Factory

επιθεώρηση για τους μητροπολιτικούς ανταγωνισμούς

Archive for the ‘εργασία’ Category

Εργασιακή – Ενεργειακή Κρίση, γιατί συμβαίνει αυτό που συμβαίνει

with one comment

Ο τομέας της ενέργειας αλλάζει με δραματικούς ρυθμούς τα τελευταία χρόνια σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι σκόρπιες ειδήσεις που ακούμε για επανεμφάνιση της πυρηνικής ενέργειας, για το τέλος του πετρελαίου, καθώς και για καινούργια φρούτα όπως τα βιοκαύσιμα, τα φωτοβολταϊκά στις ταράτσες και άλλα τέτοια, είναι στοιχεία αυτών των αλλαγών. Οι αλλαγές αυτές, όντας συγκεχυμένες και αποκομμένες από τη ζωή μας, συνιστούν μία θολή και ακατανόητη εικόνα που αρχικά μοιάζει με ένα χάος. Πίσω όμως από αυτό το χάος υπάρχουν συγκεκριμένες διαδικασίες οι οποίες λαμβάνουν χώρα από τις οποίες, αν αφαιρεθούν τα πέπλα της κυρίαρχης προπαγάνδας (δες «πράσινη ανάπτυξη») καθώς και τα ιδεολογήματα του ατομικισμού και της παραίτησης, φανερώνονται πιο καθαρά η αρχή, η μέση και το τέλος τους. Μιλάμε για την αρχή, την μέση και το τέλος μίας διαδικασίας που μας αφορά και μας επηρεάζει, καθώς είναι μέρος της βασικής αυτής έννοιας του κοινωνικού ανταγωνισμού που καθορίζει την πορεία της κρίσης1 του καπιταλιστικού συστήματος την οποία βιώνουμε.

Ο ενεργειακός τομέας αλλάζει μαζί με το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα του οποίου αποτελεί μέρος. Οι παράγοντες που το επηρεάζουν είναι πολλαπλοί, πολιτικοί, οικονομικοί, κοινωνικοί, και αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Για να γίνουμε λίγο περισσότερο συγκεκριμένοι σε κάτι που θα αναλύσουμε με μεγαλύτερη λεπτομέρεια παρακάτω, θα προσθέσουμε εδώ ότι για εμάς ο ενεργειακός τομέας επηρεάζει και επηρεάζεται από ένα συνδυασμό παραγόντων αλληλεπίδρασης α) στις εργασιακές σχέσεις και στις ανάγκες που αυτές θέτουν (π.χ. η επισφαλειοποίηση των ζωών μας, ο έλεγχος της μετανάστευσης), β) στις περιφράξεις των φυσικών πόρων και στις σχετικές πολιτικές καταλήστευσης που εφαρμόζονται από την κυριαρχία (π.χ. οι νέες περιφράξεις στον αέρα και στον ήλιο, το land grabbing2) και γ) στα οικολογικά όρια του πλανήτη (κλιματική αλλαγή, εξάντληση φυσικών πόρων). Όλες αυτές οι ιστορικές αλλαγές θεωρούμε ότι συμβαίνουν σε πραγματικό χρόνο και χώρο και ότι το αποτέλεσμά τους είναι αβέβαιο: θα κριθεί από την ποιοτική έκβαση των αγώνων που αναδύονται και θα αναδυθούν. Καταρχάς, πρόθεσή μας είναι να τοποθετήσουμε στο επίκεντρο της συζήτησης που θα ακολουθήσει τους κοινωνικούς-περιβαλλοντικούς αγώνες. Για να γίνει όμως αυτό είναι σκόπιμο να αντιπαρατεθούμε με δύο βασικά ψέματα που λειτουργούν ως εργαλεία αποπροσανατολισμού από την πλευρά της κυριαρχίας. Αυτά είναι 1) ο αποκαλυπτισμός και 2) η πράσινη ανάπτυξη.

Kριτική στον αποκαλυπτικισμό

Ο αποκαλυπτισμός είναι μία τάση της εποχής, η οποία κοινωνικά ευδοκιμεί και προωθείται τόσο από μία πλευρά του οικολογικού κινήματος όσο και από μια μερίδα των τεχνοκρατών-απολογητών του συστήματος που αναζητούν τεχνολογικές λύσεις στην παρούσα κρίση. Ο αποκαλυπτισμός χαρακτηρίζεται από μία νοοτροπία που βλέπει την οικολογική καταστροφή σαν έναν «εξωτερικό παράγοντα» που ως «η φύση που εκδικείται» θα έρθει να σαρώσει την ανθρωπότητα (και ίσως τον καπιταλισμό μαζί ως δια μαγείας!).3 Η τάση αυτή εκφράζεται μέσα από κινδυνολογικά σενάρια που τονίζουν ότι «το τέλος πλησιάζει», «το πετρέλαιο τελειώνει», «οι κλιματικοί πρόσφυγες4 θα μας κατακλύσουν» και δίνουν το στίγμα ότι κάτι αλλάζει αλλά δεν μπορούν να αναγνώσουν τι είναι αυτό που συμβαίνει. Χάνουν έτσι τις κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις του ζητήματος και επαφύονται στις λύσεις που δίνει η αδιαμφισβήτητη αλήθεια της «αντικειμενικής» επιστήμης. Η αποδοχή του επιστημονισμού, όμως, είναι ένα βήμα πριν από την αποδοχή των επιταγών της κυριαρχίας, η οποία, αφού αυθαίρετα ορθολογικοποιεί, μετά κατασκευάζει τα σενάρια που χωρούν στην αλήθεια της. Παράλληλα δεν πρέπει να ξεχνάμε ένα επιπλέον στοιχείο που συμβαδίζει με τον αποκαλυπτισμό, είναι αυτό της κατασκευή της σπάνης. Σύμφωνα με τον Caffentzis (2010), κατά την ιστορία του καπιταλισμού έχουν κατασκευαστεί χιλιάδες καταστάσεις σπάνης με σκοπό την αναδιάρθρωση της εργασίας και την επίτευξη του κέρδους.

Ειδικότερα στην περίπτωση της εξάντλησης του πετρελαίου, αφθονούν τα σενάρια του λεγόμενου peak oil5 τα οποία, βασιζόμενα στην υπέρτατη αλήθεια των μαθηματικών της καμπύλης Χάμπερτ6, προσπαθούν να προβλέψουν αν το τέλος του πετρελαίου θα φτάσει το 2012, το 2020 ή το 2050. Αυτά τα σενάρια αφήνουν εντελώς απ’ έξω την κοινωνία και την αντιμετωπίζουν στην καλύτερη περίπτωση ως ένα παθητικό καταναλωτή. Σύμφωνα με τη λογική τους, η φύση και οι πόροι της φαίνεται να είναι ξεχωριστοί και αποκομμένοι από το κεφάλαιο. Είναι απλά πρώτες ύλες. Όλες αυτές οι καμπύλες εξάντλησης που αφορούν π.χ. το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, μοιάζουν σα να καταβροχθίζονται από μία μαύρη τρύπα. Αδυνατούν να καταλάβουν ότι για το καπιταλιστικό σύστημα η φύση ως φύση δεν υπάρχει. Η φύση για τον καπιταλισμό είναι επίσης ένα εμπόρευμα και δεν μπορεί να υπάρξει στα πλαίσια του ούτε σταγόνα πετρελαίου ή φυσικού αερίου ούτε φωτόνιο που να μην πάρει τη μορφή εμπορεύματος (Μidnight Notes 1980). Αυτή η πραγματικότητα, η πραγματικότητα του εμπορεύματος, είναι που η τάση του αποκαλυπτισμού, είτε στην οικολογική είτε στην τεχνοκρατική μορφή της, δεν μπορεί να δει ως μέρος της καπιταλιστικής πραγματικότητας.

Αντίθετα, αυτό που βλέπουμε εμείς είναι ότι όσο αναπτύσσεται και αλλάζει ο ενεργειακός τομέας τόσο εντείνονται αγώνες που αφορούν τη μορφή που θα πάρει. Τέτοιοι αγώνες (ή υπόγειες κοινωνικές διαδικασίες) μπορεί να είναι δίπλα μας, στα λιγνιτορυχεία της Κοζάνης και της Πτολεμαϊδας, στους τοπικούς αγώνες στην Κέρκυρα και στην Κρήτη σε σχέση με τα αιολικά πάρκα, ή πολύ πιο μακριά, στο λεγόμενο «Τρίτο Κόσμο», στους αγώνες κοινοτήτων για την οικειοποίηση της γης τους ενάντια σε επενδύσεις αγροκαυσίμων. Όλες αυτές οι διαδικασίες και πολλές πολλές ακόμα είναι που επηρεάζουν τη δημιουργία του κεφαλαίου.7

Ορίζοντας την εργασιακή-ενεργειακή κρίση

Στην πορεία της ιστορίας διάφορες ενεργειακές πηγές έχουν χρησιμοποιηθεί κατά περιόδους σε συνδυασμούς η μία με την άλλη. Έχουν να κάνουν με το λίπος της φάλαινας, την ξυλεία, το λιγνίτη, τα πυρηνικά, τον άνεμο, τον ήλιο, το φυσικό αέριο, τα βιοκαύσιμα, τα υδροηλεκτρικά και την κοπριά ζώων. Κάθε τομέας έχει μία συγκεκριμένη εργασιακή διαίρεση και απαιτεί μία συγκεκριμένη τεχνολογία για τη μετατροπή του εκάστοτε καυσίμου σε χρησιμοποιούμενη μορφή, για παράδειγμα για κινητική δύναμη, θερμότητα, φως, κ.τ.λ. Παραδείγματα αποτελούν το πετρέλαιο  και η μηχανή εσωτερικής καύσης ή το κάρβουνο και η θερμοηλεκτρική μονάδα. Επίσης, η ενέργεια μπορεί λιγότερο ή περισσότερο να χρησιμοποιηθεί ως εμπόρευμα στα πλαίσια της κοινωνικής αναπαραγωγής (παραγωγή αγαθών, πώληση και δημιουργία υπεραξίας, επέκταση αγορών, έλεγχος-αναπαραγωγή-αναπλήρωση του εργατικού δυναμικού). (Αbramsky 2010).

Το ενεργειακό ζήτημα θεωρούμε ότι είναι κομβικό στην εξέλιξη του κοινωνικού ανταγωνισμού καθώς:

1.  συνδέεται με θέματα κοινωνικής αναπαραγωγής (θέρμανση, προετοιμασία τροφής, φωτισμός, μετακίνηση, οικιακές ανάγκες),

2.  παίζει σημαντικό ρόλο στη διαδικασία της κατανάλωσης και αποτελεί εργαλείο αντικατάστασης του εργατικού δυναμικού (μηχανοποίηση, τεχνητός φωτισμός, μεταφορά εμπορευμάτων) και

3.  συνδέεται με ζητήματα της αναπτυξιακής διαδικασίας και τοπικών εργατικών και περιβαλλοντικών αγώνων που αναδύονται, αφορά σχέσεις εξουσίας όσον αφορά στη διαχείριση της γης των ενεργειακών κοινών (απαλλοτριώσεις, ανάπτυξη της βιομηχανίας των ΑΠΕ, περιβαλλοντική υποβάθμιση σε περιοχές εξόρυξης φυσικών πόρων κ.α.).

Συνεχίζοντας στη λογική που αναπτύξαμε παραπάνω με την κριτική στην τάση του αποκαλυπτισμού, γίνεται πλέον φανερό ότι για εμάς το ενεργειακό πρόβλημα είναι ένα πρόβλημα του κεφαλαίου και όχι ένα πρόβλημα της «φύσης» ή «της φύσης και του ανθρώπου». Θεωρούμε ότι η αληθινή κρίση των τελευταίων δεκαετιών που αντιμετωπίζει το κεφάλαιο από τη δεκαετια του ’60 και μετά έχει να κάνει με διαδικασίες δημιουργίας αρνήσεων του κυρίαρχου κόσμου κοινωνικών σχέσεων. Αυτές οι διαδικασίες εκφράζονται μέσα από δίκτυα κοινωνικής οργάνωσης που αλληλεπιδρούν, διαδικασίες αγώνα, συμπεριφορές απειθαρχίας (π.χ. κοπάνες από το μαζικό εργοστάσιο, σαμποτάζ, μειωμένη εργασιακή ηθική), από νέα ριζοσπαστικά συλλογικά υποκείμενα (το γυναικείο κίνημα, το οικολογικό, οι υποκουλτούρες, το κίνημα των μαύρων), τη γέννηση της αυτονομίας, την άρνηση της εργασίας8 και την αχρήστευση των νοημάτων εκσυγχρονισμού του καπιταλισμού με τις τότε κεϋνσιανές ρυθμίσεις από την κριτική των επαναστατικών κινημάτων. (Factory 2010).

Όλες αυτές οι μορφές της άρνησης δημιουργούν άμεσα την κρίση πειθάρχησης που βιώνεται από τα αφεντικά ως κρίση κερδοφορίας και προκαλούν την επερχόμενη «ενεργειακή κρίση» για την αποκατάστασή της. Μία κρίση η οποία στις διαδρομές από τη χειροκίνητη εργασία και τη δύναμη των ζώων στην ξυλεία και το λιγνίτη, από το λιγνίτη στο πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, αλλά και στις ΑΠΕ, στα πυρηνικά, στο υδρογόνο και στους υβριδικούς συνδυασμούς του, προσπαθεί να εκμεταλλευτεί με τον καταλληλότερο τρόπο το εργατικό δυναμικό και τις μηχανές (δηλαδή τη συμπυκνωμένη εργασιακή δύναμη που το συμπληρώνει) και, ξεπερνώντας τα όρια που τίθενται, να διατηρήσει την αέναη μεγέθυνση του συστήματος. Αυτή την κρίση θα ήταν πιο ταιριαστό να την ονομάσουμε «κρίση της εργασίας» ή ακόμα καλύτερα εργασιακή/ενεργειακή κρίση.

Στο πλαίσιο αυτής της κρίσης να έχουμε κατά νου ότι σε μία μελλοντική πραγματικότητα όπου οι ενεργειακοί πόροι γίνονται περισσότερο «ακριβοί» (από κοινωνική, οικονομική, οικολογική, πολιτική άποψη) κράτος και κεφάλαιο αναμένεται να αποκριθούν κάνοντας πιο «φθηνή» την εργασία, υποτιμώντας και ελαστικοποιώντας την ακόμα περισσότερο (Αbramsky 2010). Έτσι, από εδώ και στο εξής για εμάς υπάρχουν βασικά κοινωνικά ερωτήματα-αγώνες που αποτελούν μέρος του όποιου peak oil που αφορούν το:

•  πώς, πού και από ποιόν παράγεται υπεραξία στον ενεργειακό τομέα

•   πώς, πού και από ποιόν διανέμεται αυτή η υπεραξία αφού έχει παραχθεί

•   γιατί παράγεται η ενέργεια εξ’αρχής.

