της ενέργειας και της εργασίας να συμβάλει στην κατανόηση τρεχουσών εννοιών όπως «ενεργειακή κρίση» και «μετάβαση»;

Λίγα λόγια για την ενέργεια και την εργασία

Σε όλη την ιστορία, διαφορετικές πηγές ενέργειας έχουν χρησιμοποιηθεί σε διαφορετικές χρονικές στιγμές και χώρους και σε διαφορετικούς συνδυασμούς μεταξύ τους. Υπάρχουν διάφορες πηγές ενέργειας ή τομείς, μεταξύ των οποίων το λίπος φάλαινας, το ξύλο, η τύρφη, ο άνθρακας, το πετρέλαιο, η πυρηνική, η αιολική και η ηλιακή ενέργεια, το φυσικό αέριο, τα βιοκαύσιμα, η υδραυλική ενέργεια και η κοπριά αγελάδων. Κάθε ένας από τους τομείς αυτούς έχει ένα συγκεκριμένο καταμερισμό εργασίας που συνδέεται με αυτόν και χρειάζεται την τεχνολογία για να μετατρέψει ανάλογα τα χρησιμοποιούμενα καύσιμα σε κινητήρια δύναμη, θερμότητα, φως, κ.λ.π. (τέτοια παραδείγματα είναι η βενζίνη και ο κινητήρας εσωτερικής καύσης ή ο άνθρακας και ο θερμοηλεκτρικός σταθμός). Τέλος, η ενέργεια μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο εμπορευματοποιημένη.

Η εργασία γίνεται εδώ αντιληπτή με την ευρύτερη έννοια του όρου, συμπεριλαμβανομένων εκείνων, των οποίων η εργασία (ή η γη ή άλλοι φυσικοί πόροι) πρέπει να τιθασευτεί και να εμπορευματοποιηθεί ώστε να παράγει υπεραξία για το κεφάλαιο. Δε δίνεται προτεραιότητα στη βιομηχανική εργασία στο εργοστάσιο, ούτε στην εργασία στην πόλη έναντι της εργασίας στην ύπαιθρο, ούτε στη μισθωτή εργασία έναντι της άμισθης, ούτε στην «ελεύθερη» έναντι της «επιβεβλημένης». Επιπλέον, η κριτική μας βασίζεται στην παραδοχή ότι μεταξύ των εργαζομένων υπάρχουν πραγματικές υλικές ιεραρχίες και συγκρούσεις συμφερόντων. Για την παραγωγή αγαθών και για την πώλησή τους με σκοπό το κέρδος σε μια συνεχώς αναπτυσσόμενη αγορά, χρειάζεται μια παγκόσμια δεξαμενή ελεγχόμενου εργατικού δυναμικού που να ανανεώνεται, να αναπαράγεται και να επεκτείνεται με το χρόνο. Αυτή η διαδικασία είναι γνωστή ως κοινωνική αναπαραγωγή.

Η ενέργεια ως μέσο διαβίωσης

Η ενέργεια αποτελεί ζωτικής σημασίας μέσο διαβίωσης, λόγω της σπουδαιότητάς της για την παραγωγή και προετοιμασία της τροφής, τη στέγαση, τον φωτισμό και κυρίως τη θέρμανση. Χωρίς ενέργεια η ανθρώπινη ζωή δεν μπορεί να υπάρξει και η διαδικασία αναπαραγωγής του είδους καταρρέει. Αν οι άνθρωποι δεν έχουν πρόσβαση στην ενέργεια, πρέπει τουλάχιστον να έχουν πρόσβαση σε χρήματα προκειμένου να αγοράσουν ενέργεια για να επιβιώσουν.

Όπως και με τη γη και τα άλλα μέσα διαβίωσης, ο βαθμός διαχωρισμού μεταξύ του παραγωγού και του καταναλωτή ενέργειας έχει μεγάλη σημασία. Όσο περισσότερο οι παραγωγοί διαχωρίζονται από τα βασικά μέσα διαβίωσής τους, τόσο περισσότερο εξαρτώνται από τη μισθωτή εργασία για να αγοράσουν τα μέσα διαβίωσης. Ιστορικά, η διαδικασία διαχωρισμού των ανθρώπων από τα μέσα επιβίωσής τους ήταν απαραίτητη ώστε να δημιουργηθεί μια δεξαμενή ατόμων που δεν έχουν άλλη επιλογή από το να δουλέψουν ως  μισθωτοί και έτσι να παρέχουν την απαραίτητη για την καπιταλιστική παραγωγή εργασιακή δύναμη. Αυτή η συνεχής διαδικασία ονομάζεται πρωταρχική συσσώρευση και αποστέρηση. Είναι σημαντικό ότι ο βαθμός διαχωρισμού των ανθρώπων από τα βασικά μέσα διαβίωσής τους –σε αυτή την περίπτωση της ενέργειας– δεν είναι ούτε σταθερός ούτε δεδομένος, αλλά αποτελεί το αντικείμενο μιας συνεχιζόμενης διαδικασίας αγώνα, συγκρούσεων και διαπραγματεύσεων.

Κατά συνέπεια προκύπτει το ζήτημα της ιδιοκτησίας, του ελέγχου και της πρόσβασης στην παραγωγή και κατανάλωση ενέργειας και, πάνω απ’ όλα τίθεται το ερώτημα: «ποιοι σκοποί εξυπηρετούνται;» Σημαντικό: η ενέργεια παράγεται και καταναλώνεται για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της συσσώρευσης κεφαλαίου (για το οποίο είναι μια σημαντική πρώτη ύλη και μέσο παραγωγής) ή μήπως για να εξυπηρετεί τις βασικές ανάγκες για την ανθρώπινη επιβίωση; Στη βάση του ζητήματος διαπιστώνουμε ότι τα συμφέροντα αυτά δεν ταυτίζονται αλλά είναι διαμετρικά και δομικά αντίθετα. Κι από το γεγονός αυτό ξεκινά ο αγώνας σχετικά με την εμπορευματοποίηση της ενέργειας, που περιστρέφεται γύρω από το αν η ενέργεια είναι ένας πόρος ο οποίος πρέπει να μείνει εκτός των σχέσεων της αγοράς ή να εμπορευματοποιείται ώστε να πωλείται με σκοπό το κέρδος στην παγκόσμια αγορά. Και στο βαθμό που η ενέργεια είναι ήδη εμπορευματοποιημένη, αναπτύσσονται αγώνες για το βαθμό στον οποίο είναι εμπορευματοποιημένη.

Επί του παρόντος, οι κοινοί ή δημόσιοι ενεργειακοί πόροι, από τα δάση έως τις πετρελαιοπηγές, αντιμετωπίζουν μια αυξανόμενη ιδιωτικοποίηση σε όλο τον κόσμο, ιδίως μέσω περιφερειακών και πολυμερών συμφωνιών ελευθέρου εμπορίου, όπως η NAFTA, FTAA, η Ευρωπαϊκή Ένωση ή ο ΠΟΕ. Αυτό επηρεάζει σημαντικά τις τιμές και την ικανότητα των ανθρώπων να έχουν πρόσβαση σε αξιόπιστες ενεργειακές πηγές, ανεξάρτητα από το αν είναι «καθαρές» ή «βρώμικες».

Η ιδιωτικοποίηση και η περίφραξη των κοινών ή των δημόσιων πόρων με σκοπό το κέρδος θυμίζει τις περιφράξεις των δασών στην Ευρώπη κατά τη διάρκεια των τελευταίων αιώνων, των οποίων η διαχείριση και η ιδιοκτησία ήταν κοινή, μια διαδικασία που ήταν βασική στην ανάδυση της παγκόσμιας ευρωκεντρικής καπιταλιστικής οικονομίας Είναι σημαντικό ότι αναγκάζει τους ανθρώπους να εξαρτώνται ολοένα και περισσότερο από το χρήμα και επομένως από τη μισθωτή εργασία, προκειμένου να ικανοποιήσουν τις ενεργειακές τους ανάγκες. Ως εκ τούτου, είναι ένα κρίσιμο μέρος της διαδικασίας της επέκτασης της παγκόσμιας αγοράς με βάση τη διαθεσιμότητα μιας παγκόσμιας δεξαμενής εργατικού δυναμικού. Η επέκταση της παγκόσμιας αγοράς σημαίνει περίφραξη των κοινών –με την ενέργεια να είναι ένα από τα βασικά κοινά. Με την εμπορευματοποίηση της, η ενέργεια αναδεικνύεται σε σημαντικό παράγοντα ρύθμισης της κοινωνικής αναπαραγωγής μέσω της τιμολογιακής της πολιτικής, σε σχέση με το μέγεθος της τιμής αλλά και το ζήτημα του ποιος πληρώνει γι’ αυτή. Μήπως πληρώνει το κεφάλαιο για την αναπαραγωγή του εργατικού δυναμικού που χρησιμοποιεί για την εξαγωγή κερδών ή μήπως είναι ικανό να μετατοπίσει αυτά τα έξοδα στους ίδιους τους εργαζόμενους, μισθωτούς και άμισθους;

Τέλος, αξίζει να πούμε κάτι και για την αντίσταση. Εκτός των αγώνων για τον έλεγχο της γης, δεν υπάρχει πιθανώς τομέας στον οποίο τέτοιοι αγώνες για τα «κοινά» να είναι περισσότερο κεντρικοί όσο οι αγώνες σε σχέση με την απαλλοτρίωση των κοινών ενεργειακών πόρων και την αύξηση των τιμών της ενέργειας. Η εξέγερση των Ζαπατίστας στο Μεξικό, που βρίσκεται σε εξέλιξη από το 1994, ήρθε εν μέρει να απαντήσει στην –εξαιτίας της NAFTA– απελευθέρωση των περιορισμών που ίσχυαν για περισσότερα από εβδομήντα χρόνια για τη ξένη κυριότητα του πετρελαίου του Μεξικού. Πρόσφατα, στη Βολιβία, o Έβο Μοράλες εθνικοποίησε τα κοιτάσματα φυσικού αερίου της χώρας. Την τελευταία δεκαετία υπήρξαν επίσης σημαντικοί αγώνες σε σχέση με την ιδιωτικοποίηση της ηλεκτρικής ενέργειας σε όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένης της Γαλλίας, της Νότιας Αφρικής της Νότιας Κορέας και της Ταϊλάνδης. Παράλληλα, η ιδιωτικοποίηση των δασών συναντά μεγάλες αντιστάσεις σε ολόκληρο τον κόσμο, με τις γυναίκες να διαδραματίζουν ηγετικό ρόλο στους αγώνες αυτούς. Πολλές, αν όχι οι περισσότερες από αυτές τις μάχες είναι διεθνώς δικτυωμένες, με συγκεκριμένους τοπικούς αγώνες να εμπνέουν και να τροφοδοτούν με πληροφορίες ο ένας τον άλλο, απολαμβάνοντας τη στήριξη διαφόρων παγκόσμιων δικτύων.

Οι ενεργειακοί πόροι βρίσκονται στη γη

Οι περισσότεροι ενεργειακοί πόροι βρίσκονται σε αγροτικές περιοχές. Η αξιοποίηση αυτών των πόρων από το κεφάλαιο συνεπάγεται την απαλλοτρίωση της γης ή τουλάχιστον τον έλεγχό της. Όπως η ενέργεια, έτσι και η γη είναι ένα βασικό μέσο για την ανθρώπινη επιβίωση. Η τρέχουσα αναδιάρθρωση της παγκόσμιας οικονομίας προϋποθέτει ότι οι εταιρείες κερδίζουν και επεκτείνουν τα επενδυτικά τους δικαιώματα σε μια αυξανόμενη γεωγραφική έκταση σε ολόκληρο τον κόσμο, κάτι που υπονομεύει την εδαφική αυτονομία των αγροτικών κοινοτήτων. Επίσης, οι κοινωνικοί και περιβαλλοντικοί περιορισμοί στις επενδύσεις αίρονται και η ιδιοκτησία μεταβιβάζεται βίαια από τους αγρότες στο κεφάλαιο. Έτσι, παράλληλα με μια γενικευμένη απαλλοτρίωση γης, η γη που περιέχει ενεργειακούς πόρους αναδεικνύεται ως ιδιαίτερα σημαντική.

Η εξερεύνηση και η εξόρυξη πετρελαίου, φυσικού αερίου, άνθρακα και ουρανίου, καθώς και τα μεγάλης κλίμακας υδροηλεκτρικά φράγματα έχουν σημαντικές κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις στις κοινότητες που βρίσκονται κοντά σε αυτές τις δραστηριότητες και παράγουν μεγάλες κοινωνικές συγκρούσεις που σχετίζονται με τα δικαιώματα γης, τη ρύπανση και τη (συχνά βίαιη) μετατόπιση. Σε σχέση με το πετρέλαιο, αναπτύσσονται αγώνες ενάντια στις εκτοπίσεις, τη ρύπανση και τη βία των πετρελαϊκών εταιριών στη Νιγηρία, την Κολομβία, το Εκουαδόρ, καθώς και αρκετές άλλες χώρες. Συγκεκριμένα αυτοί που επηρεάζονται είναι οι αγρότες, οι ιθαγενείς, οι κοινότητες αφρικανικής καταγωγής (στη Λατινική Αμερική), οι αλιευτικές κοινότητες, πολλές από τις οποίες διατηρούν ανέπαφη την κοινοτική διάρθρωση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της γης τους.

Τα τελευταία χρόνια, οι τακτικές που χρησιμοποιούνται στην αντίσταση κατά των περιφράξεων ή της καταστροφής της γης κυμαίνονται από κοινοβουλευτικούς αγώνες έως την οργάνωση αυτόνομων κοινοτήτων, τις διαδηλώσεις, τη μη βίαιη πολιτική ανυπακοή και πιο πρόσφατα, στη Νιγηρία, τον ένοπλο αγώνα και την απαγωγή εργαζομένων των πετρελαϊκών εταιριών. Στην Κολομβία, η κοινότητα U’wa, απείλησε να διαπράξει μαζική αυτοκτονία λόγω της συνεχιζόμενης δραστηριότητας της πετρελαϊκής εταιρίας OXY (Occidental) Petroleum. Η κατασκευή του μεγαλύτερου παγκοσμίως αγωγού πετρελαίου, του πετρελαιαγωγού Baku-Tbilisi-Ceyhan (BTC), προκάλεσε επίσης διαμαρτυρίες για τα δικαιώματα γης και το περιβάλλον, τόσο από τους κατοίκους των πληγέντων χωρών, όσο και από τους υποστηρικτές τους σε όλο τον κόσμο. Στη Βενεζουέλα, οι αυτόχθονες πληθυσμοί αντιμετωπίζουν την εκτόπισή τους από την γη λόγω δραστηριοτήτων εξόρυξης άνθρακα από μια σειρά κρατικών εταιριών αλλά και ξένων πολυεθνικών. Στις ΗΠΑ, οι κοινότητες Ναβάχο βλάπτονται σοβαρά από τις εργασίες εξόρυξης γαιάνθρακα της εταιρίας-κολοσσού Peabody Coal, στην περιοχή της Black Mesa, στην Αριζόνα. Εκατομμύρια άτομα έχουν εκτοπιστεί σε όλο τον κόσμο με την κατασκευή μεγάλων υδροηλεκτρικών φραγμάτων, μεταξύ άλλων στην Ινδία, την Κίνα, τη Βραζιλία και την Ινδονησία. Καθώς η πυρηνική βιομηχανία ετοιμάζεται για μια νέα επέκταση, οι αγώνες ενάντια στη πυρηνική ενέργεια αποκτούν δύναμη, τόσο στις περιοχές όπου σχεδιάζονται να εγκατασταθούν τα εργοστάσια, όσο και στις περιοχές όπου εξορύσσεται το ουράνιο, όπως στις ιθαγενικές περιοχές στην έρημο της Νεβάδα, στην Αριζόνα, ή στις πυρηνικές «χωματερές» και στα ορυχεία ουρανίου στις περιοχές των Αβοριγίνων στην Αυστραλία. Όπως και με τους αγώνες για την κυριότητα των ενεργειακών πόρων, αυτοί και πολλοί άλλοι αγώνες που συνδέονται με συγκρούσεις που αφορούν την ενέργεια και την χρήση γης, έχουν επιτυχώς βρει διεθνείς συμμάχους.

Ενέργεια και εργασία

Εκτός από το γεγονός ότι η ενέργεια παρέχει τα μέσα διαβίωσης και εκτός από το ότι οι ενεργειακοί πόροι βρίσκονται στη γη, η ενέργεια είναι επίσης σημαντική για την εργασία εν γένει.

Η εκμηχάνιση επέτρεψε την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, η οποία, στο πλαίσιο των καπιταλιστικών σχέσεων, σημαίνει τη βάση για αυτό που ο Μαρξ ονομάζει στρατηγικές σχετικής υπεραξίας και ιεραρχία μισθών.

Ο τεχνητός φωτισμός έχει επιμηκύνει την εργάσιμη ημέρα (ακριβώς όπως και η πρόσφατη διάδοση των τεχνολογιών της πληροφορίας), κάτι που εντός των καπιταλιστικών σχέσεων σημαίνει την παροχή υλικής βάσης για αυτό που ο Μαρξ ονομάζει στρατηγικές απόλυτης υπεραξίας.

Η ανάπτυξη των μεταφορών επέτρεψε μια διευρυμένη γεωγραφική εμβέλεια για τις αγορές πρώτων υλών, εργασίας και προϊόντων και έχει μειώσει το χρόνο κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, των χρημάτων και των ανθρώπων κ.λ.π.

Οι τεχνολογίες της επικοινωνίας επιμήκυναν τον ημερήσιο εργασιακό χρόνο.

Η φθηνή τροφή, η στέγη, ο ρουχισμός και τα καταναλωτικά αγαθά έχουν μειώσει το κόστος αναπαραγωγής του πλανητικού εργατικού δυναμικού, αντισταθμίζοντας έτσι τη μείωση των μισθών και εντείνοντας τις διαφορές στην παγκόσμια ιεραρχία των μισθών. Για παράδειγμα, η φθηνή τροφή έχει σε μεγάλο βαθμό επιτευχθεί μέσω του αγροτικού επιχειρηματικού μοντέλου που επιβλήθηκε στους αγρότες σε όλο τον κόσμο. Το γεγονός αυτό προκάλεσε αύξηση της επισιτιστικής ανασφάλειας για πολλά τμήματα του παγκόσμιου πληθυσμού, των οποίων η γη έχει απαλλοτριωθεί για να καταστεί δυνατή η συγκέντρωση γης που είναι αναγκαία για το ενεργοβόρο αυτό αγροτικό επιχειρηματικό μοντέλο. Παράλληλα, έχει κλιμακώσει την οικολογική κρίση που οφείλεται στη χρήση λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων και αφήνει εκτεθειμένα όλο και πιο μεγάλα τμήματα του παγκόσμιου πληθυσμού στις αυξομειώσεις της τιμής των τροφίμων στην παγκόσμια αγορά.

Ως εκ τούτου, η ενέργεια έχει διαδραματίσει ένα σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των παγκόσμιων ταξικών σχέσεων στο σύνολό τους και όχι μόνο στον τομέα της ενέργειας.

Η εκμηχάνιση είναι μια ιδιαίτερα σημαντική διαδικασία μέσω της οποίας η ενέργεια και το εργατικό δυναμικό αλληλοεπηρεάζονται. Η ιστορία της χρήσης της ενέργειας είναι, ευτυχώς ή δυστυχώς, μια ιστορία ανθρώπινης (ή ζωικής) εργασίας που αντικαθίσταται ή συμπληρώνεται από εξωτερικές πηγές ενέργειας (ξύλο, κάρβουνο, φυσικό αέριο, πετρέλαιο, πυρηνική ενέργεια, ανεμόμυλους).

Παραδόξως, εν μέσω όλης αυτής της τεχνολογίας «εξοικονόμησης εργατικού δυναμικού», κανείς δεν εργάζεται λιγότερο από πριν. Η μισθωτή σχέση που διαμόρφωσε το εργοστάσιο δεν έχει καταργηθεί, ούτε οι άνισοι ρόλοι των δύο φύλων που χαρακτηρίζουν τόσα πολλά νοικοκυριά έχουν αντικατασταθεί, ούτε η άμισθη εργασία έχει εξαφανιστεί. Αντί να καταργήσουν την άνιση και αθέμιτη εκμετάλλευση στον τρόπο οργάνωσης της εργασίας, οι ενεργοβόρες συσκευές, τα οχήματα και οι μηχανές έχουν αναμορφώσει απλώς τον τρόπο οργάνωσης και τις δομές εργασίας των ανθρώπων. Στην πραγματικότητα, η αντικατάσταση των ανθρώπων από τις μηχανές και τα ρομπότ δημιούργησε συχνά τεράστιες ομάδες ανειδίκευτων και ανέργων και βρήκε μεγάλη αντίσταση από τους εργαζόμενους.

Παρόλα αυτά, θα ήταν λάθος να δούμε την αντικατάσταση της ανθρώπινης εργασίας ως μια παρενέργεια της εκμηχάνισης. Ανά τους αιώνες, η εκμηχάνιση έχει συχνά χρησιμοποιηθεί ακριβώς προκειμένου να αντικαταστήσει και να ανατρέψει την ανθρώπινη εργασία –δηλαδή την, οργανωμένη και επαναστατική ανθρώπινη εργασία που απειλεί να ξεφύγει από τον έλεγχο εκείνων που επιδιώκουν να την ελέγχουν, είτε πρόκειται για ιδιοκτήτες γης, ιδιοκτήτες εργοστασίων ή γεωργικών εταιρειών. Οι Λουδίτες αποτελούν σημαντικό παράδειγμα, σπάζοντας τους αργαλειούς που απειλούσαν την επιβίωσή τους.2

Ένα πιο πρόσφατο παράδειγμα αυτής της κατάστασης μπορεί να δει κανείς στα ορυχεία χρυσού στη Νότια Αφρική. Οι ιδιοκτήτες των ορυχείων, επειδή αντιμετώπισαν ισχυρή αντίσταση από τους μεταλλωρύχους στην περίοδο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, επένδυσαν πολλά στην εκμηχάνιση, προκειμένου να αντικαταστήσουν τους εργαζόμενους. Αυτός θεωρήθηκε ως ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να σπάσει η ταξική πάλη. Για κάθε δέκα κιλά χρυσού που παράγονταν το 1950, απασχολούνταν δέκα εργάτες και δαπανιόνταν 99.000 κιλοβατώρες ηλεκτρικής ενέργειας. Το 1975, απασχολούνταν πέντε εργάτες και δαπανιόνταν 180.000 κιλοβατώρες ηλεκτρικής ενέργειας για την ίδια εξόρυξη.3 Αυτό το μοντέλο αποτελεί ένα σημαντικό στοιχείο των ταξικών σχέσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες και θα εξεταστεί σε επόμενη ενότητα.

Όλα τα παραπάνω δείχνουν τη σημασία της ενέργειας στην αγορά εργασίας και του κεφαλαίου εν γένει και όχι μόνο στον τομέα της ενέργειας. Ως εκ τούτου, η μετάβαση σε ένα νέο ενεργειακό σύστημα είναι σημαντική όχι μόνο για όσους εργάζονται στον τομέα της ενέργειας, αλλά για όλους τους εργαζόμενους σε όλο τον κόσμο, τόσο για τους μισθωτούς όσο και για τους άμισθους.

Εργασία στον τομέα της ενέργειας

«Ακούστε! Θα έπρεπε να ανήκουμε στο συνδικάτο ξυλοκόπων! Κόβουμε ξύλα, ετοιμάζουμε πρωινό! Κόβουμε ξύλα, πλένουμε τα ρούχα του! Κόβουμε ξύλα,  ζεσταίνουμε το σίδερο! Κόβουμε ξύλα, γυαλίζουμε το πάτωμα! Κόβουμε ξύλα, ετοιμάζουμε το φαΐ του!»4

«Αυτό το πλοίο είναι ένας πλωτός μεταφορέας εργασίας…περίπου 5 εκατομμύρια μεταναστεύουν για να βρουν δουλειά…έχει 750 επιβάτες…μπορείτε να καταλάβετε κοιτώντας τα πρόσωπα και τα χέρια τους ότι πολλοί είναι αγρότες, άνθρωποι της υπαίθρου…οι ίδιοι κακομοίρηδες που κοιμήθηκαν την προηγούμενη νύχτα στο δρόμο… που δέχονται σπρωξίματα και φωνές… που περιμένουν συγκεντρωμένοι σε μπουλούκια, για να καταδεχτεί κάποιος υπάλληλος να παρατηρήσει την ύπαρξή τους…Τα πρόσωπά τους και τα ρούχα τους έχουν το χρώμα της γης. Σκούρο καφέ.»5

Ο εμπορικός τομέας της ενέργειας περιλαμβάνει ανέκαθεν την εργασία πολλών διαφορετικών ανθρώπων και γεωγραφικών περιοχών σε όλο τον κόσμο και βασίζεται στην παγκόσμια αλυσίδα εμπορευμάτων που λειτουργεί μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο των καπιταλιστικών σχέσεων, σχέσεων που είναι γεωγραφικά άνισες και ιεραρχικές. Ιστορικά, οι εργαζόμενοι στον τομέα της ενέργειας (τουλάχιστον όσο αφορά τους έμμισθους και τα συνδικάτα τους) έχουν οργανωθεί καλά, τόσο στο εσωτερικό των χωρών όσο και διακρατικά. Τον Μάιο του 2006, η Διεθνής Ομοσπονδία Συνδικάτων Εργατών σε Βιομηχανίες Χημικών, Ενέργειας και Ορυχείων (International Federation of Chemical, Energy, Mine and General Workers’ Unions-ICEM) αντιπροσώπευε περίπου 20 εκατομμύρια εργαζόμενους, οργανωμένους σε 379 βιομηχανικά συνδικάτα σε 123 χώρες.6

Το γεγονός ότι η ενέργεια είναι μια στρατηγική πρώτη ύλη σημαίνει ότι οι εργαζόμενοι στην ενέργεια (καθώς και οι εργαζόμενοι που εξορύσσουν και παράγουν τις πρώτες ύλες που συνδέονται με αυτό τον τομέα) παίζουν στρατηγικό ρόλο. Αυτό έχει αντιφατικά αποτελέσματα.