Μέσα από τέτοια ερωτήματα και περνώντας ανάμεσα από διαδρόμους ενδοκαπιταλιστικών συγκρούσεων (που εμπλέκουν δηλαδή κρατικά, γεωπολιτικά και εταιρικά συμφέροντα) και κοινωνικών διαιρέσεων (που αφορούν διαιρέσεις στα πλαίσια της εργατικής τάξης ή/και κοινοτήτων), θα προσπαθήσουμε προχωρώντας στο κείμενο να φτάσουμε στο εδώ και στο τώρα.  Πρώτα όμως θα πρέπει να ξεσκεπάσουμε ένα ακόμα πέπλο που μας εμποδίζει να εμβαθύνουμε στις κοινωνικές διεργασίες και τίθεται ως εναλλακτική λύση στο αδιέξοδο του καπιταλιστικού συστήματος. Αυτό της πράσινης ανάπτυξης.

Πως η πράσινη ανάπτυξη αναπαράγει την εργασιακή/ ενεργειακή κρίση

Η πράσινη ανάπτυξη είναι μία από τις λύσεις στην οποία ποντάρει ο καπιταλισμός για να κερδίσει χρόνο και χρήμα ώστε να βγει από την κρίση του, τόσο σε ιδεολογικό επίπεδο όσο και σε υλικό. Το ιδεολογικό (δηλαδή οι ιδέες, οι αξίες, κ.λ.π.) δεν μπορεί να διαχωριστεί από το υλικό (οι υλικές υποδομές, το πού πάνε τα χρήματα, οι επενδύσεις, κ.λ.π.), παρόλα αυτά για τους σκοπούς του κειμένου θα τα αντιμετωπίσουμε για λίγο ξεχωριστά.

Σε ιδεολογικό επίπεδο, λοιπόν, θεωρούμε ότι η ιστορία του καπιταλισμού είναι ουσιαστικά μία ιστορία ενσωμάτωσης ιδέών και αξιών που προήλθαν από την ανταγωνιστική κοινωνική δημιουργικότητα. Κάποια παραδείγματα ενσωμάτωσης, όσον αφορά στην εργασία και στο εργατικό κίνημα, αποτελούν ο αγώνας για το 8ωρο και η κοινωνική υπηρεσία των συντάξεων, η οποία προήλθε από την κρατικοποίηση των εργατικών ταμείων των συνδικάτων στις αρχές του αιώνα. Όσον αφορά τις πράσινες τεχνολογίες και το οικολογικό κίνημα, η ανάπτυξη των ΑΠΕ είναι αναμφισβήτητα μία τέτοια ιστορία. Από τη δεκαετία του ’70, οι πρώτες πρωτοπόρες πρωτοβουλίες ανάπτυξης των ΑΠΕ έδιναν έντονη έμφαση στην έννοια του τοπικού και συνεργατικού ελέγχου. Αυτές συμπεριέλαβαν συνεργατικές κολλεκτίβες ανεμογεννητριών και δημοτικής ιδιοκτησίας υβριδικές θερμοδυναμικές (power and heat) μονάδες παραγωγής ενέργειας στη Δανία9, ενεργειακά προγράμματα πολιτών στη Γερμανία (συμπεριλαμβανομένων συνεταιρισμών γυναικών και συνεργατικών συλλογικοτήτων που αγόραζαν τοπικά ηλεκτρικά δίκτυα), ένα εργοστάσιο παραγωγής ανεμογεννητριών εργατικού ελέγχου στην Ισπανία (Modragon) κ.α. (Αbramsky)

Τέτοιες πρωτοβουλίες υπήρξαν στις χώρες του Βορρά, παρόλα αυτά έχουν υπάρξει και σχετικά παραδείγματα στο Νότο σε χώρες όπως το Νεπάλ (μικρά υδροηλεκτρικά φράγματα), στην Αργεντινή (ανεμογεννήτριες) και στην Ινδία (σε σχέση με το βιοαέριο σε κοινοτικό επίπεδο). Οι προσπάθειες, όμως, αυτές αργά ή γρήγορα υπονομεύτηκαν από την παρέμβαση ιδιωτών επενδυτών, εταιρειών και συμφωνιών ελεύθερου εμπορίου. Όπως τότε, έτσι και σήμερα το ερώτημα της ιδιοκτησίας και του ελέγχου των περιοχών πλούσιων σε ΑΠΕ επανέρχεται περισσότερο επίκαιρο από ποτέ άλλοτε, καθώς οι απαντήσεις που θα δοθούν θα καθορίσουν την ανάπτυξη του σχετικού ενεργειακού τομέα σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο.

Σε υλικό επίπεδο το κεφάλαιο επιδιώκει να ανοίξει καινούριες αγορές (οικολογικά προϊόντα, πράσινες θέσεις εργασίας, εναλλακτικός τουρισμός κ.α.) και να χρησιμοποιήσει τα περιβαλλοντικά προβλήματα ως ζητήματα που λύνονται μέσω της αγοράς (π.χ. εμπόριο ρύπων) και της πράσινης τεχνολογίας (τεχνικές αντιρρύπανσης, ΑΠΕ κ.α.). Είναι ένα ερώτημα πόσο μακριά μπορεί να φτάσει η κερδοφορία του κεφαλαίου μέσω μίας τέτοιου είδους στρατηγικής. Η στρατηγική του πράσινου καπιταλισμού είναι μία στρατηγική η οποία εφαρμόζει νέες περιφράξεις και επιδιώκει να πραγματώσει νέους κύκλους συσσώρευσης, μικρούς ή μεγάλους.10 Ιδιαίτερα μετά την αποτυχία της Διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή (COP15) που πραγματοποιήθηκε στην Κοπεγχάγη το Δεκέμβριο του 2009, υπάρχει μία όλο και μεγαλύτερη συνειδητοποίηση σε κοινωνικό επίπεδο ότι οι λύσεις στο πλαίσιο του καπιταλισμού είναι «ψεύτικες λύσεις». Πολλά είναι τα παραδείγματα για το πώς οι «πράσινες καπιταλιστικές» μορφές των περιφράξεων, μετατοπίσεων πληθυσμών, εκμετάλλευσης και αποικιοποίησης γίνονται εργαλεία συσσώρευσης.

Ένα από τα πιο χτυπητά παραδείγματα το οποίο αναδεικνύεται σε «λύση» της κλιματικής αλλαγής είναι τα αγροκαύσιμα. Για τους σκοπούς αυτού του κειμένου θα περιοριστούμε να σημειώσουμε το προφανές γεγονός ότι η ανάπτυξη του τομέα των αγροκαυσίμων βασίζεται στην εκμετάλλευση ημιδουλικών συνθηκών εργασίας και σε μετατοπίσεις κοινοτήτων στις χώρες του Νότου11  ώστε η κυριαρχία να διαφημίζει την «οικολογική» εξέλιξη του βιοντίζελ και κάποια κοινωνικά κομμάτια των χωρών του Βορρά να συνεχίζουν το αναπτυξιακό τους όνειρο.

Ένα άλλο παράδειγμα είναι το εμπόριο ρύπων. Η έννοια του εμπορίου ρύπων συνοψίζεται στο εξής σχήμα: αν μια βιομηχανική χώρα ή μια βιομηχανία σε μια χώρα έχει εκπέμψει σ’ ένα χρονικό διάστημα περισσότερους ρύπους απ’ αυτούς που προβλέπονταν, τότε μπορεί να αγοράσει από μια άλλη χώρα ή βιομηχανική μονάδα, η οποία έχει επιτύχει μεγαλύτερη μείωση από την προβλεπόμενη, «δικαιώματα» ρύπων ώστε να είναι εντός των ορίων. Έτσι, η βιομηχανία που δεν μπορεί να πληρώσει αναγκαστικά είτε κλείνει ή αναδιαρθρώνεται! Για μία αναδιάρθρωση δε γίνονται όλα; Και επιπλέον τι ωραίος τρόπος για να δικαιολογήσεις την απόλυση μερικών εργαζομένων! Και ηθικά σωστός, ειδικά αν τους κατευθύνεις προς μία πράσινης μορφής επιχειρηματικότητα! Όπως θα δούμε και στο επόμενο κείμενο, η άνοδος των τιμολογίων του ρεύματος της ΔΕΗ και οι εξελίξεις στην αναδιοργάνωση των εργασιακών σχέσεων μέσα στην ενεργειακή βιομηχανία του ελλαδικού χώρου θα καθοριστούν σημαντικά από την εφαρμογή των ρυθμίσεων εμπορίου ρύπων.

Τέλος, η ανάπτυξη της βιομηχανίας των ΑΠΕ γίνεται σαφέστατα σύμφωνα με το σχήμα πατεντών και εμπορικών δικαιωμάτων εφαρμογής τεχνολογίας της καπιταλιστικής ιεραρχίας. Αν πάρουμε το παράδειγμα των μονάδων αιολικής ενέργειας, οι οποίες αποτελούν μονάδες εφαρμόσιμες σε κάθε σημείο του πλανήτη όπου υπάρχει επαρκής παροχή ανέμου, θα δούμε ότι διαμορφώνεται μία ανισορροπία12 στην κατοχή δικαιωμάτων και τεχνογνωσίας κατασκευής ανεμογεννητριών σε σύγκριση με τις χώρες που στο μέλλον θα αναγκαστούν να εισάγουν αυτή την τεχνολογία και να αγοράσουν άδειες χρήσης. Η άλλη πλευρά του νομίσματος της ίδιας σχέσης εξάρτησης έχει να κάνει με χώρες που εμπλέκονται στο ρόλο της εξαγωγής σε χαμηλές τιμές πρώτων υλών όπως το βανάδιο, το πυρίτιο και το λίθιο που είναι απαραίτητα για την κατασκευή μονάδων ΑΠΕ (π.χ. φωτοβολταϊκά), καθώς και των σχετικών αποθηκευτικών μέσων ενέργειας (μπαταρίες). Οι μεταλλευτικές εταιρίες που εμπλέκονται στην εξόρυξη των πρώτων υλών συμπεριλαμβάνουν στα χαρακτηριστικά τους την εξαθλίωση στις σχέσεις εργασίας, την περιβαλλοντική υποβάθμιση και τις μετατοπίσεις γηγενών πληθυσμών. (Αbramsky)

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι με τέτοιους τρόπους, όπως συνοπτικά τέθηκαν στα παραπάνω παραδείγματα, ο πράσινος καπιταλισμός αναπαράγει την κρίση του και προσπαθεί να πετύχει μέσα από την κλιματική αλλαγή και τη ρύπανση που ο ίδιος παράγει με ένα σμπάρο δύο τριγώνια: και νέους τρόπους κερδοφορίας να δημιουργήσει και καινούργια επιχειρήματα να εκμεταλλευτεί στην προσπάθειά του να αυτο-παρουσιαστεί ως ηγεμονική δύναμη στην ιστορία της ανθρωπότητας! Στο επόμενο κείμενο θα επικεντρωθούμε στην ενεργειακή πραγματικότητα του ελλαδικού χώρου. Θα προσπαθήσουμε να δούμε με ποιο τρόπο εξελίσσεται στην παρούσα συγκυρία η εργασιακή/ενεργειακή κρίση στον ελλαδικό χώρο και πώς αυτό αποτυπώνεται στην άνοδο των ενεργειακών τιμολογίων, στις αλλαγές στο εσωτερικό της ΔΕΗ και στους νέους κοινωνικούς αγώνες που αναδύονται στις περιοχές παραγωγής και κατανάλωσης της ενέργειας.

Βιβλιογραφία

Abramsky, Kolya, (2010), Energy, Work, and Social Reproduction in the World Economy, από το βιβλίο Sparking a Worldwide Energy Revolution, AK Press.

Abramsky, Kolya, (2010), BeyondCopenhagen: Common Ownership, Reparations, Degrowth and Renewable Energy Technology Transfer, http://www.folkecenter.net/mediafiles/folkecenter/pdf/Beyond-Copenhagen-degrowth-reparations.pdf

Caffentzis, George, (2010), “Peak Oil” and “Resource Curses” from a Class Perspective

Βlack Out στο κοινωνικό εργοστάσιο, τ. 9, Δον Κιχώτες και ιδιωτες… η περίπτωση των αιολικών σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, http://www.blackout.gr/keimena/98

Μidnight Notes, (2009), Υποσχετικές Επιστολές: Από την Κρίση στην Κοινότητα, http://www.yfanet.net/

Μidnight Notes, (1980), No Future Notes: the Work/Energy Crisis & The Anti-Nuclear Movement,   http://www.midnightnotes.org/PDFnofuture.pdf

MidnightNotes II. Vol. 1, (1980), The Work/Energy Crisis and the Apocalypse, http://www.midnightnotes.org/workenergyapoc.html

Ο χορός της καραμανιόλας, (2009), Oικονομικη κριση & κριση συναινεσης, http://www.xorostiskarmaniolas.blogspot

Factory: Eπιθεώρηση για τους Μητροπολιτικούς Ανταγωνισμούς, (2010), Σημειώσεις για την καπιταλιστική κρίση: Aπό το κραχ του 1929 στην σημερινή συγκυρία, https://factoryfanet.wordpress.com/

Oceransky Sergio (2008), Συγκρούσεις για τον αέρα στον Iσθμό του Tehuantepec.