Από τη μία πλευρά, υπάρχει ανάγκη να εξασφαλιστούν υψηλά επίπεδα απόδοσης και να παραχθούν μεγάλες ποσότητες πλεονάσματος από αυτούς. Αυτό σημαίνει ότι ο τομέας της ενέργειας έχει εμπλακεί συχνά σε εντατικοποιημένες και επιβεβλημένες-με-τη-βία μορφές εργασίας, ιδίως σε περιόδους επίτασης του ανταγωνισμού και της αντιπαλότητας μεταξύ επιχειρήσεων και κρατών. Τα παραδείγματα είναι πολυάριθμα και περιλαμβάνουν: Ανθρακωρυχεία στις αφρικανικές αποικίες που χρησιμοποιούν καταναγκαστική εργασία για να τροφοδοτήσουν την αντιπαλότητα μεταξύ των αυτοκρατορικών ευρωπαϊκών δυνάμεων.7 Ανθρακωρυχεία στο μετεμφυλιακό Νότο των ΗΠΑ που χρησιμοποιούν την εργασία των φυλακισμένων ώστε να συμβάλουν στη διαδικασία εκβιομηχάνισης των ΗΠΑ.8 Η περίοδος πριν από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο υπήρξε μάρτυρας ενός νέου κύματος εξαναγκασμού στους τομείς της ενέργειας, τόσο στις ΗΠΑ με την εφαρμογή του New Deal, όσο και στα πλάνα γρήγορης εκβιομηχάνισης του Στάλιν. Στη Ναζιστική Γερμανία, η οποία δεν είχε τις δικές της πηγές πετρελαίου, χρησιμοποιήθηκε μια μορφή συνθετικής βενζίνης. Το κράτος σε συνεργασία με τη βιομηχανική εταιρεία IG Farben, επέβαλε καταναγκαστική εργασία για την παραγωγή αυτού του καυσίμου από το γαιάνθρακα, μια διαδικασία ιδιαίτερα σκληρή για τους εργάτες.

Στα περιστατικά που προηγήθηκαν της Ιρανικής Επανάστασης του 1979, το καθεστώς, κυριολεκτικά υπό την απειλή των όπλων, έβγαζε τους απεργούς εργαζόμενους στην πετρελαϊκή βιομηχανία από τα σπίτια τους και τους εξανάγκαζε να αρχίσουν ξανά την παραγωγή.9 Σύγχρονα παραδείγματα περιλαμβάνουν τη χρησιμοποίηση της εργασίας των μεταναστών στα πετρελαιοπαραγωγικά κράτη του Περσικού Κόλπου. Στην Κολομβία, στη χώρα με το υψηλότερο ποσοστό δολοφονημένων συνδικαλιστών στον κόσμο, οι εργαζόμενοι του πετρελαίου πρέπει να επιβιώσουν από τη συνεχή παραστρατιωτική καταστολή. Όπως θα συζητηθεί πιο διεξοδικά σε επόμενο μέρος αυτού του βιβλίου, εργατικοί αγώνες εμφανίζονται επίσης στους νέους τομείς της ενέργειας. Οι Βραζιλιάνοι εργάτες στο τομέα της ζάχαρης αντιμετωπίζουν συνθήκες που συγγενεύουν με τη δουλεία, καθώς παράγουν την πρώτη ύλη για τις αμερικανικές προμήθειες σε αιθανόλη.

Από την άλλη πλευρά, η στρατηγική θέση των εργαζομένων στον τομέα της ενέργειας τους έχει επίσης δώσει ένα ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί σε σχέση με τους εργοδότες τους και τις κυβερνήσεις τους (όπως και σε σχέση με τους άλλους εργαζόμενους). Οι αγώνες των εργατών στον τομέα της ενέργειας είχαν συχνά ως αποτέλεσμα τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας, των μισθών κ.λ.π. και είχαν συχνά επίσης μια έμμεση επίδραση στις συνθήκες των εργατών σε άλλους τομείς. Τα παραδείγματα αυτού του φαινομένου είναι επίσης πολλά: μεταξύ αυτών οι Βρετανοί ανθρακωρύχοι στη γενική απεργία του 1926 και οι εργαζόμενοι στα πετρέλαια στην Ιρανική Επανάσταση του 1978-79.

Ίσως η αντιφατική αυτή στρατηγική τοποθέτηση των εργαζομένων της ενέργειας είναι περισσότερο ορατή στους πετρελαϊκούς εργαζόμενους στις χώρες του ΟΠΕΚ. Οι αγώνες των πετρελαϊκών εργατών έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ώθηση της τιμής του πετρελαίου σε υψηλές τιμές μέχρι τη δεκαετία του ‘70. Τα ακόλουθα υψηλά έσοδα από το πετρέλαιο έχουν, από τη μία πλευρά, συντελέσει στην εφαρμογή πολλών κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, όπως η εκπαίδευση και η υγειονομική περίθαλψη (οι οποίες και πληρώθηκαν από την εκβιομηχάνιση και την «ανάπτυξη»), αλλά από την άλλη έχουν συνδυαστεί με σκληρή καταστολή.

Άμισθη εργασία στο μη εμπορικό τομέα της ενέργειας, ο πυλώνας της φθηνής αναπαραγωγής της εργασίας

Είναι ευρέως αποδεκτό ότι το πετρέλαιο είναι το ενεργειακό λίκνο του σύγχρονου καπιταλισμού. Κατά μία έννοια αυτό είναι απολύτως αληθές, είναι σίγουρα η κύρια ενέργεια πίσω από την παραγωγή και την κατανάλωση εμπορευμάτων στην παγκόσμια αγορά, αν εξαιρέσουμε την παραγωγή εργασιακής δύναμης, η οποία είναι από μόνη της ένα εξίσου σημαντικό αγαθό στον κόσμο της αγοράς.

Ωστόσο, είναι ακριβώς αυτή η εξαίρεση της παραγωγής της εργασιακής δύναμης που είναι προβληματική. Στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου, ιδιαίτερα στις αγροτικές περιοχές, οι άνθρωποι δεν ικανοποιούν τις ενεργειακές τους ανάγκες αποκλειστικά –ή στο μεγαλύτερο βαθμό– μέσα από την εμπορική χρήση της ενέργειας, αλλά μάλλον μέσω της μη εμπορικής χρήσης της κοπριάς, των ξύλων καθώς και άλλων ειδών βιομάζας που παρέχουν θερμότητα, φωτισμό και φωτιά για το μαγείρεμα. Περισσότερο από το ένα τρίτο της ανθρωπότητας, πάνω από δύο δισεκατομμύρια άνθρωποι, βασίζονται σήμερα σε αυτά τα καύσιμα για τις καθημερινές ενεργειακές τους ανάγκες. Η συλλογή τέτοιων καυσίμων γίνεται συνήθως από τις γυναίκες και τα παιδιά, ως μέρος της «οικιακής εργασίας», χωρίς να έχουν πρόσβαση στο μισθό και την (περιορισμένη) προστασία που θεωρητικά παρέχει η λεγόμενη «επίσημη οικονομία» και τα συνδικάτα της ή οι υπόλοιποι οργανισμοί.10

Είναι αυτή η ενέργεια που προέρχεται από «παραδοσιακή βιομάζα», και όχι το πετρέλαιο, που συνεισφέρει σημαντικά στη διατήρηση της ζωής περίπου του ενός τρίτου του πληθυσμού του πλανήτη, καλύπτοντας τις ανάγκες σε θέρμανση, φωτισμό και παρασκευή της τροφής. Ως εκ τούτου, αυτές οι πηγές καυσίμων είναι απολύτως ζωτικής σημασίας για την αναπαραγωγή του εργατικού δυναμικού σε όλο τον κόσμο, σε ένα εξαιρετικά χαμηλό κόστος.

Το να βαφτίζουμε ορισμένες πηγές ενέργειας «σύγχρονες» και άλλες «παραδοσιακές» βασίζεται στη σιωπηλή παραδοχή ότι οι υφιστάμενες ανισότητες στο παγκόσμιο ενεργειακό σύστημα, μπορούν στην πραγματικότητα να επιλυθούν με μια απλή επέκταση του υπάρχοντος συστήματος, έτσι ώστε ο αριθμός των χαμένων («παραδοσιακοί» χρήστες ενέργειας) να μειωθεί, και ο αριθμός των νικητών («σύγχρονοι» χρήστες της ενέργειας) να αυξηθεί. Όμως, αυτό βασίζεται στην υπόθεση ότι αυτοί οι άνθρωποι που δεν έχουν πρόσβαση σε «σύγχρονες» πηγές ενέργειας, μπορούν πραγματικά να καλύψουν τη διαφορά και να αποκτήσουν πρόσβαση σε αυτές τις πηγές. Ωστόσο, φαίνεται ότι τα «πρωτόγονα» καύσιμα από βιομάζα δεν είναι απλά μια αναχρονιστική ανωμαλία στο «σύγχρονο κόσμο», αλλά μάλλον ένα θεμελιώδες κομμάτι του άνισου χαρακτήρα του, όπως και η άμισθη εργασία δεν είναι μια «προκαπιταλιστική» ανωμαλία, αλλά μάλλον ένας πυλώνας πάνω στον οποίο βασίζεται η μισθωτή εργασία. Οι «σύγχρονες» πηγές ενέργειας και τεχνολογίες –όπως το πετρέλαιο– και οι «μη-σύγχρονες» συνδέονται μεταξύ τους. Φαίνεται πως πρόκειται για τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος και πως το πετρέλαιο δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τη βιομάζα. Η μη εμπορική ενέργεια σε συνδυασμό με την άμισθη εργασία, αποτελούν συμπλήρωμα (και βασικό πυλώνα) της εμπορικής ενέργειας στην παγκόσμια αγορά.

ΗΠΑ: η χώρα της «φθηνής ενέργειας» και της ακριβής εργασίας

Ας εξετάσουμε την περίπτωση των ΗΠΑ, του μεγαλύτερου κατά κεφαλήν καταναλωτή ενέργειας στον κόσμο. Οι ΗΠΑ έχουν υποτάξει εντελώς τον υπόλοιπο κόσμο στις δικές τους ενεργειακές ανάγκες –και συγκεκριμένα στις ανάγκες τους σε πετρέλαιο. Δύο παράλληλες εικόνες αναδύονται: μία εικόνα απόλυτου εγωισμού και αδιαφορίας για τις ενεργειακές ανάγκες του υπόλοιπου κόσμου, και μία άλλη εξαιρετικής ευπάθειας και εξάρτησης. Γιατί η οικονομία των ΗΠΑ όπως και ο πληθυσμός τους έχουν γίνει τόσο εξαρτημένοι από το πετρέλαιο του πλανήτη; Και ποιες είναι οι επιπτώσεις αυτής της εξάρτησης;

Η «φθηνή» ενέργεια αποτέλεσε θεμελιώδη πυλώνα της οικονομικής ανάπτυξης και ηγεμονίας των ΗΠΑ μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η πρόσβαση σε άφθονες πηγές ενέργειας υπήρξε κομβική για την εξασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης εντός των ΗΠΑ, τόσο στη βιομηχανική όσο και στη γεωργική παραγωγή, αλλά και σε σχέση με την αναπαραγωγή των βασικών μέσων διαβίωσης για ολόκληρο το εργατικό δυναμικό της χώρας.

Εάν το κόστος της εργασίας είναι υψηλό και ο έλεγχός της δύσκολος, μία από τις πιο επιτυχημένες στρατηγικές που μπορούν να υιοθετήσουν οι ιδιοκτήτες γης, οι εταιρείες, και οι εργοδότες, είναι απλώς να αντικαταστήσουν το ανθρώπινο δυναμικό με μηχανές και ρομπότ και να υποτάξουν έτσι τους εργαζόμενους σε διαδικασίες ελέγχου, διαχωρισμού και πειθάρχησης. Με άλλα λόγια, να αποσπάσουν περισσότερη εργασία από τους εργάτες σε συντομότερο χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα την εντατικοποίηση των εργασιών τους. Αυτός ήταν ένας σημαντικός παράγοντας για την αυτοματοποίηση των εργοστασίων κατασκευής αυτοκινήτων στο Ντιτρόιτ τη δεκαετία του 1950, μια διαδικασία που ακολουθήθηκε μετά από μια σειρά μεγάλων και άγριων απεργιών του κλάδου. Ο ίδιος ο αυτοματισμός πυροδότησε πολυάριθμους οργανωμένους εργατικούς αγώνες, από οργανώσεις όπως η Επαναστατική Συνδικαλιστική Κίνηση στην Dodge (Dodge Revolutionary Union Movement-DRUM) και η Ένωση Μαύρων Επαναστατών Εργατών (League of Black Revolutionary Workers).11 Οι μαύροι εργάτες ήταν αυτοί που κατεξοχήν βίωσαν τη σφοδρότητα αυτών των αλλαγών και μάλιστα συχνά οι ίδιοι αναφέρονταν στη διαδικασία αυτή υποτιμητικά ως «νεγροποίηση» (niggermation). Μέχρι το 1970, ο μεταποιητικός τομέας της οικονομίας των ΗΠΑ χρησιμοποιούσε 66 τοις εκατό περισσότερη ενέργεια από ότι το 1958, αλλά μόνο 35 τοις εκατό περισσότερη εργασία.12

Η φθηνή ενέργεια υπήρξε βασικό μέσο μείωσης του κόστους ζωής, όσον αφορά τη διατροφή, τη στέγη, το ρουχισμό και τις μεταφορές. Με άλλα λόγια, έπαιξε σημαντικό ρόλο στη μείωση του κόστους αναπαραγωγής του εργατικού δυναμικού, αυξάνοντας έτσι το μερίδιο του πλεονάσματος για το κεφαλαίο. Η κοινωνική αναταραχή περιορίστηκε μέσω των υψηλών επιπέδων καταναλωτισμού και της άμεσης βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου.