1. Υπάρχουν δύο σημαντικά σημεία για τη φύση της κρίσης της εποχής μας που βρίσκουμε σημαντικό να αναφερθούν σε αυτό το σημείο με σκοπό την απομυστικοποίησή της. Το πρώτο είναι ότι η κρίση που βιώνουμε δεν πρόκειται για μία απλή ύφεση, όπως πίστευαν σε παλαιότερες εποχές (τον 19ο αιώνα και στις αρχές του 20ου, υπήρχε ιδιαίτερα διαδεδομένη η άποψη ότι οι κρίσεις του καπιταλισμού αποτελούν αυτόματο, αναπόφευκτο προϊόν των οικονομικών κύκλων που οφειλόταν στην καπιταλιστική «αναρχία της παραγωγής), δηλαδή για μία κατάσταση «ανισσοροπίας» περιορισμένης σημασίας και επιπτώσεων. Αντίθετα, είναι μία συνολική κρίση της λειτουργίας του υπάρχοντος κοινωνικού συστήματος και των νοημάτων που αναπαράγει, πρόκειται για μία υπαρξιακή κατάσταση που θέτει υπό αμφισβήτηση την κοινωνική σταθερότητα αλλά και την ίδια την ύπαρξή του. Το δεύτερο είναι ότι η εμπειρία του τελευταίου αιώνα, η οποία υπήρξε τόσο πλούσια σε επαναστάσεις, κοινωνικούς αγώνες, πολέμους και μεταρρυθμίσεις, μας δείχνει ότι τόσο οι υφέσεις όσο και οι κρίσεις δε βρίσκονται έξω από τον ανθρώπινο έλεγχο: μπορούμε να τις προκαλέσουμε, να τις επιταχύνουμε, να τις αναβάλουμε ή να τις βαθύνουμε. (            Midnight Notes 2009)

2. Land grabbing στο http://el.wikipedia.org/: όρος που χρησιμοποιείται για την αναφορά στο ζήτημα της αγοράς ή ενοικίασης και εκμετάλλευσης μεγάλων εκτάσεων γης φτωχών χωρών από πλούσιες

3. Αντίθετα εμείς θεωρούμε ότι η οικολογική καταστροφή γίνεται πρόβλημα για το κεφάλαιο μόνο όταν οι κοινωνίες τη θέτουν ως πρόβλημα. Σε διαφορετική περίπτωση μπορεί μία χαρά να υπάρχει στους παράλληλους κόσμους του καπιταλιστικού κόσμου (με απλούς όρους: οι χωματερές στις υποβαθμισμένες περιοχές-o πράσινος τουρισμός στις υπο-ανάπτυξη περιοχές, τα μεταλλαγμένα στον τρίτο κόσμο-τα βιολογικά προϊόντα στον πρώτο κ.ο.κ). «Αν δεν υπάρχει ένας αγώνας ενάντια στην περιβαλλοντική υποβάθμιση και τη σιωπηρή αποδοχή της υποβάθμισης αυτής, η οικολογική καταστροφή δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα αισθητικό φαινόμενο, όπως η ομίχλη στους πίνακες του Monet», που λεν και οι Midnight Notes (2009).

4. Δε συμφωνούμε με τον όρο των κλιματικών προσφύγων, ο οποίος φαίνεται να αποκτά αυξανόμενη δημοτικότητα σε οργανώσεις της αριστεράς, και τον αναφέρουμε για τους σκοπούς της εισήγησης με κριτικό τρόπο. Ο όρος «κλιματικοί πρόσφυγες» (climate refugees), ο οποίος αναφέρεται στους ανθρώπους που μεταναστεύουν εξαιτίας των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής, έχει αποτελέσει σημείο αναφοράς δικτύων οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, οι οποίες με τη δραστηριότητά τους ανέπτυξαν μία κριτική προσέγγιση κατά τη διάρκεια της Διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή (COP15) που πραγματοποιήθηκε στην Κοπεγχάγη τον Δεκέμβριο του 2009. Αυτή η οπτική, όμως, επικεντρώνεται στην κλιματική αλλαγή ως ένα ζήτημα αποκλειστικά εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και αποτυγχάνει να εξετάσει την ευρύτητα των πολιτικών ζητημάτων που επηρεάζουν τη μετανάστευση, όπως οι πολιτικές πληθυσμιακού ελέγχου, ο ρόλος του εθνικισμού και ο έλεγχος της μετανάστευσης από τα κράτη. Αντίθετα, το συμπέρασμά μας είναι ότι το φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής είναι αδύνατο τόσο να τεθεί πολιτικά ουδέτερα όσο και να απομονωθεί ως κύρια αιτία μίας μεταναστευτικής κίνησης. Κι έτσι, το αίτημα, στο οποίο συχνά καταλήγει κανείς, για την αναγνώριση των κλιματικών προσφύγων δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για μία συνολική πολιτική αμφισβήτηση.

5. Ο όρος «ανώτατο σημείο της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου» (peak oil) χρησιμοποιείται για να δείξει ότι, δεδομένων των περιορισμένων αποθεμάτων των ορυκτών καυσίμων, υπάρχει ένα σημείο καμπής μετά το οποίο η εξόρυξη θα είναι όλο και δυσκολότερη και το καύσιμο όλο χαμηλότερης ποιότητας. Στο peak oil θα παράγεται η μεγαλύτερη ποσότητα πετρελαίου που έχει παραχθεί ποτέ σε μια δεδομένη χρονιά και, μετά από αυτό, η ετήσια παραγωγή θα αρχίσει να φθίνει.

6. Γραφική αναπαράσταση της θεωρίας για την κορύφωση της παραγωγής του πετρελαίου.

7. Παραθέτουμε ένα απόσπασμα από τους Midnight Notes (1980) που συνδέει τις έννοιες του κεφαλαίου, της εργασίας και της ενέργειας: «το κεφάλαιο δεν αποτελεί ένα πράγμα, ένα απλό παράγωγο της εργασίας. Το κεφάλαιο συμπεριλαμβάνει μία κοινωνική σχέση που αφορά στη διαδικασία της δημιουργίας της εργασίας, δηλαδή, κατά μία έννοια, τη συνθήκη του μετασχηματισμού της ενέργειας σε εργασία … η ενέργεια εμπεριέχει μία αεικίνητη δραστηριότητα … η οποία μπορεί να είναι τόσο ανταγωνιστική όσο και παραγωγική για την εργασία που το κεφάλαιο χρειάζεται τόσο απεγνωσμένα. Αν και ο αέναος κύκλος της καπιταλιστικής πραγματικότητας είναι ο μετασχηματισμός της ενέργειας σε εργασία, το πρόβλημά του είναι αν δεν μπορέσει να φτάσει σε συγκεκριμένα ποιοτικά επίπεδα, αν η σχέση που εκφράζεται με το λόγο εργασία/ενέργεια καταρρέει. Αν αυξηθεί η εντροπία, δηλαδή η αταξία του συστήματος, αν η διαθεσιμότητα του εργατικής τάξης για εργασία μειωθεί, τότε το σύστημα απειλείται.»

8. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η θέση των Midnight Notes (1980) η οποία επεκτείνει την έννοια της «άρνησης της εργασίας» σε περισσότερο διευρυμένα πεδία κοινωνικών αρνήσεων: «τις τελευταίες δεκαετίες το κεφάλαιο έχει φέρει άνω κάτω τον κόσμο για να αντιμετωπίσει τους αγώνες άρνησης της εργασίας που έχουν αναδειχθεί ιστορικά σε διάφορα επίπεδα 1) με τη σχετική εκμετάλλευση του εργοστασιακού εργάτη και την άρνησή του να προσαρμοστεί, 2) με την απόλυτη εκμετάλλευση της οικιακής εργασίας και την αποδόμηση της παραδοσιακής μορφής του θεσμού της οικογένειας, 3) με την άρνηση της παθητικής απορρόφησης των βιο-κοινωνικών αποβλήτων του κεφαλαίου μέσω των αγώνων ενάντια σε πυρηνικές μονάδες [ΣτΣ: θα μπορούσαμε εδώ να προσθέσουμε και παραδείγματα αγώνων ενάντια σε Χώρους Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων (ΧΥΤΑ)] και τις εξεγέρσεις σε γκέτο & φυλακές και 4) με την άρνηση της εντατικοποίησης στο εκπαιδευτικό σύστημα».

9. «Eνδιαφέρον παρουσιάζoυν παραδείγματα όπου η ανάπτυξη της αιολικής ενέργειας έγινε στην αντίθετη κατεύθυνση απ’ ό,τι παρουσιάζεται σαν αναπόφευκτο. Για παράδειγμα, η Δανία επί χρόνια επιδοτούσε τις επενδύσεις σε ανεμογεννήτριες σε κλίμακα οικογένειας, στα χωριά όπου θα τοποθετούνταν αυτές, περιορίζοντας μάλιστα τη συμμετοχή κάθε οικογένειας έτσι ώστε να υπάρχει δίκαιη διανομή των κερδών. Mιας και το κράτος κάλυπτε αυτές τις επενδύσεις, οι τράπεζες έτρεξαν να προσφέρουν χαμηλότοκα δάνεια σε κάθε ενδιαφερόμενο. Για αρκετά χρόνια το ζήτημα της αιολικής ενέργειας έμεινε σ’ αυτήν τη μορφή, και φυσικά επεκτάθηκε εύκολα και χωρίς αντιρρήσεις. Mόλις όμως η αγορά ενέργειας στη Δανία “απελευθερώθηκε” και έκαναν την εμφάνισή τους τα μεγα-σχέδια βιομηχανικής κλίμακας, οι ίδιοι οι Δανοί στράφηκαν εναντίον τους αποφασιστικά με αποτέλεσμα να μη γίνει καμία τέτοια επένδυση εκεί. Φυσικά η “ήπια” πολιτική του κράτους της Δανίας οφείλεται σε συγκεκριμένες κοινωνικές δομές και πρακτικές· και καθόλου δε δεσμεύει το πώς συμπεριφέρονται εταιρείες δανέζικης ιδιοκτησίας εκτός συνόρων. Aλλά είναι μια χρήσιμη απόδειξη, για χρήση στο Mεξικό και αλλού, του ότι η εναντίωση στα βιομηχανικά σχέδια εκμετάλλευσης του ανέμου (αλλά και της γης, συχνά δε και των υδάτων) δε συνεπάγεται απόρριψη της αιολικής ενέργειας, αλλά ενός συγκεκριμένου μοντέλου που εξασφαλίζει κέρδη στους βιομήχανους, μοιράζοντας τις ζημιές στους κάθε φορά ντόπιους». (Οceransky 2008)

10. Σύμφωνα με την έκθεση του ΟΗΕ «Οι Παγκόσμιες Τάσεις στην Αειφόρο Ενεργειακή Ανάπτυξη» (2009), οι επενδύσεις στις ΑΠΕ σε σχέση με αυτές στο φυσικό αέριο και το λιθάνθρακα τετραπλασιάστηκαν μέσα στο 2008 έναντι του 2004. Κι αν το 2009 η οικονομική κρίση χτύπησε και τον «πράσινο τομέα», οι θεσμικοί φορείς επιμένουν ότι η ανάπτυξή του αποτελεί τη μόνη απάντηση. Η αιολική ενέργεια προσελκύει τις υψηλότερες επενδύσεις, αν και η ηλιακή ενέργεια εμφανίζει τα περισσότερα κέρδη. Τα βιοκαύσιμα και η γεωθερμία είναι άλλοι σταθερά ανερχόμενοι τομείς. Ο Μπάρακ Ομπάμα μετά την εκλογή του είχε επαναλάβει τη δέσμευσή του για «πράσινες επενδύσεις» 150 δισ. δολαρίων τα επόμενα 10 χρόνια. Σήμερα, οι ΗΠΑ έχουν επενδύσει πάνω από 67 δισ. δολάρια σε αυτόν τον τομέα, όπως άλλωστε και η Κίνα. (Ο χορός της καρμανιόλας)

11. Οι όροι «Βορράς» και «Νότος» χρησιμοποιούνται σχηματικά διευκολύνοντας την αναφορά στις πλούσιες βιομηχανοποιημένες χώρες και τις φτωχές αναπτυσσόμενες χώρες αντίστοιχα. Παρ’ όλα αυτά αυτός ο διαχωρισμός δεν είναι ικανοποιητικός γιατί συγκαλύπτει τα κοινά συμφέροντα μεταξύ των ελίτ των αναπτυσσόμενων και των αναπτυγμένων χωρών καθώς και την απουσία απόλυτα ομογενοποιημένων ομάδων συμφερόντων εντός των δύο κατηγοριών. Επίσης, κρίνεται ότι τα αναλυτικά σχήματα του αντιιμπεριαλισμού συχνά αποτελούν μέρος μίας ενσωματώσιμης κρατικής ιδεολογίας η οποία συχνά αντικαθιστά τον κοινωνικό-ταξικό ανταγωνισμό με διακρατικούς ανταγωνισμούς.

12. Κυρίως σε Γερμανία, Δανία, Ισπανία και ΗΠΑ, με την Κίνα και την Ινδία να γίνονται πρόσφατα σημαντικοί παράγοντες της σχετικής βιομηχανίας.

Advertisements

Written by factoryfanet

Ιουνίου 14, 2011 at 4:21 μμ

Αυτόνομοι εργατικοί αγώνες σε ένα περιβάλλον κρίσης

leave a comment »

του Cafe la Rage

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί την εισήγηση της ομάδας Café La Rage σε εκδήλωση2 σχετικά με τον αγώνα των εργαζομένων στο εστιατόριο Banquet. Αν και έχει περάσει σχεδόν ένας χρόνος από την έναρξη των κινητοποιήσεων (ο πρώτος αποκλεισμός του μαγαζιού πραγματοποιήθηκε στις 22 Απριλίου του 2010), θεωρούμε πως η εμπειρία και η κριτική ματιά όσων συμμετείχαμε αποτελεί μια χρήσιμη παρακαταθήκη. Οι εργαζόμενοι στο Banquet ξεκίνησαν την κινητοποίηση τους με αφορμή τη μη τήρηση της εργατικής νομοθεσίας από μεριάς του αφεντικού –μειωμένα ένσημα, μη καταβολή δώρων και υπερωριών κ.α. Το αφεντικό απάντησε με την απόλυση ενός από αυτούς. Οι πρώτες κινητοποιήσεις ακολούθησαν την τακτική της συνεχούς παρουσίας με τη μορφή μικρών διαδηλώσεων έξω από το μαγαζί που στόχο είχαν την παρεμπόδιση της λειτουργίας του. Κύριο αίτημα ήταν η επαναπρόσληψη του Β.Κ. και η καταβολή όλων των δεδουλευμένων των υπόλοιπων εργαζομένων. Σε αυτές τις δράσεις συμμετείχαν και άλλοι εργαζόμενοι/ες ενώ συγκροτήθηκε επιτροπή αλληλεγγύης. Το αφεντικό στην αρχή φάνηκε να υποχωρεί αλλά στην συνέχεια κινήθηκε επιθετικά απειλώντας όσους συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις με απόλυση και πραγματοποιώντας λοκ άουτ που κράτησε από τις 15 Μαΐου έως το Σεπτέμβριο. Παρόλα αυτά, οι κινητοποιήσεις συνεχίστηκαν καθόλη τη διάρκεια του καλοκαιριού –επισκέψεις σε άλλα μαγαζιά του εν λόγο αφεντικού, συναυλίες αλληλεγγύης στους εργαζομένους κ.α. Όταν επαναλειτούργησε το Banquet ξανάρχισαν και οι καθημερινές επισκέψεις/παραστάσεις διαμαρτυρίας έξω από το μαγαζί. Στη συνέχιση του αγώνα το αφεντικό απαντάει με μηνύσεις ενώ, μέσα από την διαδικασία του αυτόφωρου, εργαζόμενοι και αλληλέγγυοι σέρνονται σε δίκες εκφοβισμού. Τελικά ο αγώνας έληξε με έναν συμβιβασμό με την εργοδοσία, αφού τα αρχικά αιτήματα έπαψαν να έχουν ρεαλιστική βάση και πραγματική υποστήριξη ακόμα και από κάποιους από τους εργαζόμενους. Σημαντικό να αναφέρουμε πως για όλο το διάστημα των κινητοποιήσεων πραγματοποιήθηκαν πλήθος δράσεων, πέρα από τις παραστάσεις διαμαρτυρίας έξω από το Banquet, κρατώντας ανοιχτό, στην πόλη της Θεσσαλονίκης, το ζήτημα της επισφαλούς εργασίας στη βιομηχανία του επισιτισμού και της διασκέδασης.