Κατά συνέπεια, στις ΗΠΑ, οι συλλογικές στρατηγικές του κεφαλαίου για τον έλεγχο της εργασίας, μέσα από τις παράλληλες διαδικασίες της εκμηχάνισης και του υψηλού επιπέδου κατανάλωσης, απαιτούν άφθονες πηγές φθηνής ενέργειας. Ή ακριβέστερα, απαιτούν τουλάχιστον την ικανότητα ελέγχου της ροής και των τιμών της ενέργειας. Ο καθορισμός των ενεργειακών τιμών είναι κατεξοχήν πολιτικό ζήτημα, και όχι αποτέλεσμα μιας απόφασης που λαμβάνεται αναπόδραστα από το λεγόμενο «αόρατο χέρι» της καθαρής προσφοράς και ζήτησης.13 Η ακριβή ενέργεια μπορεί, κατά καιρούς, να είναι χρήσιμη για τον έλεγχο των όρων που διέπουν την εργασία. Στις πολλαπλές και αλληλένδετες κρίσεις της δεκαετίας του 1970 (πολιτική, οικονομική, χρηματοπιστωτική, κρίση της ενέργειας, των τροφίμων, κ.λ.π.), στη διάρκεια των οποίων οι κοινωνικοί αγώνες ήταν ισχυροί, μια άμεση επίθεση στην εργασία (συμπεριλαμβανομένων των περικοπών των μισθών) θα ήταν πολύ δύσκολο να εξαπολυθεί χωρίς να προκαλέσει ισχυρή αντίσταση. Μια προγραμματισμένη αύξηση στις τιμές της ενέργειας (και των τροφίμων) αποτελεί μια ιδιαίτερα αποτελεσματική έμμεση επίθεση στους μισθούς στις ΗΠΑ, καθώς και σε παγκόσμιο επίπεδο, δεδομένου ότι αύξηση του κόστους της ενέργειας σημαίνει επίσης αύξηση του κόστους ζωής.

Με το υφιστάμενο ενεργειακό σύστημα των ΗΠΑ, και ιδίως το Big Oil, συνδέονται διάφορα μεγάλα προβλήματα, ανισότητες, συγκρούσεις, και τρωτά σημεία. Ωστόσο, δεν αποτελούν παρά ένα μέρος ενός μεγαλύτερου και ιδιαίτερα πολυεπίπεδου παγκόσμιου ενεργειακού συστήματος. Τα προβλήματα αυτά και οι ανισότητες είναι πιθανό να γίνονται όλο και πιο ορατά, καθώς οι τιμές της ενέργειας αυξάνονται παγκοσμίως και νέες πηγές ενέργειας αρχίζουν να αντικαθιστούν το πετρέλαιο.

Συμπεράσματα: μετάβαση, ταξική πάλη και αβέβαια αποτελέσματα

Ο εικοστός αιώνας, ιδίως την περίοδο μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, είδε την «ακριβή εργασία» και τη «φθηνή ενέργεια» να συμπορεύονται. Αυτό αποτέλεσε αναπόσπαστο παράγοντα για την πρόληψη και τον περιορισμό της ταξικής πάλης και των συνεπειών της, σε ολόκληρο τον κόσμο και ειδικά στις ΗΠΑ, όπου λειτούργησε ως βασικό στοιχείο της ηγεμονίας τους. Τώρα, το σίγουρο είναι ότι στο ζήτημα της ενέργειας θα υπάρξουν σε παγκόσμιο επίπεδο μεγάλες αλλαγές. Το ερώτημα  που προκύπτει δεν είναι πλέον αν θα συμβούν αυτές οι αλλαγές αλλά τι είδους θα είναι. Βάσει ποιων τεχνολογιών; Ποιοι στόχοι θα επιδιωχθούν, και κυρίως, με τι όρους και ποια διαδικασία; Και πάνω απ’ όλα, ποιοι θα καρπωθούν τα οφέλη και ποιοι θα πληρώσουν το κόστος; Ποια θα είναι η σχέση μεταξύ των εργαζομένων στους τομείς των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και των εργαζόμενων στις μη ανανεώσιμες πηγές ενέργειας; Ποιος θα είναι σε θέση να αξιοποιήσει την εργασία που απαιτείται για την παραγωγή (καθώς και τη γνώση, τις πρώτες ύλες και το χρήμα); Πώς οι αλλαγές στον τομέα της ενέργειας θα αλλάξουν τις σχέσεις μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, καθώς και μεταξύ της μισθωτής και άμισθης εργασίας;

Καθώς οι υπάρχοντες ενεργειακοί πόροι γίνονται όλο και πιο ακριβοί (από νομισματική, κοινωνική, πολιτική και οικολογική άποψη), είναι πιθανό να υπάρξει μια αντίστοιχη προσπάθεια εκ μέρους του κεφαλαίου για να καταστεί πιο φθηνή η εργασία (όχι μόνο όσον αφορά τη μείωση των μισθών αλλά και για άλλα έξοδα εργασίας, μετατοπίζοντας ιδιαίτερα το κόστος της αναπαραγωγής του παγκόσμιου εργατικού δυναμικού στην άμισθη εργασία και κυρίως στην εργασία των γυναικών). Και, αν οι τιμές της ενέργειας αυξηθούν ξαφνικά και όχι σταδιακά, είναι αναμενόμενο ότι η επίθεση στην εργασία θα είναι εξίσου γρήγορη και απότομη. Δεδομένου ότι η φθηνή ενέργεια έχει ουσιαστική σημασία για τη μείωση του κόστους της αναπαραγωγής της εργασίας, ποιος πρέπει να πληρώσει το αυξημένο κόστος της αναπαραγωγής; Θα καταφέρει το κεφάλαιο να μετατοπίσει το αυξανόμενο κόστος της αναπαραγωγής στους εργαζόμενους (ειδικά στην άμισθη οικιακή και αγροτική εργασία –κυρίως στις γυναίκες) σε διάφορες περιοχές του πλανήτη; Ή οι εργαζόμενοι θα το αρνηθούν;

Οι συγκρούσεις αυτές είναι πιθανό να είναι ιδιαίτερα έντονες στις ΗΠΑ, όπου η αύξηση του κόστους εργασίας περιοριζόταν, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό, από τη φθηνή ενέργεια. Οι παράλληλες στρατηγικές που περιγράφονται πιο πάνω έχουν μετατρέψει μεγάλα (και κυρίαρχα) τμήματα της αμερικανικής εργατικής τάξης σε εξαιρετικά μεγάλους καταναλωτές ενέργειας σε σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο. Η τακτική αυτή έχει συμβάλει ουσιαστικά στον έλεγχο των εργατικών αγώνων. Κατά συνέπεια, οι εργαζόμενοι στις ΗΠΑ είναι εξαιρετικά ευάλωτοι στις τεράστιες αλλαγές που βρίσκονται σε εξέλιξη στο παγκόσμιο ενεργειακό σύστημα. Είναι πιθανό ότι  θα υποστούν απροειδοποίητα μια τεράστια και ταχεία επίθεση, η οποία θα μπορούσε να έχει σαν αποτέλεσμα την αναβίωση (αν και σε νέες συνθήκες) μορφών εργασίας που είχαν ουσιαστικά καταργηθεί στις ενεργειακά πλούσιες χώρες του παγκόσμιου Βορρά –και κυρίως στις ΗΠΑ. Αυτό είναι ιδιαίτερα πιθανό εάν οι ΗΠΑ αρχίσουν να «επαναβιομηχανοποιούνται» στον απόηχο της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, αυτή τη φορά όμως στις πλάτες ενός ήδη κακοποιημένου εργατικού δυναμικού. Αρκεί να ρίξουμε μια ματιά στους δρόμους, τα χωράφια και τις κουζίνες της Ινδίας για να δούμε τις επικρατούσες συνθήκες διαβίωσης και εργασίας (μισθωτής και άμισθης), όπου η εμπορική ενέργεια είναι ακριβή και σπάνια ενώ η προσφορά εργασίας είναι ταυτόχρονα άφθονη και φθηνή.

Από την άλλη, τίθεται το ζήτημα ενός νέου κύκλου ταξικών αγώνων σε ολόκληρο τον πλανήτη, μέσα στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας συνολικά και όχι μόνο στον τομέα της ενέργειας. Δεδομένου ότι οι εισροές φθηνής ενέργειας ήταν τόσο σημαντικές για τον έλεγχο και την οριοθέτηση της ταξικής πάλης στις ΗΠΑ, το αυξανόμενο κόστος της ενέργειας μπορεί να καταστήσει το κεφάλαιο στις ΗΠΑ ευάλωτο στην νέα ταξική πάλη. Το νέο αυτό κύμα ταξικής πάλης βασίζεται από τη μία στο αυξανόμενο κόστος ζωής, το οποίο το κεφάλαιο θα επιχειρήσει να μεταβιβάσει στους εργαζόμενους, και από την άλλη στο γεγονός ότι θα γίνεται ολοένα και πιο δαπανηρό για το κεφάλαιο να εφαρμόσει έναν από τους πιο δοκιμασμένους μηχανισμούς για τον περιορισμό της ταξικής πάλης, δηλαδή την εκμηχάνιση.

Στο σημείο αυτό, δεν είναι μόνο το θέμα της ταξικής πάλης στις ΗΠΑ ζωτικής σημασίας, αλλά και το ζήτημα του κατά πόσον τα νέα παγκόσμια κέντρα ανάπτυξης, όπως η Κίνα και η Ινδία, θα είναι σε θέση να αξιοποιήσουν την ενέργεια (κάθε είδους) όπως η Βρετανία και οι ΗΠΑ, προκειμένου να ελέγξουν την ταξική πάλη και να γίνουν ηγεμονικές δυνάμεις στο παγκόσμιο σύστημα.

Ο προβληματισμός πάνω στη σύγκρουση κεφαλαίου-εργασίας, που βρίσκεται στο επίκεντρο μιας συζήτησης για την ενέργεια, προσθέτει ένα σημαντικό στοιχείο αβεβαιότητας σε κάθε συζήτηση της ενεργειακής κρίσης και της μετάβασης. Κατά συνέπεια, χρήζει προσεκτικής εκτίμησης ο βαθμός στον οποίο οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας θα προσφέρουν τη υλική βάση είτε για τη συνέχιση της διευρυμένης αναπαραγωγής των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων, είτε για τη δημιουργία μη καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων παραγωγής και αναπαραγωγής, ειδικά σε μακροπρόθεσμη βάση. Δεν υπάρχουν προφανείς ή αναπόφευκτες απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά. Δεν πρόκειται για τεχνικά ζητήματα, αλλά για πολιτικά. Και ενώ υπάρχει άφθονος χώρος για να διερευνηθούν περισσότερο αυτά τα ερωτήματα, ουσιαστικά δεν πρόκειται απλά και μόνο για ερωτήματα έρευνας.

Οι απαντήσεις βρίσκονται στη συγκεκριμένη ιστορική εξέλιξη του τομέα της ενέργειας, στο παγκόσμιο σύστημα καπιταλιστικών σχέσεων και στο αποτέλεσμα των συνυφασμένων αγώνων που διαμορφώνουν αυτές τις διαδικασίες.

1.MidnightNotes,MidnightOil: Work, Energy, War 1973-1992 (New York: Autonomedia, 1992).

2. Karl Marx, Capital Vol.1 (London: Penguin/New Left Review, 1976), p.554.

3. Peter Norre and Terisa Turner, Oil and Class Struggle (London: Zed Books, 1980).

4. H γυναίκα του μεταλλωρύχου στο φιλμ «Το Αλάτι της Γης» (Independent productions/ International Union of Mine, Mill and Smelter Workers, 1954).

5. Περιγραφή ενός πλοίου που μεταφέρει μετανάστες για εργασία στην πετρελαϊκή βιομηχανία, στον Περσικό Κόλπο.MidnightNotes,MidnightOil: Work, Energy, War 1973-1992 (New York Autonomedia 1992), pp. 67-70. Η ομοιότητα με τις κλασικές περιγραφές των πλοίων που μετέφεραν σκλάβους από τη μία άκρη του Ατλαντικού στην άλλη, την εποχή του δουλεμπόριου, είναι εντυπωσιακή.

6. International Federation of Chemical, Energy, Mine and General Workers’ Unions (ICEM) http://www.icem.org

7. George Padmore, The life and struggles of Negro Toilers (Hollywood: Sundance Press, 1931).

8. Alex Lichtenstein, Twice the Work of Free Labor-The Political Economy of Convict Labor in the New South (London/New York: Verso, 1996), pp.105-126.

9. Norre and Turner, op. cit., p.299.

10. Hugh Warwick and Alison Doig, Smoke- The Killer in the Kitchen: Indoor Air Pollution in Developing Countries (London: Intermediate Technology Develpoment Group, 2004).

11. Dan Georgakas and Marvin Surkin, Detroit: I Do Mind Dying: A study in Urban Revolution (Boston: South End Press, 1975); Stewart Bird, Rene Lichtman, and Peter Gessner, σε συνεργασία με τη League of Revolutionary Black Workers, Finally got the news (Detroit: 1970); Charles Denby, Workers Battle Automation (Detroit: News and Letters Pamphlet, 1960); Charles Denby, Indignant Heart: A black Worker’s journal (Boston: South End Press, 1989).