Α Μέρος

Δομές εργατικών αγώνων με αφορμή τον αγώνα στο εστιατόριο Banquet

Εδώ και οκτώ μήνες τουλάχιστον βιώνουμε όλοι μας μια άνευ προηγουμένου επίθεση. Οι απολύσεις, 1400 περίπου την ημέρα σε όλη την Eλλάδα, τα τετραήμερα με μειωμένες αποδοχές, οι περικοπές στις αμοιβές των δημοσίων υπαλλήλων, οι διαθεσιμότητες, το «πληρώνω όποτε εγώ θέλω» του αφεντικού. Όλα αυτά αποτελούν καθημερινότητα για όσους, είτε ως άνεργοι είτε ως εργαζόμενοι –μαύροι, ελαστικοί, σταθεροί, μόνιμοι, μπλοκάκηδες–, δεν έχουν άλλη επιλογή από το να πουλήσουν την εργασία τους για να ζήσουν. Παράλληλα οι επίσημες συνδικαλιστικές οργανώσεις, μακριά από αυτές τις εμπειρίες και ως δεκανίκι του συστήματος, δεν έχουν καλέσει ούτε σε μια απεργία διαρκείας, προσπαθώντας να εκτονώσουν την κοινωνική οργή με ασύνδετες και χωρίς κόστος απεργιακές κινητοποιήσεις. Σε αυτές τις συνθήκες λοιπόν εμφανίζονται εργατικοί αγώνες από τα κάτω. Από την απόλυση του Παλαιστίδη στις εκδόσεις Άγρα3, τον αγωνα αλληλεγγύης στην Καρμεν4, μέχρι τους Αιγύπτιους αλιεργάτες5 και το Banquet, υιοθετούνται (λιγότερο ή περισσότερο) μορφές άμεσης δράσης, καλούνται απεργίες και στάσεις εργασίας μέσα από διαδικασίες άμεσης δημοκρατίας. Ξεκινώντας από αυτό το υλικό του σήμερα και βλέποντας την επίθεση να γίνεται όλο και πιο σφοδρή, μας ενδιαφέρει αρχικά να εξετάσουμε πώς θα καταφέρουμε οι εμπειρίες αυτών των αγώνων να κυκλοφορήσουν σε ένα μαχόμενο προλεταριάτο. Πώς μικροί εργατικοί πυρήνες, αυτόνομα σωματεία και σχέσεις αλληλεγγύης θα μπορέσουν να επικοινωνήσουν για να «βγουν» νέοι αγώνες. Πώς χωρίς να αποτελούμε τους γραφικούς αγωνιστές που είναι παντού και πάντα, θα ενδυναμώσουμε την εργατική αυτονομία;

Σε αυτό το πλαίσιο τοποθετούμαστε πάνω σε μια σειρά ζητημάτων που προκύπτουν μέσα από τη εμπειρία της συμμετοχής σε αγώνες όπως το Banquet (που η ομάδα μας στήριξε και κάποια άτομα συμμετείχαν στην επιτροπή αλληλεγγύης) αλλά και από την καθημερινή κόντρα του καθενός και της καθεμιάς μας με το αφεντικό του.

Το σωματείο

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Σε κάθε εργατική κινητοποίηση ένα από τα ζητήματα που τίθενται είναι η ύπαρξη ή μη κάποιας μορφής οργάνωσης μέσα στην εργασία καθώς και η μορφή της και ο ρόλος που αυτή διαδραματίζει στην πορεία προς ή ενάντια σε έναν αγώνα. Η πιο συνήθης μορφή εργατικής οργάνωσης είναι το σωματείο το οποίο στον ελλαδικό χώρο το συναντάμε σε τρεις τύπους:

Α. Τα σωματεία σφραγίδες, τα οποία στις περισσότερες των περιπτώσεων συγκροτούνται μέσα από κεντρικές γραφειοκρατικές διαδικασίες, δηλαδή το Διοικητικό Συμβούλιο, τις παρατάξεις και την εκλογική διαδικασία όπου αυτές ανταγωνίζονται για τον έλεγχο του σωματείου. Μέσα από την μικρή εμπειρία μας, βλέπουμε ότι η μορφή του κλασικού σωματείου, που ελέγχεται από ένα ΔΣ παρατάξεων και κομματικών συσχετισμών, είναι αυταπάτη να πιστεύουμε ότι μπορεί να διεμβολιστεί. Τα περισσότερα σωματεία αυτής της μορφής δεν έχουν στόχο να συμβάλουν στον αγώνα. Από τη στιγμή που o αγώνας δεν μπορεί να μεταφραστεί σε πολιτικά κουκιά, στέκονται εχθρικά και τον συκοφαντούν, είτε προσπαθούν να τον διαχειριστούν καλύτερα για παραταξιακούς σκοπούς. Αν θέλουμε να προωθήσουμε την εργατική αυτονομία, αναπόφευκτα θα βρεθούμε αντιμέτωποι.

Β. Τα πρωτοβάθμια σωματεία που –προφανώς λόγω της ενεργής δουλειάς κάποιων συνδικαλιστών– οι αποφάσεις του ΔΣ επιδιώκεται να στηρίζονται στις αποφάσεις της βάσης. Στην πλειοψηφία τους ελέγχονται από εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις της αριστεράς. Σε πολλές περιπτώσεις, όταν μπαίνουν κεντρικά πολιτικά ζητήματα από τις οργανώσεις, παρακάμπτεται η βάση (κλασικό φαινόμενο οι πολλές υπογραφές σωματείων σε μια πορεία όπου απουσιάζει η βάση, όχι όμως οι πολιτικοποιημένοι). Σε αυτή την κατηγορία εμφανίζονται φωτεινές εξαιρέσεις, όπως το σωματείο της ΠΕΚΟΠ, που επιδιώκουν να ανοίξουν αγώνες και όχι να τους περιορίσουν στα δικά τους πλαίσια. Παρόλα αυτά, η μορφή του πρωτοβάθμιου τυπικού σωματείου έχει δείξει τα όριά της, αφού εξαρτάται από τη μορφή του ΔΣ και τα μέλη του, επομένως και τις προθέσεις του. Υπάρχουν παραδείγματα ενεργών σωματείων που διατηρούσαν την παραταξιακή εκλογική διαδικασία και διεμβολίστηκαν αρνητικά περνώντας στον έλεγχο του ΠΑΜΕ. Στάθηκαν, δηλαδή, αδύναμα απέναντι σε ένα συγκροτημένο κομματικό μηχανισμό που έχει τη δυνατότητα να μεταλλάσει το σωματείο σε σωματείο-σφραγίδα ή σε ένα σωματείο ολοκληρωτικά ελεγχόμενο από κομματικούς μηχανισμούς.

Γ. Τα σωματεία βάσης ή τα αυτοοργανωμένα σωματεία. Κινούνται με βάση την ενεργή συμμετοχή των μελών στη γενική συνέλευση, χρησιμοποιούν τυπικά το Δ.Σ. το οποίο δεν μπορεί να αποφασίζει μόνο του και σε πολλές περιπτώσεις «διορίζεται» με κοινή συμφωνία των μελών και όχι με εκλογές. Και όχι μόνο αυτό, προσπαθούν να αναπτύξουν σχέσεις μέσα από μια αγωνιστική καθημερινότητα στους χώρους εργασίας καλώντας σε μοιράσματα, σε αποκλεισμούς, δράσεις και εκδηλώσεις. (Όπως η ΣΒΕΟΔ και το Σωματείο Σερβιτόρων Μαγείρων στην Αθήνα).

Ένα ζήτημα που αφορά γενικά την μορφή σωματείο είναι η μονόπλευρη απεύθυνσή του στον κλάδο του. Ως δομή, ενώ μπορεί θεωρητικά να ενισχύσει τους αγώνες και την οργάνωση σε επίπεδο βάσης, ανάλογα βέβαια και με το πως θα επιλέξει να συγκροτηθεί, εξακολουθεί να αναπαράγει τους διαχωρισμούς στην εργασία, ακόμα και σε εργαζόμενους της ίδιας επιχείρησης. Προφανώς υπάρχει πάντα η αξία της αλληλεγγύης που μπορεί να σπάσει αυτούς τους διαχωρισμούς αλλά αυτή, όπως θα δούμε, πολλές φορές «αναλαμβάνεται» από πολύ συγκεκριμένους ανθρώπους, τους/τις ήδη πολιτικοποιημένους/ες.

Επιτροπή αγώνα

Η επιτροπή αγώνα αποτελεί μια πρώτη απάντηση στα αδιέξοδα του σωματείου (αν υπάρχει) που συνήθως ελέγχεται κομματικά. Από την άλλη, λόγω της αλλαγής στη σύνθεση της εργασίας και τον κατακερματισμό των εργασιακών χώρων στη μητρόπολη, δίνει τη δυνατότητα –θεωρητικά τουλάχιστον– να συσπειρωθούν αλληλέγγυοι/ες από επιχειρήσεις του ίδιου ή άλλου κλάδου προσπερνώντας τα εμπόδια που βάζει το κλαδικό σωματείο. Θεωρητικά είναι ο τόπος όπου παίρνονται συλλογικά οι αποφάσεις, επικοινωνείται το περιεχόμενο του αγώνα και μπορεί να συμμετάσχει με ίσους όρους όποια/ος θέλει να αγωνιστεί ενάντια στα αφεντικά.

Αυτά στη θεωρία, καθώς στην πράξη η επιτροπή συσπειρώνει υποκείμενα που επιθυμούν να αγωνιστούν αλλά δε συνδέονται οργανικά με τα ζητήματα της συγκεκριμένης μορφής που παίρνει η καπιταλιστική σχέση στο εργοστάσιο του επισιτισμού για παράδειγμα. Η εργασιακή συνθήκη εκμετάλλευσης είναι ίδια για όλους τους/τις επισφαλείς αλλά είναι διαφορετική η τεχνική σύνθεση του κάθε κλάδου. Για παράδειγμα, είναι διαφορετικά τα προβλήματα των εργαζομένων σε ένα πολυκατάστημα και διαφορετικά σε ένα γραφείο. Προφανώς και αυτή η διευρυμένη συνάντηση είναι θετική, όμως κρίνεται αρνητική στο βαθμό που δεν μπορεί να ανοιχτεί μια συζήτηση για τα συγκεκριμένα ζητήματα του εκάστοτε κλάδου, ώστε να χρησιμοποιηθεί ως βάση για εξάπλωση του αγώνα.

Όμως και πάλι, στην πράξη, οι επιτροπές αλληλεγγύης που καλούνται από πολιτικές-κομματικές οργανώσεις είναι αναμενόμενο να αποτελέσουν πολιτικά μέτωπα αλληλέγγυων. Από εκεί και πέρα όμως, η εμπειρία δείχνει ότι συνήθως δημιουργείται μια άλλου τύπου διαμεσολάβηση: των εργαζομένων από τον πολιτικό σχηματισμό που κυριαρχεί στην επιτροπή αλληλεγγύης. Συνέπεια αυτής της συνθήκης είναι να μετατρέπεται η συνέλευση σε άτυπο κοινοβούλιο πολιτικών σχηματισμών και αντιλήψεων, οι οποίες αντί να εστιάζουν στη θέληση και στις επιλογές των ίδιων των αγωνιζόμενων εργαζομένων, προσπαθούν να περάσουν τη δική τους «γραμμή», ανεξάρτητα αν αυτή είναι πιο αριστερή ή πιο αυτόνομη και αντιεξουσιαστική.

Από την άλλη, όπως είδαμε και στην επιτροπή αλληλεγγύης των διωκόμενων του εστιατορίου Banquet, σχεδόν ποτέ δεν συζητιόταν η καθημερινή εμπειρία της σύγκρουσης με το αφεντικό, τα ζητήματα που μπαίνουν στο χώρο εργασίας και το πώς αντιμετωπίζονται. Από τη στιγμή που οι επιτροπές αλληλεγγύης αποκτούν αυτό τον μετωπικό χαρακτήρα αναλώνονται σε ένα στρατηγισμό που διεξάγει ένα αγώνα εντυπώσεων με το εκάστοτε αφεντικό αλλά δε μεταφράζεται σε σχέσεις με άλλα υποκείμενα. Ακόμη και ο τόπος διεξαγωγής των συναντήσεων των επιτροπών έχει τη σημειολογία του. Στο εργατικό κέντρο, αν δεν είσαι μέλος κάποιας παράταξης ενός σωματείου, πρέπει να κλείσεις αίθουσα και να πληρώσεις.

Εν τέλει, η επιτροπή αγώνα-αλληλεγγύης θέλει μια νοηματοδότηση από την αρχή. Αποτελεί μια ουσιαστική δομή ξεπεράσματος των αδυναμιών των σωματείων και των διαχωριστικών γραμμών του κάθε κλάδου αλλά ο ρόλος και ο τόνος των εξελίξεων πρέπει να δίνεται από τους εργαζόμενους. Ένα χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα είναι ο τρόπος που λειτούργησε η επιτροπή αλληλεγγύης στον αγώνα των εργαζομένων του Banquet. Κάποιοι εργαζόμενοι συμμετείχαν στην αρχή ενεργητικά και στη συνέχεια υποστηρικτικά, με αποτέλεσμα να αναπτυχθεί η λογική ότι η προπαγάνδα, το ταμείο αλληλεγγύης, οι διαδηλώσεις δεν είναι δική τους δουλειά. Υπάρχουν δηλαδή οι κουβαλητές-στρατευμένοι και οι ανήμποροι εργαζόμενοι. Έτσι, χάθηκε η ουσιαστική επικοινωνία των περισσότερων ατόμων της επιτροπής με τους εργαζόμενους, και υπήρξε δυσκολία στα κρίσιμα σημεία του αγώνα να παρθούν αποφάσεις με αποτέλεσμα να ακολουθείται ένας «τυφλοσούρτης». Τελικά, καλό είναι να επιδιώκεται προσωπική επαφή με τους αγωνιζόμενους εργαζόμενους, για να μπορείς να τους εκθέσεις το τι σκέφτεσαι και τι πιστεύεις. Φυσικά, σε καμία περίπτωση να μη γίνεται πλύση εγκεφάλου, αλλά σε ένα ανθρώπινο επίπεδο πέρα από την επιτροπή να αναπτύσσονται σχέσεις.