12. Midnight Notes, ο.π., p.124.

13. Μια ενδιαφέρουσα συζήτηση για την πολιτική φύση των τιμών, συμπεριλαμβανομένων των ενεργειακών τιμών, αν και δε σχετίζεται με την Αμερική, μπορεί να βρεθεί στο άρθρο του Bruno Ramirez, “The working Class Struggle Against the Crisis: Self Reduction of Prices in Italy,”Zerowork,1, 1975.

Written by factoryfanet

Ιουνίου 14, 2011 at 1:15 μμ

H ενεργειακή κρίση των ημερών μας

leave a comment »

Ένας από τους παράγοντες στον οποίο ο καπιταλισμός αναζητεί μία διέξοδο είναι στην εύρεση μίας ενεργειακής πηγής (ή καλύτερα ενός συνδυασμού αυτών) αρκετά ικανής και ισχυρής, ώστε να διατηρήσει τη δυνατότητα του συστήματος να συνεχίσει την αέναη οικονομική του μεγέθυνση. Η μετάβαση σε ένα μεταπετρελαϊκό ενεργειακό καθεστώς είναι αναπόφευκτη και έχει να κάνει τόσο με υλικά όρια που αντιμετωπίζει όσο και της ιδεολογικής «πράσινης» κατεύθυνσής του. H διαδικασία αυτή κινείται παράλληλα με την εξέλιξη αβέβαιων και μακροπρόθεσμων συλλογικών αγώνων και θα επηρεαστεί από τις ποιοτικές τους προοπτικές. Το ζητούμενο για εμάς είναι, ξεπερνώντας τόσο πάγιες αλήθειες για την κοινωνική εξέλιξη όσο και τεχνικές προσεγγίσεις για το  τρόπο προσαρμογής στην εξάντληση του ενός ή του άλλου φυσικού πόρου, να εστιάσουμε πολιτικά στους αγώνες, κοινοτικούς, εργατικούς και άλλους που εμφανίζονται.

Κομμάτι της κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος είναι η ενεργειακή του κρίση. Ένας από τους παράγοντες στον οποίο ο καπιταλισμός αναζητεί μία διέξοδο στην εύρεση μίας ενεργειακής πηγής (ή καλύτερα ενός συνδυασμού αυτών) αρκετά ικανής και ισχυρής, ώστε να διατηρήσει τη δυνατότητα του συστήματος να συνεχίσει την αέναη οικονομική του μεγέθυνση. Η αναζήτηση αυτή συνοδεύεται από καταστροφικές δραστηριότητες εξόρυξης φυσικών πόρων1, μεγάλα αναπτυξιακά έργα, κ.α. που προκαλούν δραματική αύξηση των θερμοκηπιακών αερίων, τον εκτοπισμό ντόπιων πληθυσμών, την εκμετάλλευση της εργασίας των ντόπιων και μεταναστών εργατών, την καταστροφή της γης και του νερού.

Αφετηρία για τη μελέτη του ενεργειακού ζητήματος αποτελεί μία οπτική, η οποία τοποθετεί την τεχνολογία και την ενέργεια μέσα στο πλαίσιο των κοινωνικών σχέσεων των οποίων αποτελούν μέρος. Τεχνολογία-ενέργεια και κοινωνικές σχέσεις αλληλοεπηρεάζονται διαλεκτικά.

Στον αντίποδα αυτής της αντίληψης υπάρχει μία ευρύτατα διαδεδομένη βιβλιογραφία, η οποία με ένα καταστροφολογικό ύφος του τύπου «το τέλος πλησιάζει» μιλάει για την εξάντληση του πετρελαίου ως απλά ένα θέμα πεπερασμένων φυσικών πόρων και κάτι που άπτεται της κατάλληλης τεχνολογική λύσης. Ο λόγος αυτός εστιάζει στην αναγκαιότητα μίας αποκεντρωμένης κοινωνικής οργάνωσης, η οποία να στηρίζεται σε ανάλογη αγροτική και ενεργειακή παραγωγή (τοπικά αγροκτήματα, μικρές ενεργειακές μονάδες ανανεώσιμων πηγών ενέργειας). Η επίτευξη μίας τέτοιας μορφής οργάνωσης τίθεται ως πανάκεια χωρίς να εξηγεί με ποιόν τρόπο θα καθιστούσε από μόνη της πιο ελεύθερη την κοινωνία. Βασικό της μειονέκτημα είναι ότι παρουσιάζει τον καπιταλισμό ως ένα πράγμα, έναν ενεργειακό μηχανικό σχηματισμό και όχι ως μία εξελισσόμενη κοινωνική σχέση.

Η εξάντληση των φυσικών πόρων και η τεχνολογία είναι και οι δύο σημαντικοί παράγοντες του ζητήματος της ενεργειακής κρίσης τους οποίους, όμως, αν δούμε αποκομμένα θα χάσουμε την κοινωνική του διάσταση. Αντίθετα, για εμάς, είναι διαφωτιστικό να δούμε τη χρήση, την παραγωγή και τη διανομή της ενέργειας ως στιγμές των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων παραγωγής. Έτσι θα μπορέσουμε να αναλύσουμε αλλαγές που επηρεάζουν τις ζωές μας, όπως τις αυξομειώσεις στις τιμές των καυσίμων, τη δημιουργία μεγάλων έργων παραγωγής ενέργειας (νέες μονάδες λιγνίτη, φυσικού αερίου, μεγάλα φράγματα), την ανάπτυξη της βιομηχανίας των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ) κ.α. με έναν κριτικό τρόπο. Μέσα από μία τέτοια οπτική θα δούμε ότι η ενέργεια και η τεχνολογία αποτελούν επίσης έδαφος κοινωνικών αγώνων και διαμορφώνονται από αυτούς. Οι αγώνες αυτοί αφορούν στην αντίθεση της οικειοποίησης των φυσικών πόρων από το κεφάλαιο και μπορεί να ξεκινούν από την εναντίωση στην εξόρυξή τους ή στην πραγματοποίηση κάποιου ανάλογου έργου (π.χ. ενός μεγάλου φράγματος), αλλά να μην περιορίζονται εκεί.

Eνεργειακή κρίση και καπιταλισμός

Κατά την εξέλιξη της πορείας του ο καπιταλισμός έχει αντιμετωπίσει πολλές κρίσεις, οι οποίες προέκυψαν από τις συνέπειες της οικολογικής ανισορροπίας, την αντίσταση των καταπιεσμένων και τον έλεγχο των φυσικών πόρων και ειδικότερα της ενέργειας από τα κυρίαρχα καθεστώτα. Το πέρασμα από την φεουδαρχία στον καπιταλισμό στην Αγγλία, συνοδεύτηκε από τον αφανισμό των δασών από την χώρα και την ελαχιστοποίηση της γομιμότητας τον εδαφών, πριν γίνει η μετάβαση από τη ξυλεία στο λιγνίτη και σχηματοποιηθεί ο συνολικός κοινωνικός μετασχηματισμός της χώρας. Η μετάβαση από τον άνθρακα στο πετρέλαιο συνδέεται επίσης με ένα συνδυασμό κοινωνικών παραγόντων που κινητοποιούν το συνολικό μετασχηματισμό της εποχής: η οργάνωση και ριζοσπαστικοποίηση των ανθρακωρύχων κατέστησαν το λιγνίτη λιγότερο ελκυστικό για το κεφάλαιο σε μία περίοδο που εμφανίζεται το φορντικό μοντέλο παραγωγής. Η εντατικοποίηση της εργασίας και η μη-πειθάρχηση πληθυσμών, η αύξηση του καταναλωτισμού την δεκαετία του ‘20 και η κρίση του ‘29 που ακολούθησε είναι σημεία στην πορεία μίας οξυμένης συνθήκης κοινωνικού ανταγωνισμού που οδήγησε στην κεντρική εμφάνιση του κρατικού παρεμβατισμού και στον διακρατικό ανταγωνισμό που οδήγησε στο σφαγείο του Β’ παγκοσμίου πολέμου. Η εξέλιξη της τεχνολογίας εξόρυξης και εκμετάλλευσης των ορυκτών καυσίμων (πετρέλαιο) είναι κομμάτι του. Το νέο ενεργειακό μοντέλο έπαιξε κεντρικό ρόλο στην διαδικασία της φορντικής παραγωγής ως παράγοντας αντικατάστασης του εργατικού δυναμικού2. Η ανθρώπινη εργασία γίνεται όλο και περισσότερο παραγωγική ενώ στο πεδίο της καπιταλιστικής κερδοφορίας οι ρυθμοί της αντί να ελαττωθούν, αυξήθηκαν.

Μία τέτοια ενεργειακή αλλαγή συμβαίνει και στις μέρες μας, μία κρίση την οποία μπορούμε να προσδιορίσουμε ως τον κοινωνικό μετασχηματισμό που προωθεί το κεφάλαιο για να διατηρήσει την κερδοφορία του, συναντώντας τα υλικά όρια που τίθενται από την κλιματική αλλαγή, την εξάντληση των φυσικών πόρων και τις κοινωνικές αντιστάσεις που κυοφορούνται. Ονομάζουμε την διαδικασία αυτής της μετάβασης ενεργειακή κρίση γιατί τα ενδεχόμενα της εξέλιξής της είναι ανοιχτά. Ο συνδυασμός της οικονομικής, ενεργειακής και κλιματικής κρίσης δίνει στο κεφάλαιο μεγάλες δυνατότητες να δικαιολογήσει τους μετασχηματισμούς του «για το καλό του πλανήτη και της οικονομίας», ενσωματώνοντας στην κίνησή του αυτή κάποια τμήματα του περιβαλλοντικού κινήματος με καταστρεπτικές συνέπειες για τους σκοπούς της περιβαλλοντικής και κοινωνικής δικαιοσύνης. Από την άλλη μεριά, είναι ανοιχτά τα ενδεχόμενα για την εμφάνιση αγώνων που θα απονομιμοποιήσουν τις προτεραιότητες του κεφαλαίου στη διαχείριση αυτών των κρίσεων και θα προάγουν εναλλακτικούς δεσμούς και αξίες. Οι επιλογές ενός νέου ενεργειακού μοντέλου θα βρεθούν σε ένα συνδυασμό χρήσεων διαφορετικών πηγών ενέργειας. Πιθανή φαίνεται η επαναφορά (όπως γίνεται ήδη) της συζήτησης για τη πυρηνική ενέργεια, αυτή την φορά ως πράσινη (sic) εναλλακτική λύση, η διατήρηση του φυσικού αερίου που όμως απαιτεί δίκτυα διανομής με σταθερές διακρατικές σχέσεις και η προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Οι τελευταίες, δεδομένης της μη συνεχής παροχής τους, συνιστούν μία συμπληρωματική παραγωγή την οποία το ενεργειακό λόμπι επιθυμεί να είναι ένα μικρότερο, αλλά πολλά υποσχόμενο κομμάτι στην ίδια μοιρασιά. Σε κάθε περίπτωση, η μορφή που θα αποκτήσει ο μετα-πετρελαϊκός ενεργειακός σχηματισμός θα  εξαρτηθεί από τη δυνατότητα του κεφαλαίου να επαναδομήσει με επιτυχία τις κοινωνικές σχέσεις σε πλανητικό επίπεδο και να διαιρέσει την παγκόσμια κυκλοφορία των αγώνων.

Παράλληλα, παρατηρούμε ότι εμφανίζονται πολλοί και διαφορετικοί κοινωνικοί αγώνες που άπτονται των ζητημάτων της ενέργειας και της κλιματικής αλλαγής. Αυτοί αφορούν σε ποικίλα θέματα: από την ιδιοκτησία και τον έλεγχο της ενεργειακής παραγωγής και της διαδικασίας εξόρυξης έως την πρόσβαση και την τιμή της ενέργειας, από τις αποζημιώσεις προς πληθυσμούς πετρελαιοπαραγωγών χωρών της Λατινικής Αμερικής και της Μέσης Ανατολής, των οποίων οι εκτάσεις είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης εδώ και χρόνια, έως την αντίσταση σε μεγάλα αναπτυξιακά σχέδια (π.χ. σχέδιο Πουέμπλα Παναμά στο Μεξικό), από την περίφραξη της ηλιακής, αιολικής, υδροηλεκτρικής ενέργειας έως τους ενεργειακούς εργάτες. Η διερεύνηση όλων αυτών των αγώνων3 είναι ένα ζητούμενο.