Τέλος, η επιτροπή αλληλεγγύης και γενικότερα οποιαδήποτε επιτροπή συγκαλείται από μια οργάνωση ή συνέλευση με σκοπό τη στρατηγική επίλυση κάποιων πρακτικών ζητημάτων, έχοντας αποφασίσει από πριν το πολιτικό πλαίσιο, αναλαμβάνει το διαχωρισμένο ρόλο της εκπλήρωσης πολιτικών σχεδίων και σκεπτικών. Για το λόγω αυτό είναι προτιμότερο να καλείται μια ανοιχτή συνέλευση αγώνα-αλληλεγγύης για να μπαίνει ξεκάθαρα από την αρχή ότι οι αλληλέγγυοι/ες δεν είναι μόνο κουβαλητές διαχειριστικών προβλημάτων, αλλά άνθρωποι που συνειδητά θέλουν να αγωνιστούν επί ίσοις όροις και θα συνδιαμορφώσουν συλλογικά πάνω σε απόψεις και όχι σε κομματικές γραμμές.

Αγώνες, εργαζόμενοι και αλληλέγγυοι

Οι περισσότεροι αγώνες που ξεπηδούν αδιαμεσολάβητα τα τελευταία χρόνια σπάνια αφορούν χώρους εργασίας με μεγάλο αριθμό εργαζομένων και με ένα συμπαγές «υποκείμενο αγώνα» (π.χ. ένα μεγάλο εργοστάσιο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εκεί δεν υπάρχουν απολύσεις και αγώνες, αλλά εκεί έχει το πάνω χέρι το ΠΑΜΕ και δεν έχουμε σαφή εικόνα του τι ακριβώς συμβαίνει). Οι περισσότεροι «αυτόνομοι» εργατικοί αγώνες εμφανίζονται σε ευέλικτες-επισφαλείς μορφές εργασίας και σε χώρους εργασίας με μικρό αριθμό εργαζομένων. Οι εργαζόμενοι/ες του ιδιωτικού τομέα βρίσκονται κατακερματισμένοι/ες σε χώρους εργασίας με μικρό αριθμό ατόμων, όπως γραφεία και καταστήματα του τριτογενούς τομέα, σε πολλούς και διαφορετικούς κλάδους. Εξαιτίας αυτής της συνθήκης πολύ σημαντικό ρόλο παίζουν οι αλληλέγγυοι/ες στην πίεση που ασκούν οι αγωνιζόμενες/οι στην εργοδοσία. Το πρόβλημα που έχει εμφανιστεί σε πολλές περιπτώσεις, και σε αυτή του Banquet, είναι η απεύθυνση του αγώνα να περιορίζεται στις σφαίρες τις πολιτικής επιρροής των αλληλέγγυων. Έτσι συνήθως προκρίνεται μια στρατηγική που ποντάρει σε μια αλληλεγγύη συνειδητοποιημένων συντρόφων/ισσων. Σίγουρα, πλεονέκτημα αυτής της στρατηγικής είναι ότι υπάρχει ένας αριθμός στρατευμένων που άμεσα κινητοποιείται.

Κατ’ επέκταση αυτό μπορεί να δημιουργήσει κόστος στις απόπειρες κοινωνικοποίησης και κυκλοφορίας του αγώνα. Επίσης το ότι δημιουργείται μια ανεκτή απεύθυνση, μια στοιχειώδης αλληλεγγύη και ένας ικανοποιητικός κόσμος που συσπειρώνεται και «τρέχει», μπορεί να επαναπαύει του εργαζόμενους/ες. Έτσι περιορίζεται η προοπτική της σύνδεσης με άλλες/ους εργαζόμενες/ους εκτός πολιτικών ταυτοτήτων καθώς επίσης και η ενεργή συμμετοχή των άμεσα εμπλεκόμενων εργαζομένων. Ουσιαστικά, ο αγώνας κυκλοφορεί σε πολιτικούς κύκλους και το πολύ μέσα σε παρεμφερείς χώρους. Σε αυτό το πλαίσιο, η ανοιχτή επιτροπή αλληλεγγύης ουσιαστικά είναι ανοικτή σε πολιτικούς χώρους. Το ερώτημα που μπαίνει λοιπόν είναι με ποιον τρόπο μπορούν διαδικασίες αγώνα σε εργασιακούς χώρους να ανοίξουν και να κυκλοφορήσουν, να μοιραστούν εμπειρίες, αγωνίες και ανάγκες και πάνω σε αυτή τη βάση να στήσουν την αντιπαράθεση τους. Ο αγώνας του Banquet, για παράδειγμα, ενώ ανέδειξε τα προβλήματα του κλάδου του επισιτισμού και όλες και όλοι οι εργαζόμενοι/ες στα bar και εστιατόρια της πόλης τον γνώριζαν, για κάποιους λόγους δεν ήρθαν σε καμία επιτροπή αλληλεγγύης.

Επομένως, ίσως κάτι έγινε λάθος, οι εργαζόμενοι πέρα από το συγκεκριμένο κατάστημα δεν ενδιαφέρθηκαν να συμμετάσχουν στον αγώνα, δε βρήκαν το συνδετικό νήμα και την κοινή μοίρα. Γενικότερα, υπάρχει και η ατομική ευθύνη του κάθε εργαζόμενου/ης και το γεγονός ότι τα τελευταία τριάντα χρόνια έχει χαθεί η αγωνιστική κουλτούρα στους χώρους εργασίας. Παρόλα αυτά, ίσως έπρεπε να μπει μια γενικότερη διεκδίκηση που να αφορά όλους τους εργαζομένους στην περιοχή του κέντρου της Θεσσαλονίκης, ώστε να μπορεί ο καθένας/μια να αγωνιστεί στο δικό του χώρο εργασίας. Ίσως επίσης θα έπρεπε να υπάρχει από πριν εντονότερη «δουλειά» απεύθυνσης σε αυτούς τους χώρους, είτε από το σωματείο (κάτι ανέφικτο αφού το επίσημο σωματείο κυριαρχείται από το ΠΑΜΕ), είτε από εργατικές ομάδες, είτε από το σωματείο βάσης σερβιτόρων μαγείρων. Και φυσικά απεύθυνση σε μια λογική που εστιάζει στα συνολικά ζητήματα του κλάδου και όχι μόνο σε συγκεκριμένα μαγαζιά. Βέβαια, ακόμα και η στιγμή του αγώνα είναι μια ευκαιρία να ανοιχτούν τα ζητήματα αρκεί να το επιθυμούν όσες και όσοι συμμετέχουν σε αυτόν.

Δε μπορούμε να παραβλέψουμε τις κινήσεις εργαζομένων στον Καφεναί και στο Barθelonica6 που συνέπεσαν με τον αγώνα στο Banquet και επωφελήθηκαν θετικά σε σχέση με τις διεκδικήσεις τους. Όμως, θεωρούμε ελλειμματική τη διαδικασία με την οποία συνδέθηκαν αυτές οι κινητοποιήσεις. Δεν υπήρξε ουσιαστικά μια κοινή διαδικασία και η σύνδεση έγινε κυρίως σε επίπεδο εντυπώσεων.

Φυσικά, πρέπει να επισημάνουμε ότι οι μορφές οργάνωσης είναι δυναμικές, πράγμα που σημαίνει ότι συνυπάρχουν όλα τα παραπάνω στοιχεία, απλώς στο παράδειγμα του αγώνα του Banquet, και ειδικά στο τέλος, η διαχωρισμένη αντίληψη της επιτροπής αλληλεγγύης με την απουσία των εργαζομένων επικράτησε.

Μορφές αγώνα και υποστήριξης

Ταμείο αλληλεγγύης: Τους 6 μήνες που συμμετείχαμε στον αγώνα των εργαζομένων του εστιατορίου Banquet βρήκαμε τους τρόπους να υποστηρίξουμε υλικά 7-8 εργαζόμενους σε ένα στοιχειώδη, αλλά πολύ ουσιαστικό για τους ίδιους βαθμό. Η λειτουργία ενός ταμείου αλληλεγγύης αποτέλεσε πολύ σημαντική δικλείδα φερεγγυότητας των αλληλέγγυων προς τους εργαζόμενους, δημιουργώντας μια διαφορετική κουλτούρα και απαντώντας συλλογικά σε ατομικά προβλήματα. Η εμπειρία αυτή είναι πολύ σημαντική καθώς ο οικονομικός εκβιασμός και το αδιέξοδο είδαμε στην πράξη ότι μπορεί να απαντηθεί μέσα από την αλληλεγγύη.

Αποκλεισμοί: Η μορφή του καθημερινού αποκλεισμού που υιοθετήθηκε αποτέλεσε ένα ακόμη «νέο» πεδίο εμπειρίας πάνω σε αγώνες. Η πίεση που ασκήθηκε σε ένα αδιάλλακτο αφεντικό ήταν τεράστια. Η μορφή αυτή του αγώνα, με την συνέπεια που τη διέκρινε, κατάφερε να γνωστοποιήσει το ζήτημα, να ασκήσει κοινωνική πίεση δυσφημώντας το προφιλ της επιχείρησης ενώ ταυτόχρονα προκαλούσε μεγάλη οικονομική ζημιά. Έξω από το Banquet δημιουργήθηκε ένας ανοιχτός χώρος αγωνιστικής συνάντησης. Οι κουζίνες που έγιναν από έξω έσπασαν το μοτίβο της αντιπαράθεσης, ανοίγοντας νέους τρόπους αλληλεγγύης και κυκλοφορίας του αγώνα. Από εκεί και πέρα η αδυναμία να εμπλουτιστούν οι αποκλεισμοί με πιο δημιουργικές για τους συμμετέχοντες μορφές τις κατέστησαν βαρετές. Δεν αναζητήθηκαν άλλοι τρόποι αντιπαράθεσης, χωρίς φυσικά αυτό να αποτελεί ευθύνη του συγκεκριμένου αγώνα.

Αντιπαράθεση: Στις περισσότερες των περιπτώσεων που ένας αγώνας κινείται στα όρια της θεσμικής του διάστασης προκύπτουν στιγμές σύγκρουσης είτε με την εργοδοσία είτε με την κρατική καταστολή, είτε ακόμα και με άλλες μορφές τρομοκρατίας. Δε θεωρούμε ότι η βία είναι μαγική, ούτε ότι η βίαιη αντιπαράθεση είναι η λύση για όλα. Παρόλα αυτά, σε πρόσφατους αγώνες όπως με την Κ.Κούνεβα αλλά και με το Via Vai στην Αθήνα αναδείχθηκε μια διαφορετική πτυχή της απάντησης στη βία των αφεντικών.7

Σε ένα κατάστημα-κάτεργο όπως το Banquet, θα μπορούσε τουλάχιστον να συζητηθεί και αυτή η επιλογή, σε ένα επίπεδο τουλάχιστον απειλής κλεισίματος του μαγαζιού, όταν η επιθετική γραμμή της εργοδοσίας ήταν πλέον γεγονός. Η παθητική, οσιομαρτυρική στάση μας απέναντι στους μπράβους του Φιόρου και του Στοίβα –των αφεντικών του Banquet– που τραμπούκησαν μέλη της επιτροπής αλληλεγγύης, που μας κινηματογραφούσαν, μας πετούσαν αυγά και μας απειλούσαν, σίγουρα δε μας ωφέλησε σε κάτι. Πόσο μάλλον έδωσε πάτημα στα αφεντικά να έχουν την πρωτοβουλία των κινήσεων και να συνεχίσουν τη στρατηγική τους με τις μηνύσεις. Η βίαιη αντιπαράθεση δε νοείται στα πλαίσια της προσωπικής μας εκτόνωσης, για να πέσουμε στις προβοκατόρικες παγίδες των αφεντικών. Το θέμα είναι η αντιπαράθεση αυτή να έχει μία λογική στρατηγική που να δίνει την πρωτοβουλία των κινήσεων στους εργαζόμενους και να καταδείκνύει ότι δεν υπάρχουν μόνο τα νομικά τερτίπια, αλλά ότι η συλλογική αντιμετώπιση των προβλημάτων στους χώρους εργασίας μπορεί να εκφραστεί με πολλούς τρόπους από τους εργαζόμενους. Στα κρίσιμα αυτά ερωτήματα δεν μπορέσαμε να βρεθούμε σε μία πρόσωπο-με-πρόσωπο συζήτηση και εκτίμηση της κατάστασης με τους ίδιους τους εργαζόμενους. Ακόμα και αν καταλήγαμε σε ήπιες κινήσεις, το άνοιγμα της συζήτησης για πιθανές δράσεις όπως κατάληψη-αυτοδιαχείριση του μαγαζιού ή δυναμικός αποκλεισμός, μπορεί να έβαζαν νέα δεδομένα στις μεταξύ μας σχέσεις και ίσως να μας έδινε την πρωτοβουλία των κινήσεων.

Νίκη του αγώνα ή ήττα

Οι έννοιες «νίκη» ή «ήττα» είναι σχετικές, ανάλογα με το πως θέλει να βαφτίσει κανείς το αποτέλεσμα ενός αγώνα. Σίγουρα, η υλική νίκη είναι σημαντική για τους ίδιους τους εργαζόμενους ως άτομα, ώστε να πληρωθούν τα χρωστούμενα, να πάρουν τα ένσημα, να επαναπροσληφθούν. Παρόλα αυτά, κανείς άλλος δεν «κερδίζει» κάτι.

Είναι θετικό να υπάρχει μια υλική ή ηθική νίκη σε έναν αγώνα. Είναι σημαντικό για τα ίδια τα υποκείμενα που δίνουν συλλογικά μια μάχη με το ή τα αφεντικά τους να έχουν ένα καλό αποτέλεσμα και να μην συντριβούν ψυχικά και οικονομικά. Παρόλα αυτά, υπάρχουν και δυναμικοί αγώνες που ηττούνται και μάλλον οι περισσότεροι. Ειδικά στους καιρούς που ζούμε, δυστυχώς δε μπορούμε να μιλάμε για νίκες της εργατικής τάξης –αν κρίνουμε από τους πιο πρόσφατους μαζικούς αγώνες– αλλά για κάποιους «καλούς» συμβιβασμούς.

Το σημαντικό, λοιπόν, δεν είναι η συγκεκριμένη νίκη ή ήττα, αλλά η μορφή, το περιεχόμενο και η παρακαταθήκη που αφήνει ένας αγώνας. Να μπορούν οι εργαζόμενοι/ες συλλογικά να παίρνουν αποφάσεις και να πράττουν, να σπάνε τις μεταξύ τους εξουσίες, να στηρίζουν άλλους αγώνες ως αλληλέγγυοι/ες ώστε να δημιουργηθεί το υπόβαθρο για νέους αγώνες. Να μπορούν, δηλαδή οι εργαζόμενοι/ες να αποφασίζουν και να μην βρίσκονται έρμαιο των αφεντικών και των κομματικών ηγεσιών.