Κλιματική αλλαγή και η ανάπτυξη της βιομηχανίας των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ)

Σε πολιτικό επίπεδο τα τελευταία 4-5 περίπου χρόνια η κλιματική αλλαγή βρίσκεται στην κορυφή της ημερήσιας διάταξης. Αυτό το γεγονός σηματοδοτήθηκε από την έκθεση Stern4 η οποία έστειλε σε ολόκληρο τον κόσμο το μήνυμα ότι «τώρα είναι η πιο οικονομικά συμφέρουσα στιγμή για τη δημιουργία ενός πράσινου καπιταλισμού ο οποίος θα αντιμετωπίσει τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής. Αργότερα θα είναι πολύ αργά…». Από εδώ και στο εξής, φαίνεται ότι το λόμπι των κυβερνήσεων και βιομηχανικών συμφερόντων μετατοπίζεται από την άρνηση της κλιματικής αλλαγής, θέση που υποστήριξε στο παρελθόν, επιδιώκει να το αποπολιτικοποιήσει και να μοιράσει τις ευθύνες του σε όλη τη «μεγάλη οικογένεια» της ανθρωπότητας ανεξάρτητα κοινωνικών ανισοτήτων και τρόπου ζωής5. Έτσι, καθώς οικοδομείται η ιδεολογική κάλυψη του πράσινου καπιταλισμού, φτάνουμε στο σήμερα σε μία συγκυρία όπου η κλιματική αλλαγή εισάγεται ως επιχείρημα για να δικαιολογήσει πολιτικές ελέγχου και καταστολής που να βασίζονται σε μία φιλολογία φόβου και καταστροφολογίας επιδιώκοντας την κοινωνική συναίνεση. Σε μία τέτοια λογική, ζητήματα όπως το ανώτατο σημείο πετρελαϊκής παραγωγής6 (peak oil), και τα αυξανόμενα ενεργειακά κόστη τίθενται ως επιχείρημα δικαιολόγησης των αυξανόμενων κοινωνικών πιέσεων σε εργάτες και κοινότητες.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, η τεχνολογία των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ) αυξάνει παγκόσμια με ένα παράδοξο τρόπο. Μέχρι τώρα έχει αναπτυχθεί λίγο και σε συγκεκριμένα μέρη του κόσμου όμως η εξάντληση των φυσικών πόρων, η κλιματική αλλαγή, η αναζήτηση μίας νέας πρωταρχικής συσσώρευσης και οι διεθνείς ενδοκαπιταλιστικές συγκρούσεις συνιστούν μία υλική ώθηση προς τις ΑΠΕ. Φτάνουμε όντως στο τέλος της πετρελαιϊκής εποχής και αυτό δεν είναι μία ιδεολογική επιλογή αλλά μία πραγματικότητα που βασίζεται σε υλικούς περιορισμούς. Παράλληλα με αυτό, υπάρχει όμως και το ιδεολογικό κομμάτι των ΑΠΕ. Η υπόσχεση που απορρέει όταν σκεφτεί κανείς ανεμογεννήτριες και λαμπερά φωτοβολταϊκά είναι ότι το ενεργειακό μας σύστημα θα μπορούσε να είναι οικολογικό και αυτόνομο και έτσι να μπορεί να λειτουργήσει η ανθρωπότητα με παρόμοιο τρόπο. Όλη η ανθρωπότητα ως μεμονωμένα άτομα όμως, όσοι θα μπορούν να την πληρώνουν και όσοι δεν θα υποστούν τις συνέπειές της.

Η κατεύθυνση που παίρνουν οι ΑΠΕ στις μέρες μας δεν είναι αυτή που υποστηρίζουν οι πράσινοι υπερασπιστές της: αντί για αποκεντρωμένες μονάδες που να εξυπηρετούν τοπικές ανάγκες έχουμε κεντρικοποιημένα μεγαπρότζεκτ. Αντί δηλαδή να αναπτύσσονται οι ΑΠΕ πάνω σε μία συνεργατική-κοινοτιστική μορφή κοινωνικής οργάνωσης έχουμε την εφαρμογή της καπιταλιστικής λογικής περιορισμών και περιφράξεων. Η κυρίαρχη τάση για τον καθορισμό της ενεργειακής πολιτικής είναι αυτή που τίθεται από τον ενεργειακό επιχειρηματικό τομέα, τις ίδιες δηλαδή εταιρίες που στο παρελθόν ανέπτυξαν την τεχνολογία εκμετάλλευσης του πετρελαίου, φυσικού αερίου και πυρηνικών και, όσον αφορά στις ΑΠΕ, επικεντρώνεται σε ένα συνδυασμό τεχνικών λύσεων και εθνικών/υπερεθνικών πολιτικών μηχανισμών.

Από τη μία μεριά, μία κοινή προσέγγιση για τις χώρες του ανεπτυγμένου κόσμου είναι αυτή που προωθεί την απογείωση των ΑΠΕ σε σχέση με εθνικά συγκριτικά πλεονεκτήματα και πετυχημένες εφαρμογές (π.χ. γερμανία, δανία) στο πλαίσιο  της παγκόσμιας αγοράς. Ένα νέο πεδίο κοινωνικών συγκρούσεων ανοίγει. Η καθιέρωση της ιδιοκτησίας πάνω στον αέρα και τον ήλιο είναι οι νέες επιθετικές κινήσεις του καπιταλισμού στα κοινά και εκεί βρίσκεται ένα πολιτικό διακύβευμα. Στον ελλαδικό χώρο μία τέτοια ανάπτυξη έχει αρχίσει να συμβαίνει (π.χ. σχέδια για αιολικά πάρκα στην Κρήτη, την Κέρκυρα και αλλού), ενώ έχει ξεκινήσει η αντικατάσταση εμπορικών καλλιεργειών,  όπως ο καπνός από τις πρώτες ποικιλίες βιοκαυσίμων. Από την άλλη, στις χώρες του 3ου κόσμου  η ανάπτυξη των ΑΠΕ συνδέεται άμεσα με κεντρικές κρατικές πολιτικές που απειλούν τη γη αγροτικών κοινοτήτων και πραγματοποιούν εκδιώξεις ευάλωτων πληθυσμών. Επίσης, η προώθηση πολιτικών που αντικαθιστούν καλλιέργειες τροφίμων με καλλιέργειες βιοκαυσίμων απειλούν τη τροφική αυτονομία των αγροτικών κοινοτήτων, την βιοποικιλότητα του φυσικού τους περιβάλλοντος και βρίσκονται στο επίκεντρο των καινούργιων εξεγέρσεων για την τροφή που θα γίνουν. Ένα σημαντικό ερώτημα για το μέλλον είναι αν αγροτικοί πληθυσμοί θα αποκτήσουν πρόσβαση στα απαραίτητα εργαλεία για να αποφασίσουν αυτόνομα για τη χρήση των ενεργειακών και άλλων φυσικών πόρων στις περιοχές τους.

Συμπερασματικά

Ως μέρος των υλικών ορίων του καπιταλισμού και της ιδεολογικής «πράσινης» κατεύθυνσης του, η μετάβαση σε ένα μεταπετρελαϊκό ενεργειακό καθεστώς είναι αναπόφευκτη. Το θέμα είναι ότι αυτή η διαδικασία κινείται παράλληλα με την εξέλιξη αβέβαιων και μακροπρόθεσμων συλλογικών αγώνων και θα επηρεαστεί από τις ποιοτικές τους προοπτικές. Μπαίνουν ερωτήματα όπως: ποιες τεχνολογίες θα συμπεριληφθούν στην ενεργειακή μετάβαση και με ποιών τις προτεραιότητες και τους όρους; Ποιος θα πληρώσει τα κόστη και ποιος θα λάβει τα οφέλη; Θα είναι μία διαδικασία που θα ενισχύει τις παρούσες ιεραρχίες ή θα είναι μέρος μίας γενικότερης απελευθερωτικής διαδικασίας; Το ζητούμενο για εμάς είναι, ξεπερνώντας τόσο πάγιες αλήθειες για την κοινωνική εξέλιξη, όσο και τεχνικές προσεγγίσεις για το  τρόπο προσαρμογής στην εξάντληση του ενός ή του άλλου φυσικού πόρου, να εστιάσουμε πολιτικά στους αγώνες, κοινοτικούς, εργατικούς και άλλους που εμφανίζονται. Παράλληλα, να ανοίξουμε την συζήτηση για το πώς χρησιμοποιούμε την ενέργεια, να προκαλέσουμε την πανάκεια του ενεργοβόρου πολιτισμού που ως κάτοικοι πρωτοκοσμικών χωρών αποτελούμε μέρος και μέσα από την αμφισβήτηση να αναζητήσουμε γόνιμες και ανατρεπτικές κοινωνικές συνδέσεις.

σημειώσεις

1. Χαρακτηριστικό παράδειγμα παραλογισμού είναι η εκμετάλλευση των ενεργοβόρων και ρυπογόνων για την εξόρυξή τους κοιτασμάτων πισσούχου άμμου (tar sands) που βρίσκονται στo Καναδά, την Βενεζουέλα και αλλού. Μιλάμε για μία εξόρυξη που συμπεριλαμβάνει την διύλιση και μετατροπή σε συμβατικό πετρέλαιο ενός εξαιρετικά πυκνού μίγματος άμμου, λάσπης, νερού και πετρελαίου. Η διαδικασία αυτή απαιτεί την κατανάλωση του 1/5 της παραγόμενης ενέργειας και δημιουργεί 2 με 4 φορές περισσότερα θερμοκηπιακά αέρια αν συγκριθεί με το συμβατικό πετρέλαιο.

2. Πέντε τομείς που ξεχωρίζουν ως προς αυτό είναι η μηχανοποίηση, ο τεχνητός φωτισμός, οι μεταφορές, οι τεχνολογίες επικοινωνίας, η παραγωγή φτηνής τροφής, στέγης, ρουχισμού και καταναλωτικών αγαθών

3. Ο George Caffentzis στη βιβλιογραφία του εντάσσει σε αυτούς τους κοινωνικούς αγώνες 1) την αντίσταση των Ιρακινών πετρελαιοπαραγωγών εργατών 2) την αντίσταση από τις χώρες της Βενεζουέλας, της Βολιβίας και του Εκουαδόρ στον έλεγχο των εσόδων του πετρελαίου από το κεφάλαιο 3) τους  αγώνες αγροτικών και αστικών κινημάτων να επαναοικειοποιηθούν την γη, την ξυλεία, το πετρέλαιο και τις πηγές από τις οποίες αποκλείστηκαν ή/και άλλες κινήσεις  γύρω από την κλιματική αλλαγή. Σύμφωνα με τον Caffentzis «Όλες αυτές οι αρνήσεις συμμόρφωσης με το κεφάλαιο είναι μέρος του ενεργειακού ανώτατου ορίου παραγωγής  που αντιμετωπίζει σήμερα το κεφάλαιο».

4. Η έκθεση Stern (2006) είναι ένα έγγραφο 700 σελίδων που συντάχθηκε από τον οικονομολόγο Nicholas Stern για λογαριασμό της Βρετανικής κυβέρνησης. Αφορά στις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής στην παγκόσμια οικονομία και έχει αποτελέσει την μεγαλύτερη και πιο διαδεδομένη έρευνα του είδους της. http://en.wikipedia.org/wiki/Stern_report

5. Ενδεικτικό της σχετικής δυσαναλογίας είναι ότι, σύμφωνα με στοιχεία της παγκόσμιας τράπεζας, το φτωχότερο 37% του παγκόσμιου πληθυσμού ευθύνεται για το 7% των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, ενώ το 15% του πληθυσμού ανεπτυγμένων χωρών παράγει περίπου το 50% αυτών των εκπομπών.

6. Ο όρος «ανώτατο σημείο της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου» (peak oil) χρησιμοποιείται για να δείξει ότι, δεδομένων των περιορισμένων αποθεμάτων των ορυκτών καυσίμων, υπάρχει ένα σημείο καμπής μετά το οποίο η εξόρυξη θα είναι όλο και δυσκολότερη και το καύσιμο όλο χαμηλότερης ποιότητας. Στο peak oil θα παράγεται η μεγαλύτερη ποσότητα πετρελαίου που έχει παραχθεί ποτέ σε μια δεδομένη χρονιά και, μετά από αυτό, η ετήσια παραγωγή θα αρχίσει να φθίνει.

Πηγές

(1) Tom Keefer (1999), Fossil Fuels, Capitalism, and Class Struggle, The Commoner N.13, http://www.commoner.org.

(2) Kolya Abramsky and Massimo De Angelis (1999), Introduction: Energy crisis (among others) is in the air, The Commoner N.13,

(3) Kolya Abramsky (1999), Energy and Labor in the World-Economy, The Commoner N.13,

(4) Sarajevo (2009), τεύχος 32

(5) Critical Currents (2009), Contours of Climate Justice: Ideas for shaping new climate and energy politics, Uppsala, http://www.dhf.uu.se.

(6) George Caffentzis (2005), No Blood for Oil – Energy, Class Struggle and War 1998-2004, http://www.radicalpolytics.org/

(7) Χορός της Καρμανιόλας (2009), Οικονομική ύφεση & κρίση συναίνεσης, http://www.xorostiskarmaniolas.blogspot.com

Written by factoryfanet

Ιουλίου 6, 2010 at 12:48 μμ

Όλα πρέπει να αλλάξουν ώστε όλα να μπορούν να παραμείνουν τα ίδια σημειώσεις για το ενεργειακό σχέδιο του Ομπάμα

leave a comment »

Η ενεργειακή πολιτική της κυβέρνησης Μπους με τις υπεκφυγές και τις  εισβολές της, οδήγησε στη φτώχεια, τον πόλεμο και την καταστροφή του περιβάλλοντος. Αλλά είναι η πολιτική του Ομπάμα πραγματικά διαφορετική; Μπορούμε να πιστέψουμε σε αυτή την αλλαγή; Το περιοδικό Turbulence ζήτησε από τον George Caffentzis, έναν έμπειρο αναλυτή για τις ενεργειακές πολιτικές  να το  ερευνήσει.

του George Caffentzis

Η ενεργειακή/ πετρελαϊκή πολιτική του Ομπάμα θα είναι διαφορετική από την πολιτική κυβέρνηση Μπους;

Η άμεση απάντησή μου σε αυτό το ερώτημα είναι ένα ισχυρό Όχι, ακολουθούμενο από ένα πιο διστακτικό Ναι. Ο λόγος για αυτή την αμφιθυμία είναι απλός: η αποτυχία της κυβέρνησης Μπους να αλλάξει ριζικά τη βιομηχανία πετρελαίου στη νεοφιλελεύθερη εικόνα του έκανε την  μετάβαση από το ενεργειακό καθεστώς του πετρελαίου αναπόφευκτη, και η διοίκηση του  Ομπάμα ανταποκρίνεται σε αυτό το αναπόφευκτο. Είμαστε, συνεπώς, στη μέση μιας εποχιακής αλλαγής και έτσι πρέπει να αναθεωρήσουμε τις αξιολογήσεις μας για τις πολιτικές δυνάμεις και τις συζητήσεις του παρελθόντος με κάποια περίσκεψη.

Πριν εξετάσω τις δύο πλευρές αυτής της απάντησης, θα πρέπει να είμαστε σαφείς ως προς τα δύο σύνολα πετρελαϊκών και ενεργειακών πολιτικών που συζητούνται.

Τα παραδείγματα των ιδεών της πολιτικής Μπους είναι πολύ γνωστά: η «πραγματική» ενεργειακή κρίση δεν έχει καμία σχέση με τα φυσικά όρια των ενεργειακών πόρων, αλλά οφείλεται στους περιορισμούς στην παραγωγή ενέργειας που επιβάλλονται από τους κυβερνητικούς κανονισμούς και το καρτέλ του ΟΠΕΚ. Πρώτον, η παραγωγή ενέργειας πρέπει να ελευθερωθεί και το διαφθαρμένο, δικτατορικό και φιλικό προς τους τρομοκράτες καρτέλ του ΟΠΕΚ να διαλυθεί από τα αμερικάνικα πραξικοπήματα (Βενεζουέλα) και τις  εισβολές (Ιράκ και Ιράν). Στη συνέχεια, σύμφωνα με τον λαϊκίστικο λόγο του Μπους, η ελεύθερη αγορά μπορεί να επιβάλει τελικά ρεαλιστικές τιμές για τα ενεργειακά αγαθά (που θα έπρεπε να είναι περίπου το ήμισυ των σημερινών). Αυτό με τη σειρά του θα τονώσει την παραγωγή επαρκών προμηθειών και ένα νέο γύρο θεαματικής αύξησης των κερδών και των μισθών.

Η πετρελαϊκή/ ενεργειακή πολιτική του Ομπάμα, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας και μετά την εκλογή του, έχει μια εξίσου γνωστή ρητορική. Όπως ο ίδιος παρουσίαζε στις 27 Ιανουαρίου 2009, «θα αντιστρέψω την εξάρτησή μας από το ξένο πετρέλαιο, οικοδομώντας μια νέα ενεργειακή οικονομία η οποία θα δημιουργήσει εκατομμύρια θέσεις εργασίας (…). Η εξάρτηση της Αμερικής από το πετρέλαιο είναι μια από τις πιο σοβαρές απειλές που έχει να αντιμετωπίσει το έθνος μας. Δίνει χρήματα σε δικτάτορες, πληρώνει για τη διάδοση των πυρηνικών και χρηματοδοτεί και τις δύο πλευρές του αγώνα μας κατά της τρομοκρατίας». Σε μακροπρόθεσμη βάση, η πολιτική αυτή περιλαμβάνει: επένδυση στις «καθαρές τεχνολογίες», χρηματιστήριο ρύπων, ανάπτυξη καθαρής τεχνολογίας λιθάνθρακα, αυστηρότερα στάνταρ για την κατανάλωση φυσικού αερίου από τα αυτοκίνητα και επιφυλακτική υποστήριξη για την πυρηνική παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.

Η ενεργειακή πολιτική που περιέγραψε στην πρόταση του προϋπολογισμού υποστηρίζει μια  ιδιότυπη αυτάρκεια «εθνικής ασφάλειας». (Αυτή η έμφαση στην αυτάρκεια είναι ακόμη πιο περίεργη, όταν προέρχεται από μια σχεδόν μυθική προ-παγκοσμιοποίησης φιγούρα όπως ο Ομπάμα). Η λογική του είναι έμμεσα κάπως έτσι: αν οι ΗΠΑ δεν ήταν τόσο εξαρτημένες από το ξένο πετρέλαιο, θα υπήρχε λιγότερη ανάγκη για τα στρατεύματα των ΗΠΑ να αποσταλούν σε ξένα εδάφη για να υπερασπιστούν την πρόσβαση των ΗΠΑ σε ενεργειακούς πόρους.

Ο Ομπάμα αντιμετωπίζει το πετρέλαιο με έναν εμπορικό τρόπο, καθώς είναι ζωτικής σημασίας για κάθε σύγχρονη οικονομία, παρόμοια με τον τρόπο που είχε αξία ο χρυσός τον 16ο και 17ο αιώνα. Ο μερκαντιλισμός έχει από καιρό εγκαταλειφθεί οριστικά ως βιώσιμη πολιτική οικονομία. (Ο Μερκαντιλισμός είναι μια οικονομική σχολή σκέψης, που θεωρείται ως μια μορφή οικονομικού εθνικισμού, και υποστηρίζει ότι η ευημερία ενός έθνους εξαρτάται από την προσφορά του στο μετοχικό κεφάλαιο και ότι ο συνολικός όγκος του διεθνούς εμπορίου είναι «αμετάβλητος». Τα οικονομικά περιουσιακά στοιχεία (κεφάλαιο) αντιπροσωπεύονται από τα πολύτιμα μέταλλα (χρυσός, ασήμι) και την αξία του εμπορίου που κατέχει το κράτος, τα οποία αυξάνονται μέσω του θετικού εμπορικού ισοζυγίου με άλλα έθνη (εξαγωγές μείον εισαγωγές).Η θεωρία δέχεται ότι ο πλούτος και τα νομισματικά περιουσιακά στοιχεία είναι όμοια. Ο μερκαντιλισμός προτείνει ότι η κυβέρνηση θα πρέπει για την επίτευξη των στόχων να παίζει έναν προστατευτικό ρόλο στην οικονομία, ενθαρρύνοντας τις εξαγωγές και αποθαρρύνοντας τις εισαγωγές, κυρίως μέσω της χρήσης των δασμών και των επιδοτήσεων. Αυτή η θεωρία κυριαρχούσε στις οικονομικές πολιτικές της Δυτικής Ευρώπης από τον 16ο έως τα τέλη του 18ου αιώνα.). Στην πραγματικότητα, ο Ομπάμα κάνει έκκληση για μια πολιτική αυτάρκειας για την υποκατάσταση του πετρελαίου, ενώ η κυβέρνησή του ασκεί τις μεγαλύτερες πιέσεις σε παγκόσμιο επίπεδο για μια πολιτική παγκοσμιοποιημένης μη-αυτάρκειας σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Ένα ισχυρό Όχι

Στο παράδειγμα του Ομπάμα το βασικό ζήτημα για την πολιτική πετρελαίου είναι η εξάρτηση  των ΗΠΑ από αλλοδαπές πηγές. Ένα τέτοιο πρίσμα συσκοτίζει τις συνέπειες του σημερινού συστήματος στη παραγωγή βασικών προϊόντων. Μια αποτυχία στο να ξεκινήσουμε από το απλό γεγονός ότι το πετρέλαιο είναι ένα βασικό αγαθό και ότι η πετρελαϊκή βιομηχανία είναι αφοσιωμένη στην επίτευξη κέρδους, οδηγεί σε δύο σημαντικές παρανοήσεις: Πρώτον, η κυβέρνηση των ΗΠΑ συμμετέχει ουσιαστικά στην εξασφάλιση της λειτουργίας της παγκόσμιας αγοράς και στην αποδοτικότητα της βιομηχανίας πετρελαίου και στην μη-πρόσβαση στους υδρογονάνθρακες. Δεύτερον, οι ενεργειακές πολιτικές περιλαμβάνουν ταξικές συγκρούσεις και όχι μόνο ανταγωνιστικές εταιρείες, αλλά και αλληλοσυγκρουόμενα εθνικά κράτη.

Εν συντομία, αφήνει έξω τους κεντρικούς παίκτες της σύγχρονης ζωής: τους εργαζόμενους, τα αιτήματά τους και τους αγώνες τους. Κάπως, όταν πρόκειται για την συγγραφή της ιστορίας του πετρελαίου και του καπιταλισμού, η εργατική τάξη και η ταξική διαμάχη ξεχνιούνται συχνά με τρόπο που δεν συμβαίνει όταν γίνονται αναφορές στον άνθρακα. Αν λάβουμε υπόψη την αποδοτικότητα και την ταξική εργατική πάλη στην ιστορία του πετρελαίου, η αληθοφάνεια του μοντέλου της εθνικής ασφάλειας μειώνεται, δεδομένου ότι ο στρατός των ΗΠΑ θα κληθεί να υπερασπιστεί την αποδοτικότητα των διεθνών πετρελαϊκών εταιρειών ενάντια  στα αιτήματα των εργαζομένων σε όλο τον κόσμο, ακόμη και αν οι ΗΠΑ δεν εισήγαγαν ούτε μία σταγόνα πετρελαίου.

Αμερικάνικα στρατεύματα θα πρέπει να πολεμήσουν σε πολλούς πολέμους στα επόμενα χρόνια, εάν η αμερικανική κυβέρνηση προσπαθήσει να συνεχίσει –για την πετρελαϊκή βιομηχανία ειδικότερα και για τον καπιταλισμό εν γένει– να είναι για τον 21ο αιώνα ότι ήταν η Βρετανική Αυτοκρατορία για τον 19ο αιώνα. Κάτι το οποίο ξεκίνησε τον 19ο αιώνα ως μια τραγωδία, θα επαναληφθεί στο 21ο, όχι ως φάρσα, αλλά ως καταστροφή. Την ίδια στιγμή, δεν είναι δυνατόν για την κυβέρνηση των ΗΠΑ να «υποχωρήσει» από το ρόλο της, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο το ίδιο το καπιταλιστικό έργο. Όπως δείχνουν οι προσπάθειές του στο Αφγανιστάν, το Ιράκ και το Πακιστάν, ο Ομπάμα και η κυβέρνησή του δε φαίνονται διατεθειμένοι να εγκαταλείψουν αυτόν τον ιμπεριαλιστικό ρόλο.

Έτσι, ο  Ομπάμα, μαζί με τους άλλους υποστηρικτές του μοντέλου της Εθνικής ασφάλειας για την πολιτική του πετρελαίου, προσφέρουν μια αμφισβητήσιμη σχέση μεταξύ ενεργειακής αυτάρκειας και ιμπεριαλισμού. Όπως θα έλεγαν όσοι βασίζονται στην λογική, η ενεργειακή εξάρτηση θα μπορούσε να αποτελεί επαρκή προϋπόθεση της ιμπεριαλιστικής πετρελαϊκής  πολιτικής, αλλά αυτό δεν είναι κάτι το απαραίτητο. Αυτό είναι το δίλημμα του Ομπάμα επομένως: δεν μπορεί να απορρίψει τον κεντρικό ρόλο των ΗΠΑ στον έλεγχο του βασικού εμπορεύματος της παγκόσμιας αγοράς, ενώ την ίδια στιγμή η δια- και ενδο-ταξική διαμάχη στις χώρες παραγωγής πετρελαίου καθιστά αδύνατη τη διατήρηση του ηγεμονικού ρόλου των ΗΠΑ. Ως εκ τούτου, όπως υπονοείται και στην έγκρισή του για μια χειρουργική επέμβαση στο Αφγανιστάν και την κατασκήνωση του στρατού των ΗΠΑ σε τεράστιες βάσεις έξω από τις πόλεις του Ιράκ, η πετρελαϊκή πολιτική του Ομπάμα θα είναι αρκετά παρόμοια με αυτή του Μπους.

Ένα διστακτικό Ναι

Μέχρι τώρα το επιχείρημά μου ήταν καθαρά αρνητικό, δηλαδή, αν και οι πετρελαϊκές πολιτικές του Ομπάμα και του Μπους είναι ριζικά διαφορετικές από άποψη ρητορικής, θα έχουν πολλά κοινά στην πράξη. Ο  στόχος του Ομπάμα για «ενεργειακή ανεξαρτησία» δε θα επηρεάσει τις στρατιωτικές επεμβάσεις που προκαλούνται από τις προσπάθειες για τον έλεγχο της παραγωγής πετρελαίου και συσσωρεύουν τα κέρδη του πετρελαίου σε ολόκληρο τον κόσμο. Οι παρεμβάσεις αυτές θα ενταθούν καθώς η καπιταλιστική κρίση ωριμάζει και καθώς οι βραχυπρόθεσμες τιμές αγοράς κυμαίνονται απότομα εξαιτίας των μακροπρόθεσμων τιμών, και οι γεωλογικοί, πολιτικοί και οικονομικοί παράγοντες δημιουργούν μια κοινωνική ένταση σχεδόν αποκάλυψης.

Ωστόσο, βλέπω μια σημαντική διαφορά μεταξύ Μπους και Ομπάμα. Ο πρώτος ήταν ένας status quo πρόεδρος πετρελαίου, ενώ ο δεύτερος είναι ένας πρόεδρος για την ενεργειακή μετάβαση. Με άλλα λόγια ο Ομπάμα είναι επικεφαλής μιας καπιταλιστικής μετάβασης της ενέργειας. Είναι παρόμοιο με την επιτυχημένη, επί Ρούζβελτ, αντικατάσταση του  λιθάνθρακα  με πετρέλαιο και φυσικό αέριο σε πολλούς τομείς σε όλα τα παραγωγικά συστήματα την  δεκαετία του 1930 και του 1940, και την αποτυχημένη, επί Κάρτερ, προσπάθεια να αντικατασταθεί το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο με λιθάνθρακα, ηλιακή και πυρηνική ενέργεια  στις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1970.