Αυτά όμως θα προκύψουν αν μέσα από τις διαδικασίες του αγώνα, δομηθούν άλλου τύπου σχέσεις και δημιουργηθεί μια άλλη αντίληψη για τις σχέσεις εξουσίας, την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, τα θέματα του φύλου και της φυλής. Αν εμπλουτιστεί δηλαδή ο αγώνας πέρα από θέματα που άπτονται καθαρά και μόνο των συγκεκριμένων οικονομικών διεκδικήσεων.

Επομένως, θεωρούμε χαμένη ευκαιρία για μας το ότι με τους εργαζόμενους του Banquet δεν έχουμε κανενός είδους σχέση, ωστόσο ελπίζουμε να τους δούμε να συμμετέχουν σε έναν επόμενο αγώνα.

Β’ μέρος

Ανίχνευση των αυτόνομων χαρακτηριστικών των αγώνων

Αγώνες με αυτόνομα χαρακτηριστικά –και όχι αυτόνομοι αγώνες– συμβαίνουν όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια, σε μία διαρκή μάχη με τα βαρίδια του παρελθόντος, όπως είναι οι κομματικές συνδικαλιστικές οργανώσεις (π.χ. ΠΑΣΚΕ, ΠΑΜΕ), με το γραφειοκρατικό συνδικαλισμό της ΓΣΕΕ και σε ένα περιβάλλον που καθιστά όλο και πιο δύσκολο την ανάπτυξη αγώνων με προοπτική πέρα από τις «παραδοσιακές» διεκδικήσεις. Δεν είναι εύκολο να διακρίνει κανείς ποιοι αγώνες είναι αυτόνομοι και ποιοι όχι, λόγω της σύγκρουσης με παραδοσιακές λογικές.

Τέτοιοι αγώνες –με αυτόνομα χαρακτηριστικά– θεωρούμε πως ήταν το κίνημα αλληλεγγύης στην Κ.Κούνεβα, ο αγώνας των αλλιεργάτων της Ν. Μηχανιώνας (Χειμώνας 2010), το Via Vai (Μάρτιος 2010), ο αγώνας για την επαναπρόσληψη του Ν. Παλαιστίδη στις εκδόσεις Άγρα, οι κινητοποιήσεις στη Wind7, αγώνες που έχουν δοθεί από τη ΣΒΕΟΔ στον κλάδο των courier, ο αγώνας των γιατρών στο Ζαγκλιβέρι (2005-2006 και έως και σήμερα) κ.τ.λ. Ως προς αυτές τις εμπειρίες, θεωρούμε χρήσιμη την ανάπτυξή τους και την παρουσίασή τους από όσους/όσες συμμετέχουν στους αγώνες αυτούς.

Σκοπός μας είναι να ανταλλάξουμε εμπειρίες αγώνα, να ανιχνεύσουμε τι προοπτικές υπάρχουν για ένα γενικότερο συντονισμό και επικοινωνία μεταξύ ανθρώπων με κοντινές αντιλήψεις. Πιο απλά, που το πάμε; Πώς δηλαδή αυτοί οι αγώνες θα κοινωνικοποιηθούν και θα κυκλοφορήσουν πραγματικά; Πώς, από το να αποτελούν απλά πόλους συσπείρωσης πολιτικοποιημένων, θα κατορθώσουν να απαντήσουν σε ανάγκες ευρύτερα των εργαζομένων και έτσι να δημιουργήσουν πιο διευρυμένες ρήξεις στα εργασιακά κάτεργα; Πώς η αλληλεγγύη θα μετατραπεί από αξία λίγων, σε αξία όλο και περισσότερων εκμεταλλευόμενων; Ουσιαστικά, πώς μπορεί να διαφανεί μια διαδικασία ρήξης που να ξεπερνάει την παγιωμένη κατάσταση του συνδικαλισμού και της κυρίαρχης μορφής αγώνων και να βάζει πιο ουσιαστικά χαρακτηριστικά ανάμεσά σε όσους αγωνίζονται; Τόσο υλικά, όσο και υπαρξιακά. Ως ένα άλλο μοντέλο ζωής που μπορεί να προκύψει μέσα από τους αγώνες.

Σε αυτή την κατεύθυνση η εμπειρία είναι χρήσιμος οδηγός. Όμως πρέπει να οραματιστούμε το παραπέρα. Τις δομές, τους τόπους συνάντησης, τις μορφές οργάνωσης, τις ριζοσπαστικές σχέσεις που μπορεί να αναδυθούν.

Τι σημαίνει όμως για μας αυτόνομος αγώνας;

Η κριτική μας τοποθέτηση στα παραπάνω αναδεικνύει το σκεπτικό μας όσον αφορά τα χαρακτηριστικά και τον τρόπο διεξαγωγής ενός τέτοιου αγώνα. Αδιαμεσολάβητος, έξω και ενάντια σε κομματικές λογικές, με αντιιεραρχικές και αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων, δίχως αντιπροσώπους και ειδήμονες, μέσα και ενάντια στη μισθωτή σκλαβιά. Ποια είναι η σημασία όλων αυτών; Θέλουμε να εστιάσουμε στη διαδικασία με την οποία κάποιος/κάποια αναλαμβάνει την ευθύνη να αγωνιστεί σε πρώτο πρόσωπο, συσχετιζόμενος/η με τους γύρω του/της, ώστε να επιδιώξει ένα κοινό όφελος για όλους, σε μια κατεύθυνση ενδυνάμωσης του ελέγχου πάνω στην εργασία του/της ή στη διακοπή αυτής (απεργία, σαμποτάζ, μείωση παραγωγικότητας). Αυτή η διαδικασία, όπως και πολλές άλλες, βοηθάει στην ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης, της συλλογικής, από-τα-κάτω επίγνωσης του ότι αποτελούμε μία κοινωνική τάξη με κοινή μοίρα (όχι απαραίτητα κοινά συμφέροντα), μέσα στον καταμερισμό ιεραρχιών και διαχωρισμών εντός της κοινωνίας. Η πράξη του αγώνα μετατρέπει αυτή την επίγνωση σε νέες πραγματικές σχέσεις που μπορούν να μετασχηματίσουν τις υπάρχουσες, να διερωτηθούν για το νόημα του να εργάζεσαι, για τις δυνατότητες των γνώσεων και των δεξιοτήτων μας σε μια κατεύθυνση εξόδου από την μισθωτή εργασία. Έτσι, συνοπτικά, αυτόνομος είναι ο αγώνας που προσδιορίζεται με βάση τις άμεσες, αδιαμεσολάβητες σχέσεις που προκύπτουν σε ένα εργασιακό περιβάλλον και τείνουν να το αρνηθούν, αρνούμενες τη διακοπή τους μετά το πέρας του αγώνα ή την ένταξή τους σε ένα «εξωτερικό» πολιτικό πρόγραμμα. Αυτόνομοι είναι οι κοινωνικοί αγώνες που μετατρέπονται σε πολιτικούς –θέτουν δηλαδή ζητήματα συνολικής κριτικής– από την ίδια και άμεση εμπειρία των αγωνιζόμενων και όχι από τους πολιτικούς σχηματισμούς που επιδιώκουν να τους καθοδηγήσουν. Η όποια λύση θα σχηματιστεί μέσα από τους αγώνες των από-κάτω και θα είναι συλλογική. Εμείς βάζουμε τους εαυτούς μας μέσα στη σχέση της εκμετάλλευσης και μας ενδιαφέρει το πώς θα σπάσουμε αυτή τη σχέση μαζί με τους γύρω μας. Για αυτό το λόγο, μιλάμε για διαδικασίες υποκειμενοποίησης, όπου τα υποκείμενα αναπτύσσουν σχέσεις, συναντιούνται και αλλάζουν μέσα από διάφορες πτυχές της ζωής και συντονίζονται.

Οι φιγούρες των αγκιτατόρων, των ειδικών που θα χαράξουν το σχέδιο και θα κινητοποιήσουν τις μάζες, μας προκαλούν συναισθήματα απέχθειας και θα βρεθούμε απέναντι σε τέτοιες λογικές. Η λογική της φωτισμένης πρωτοπορίας που θα δώσει τη λύση ανήκει στον προηγούμενο αιώνα. Όμως πολλές φορές, αν και την αρνούμαστε, την αναπαράγουμε γιατί, παρά την αλλοτρίωση που τη διέπει, έχει φανεί πως μπορεί να παράγει –σε θεαματικό επίπεδο– κοινωνικά νοήματα. Όμως στο τέλος, αντιλαμβανόμαστε ότι οι επιδιωκόμενες συνδέσεις με την κοινωνία ή με άλλα υποκείμενα δεν έχουν πραγματοποιηθεί ποτέ ή έχουν πραγματοποιηθεί διαμεσολαβημένα από το μηχανισμό πομπού-δέκτη. Έτσι, η αυτενέργεια, η ατομική επιλογή και η συνείδηση δίνουν την θέση τους στη διαρκή κίνηση των πολιτικοποιημένων, αναπαράγοντας έτσι το ρόλο του θεατή. Η αντίληψη της μη-διαμεσολάβησης, ή της μη-πρωτοπορίας χρειάζεται να αναπτυχθεί στο έδαφος, όσο δύσκολο και αν αυτό φαίνεται, της κοινής εμπειρίας των από κάτω. Στη δουλεία, στη γειτονία, στους κοινούς τόπους.

Αυτή η κατεύθυνση μπορεί να πάρει πολλές τροπές. Παλαιότερα οι Ιταλοί και Γάλλοι εργατιστές είχαν τη λογική της «εγκατάστασης». Έμπαινε δηλαδή ο πολιτικά στρατευμένος σε ένα εργοστασιακό πόστο και προσπαθούσε να δημιουργήσει διαδικασίες αγώνα, διερευνώντας ταυτόχρονα τις δυνατότητες που προέκυπταν. Αυτό βέβαια σε μια εποχή, που το μαζικό εργοστάσιο ήταν το επίκεντρο της καπιταλιστικής ανάπτυξης και της ζωής της πλειοψηφίας του προλεταριάτου. Σήμερα, στο πολυδιασπασμένο κοινωνικό εργοστάσιο και στην επισφαλή συνθήκη, μια τέτοια λογική μοιάζει πολύ δύσκολη έως αδύνατη. Και όμως κρίνοντας από το Banquet, κάτι τέτοιο, σε χώρους όπου εργάζονται πάνω από δέκα εργαζόμενοι είναι κάτι σχετικά εφικτό. Βέβαια, κάτι τέτοιο έχει από πίσω του τη λογική της «αόρατης επιτροπής». Προϋποθέτει την ύπαρξη μια οργάνωσης που ήδη χαράσσει στρατηγικές χωρίς τους ίδιους τους εργαζόμενους.

Από την άλλη, ο ρόλος των πολιτικών οργανώσεων δεν πρέπει να απαξιωθεί πλήρως. Ο ρόλος τους ως ερμηνευτές της πραγματικότητας και διακινητές της εμπειρίας μπορεί να αποτελέσει κλειδί στην άμεση κυκλοφορία και σύνδεση των αγώνων και των φαντασιακών, στη διάχυση της αξίας της αλληλεγγύης. Επίσης η πολιτική εμπειρία μπορεί να βοηθήσει σε κρίσιμες στιγμές ενός αγώνα (νομικά ζητήματα, σύγκρουσιακή αντιπαράθεση, διεύρυνση της αλληλεγγύης, οικονομική υποστήριξη) για το καλό φυσικά του αγώνα και όχι της πολιτικής οργάνωσης. Έτσι κρίνουμε πως είναι θεμιτό καταρχήν, όπου βρίσκεται και εργάζεται ο καθένας και η καθεμία που μοιράζεται ένα αυτόνομο σκεπτικό για τους αγώνες, να προσπαθεί να δημιουργεί συνδέσεις και ρήξεις εντός της εργασίας του. Εάν η άμεση αντιπαράθεση είναι αδύνατη, τότε η συνάντηση και η υποστήριξη αδιαμεσολάβητων διαδικασιών, όπως τα σωματεία βάσης, μπορούν με επιμονή να βοηθήσουν συνολικά στη διαμόρφωση μιας κουλτούρας οργάνωσης και αγώνα ανά κλάδο. Η πρόσφατη εμπειρία δείχνει πως ακόμα και αν το σωματείο βάσης δεν μπορεί να συγκροτηθεί, τότε τη «δουλειά» της δημιουργίας μιας κουλτούρας αγώνα μπορεί να την επωμιστεί η εργατική συλλογικότητα ή οι πρωτοβουλίες ατόμων που μοιράζονται αυτή την ανάγκη. Και τέλος, όπου αυτό είναι εφικτό, μπορεί κανείς να συμμετέχει σε ανοιχτές συνελεύσεις αγώνα-αλληλεγγύης, ώστε να επιδιώκει της σύνδεση με άλλα υποκείμενα και να μεταφέρει τον αγώνα στον άμεσο κοινωνικό του κύκλο, βάζοντας πιθανά ζητήματα που αφορούν το δικό του χώρο εργασίας, σε μια διαδικασία σύνδεσης και αλληλοϋποστήριξης.

Που συναντιόμαστε;

Ένα δύσκολο ερώτημα προς απάντηση είναι ο τόπος συνάντησης και συνεύρεσης των υποκειμένων. Παλαιότερα ήταν το εργοστάσιο και η γειτονιά, κοινότητες οι οποίες συγκροτούσαν αγώνες και οι οποίες σήμερα φαντάζουν μακρινές για μας. Σήμερα, οι τόποι συνάντησης είναι κατά βάση τόποι συνάντησης ατόμων και όχι συλλογικών ταυτοτήτων ή νοημάτων. Από τα καφέ και τα πάρκα μέχρι το internet και τα chat room, οι συναντήσεις διαμεσολαβούνται από το ατομικιστικό μοντέλο ζωής. Βέβαια υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Οι αντικουλτούρες βρίσκουν τους χώρους τους στις πόλεις, τα πανεπιστήμια εξακολουθούν να παράγουν μαζική κοινωνικοποίηση και να αποτελούν πόλους πολιτικοποίησης, οι πλατείες έχουν γίνει τα καταφύγια των ψηγμάτων συλλογικής ζωής, ενώ μοντέλα συλλογικής καθημερινότητας ξεπηδούν όλο και συχνότερα.

Ο εργασιακός χώρος, αν και ιδιωτικός, από την στιγμή που σε αυτόν συναντιούνται διαφορετικά υποκείμενα μεταξύ τους, έχει τα στοιχεία ενός δημόσιο χώρου. Μπορεί κανείς να κοινωνικοποιηθεί, να αναπτύξει σχέσεις και δεσμούς –ελπίζουμε όχι με το αφεντικό. Όμως όπως προαναφέραμε δεν πρόκειται για εκείνο το μαζικό χώρο, του εργοστασίου όπου η κοινωνικοποίηση του εργάτη μέσα από την κοινά βιωμένη πραγμοποίηση παρήγαγε ευκολότερα συλλογικά νοήματα άρνησης και αγώνα. Από την στιγμή που η πραγμοποίηση εξατομικεύεται και η θέαση του κόσμου μετατρέπεται σε αυστηρά προσωπική υπόθεση, οι συμπεριφορές που αναπτύσσονται είναι καθαρά ιδιωτικές –ο καθένας και τα προβλήματα του. Για να σπάσει αυτό απαιτείται τεράστια προσπάθεια και συχνά ο πολιτικοποιημένος κόσμος προτιμάει να συναντιέται με ανθρώπους που ήδη έχουν κάνει το βήμα της συλλογικής αντιμετώπισης των προβλημάτων. Η εμπειρία όμως έχει δείξει πως ακόμα και στο χώρο εργασίας μπορούν να εμφανιστούν ριζοσπαστικές μειοψηφίες, να βάζουν μπροστά το συλλογικό και να αποτελούν μια καλή μαγιά για να ξεπηδήσουν αγώνες. Η απογοήτευση και η απομόνωση, απόρροια της πολυδιάσπασης των χώρων εργασίας, μπορούν να σπάσουν μέσα από την διαδικασία σύνδεσης –το να νιώθουμε δηλαδή ότι αποτελούμε μέρος ευρύτερων αρνήσεων και το ότι οι αγώνες μας μπορούν να επηρεάζουν και άλλους.

Η γειτονία –ως η κοινότητα που συγκροτείται γύρω από την αναπαραγωγή– έχει επίσης την ίδια μοίρα. Εντοιχισμένα «ατομικά» προβλήματα, συγκαλυμμένη βία, συναντήσεις διαχειριστικές, διεκπεραιωτικές και όχι ουσιαστικές (βλ. συνελεύσεις πολυκατοικίας, σύλλογοι γονέων κ.τ.λ). Επίσης σε πολλές περιπτώσεις, κατά το ελληνικό φαινόμενο, η ίδια η εκμετάλλευση διαπερνάται άμεσα από σχέσεις συγγένειας που καθιστούν δυσκολότερες τις αρνήσεις και δημιουργούν το φαινόμενο της αλληλοδιαπλοκής οικογενειακού θεσμού και εργασιακού περιβάλλοντος. Ακόμα και αν θέλει κανείς να ξεφύγει από αυτό το πλέγμα στο οποίο συγκροτούνται οι δημόσιες σχέσεις (σε καφετέριες, τοπικά μαγαζιά κ.τ.λ.), έχει να συναντήσει ένα ολόκληρο μοντέλο κοινωνικοποίησης εντός του οποίου η αλληλεξάρτηση των επιμέρους συμφερόντων παραμένει θολή και εμποτισμένη με αρκετή δόση συντηρητισμού και «αόρατης» εκμετάλλευσης. Το μοντέλο αυτό κυριαρχεί στις ελληνικές πόλεις και ιδιαίτερα στις γειτονιές.

Αντιθέτως, στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπου η έννοια της γειτονιάς έχει αποσαθρωθεί πλήρως, τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα. Στην άβυσσο της εκμετάλλευσης, ανάμεσα σε πολυεθνικές, μεγάλα καταστήματα, πολυτελή μαγαζιά, μπαρ, εστιατόρια, ξενοδοχεία, αλλά και στις οργανωμένες μαφίες, την πορνεία και το εμπόριο θανάτου, οι μόνες κοινότητες που έχουν συγκροτηθεί δημόσια είναι αυτές των ριζοσπαστικοποιημένων μειοψηφιών (ή των αμυνόμενων μειονοτήτων). Δεν είναι τυχαίο που στο χάος των διαλυμένων συλλογικών ταυτοτήτων τα τελευταία τριάντα χρόνια, η συγκρότηση της αντίστασης πραγματώθηκε μέσα από την ταυτότητα του πολιτικοποιημένου ριζοσπάστη, αναρχικού, αντιεξουσιαστή, ακροαριστερού και συνήθως νέου σε ηλικία. Επίσης δεν είναι τυχαίο που αυτή η ταυτότητα συναντήθηκε και κοινωνικοποιήθηκε με νέους, μαθητές, φοιτητές και εργαζόμενους, τα τελευταία 2 χρόνια μετά το Δεκέμβρη, αφού αποτέλεσε την μόνη πρόταση ορατής αντίστασης και αγώνα. Η ταυτότητα του νεαρού ριζοσπάστη, που συγκροτείται στο διάχυτο εργοστάσιο και μπλοκάρει κατά βάση την κυκλοφορία των εμπορευμάτων και των καπιταλιστικών προσταγών σαμποτάροντας τη δημόσια τάξη, αποδείχθηκε με την σειρά της μερική. Στην κρίσιμη στιγμή που διανύουμε για τα συλλογικά κεκτημένα του παρελθόντος, αδυνατεί να απαντήσει και να μπλοκάρει την αναδιάρθρωση, μπλοκάροντας την παραγωγή με μαζικό τρόπο. Η αδυναμία αυτή έγκειται στο ότι δε μπόρεσε να επηρεάσει και να διεισδύσει σε φιγούρες (ίσως παρελθοντικές) ή να πιέσει δομές τέτοιες που να καθιστούν το μπλοκάρισμα των πάντων εφικτό –αν και το προσπάθησε, όπως στην κατάληψη της ΓΣΕΕ κατά τον εξεγερμένο Δεκέμβρη. Μένει λοιπόν να γεννήσει τις νέες δυνατότητες, είτε οργανωτικές είτε νοηματικές, στοχεύοντας στην καρδιά του κτήνους, την εξάρτησή μας δηλαδή από τη μισθωτή εργασία.

Από την άλλη, εδώ και κάποια χρόνια, πολιτικοποιημένοι κατά βάση άνθρωποι προσπαθούν να συγκροτήσουν ξανά τις έννοιες της κοινότητας με βάση τη γειτονία, με όχι κατ’ ανάγκη άμεση σχέση με τα εργασιακά ζητήματα. Αυτές οι απόπειρες δούλεψαν, συγκρότησαν μια ελάχιστη βάση συλλογικοποίησης και φάνηκε ότι στάθηκαν ικανές να δημιουργήσουν δεσμούς που σε ένα περιβάλλον ανάπτυξης των αγώνων κατάφεραν να δράσουν υποστηρικτικά, όπως π.χ. το Δεκέμβρη και το κίνημα αλληλεγγύης στην Κ. Κούνεβα. Θεωρούμε πως η στροφή στο τοπικό, στο χώρο όπου συναντιέται η εκτός εργασιακού χρόνου κοινή ζωή, επιτρέπει να σχηματιστούν δεσμοί και σχέσεις που να δημιουργούν ευνοϊκό περιβάλλον τόσο για τη σύνδεση των αγώνων και για την άμεση υποστήριξη τους, όσο και για το άνοιγμα ζητημάτων που σχετίζονται με την εργασία αλλά και με συνολικά θέματα που προκύπτουν από τη ζωή μέσα στον καπιταλισμό. Υγεία, ασφάλιση, κατανάλωση, μέσα διαβίωσης, στέγαση, πολιτισμός.

Το είπαμε και παραπάνω: ένας αγώνας είναι προνομιακό πεδίο για τη συνάντηση των υποκειμένων που θέλουν να αγωνιστούν, ποιες είναι όμως οι διεργασίες που θα βάλουν περισσότερο κόσμο σε κίνηση; Ποιοι θα είναι οι τόποι συνάντησης; Πώς μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την υπάρχουσα εμπειρία, τις υπάρχουσες δομές για να δημιουργήσουμε αγώνες ή έστω να δράσουμε υποστηρικτικά προς αυτούς;

Ποιες τελικά είναι οι μορφές οργάνωσης που θα καταστήσουν την αυτενέργεια και τη συλλογικότητα ικανές να παράγουν πολιτική από τα κάτω, όχι μόνο για την ικανοποίηση των άμεσων υλικών ζητημάτων αλλά για το μετασχηματισμό της ίδιας μας της ζωής;

Υπήρξαν ιστορικά παραδείγματα όπως οι Wobblies, τα εργοστασιακά συμβούλια, η ιταλική αυτονομία που κατάφεραν να απαντήσουν τέτοια ερωτήματα με αρκετά πετυχημένο τρόπο. Όλα αυτά σήμερα φαντάζουν ξεπερασμένα, φαίνεται να ανήκουν στο χρονοντούλαπο της παγκόσμιας κινηματικής ιστορίας, όμως έχουν κάτι κοινό: την κοινή μοίρα αυτών των ανθρώπων που αγωνίστηκαν μέσα αλλά και πέρα από τη μισθωτή εργασία. Είναι παραδείγματα οργάνωσης των εργατών/τριών που έθεταν ζητήματα γύρω από το φάσμα ολόκληρης της ζωής, έστηναν δομές αλληλεγγύης, δημιουργούσαν αγωνιστική κουλτούρα και έφεραν μέσα τους ένα διαφορετικό πολιτισμό. Άλλωστε, οι σχέσεις, οι συνειδήσεις, ο τρόπος σκέψης των ανθρώπων δεν αλλάζει σε μια στιγμή αλλά μέσα από συλλογικές διαδικασίες, που χτίζουν το «εμείς», που απαντούν σε κοινές ανάγκες και ζητήματα και επιτίθενται στις εξουσιαστικές σχέσεις.

1. Το Cafe la Rage ειναι τόπος συνάντησης και αυτοοργάνωσης επισφαλών, ανέργων, «μαύρων», εργατριών και εργατών, http://cafelarage.blogspot.com/

2. Η εκδήλωση έγινε στις 25 Νοεμβρίου 2010 στην κατάληψη Φάμπρικα  – Υφανέτ.

3.  Ο εργαζόμενος των εκδόσεων ΑΓΡΑ Ντίνος Παλαιστίδης, κάνοντας χρήση του δικαιώματος του να καταφύγει στην επιθεώρηση εργασίας, για να διεκδικήσει την διευθέτηση ζητημάτων που αφορούσαν τις συνθήκες εργασίας, ως απάντηση από τον ιδιοκτήτη Πετσόπουλο λαμβάνει την απόλυσή του. Ο Ντίνος Παλαιστίδης, με έναν αγώνα που διαρκεί πάνω από ενάμιση μήνα (Ιανουάριος – Μάρτιος 2010) διεκδικεί μαζί με τους υπόλοιπους συναδέλφους του στις εκδόσεις ΑΓΡΑ και το σύλλογο βιβλίου χάρτου, με απεργίες και συγκεντρώσεις έξω από τις εκδόσεις, παρεμβάσεις σε άλλα βιβλιοπωλεία κ.λ.π. την επαναπρόσληψή του. Στο πλευρό του βρέθηκαν από την πρώτη στιγμή δεκάδες εργατικά σωματεία, εργατικές και πολιτικές συλλογικότητες, απλοί εργαζόμενοι. Όλο αυτό το κύμα αλληλεγγύης και διαμαρτυρίας θορύβησε το αφεντικό των εκδόσεων ΑΓΡΑΣ, οδηγώντας το σε σπασμωδικές κινήσεις με χαρακτηριστικό το μάζεμα υπογραφών από ανθρώπους των «γραμμάτων και των τεχνών», με το οποίο υποστήριζαν δημόσια την απόλυση του Παλαιστίδη διατρανώνοντας παράλληλα το μέγεθος της προσωπικής τους ξεφτίλας…

4. Η Κάρμεν, μέλος του σωματείου σερβιτόρων μαγείρων απολύθηκε από το αφεντικό της αλυσίδας καφετεριών VIA VAI στην Αθήνα. Η εργαζόμενη απαίτησε να της καταβληθούν τα δεδουλευμένα, τα ένσημα και η αποζημίωση, ενώ ο εργοδότης εμφανίστηκε προκλητικός και απειλητικός, δε δίστασε να επιδείξει μέχρι και όπλο. Την επόμενη μέρα 24 Μάρτη, η Κάρμεν δέχθηκε επίθεση από αγνώστους την ώρα που κατευθύνονταν σπίτι της. Τη χτύπησαν βάναυσα στο κεφάλι και την εγκατέλειψαν αιμόφυρτη και λιπόθυμη στην είσοδο του σπιτιού της. Τις επόμενες μέρες θα πραγματοποιηθούν από το σωματείο σερβιτόρων μαγείρων και από αλληλέγγυους αποκλεισμοί και παρεμβάσεις σε καταστήματα της VIA VAI καθώς και μαχητική πορεία στις 30 Μαρτίου, που έφεραν ως αποτέλεσμα μια πρώτη νίκη, καθώς το αφεντικό κατάβαλε τα δεδουλευμένα και την αποζημίωση.

5. Στις 3 Ιανουαρίου του 2010 οι αλιεργάτες της Μηχανιώνας (στη συντριπτική τους πλειοψηφία αιγυπτιακής καταγωγής), ξεκίνησαν απεργία διαρκείας . Η αφορμή δόθηκε μετά την απόφαση των πλοιοκτητών, με το γνωστό πρόσχημα της οικονομικής κρίσης, να μειώσουν τους μισθούς κατά 60%, και να διακόψουν το δώρο των Χριστουγέννων. Οι περίπου 150 Αιγύπτιοι αλιεργάτες  αρνήθηκαν να συνεχίσουν να δουλεύουν κάτω από τις ίδιες συνθήκες και προχώρησαν σε απεργία καθώς και σε αποκλεισμό της ιχθυόσκαλας. Από την πρώτη στιγμή των κινητοποιήσεων, οι πλοιοκτήτες χρησιμοποιούν όλα τα μέσα για να καταστείλουν τον αγώνα των αλιεργατών. Η απεργία έληξε τον Απρίλιο. Για περισσότερα επισκεφθείτε: http://solidarityaliergates.blogspot.com/

6. Το διάστημα που εξελίσσονταν ο αγώνας στο banquet,  εργαζόμενοι/ες σε δύο ακόμα χώρους της βιομηχανίας του επισιτισμού και της διασκέδασης στάθηκαν απέναντι στα αφεντικά τους. Στον Καφεναί με καταγγελίες από 15 εργαζόμενους/ες για απλήρωτες υπερωρίες, μη καταβολή ενσήμων κ.α. και στο Barθelonica με μια μορφή άτυπης «αυτοδιαχείρισης» όπου οι εργαζόμενοι για να μη βρεθούν άνεργοι μέσα στο καλοκαίρι, εφόσον η εργοδοσία επεδίωκε το κλείσιμο του μαγαζιού και την επαναπρόσληψη με διαφορετικούς όρους μερικών εξ αυτών, αποφάσισαν να κρατήσουν μόνοι τους το μαγαζί προσαρμόζοντας τις τιμές σε όσους/ες στέκονταν αλληλέγγυοι/ες.