Ογδόντα χρόνια πριν, το κεφάλαιο άρχισε να συνειδητοποιεί ότι οι ανθρακωρύχοι ήταν τόσο καλά οργανωμένοι, ώστε να μπορούν να απειλήσουν όλη την μηχανή της συσσώρευσης. Αυτό έγινε αισθητό στη βρετανική Γενική Απεργία του 1926 και στον αγώνα των ανθρακωρύχων στις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1930 που οδήγησε στο σχηματισμό του Κογκρέσου των Βιομηχανικών Οργανώσεων (CIO). Οι ανθρακωρύχοι έπρεπε να τεθούν σε θέση άμυνας από την έναρξη ενός νέου ιδρύματος ενέργειας στην καπιταλιστική παραγωγή.

Στη συνέχεια, σαράντα χρόνια μετά, ο πρόεδρος Κάρ τερ απέτυχε να καταστείλει τον αγώνα των προλεταριάτων παραγωγής πετρελαίου (ιδίως στο Ιράν).

Εν όψει της αποτυχίας της προσπάθειας της κυβέρνησης Μπους να επιβάλει ένα νεοφιλελεύθερο καθεστώς στις χώρες παραγωγούς πετρελαίου, η διοίκηση Ομπάμα πρέπει να οδηγήσει τώρα τη χώρα σε μερική αποχώρηση από την πετρελαϊκή βιομηχανία. Δεν θα είναι συνολική, φυσικά. Σε τελική ανάλυση, η μετάβαση από τον λιθάνθρακα στο πετρέλαιο μόνο συνολική δεν ήταν, όταν, μάλιστα, τώρα εξορύσσεται περισσότερος άνθρακας από ποτέ. Ομοίως, η μετάβαση από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (άνεμος, νερό, δάση) στα τέλη του 18ου αιώνα  στον άνθρακα, ήταν εξίσου μερική. Πράγματι, αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που η καπιταλιστική κρίση συμπίπτει με τη μετάβαση της ενέργειας, όπως δείχνουν οι προηγούμενες μεταβάσεις στη δεκαετία του 1930 και του 1970. Θα ήταν χρήσιμο να εξετάσουμε αυτές τις μεταβάσεις για την αξιολόγηση των διαφορών μεταξύ των πολιτικών προγραμμάτων Μπους και  Ομπάμα. Οι διάφορες φάσεις της μετάβασης από το πετρέλαιο σε εναλλακτικές πηγές ενέργειας  περιλαμβάνουν:

(1) καταστολή των προσδοκιών των εργαζομένων στην παραγωγή πετρελαίου για αποζημιώσεις εξαιτίας των απαλλοτριώσεων που έλαβαν χώρα εδώ και έναν αιώνα.

(2) οικονομική, νομική και στρατιωτική υποστήριξη των «νικητών» των εναλλακτικών πηγών ενέργειας.

(3) επιβεβαίωση της συμβατότητας των εναλλακτικών πηγών ενέργειας με το σύστημα παραγωγής,

(4) αποτροπή κάθε επαναστατικής, αντι-καπιταλιστικής στροφής κατά τη διάρκεια της μετάβασης.

Οι φάσεις αυτές προσφέρουν το είδος των προκλήσεων που είχαν ελάχιστη σχέση με την κυβέρνηση Μπους, καθώς αυτή αποφασιστικά πολεμούσε την ίδια την ιδέα της μετάβασης: η ισχύς των δια- και ενδο-ταξικών δυνάμεων που υπονόμευαν το νεοφιλελεύθερο καθεστώς. Ως εκ τούτου, θα παρέχουν ένα πλούσιο έδαφος για συζήτηση και σχεδιασμό σε αυτή την περίοδο.

Ο τίτλος αυτού του κειμένου εφαρμόζεται στο πρώτο σκέλος της απάντησής μου για ένα ισχυρό όχι με μια πολύ απλή λογική: το συμφέρον της παγκόσμιας αγοράς και των πετρελαϊκών/ ενεργειακών εταιρειών θα είναι υψίστης σημασίας στην ανάπτυξη της αμερικανικής στρατιωτικής δύναμης. Το ίδιο ισχύει και για  το δεύτερο σκέλος της απάντησής μου για ένα διστακτικό ναι, αν και αυτή τη φορά λιγότερο άμεσα, καθώς ο απώτερος στόχος της διακυβέρνησης Ομπάμα είναι να διατηρήσει το καπιταλιστικό σύστημα σε πολύ επικίνδυνους καιρούς. Συμβαίνει, ωστόσο, ότι «τα πάντα που πρέπει να αλλάξουν» είναι πιο εκτεταμένα από ό,τι είχαν υπάρξει ποτέ.

Σε ό,τι αφορά στην πρώτη φάση της μετάβασης, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι θα υπάρξει μια ενδο-ταξική αντίσταση από αυτούς που θα χάσουν. Φυσικά, οι περισσότεροι καπιταλιστές που στηρίζονται στο πετρέλαιο θα είναι σε θέση να μεταφέρουν εύκολα τα κεφάλαιά τους σε νέους κερδοφόρους τομείς, αν και θα ανησυχούν για την αξία της υπόλοιπης ποσότητας πετρελαίου που βρίσκεται στο έδαφος. Η μετάβαση αυτή έχει θεωρητικοποιηθεί, έχει προκαλέσει φόβο και έχει προετοιμαστεί από τους καπιταλιστές του τρίτου κόσμου (ιδίως στη Σαουδική Αραβία) από τότε που ξέσπασε η πρώτη πετρελαϊκή κρίση της δεκαετίας του 1970. Αλλά τι πρέπει να γίνει σε σχέση με τους εργαζόμενους στον τομέα του πετρελαίου; Άλλωστε, η «αρνητική πλευρά» της καμπύλης του Χάμπερτ θα μπορούσε, ενδεχομένως, να δώσει την δυνατότητα αποπληρωμής μετά από έναν αιώνα εκμετάλλευσης, των βίαιων εκτοπισμών και περιφράξεων στις περιοχές εξόρυξης πετρελαίου.

Η καπιταλιστική τάξη στο σύνολό της δεν είναι πρόθυμη να καταβάλει αποζημιώσεις στους λαούς των πετρελαιοπαραγωγών περιοχών της γης των οποίων η ζωή και η γη χρησιμοποιήθηκαν τόσο άρρωστα. Η άρνηση καταβολής αποζημιώσεων από τις πετρελαϊκές εταιρείες, υπονοεί τον τρόμο τους. Η καταβολή, για παράδειγμα, των κρατικών φόρων πετρελαίου και ενοικίων στη Βενεζουέλα θα σημαίνει την αγορά εκτάσεων για τους campesinos (αγρότες χωρίς γη), που οι γονείς ή οι παππούδες τους αναγκάστηκαν να υποστούν τις απαλλοτριώσεις πριν από δεκαετίες. Το κεφάλαιο θέλει να ελέγχει την τεράστια μεταφορά της υπεραξίας που οραματίστηκαν σε αυτές τις συζητήσεις της μετάβασης, και χωρίς μια νεοφιλελεύθερη λύση, δεν είναι σαφές ότι μπορεί να γίνει. Επιπλέον, η  εργατική τάξη θα είναι μια υπάκουη ηχώ στις ανησυχίες του κεφαλαίου; Δεν θα έπρεπε να καταβληθούν αποζημιώσεις στο κόσμο στη Μέση Ανατολή, την Ινδονησία, το Μεξικό, τη Βενεζουέλα, τη Νιγηρία και αμέτρητες άλλες τοποθεσίες εξόρυξης πετρελαίου για την ρύπανση που προκλήθηκε; Θα καθίσουν και θα βλέπουν άπραγοι την μόνη ελπίδα τους για την επιστροφή του κλεμμένου πλούτου να γίνεται καπνός;

Όσον αφορά στη δεύτερη φάση της μετάβασης, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι οι εναλλακτικές πηγές ενέργειας θεωρούνται «αγγελικές», καθώς είναι συνδυασμένες με τα κινήματα αγάπης και ειρήνης, σε αντίθεση με τους αιματοβαμμένους υδρογονάνθρακες και τη θανατηφόρα  απειλή της πυρηνικής ενέργειας. Αλλά αν θυμηθούμε την τελευταία περίοδο, που ο καπιταλισμός  λειτουργούσε υπό καθεστώς ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, από το 16ο έως το τέλος του 18ου αιώνα, δύσκολα θα την χαρακτήριζε κανείς ως ειρηνική και γεμάτη αγάπη περίοδο. Η γενοκτονία των ιθαγενών Αμερικανών, το δουλεμπόριο στην Αφρική και οι περιφράξεις της Ευρωπαϊκής αγροτιάς έλαβαν χώρα σε ένα καθεστώς «εναλλακτικών» ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Η άποψη ότι ένα μέλλον χωρίς υδρογονάνθρακες, που θα λειτουργεί υπό μια καπιταλιστική μορφή παραγωγής που θα είναι σημαντικά λιγότερο ανταγωνιστική, είναι αμφίβολη. Είδαμε ένα παράδειγμα αυτού του είδους της σύγκρουσης συμφερόντων στις διαμαρτυρίες των κατοίκων της πόλης του Μεξικού για την τιμή πώλησης του καλαμποκιού που καλλιεργείται από τους γεωργούς της Αϊόβα που το πούλησαν για βιοκαύσιμα αντί για τροφή.

Όσον αφορά στην τρίτη φάση, θα πρέπει να θυμόμαστε ότι κάθε πηγή ενέργειας δεν είναι εξίσου σε θέση να παράγει υπεραξία (η απόλυτη τελική χρήση της ενέργειας στο πλαίσιο του καπιταλισμού). Το πετρέλαιο είναι μια ιδιαίτερα ευέλικτη μορφή καυσίμων που έχει μια μεγάλη ποικιλία χημικών υποπροϊόντων και ένα συγκεκριμένο προφίλ εργαζομένου. Η ηλιακή, η αιολική και η ενέργεια που παράγεται από το νερό και την παλίρροια δεν θα ενταχθούν αμέσως στον υφιστάμενο παραγωγικό μηχανισμό για να παράγουν το ίδιο επίπεδο υπεραξίας. Η μετάβαση θα δυναμιτίσει μια τεράστια διαμάχη στη διαδικασία παραγωγής και αναπαραγωγής, καθώς αναπόφευκτα οι εργάτες, θα πρέπει να αναμένεται να «ενταχθούν» στο παραγωγικό μηχανισμό όποιος και αν είναι αυτός.

Τέλος, η τέταρτη φάση  παρουσιάζει την ουσία του θέματος που έχουμε ενώπιόν μας. Αυτή η μετάβαση θα οργανωθεί σε μια καπιταλιστική βάση ή η διπλή κρίση, η οποία άνοιξε τόσο στην παραγωγή ενέργειας, αλλά και στην γενικότερη κοινωνική αναπαραγωγή, θα υπογραμμίσει  την έναρξη ενός άλλου τρόπου παραγωγής; Η ενεργειακή πολιτική του Ομπάμα θέτει ως βάση την πρώτη εναλλακτική λύση. Εξετάσαμε κάποιες από τις δυσάρεστες προοπτικές που μπορεί να προκύψουν με αυτή την επιλογή. Η κλίμακα των όσων διακυβεύονται απαιτεί από εμάς να κρατήσουμε τη δεύτερη εναλλακτική λύση ανοιχτή. Όταν θα διερευνήσουμε τις δυνατότητες που έχουμε μπροστά μας πρέπει να προσπαθήσουμε, με κάθε ενέργεια και πάθος, να σπάσουμε την προϋπόθεση που οδηγεί στο ότι «όλα παραμένουν το ίδιο».

Η   Καμπύλη Χάμπερτ είναι μια γραφική αναπαράσταση της θεωρίας για την κορύφωση παραγωγής του πετρελαίου .  Βασίζεται στην παρατήρηση ότι το ποσό του πετρελαίου κάτω από το έδαφος έχει μια συγκεκριμένη ποσότητα, και το ποσοστό της ανακάλυψης νέων πηγών θα αυξάνεται μέχρι μια στιγμή κορύφωσης και στη συνέχεια θα μειώνεται σταδιακά, καθώς  νέες τοποθεσίες  για την εξόρυξη πετρελαίου γίνονται σπανιότερες. Κατά τη διάρκεια αυτής της  πτώσης το υπόλοιπο πετρέλαιο  γίνεται πιο πολύτιμο και θα μπορούσε, αν οι εργαζόμενοι του πετρελαίου ήταν σε αρκετά ισχυρή θέση, να το χρησιμοποιήσουν για την αύξηση των μισθών και για την καταβολή αποζημιώσεων για τις κοινότητες που υπέφεραν κατά την εξόρυξή του. Οποιαδήποτε αιτήματα για «να περάσουν τα καύσιμα υδρογονανθράκων στην ιστορία » πρέπει να λάβουν αυτή την πιθανότητα σοβαλά υπόψη τους .

Written by factoryfanet

Ιουλίου 5, 2010 at 3:01 μμ