7. Για παράδειγμα, το κίνημα αλληλεγγύης στην Κ. Κούνεβα –τέλη Δεκέμβρη 08 με Γενάρη 09– χρησιμοποίησε ένα μεγάλο εύρος πρακτικών, έχοντας φυσικά και ως υπόβαθρο την εξεγερτική βία του Δεκέμβρη. Από καταλήψεις σταθμών του ΗΣΑΠ, δολιοφθορές σε σταθμούς του ηλεκτρικού, επιθέσεις και καταστροφές σε γραφεία υπενοικίασης εργαζομένων καθώς και στην εργολαβική εταιρία ΟΙΚΟΜΕΤ, στην οποία δούλευε η Κούνεβα, μέχρι καταλήψεις πανεπιστημιακών κτιρίων και δυναμικές διαδηλώσεις. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν και διάφορες επιθετικές κινήσεις σε καταστήματα Via Vai. Βέβαια και στις δύο περιπτώσεις είχε προηγηθεί ένα ακραίο ανέβασμα του πήχη της βίας από τη μεριά των αφεντικών. Βιτριόλι στην Κωνσταντίνα και σωματική βία από μπράβους στην Κάρμεν –εργαζόμενη στο Via Vai– καθώς και επίδειξη όπλου σε άτομα του σωματείου σερβιτόρων μαγείρων.

8. Από το 2007, το Πανελλήνιο Σωματείο Εργαζομένων ΤΙΜ HELLAS (Wind), έχει δημιουργήσει μια συνεπή και διαρκή διαδικασία αγώνα στην οποία συμμετέχουν  οργανικά πολλοί εργαζόμενοι/ες και η οποία διεκδικεί πάντοτε το κοινωνικό της άπλωμα. Απεργίες ενάντια σε απολύσεις (και όχι μόνο), αποκλεισμοί μαγαζιών, στήριξη άλλων αγώνων κ.τ.λ.

Written by factoryfanet

Ιουνίου 14, 2011 at 12:07 μμ

Αναρτήθηκε στις 02 τεύχος, εργασία

Πάλι εθνική ενότητα;

leave a comment »

να ξεθάψουμε το τσεκούρι του ταξικού-κοινωνικού πολέμου!

του cafe la rage

Εδώ και μια 20ετία η ιδεολογία του “ο καθένας για την πάρτυ του” και του “όλοι μαζί ενάντια στους Άλλους” χαρακτήρισε την τροπή των κοινωνικών σχέσεων μέσα στην ελληνική κοινωνία. Η σύντομη δεκαετία (’80) του ελληνικού πασοκικού κράτους-πρόνοιας ανασυγκρότησε ουσιαστικά τον πυρήνα του σύγχρονου πελατειακού κράτους: Υπερμεγέθης δημόσιος τομέας – σφιχταγκάλιασμα και έλεγχος του συνδικαλισμού – κομματική διαχείριση των κοινωνικών αντιστάσεων.

Αυτό που ακολούθησε στη δεκαετία του ’90, ως η ελληνική εκδοχή του νεοφιλελευθερισμού, ήταν η σταδιακή απορύθμιση της κρατικής πρόνοιας και η προσπάθεια ιδιωτικοποίησης πολλών δημόσιων οργανισμών. Ταυτόχρονα η αναπτυξιακή πορεία της χώρας βρήκε πρόσφορο έδαφος στην υποτιμημένη εργασία των βαλκάνιων προλετάριων είτε των μεταναστών είτε των εργατών σε ελληνικές επιχειρήσεις στα Βαλκάνια. Το ελληνικό κεφάλαιο, εκείνη την περίοδο, διακρίνεται για τις επεκτατικές του βλέψεις. Συνακόλουθα, ο εθνικιστικός παροξυσμός (βλ. μακεδονικά συλλαλητήρια) και η ιδεολογία του “εμείς έχουμε το πάνω χέρι” αναπλάθει τα συλλογικά φαντασιακά σε μια κατεύθυνση διαίρεσης του κόσμου της εργασίας και διαρκούς υποτίμησης της εργασίας των ξένων εργατών.

Το μπουμ της κατανάλωσης προτύπων και τρόπων ζωής δημιουργεί την αίσθηση στους ντόπιους εργαζόμενους πως «τίποτα δεν θα ξαναείναι όπως παλιά». Στο εξής  οι αγώνες με επίκεντρο την εργασία γίνονται αντιληπτοί ως αμυντικοί, μεταθέτοντας το ζητούμενο των νεοφιλελεύθερων αναδιαρθρώσεων στο μέλλον. Ο κερδισμένος χρόνος από αυτούς τους αγώνες δεν αντικατοπτρίζεται σε μια διεύρυνση της ταξικής αλληλεγγύης ή των πεδίων αγώνα. Αντίθετα τα κεκτημένα αρχίζουν να «ξεχνιούνται» εύκολα όταν μπορεί κανείς να εξασφαλιστεί (για πόσο;) με χρηματιστηριακό τζόγο και δάνεια, δάνεια, δάνεια… υποθηκεύοντας με αυτόν τον τρόπο την μελλοντική του εργασία. Η τροπή αυτή των κοινωνικών σχέσεων, βάζει στο επίκεντρο όχι απλά το «βόλεμα», όπως την δεκαετία του ’80, αλλά την ατομική ανέλιξη με κάθε δυνατό τρόπο και κυρίως μέσα από τον γρήγορο πλουτισμό.

Η «ισχυρή ελλάδα» αβαντάρει πλέον την ιδεολογία της  ασφάλειας ως κεντρική, αυτό που γίνεται κατανοητό ως το «επίπεδο της ζωής μας» πρέπει να διαφυλαχτεί πάση θυσία με όρους πολέμου χαμηλής έντασης. Σε αυτό το πνεύμα η εγληματοποίηση των μεταναστών προσαρμόζει τις ατομικές φοβίες σε ζητήματα δημόσιας τάξης και ασφάλειας ενώ διατηρεί μέσω του ρατσισμού τις αναγκαίες εκείνες συνθήκες για την διαρκή υποτίμησή τους. Η κατανάλωση «τρόπων ζωής» και «εθνική ισχύος» έφτασε στην κορύφωσή της το 2004 – χρονιά που τα εθνικιστικά φαντασιακά γιόρτασαν την συσσωρευμένη ξεφτίλα τους κυνηγώντας και σκοτώνοντας μετανάστες με μαζικά πογκρόμ έπειτα από τον ποδοσφαιρικό αγώνα ελλάδας-αλβανίας. Κάπου εκεί, με την τελετή λήξης των ολυμπιακών αγώνων, όταν έσβησαν τα φώτα και  σταμάτησαν τα όργανα, το μόνο που  απόμεινε ήταν η μπόχα της συλλογικής ταξικής μας ήττας.

Όλα αυτά τα χρόνια οι αγώνες είχαν αποσπασματικά χαρακτηριστηκά και ενώ καταφέρνανε κάποιο μπλοκάρισμα στην αναδιάρθρωση δεν μπορούσαν να απαντήσουν παράλληλα σε ζητήματα ενότητας της τάξης. Χαρακτηριστική είναι η απεργία των δασκάλων που προηγήθηκε του φοιτητικού κινήματος (2007) αλλά δεν μπόρεσε να συναντηθεί με αυτό. Επίσης ο κάθετος τρόπος οργάνωσης  και ο χαρακτήρας του κομματικοποιημένου συνδικαλισμού περιθωριοποιούσε ή αποθάρρυνε τις όποιες προσπάθειες αυτόνομων αγώνων. Ο γραφειοκρατικός συνδικαλισμός φέρει μέσα του ένα βαθύ συντεχνιασμό που δεν αναγνωρίζει παρά καθαρά οικονομικά κίνητρα στους αγώνες καθότι τα υπόλοιπα «πολιτικά» ζητήματα είναι δουλειά των κομμάτων και των συμφερόντων που εκφράζει το καθένα μέσα στο συνδικαλισμό. Όμως αυτό το συνδικαλιστικό μοντέλο – ικανό μεν να έχει δημόσια παρουσία στο βαθμό που απειλείται η «πελατεία» του – σταδιακά διέρχεται από όλο και μεγαλύτερη κρίση γιατί στην πραγματικότητα δεν εκπροσωπεί παρά ένα περιορισμένο κομμάτι της τάξης ακόμα και για το οποίο δεν μπορεί να εγγυηθεί σήμερα τίποτα. Η επισφαλειοποίηση της εργασίας και τα νέα υποκείμενα που δημιουργούνται όχι απλά δεν εκπροσωπούνται αλλά η ίδια η μορφή της εργασίας αλλάζει το περιεχόμενο των ζητημάτων που σου τίθενται καθώς διαρρηγνύονται συνολικά παγιωμένες κοινωνικές δομές συντήρησης και αναπαραγωγής της εργασίας. Η μετανάστευση (μαύρη-παράνομη μετακινούμενη εργασία) σαν ακραία περίπτωση επισφάλειας μπορεί να προεικάσει τον μετασχηματισμό των εργασιακών σχέσεων για όλο και διευρυνόμενα κομμάτια της κοινωνίας, κυρίως νέων και ιδιαίτερα γυναικών.

Στα μέσα της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα οι υποθηκευμένοι στα όνειρα των γονιών τους νέοι και νέες συνειδητοποίησαν  πως η ιδεολογία της διαρκούς υπερτίμησης τους -μέσω της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης- κατέρρεε. Εκεί που πολλοί και πολλές φώναζαν για τα πτυχία τους (φοιτητικά 2006-2007) άλλοι και άλλες προετοιμάζονταν να συναντηθούν με τους πλέον υποτιμημένους της εργατικής τάξης (μετανάστες, επισφαλείς εργαζόμενους/ες) έχοντας ως συνείδηση πως ή θα αγωνιστούμε όλοι μαζί ή θα χάσουμε όλοι μαζί. Η “γενιά που θα ζήσει χειρότερα από τις άλλες” μέχρι πρόσφατα στην πλειοψηφία της είχε τις πλάτες του άτυπου ή και τυπικού οικογενειακού κράτους-πρόνοιας. Η αθέτηση της υπόσχεσης κοινωνικής ανέλιξης την ανάγκασε να ζήσει το πρώτο το σοκ της απότομης υποτίμησής της, το δεύτερο ήταν στροφή του αστυνομικού όπλου πάνω της (Δεκεμβριανά 2008) – μια πρώτη υπόσχεση βίαιης τροπής στην διαχείριση της κοινωνικής απειθαρχίας η οποία ευτυχώς όχι μόνο δεν έμεινε αναπάντητη αλλά άφησε πίσω της μια πλούσια σε εμπειρίες αγώνα παρακαταθήκη η οποία δημιούργησε στους δρόμους μια προλεταριακή σφαίρα έξω από και ενάντια στο κράτος και το κεφάλαιο.  Το τρίτο σοκ θα είναι η κατάρρευση του οικογενειακού κράτους συντήρησης του άνεργου πληθυσμού και της ιδεολογίας του “εγώ κάπως θα την βολέψω”. Και αυτό δεν φαντάζει πολύ μακρινό.

Για ακόμα μια φορά λοιπόν ο κυρίαρχος λόγος ζητά από τον καθένα να αυτοϋποτιμηθεί, αφού θα πρέπει πρώτα να έχει υποτιμήσει την νοημοσύνη του.

Ο νέος ιδεολογικός βόθρος «για το ξεπέρασμα της κρίσης» αποτελεί ένα μίγμα εθελοντισμού, χριστιανικής θυσίας και τηλεοπτικής αυτοϊκανοποίησης. Για άλλη μια φορά επιχειρείται να κατασκευαστεί εκείνη η ταξική συμμαχία κράτους – αφεντικών και κοινωνίας – βλ. εθνική ενότητα- σε μια εποχή που μόνο τα αφεντικά μπορούν να βγουν κερδισμένα. Γιατί αυτή την φορά τα αφεντικά δεν έχουν να πουλήσουν καμία θετική ιδεολογία – ούτε πράσινα άλογα ούτε καταναλωτικά δάνεια ούτε εθνικιστικές μεγαφιέστες- το μόνο που πουλάνε είναι ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ και όπως οι μαφιόζοι ξέρουν να την πουλάνε καλά!

Παρόλ’ αυτά, μέσα στο ζόφο της καθημερινής ζωής ξεπηδούν αντιστάσεις έξω από την συνδικαλιστική – κομματική γραφειοκρατία και εναντίον της. Στο έδαφος της διαρκούς υποτίμησης μας συναντιόμαστε σε αγώνες ενάντια στην βία των αφεντικών, συναντιόμαστε με τους ξένους εργάτες που αγωνίζονται ενάντια στα μέτρα πειθάρχησής τους, συναντιόμαστε στους δρόμους, στο μπλοκάρισμα της μητρόπολης, στις καταλήψεις και τα αυτοοργανωμένα εγχειρήματα. Έχοντας στο μυαλό και στην καρδιά μας τον Δεκέμβρη και την δύναμη που αποκτούμε όταν ξεπερνάμε τους διαχωρισμούς και τις θεσμισμένες ταυτότητες, όταν κινούμαστε μαζικά και συγκρουσιακά, γνωρίζουμε πλέον πως τα σπέρματα ενός άλλου κόσμου είναι ήδη εδώ. Στις αμεσοδημοκρατικές και αυτοοργανωμένες διαδικασίες, στην απαλλοτρίωση των σχέσεων και των χώρων της μητρόπολης, στη συλλογική δράση που διαρρηγνύει τους ατομικιστικούς τρόπους ζωής, στη άρνηση κάθε εκπροσώπησης και διαμεσολάβησης.

……..για να βγούμε από τη δικά μας κρίση απαιτείται η όξυνση και η γενίκευση όλων αυτών των εμπειριών αγώνα.

Cafe La Rage : τόπος συνάντησης, αυτοοργάνωσης και αυτομόρφωσης επισφαλών, ανέργων, «μαύρων» εργατριών και εργατών. Κάθε βδομάδα στην κατάληψη Φάμπρικα Υφανέτ http://cafelarage.blogspot.com/

Written by factoryfanet

Ιουλίου 2, 2010 at 3:50 μμ

Αναρτήθηκε στις 01 τεύχος, εργασία

Τέλος σεζόν, άρχισαν οι εκπτώσεις

leave a comment »

Written by factoryfanet

Ιουλίου 1, 2010 at 1:18 μμ

Αναρτήθηκε στις 01 τεύχος, εργασία, κρίση