Factory

επιθεώρηση για τους μητροπολιτικούς ανταγωνισμούς

Archive for the ‘κρίση’ Category

Εργασιακή – Ενεργειακή Κρίση, γιατί συμβαίνει αυτό που συμβαίνει

with one comment

Ο τομέας της ενέργειας αλλάζει με δραματικούς ρυθμούς τα τελευταία χρόνια σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι σκόρπιες ειδήσεις που ακούμε για επανεμφάνιση της πυρηνικής ενέργειας, για το τέλος του πετρελαίου, καθώς και για καινούργια φρούτα όπως τα βιοκαύσιμα, τα φωτοβολταϊκά στις ταράτσες και άλλα τέτοια, είναι στοιχεία αυτών των αλλαγών. Οι αλλαγές αυτές, όντας συγκεχυμένες και αποκομμένες από τη ζωή μας, συνιστούν μία θολή και ακατανόητη εικόνα που αρχικά μοιάζει με ένα χάος. Πίσω όμως από αυτό το χάος υπάρχουν συγκεκριμένες διαδικασίες οι οποίες λαμβάνουν χώρα από τις οποίες, αν αφαιρεθούν τα πέπλα της κυρίαρχης προπαγάνδας (δες «πράσινη ανάπτυξη») καθώς και τα ιδεολογήματα του ατομικισμού και της παραίτησης, φανερώνονται πιο καθαρά η αρχή, η μέση και το τέλος τους. Μιλάμε για την αρχή, την μέση και το τέλος μίας διαδικασίας που μας αφορά και μας επηρεάζει, καθώς είναι μέρος της βασικής αυτής έννοιας του κοινωνικού ανταγωνισμού που καθορίζει την πορεία της κρίσης1 του καπιταλιστικού συστήματος την οποία βιώνουμε.

Ο ενεργειακός τομέας αλλάζει μαζί με το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα του οποίου αποτελεί μέρος. Οι παράγοντες που το επηρεάζουν είναι πολλαπλοί, πολιτικοί, οικονομικοί, κοινωνικοί, και αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Για να γίνουμε λίγο περισσότερο συγκεκριμένοι σε κάτι που θα αναλύσουμε με μεγαλύτερη λεπτομέρεια παρακάτω, θα προσθέσουμε εδώ ότι για εμάς ο ενεργειακός τομέας επηρεάζει και επηρεάζεται από ένα συνδυασμό παραγόντων αλληλεπίδρασης α) στις εργασιακές σχέσεις και στις ανάγκες που αυτές θέτουν (π.χ. η επισφαλειοποίηση των ζωών μας, ο έλεγχος της μετανάστευσης), β) στις περιφράξεις των φυσικών πόρων και στις σχετικές πολιτικές καταλήστευσης που εφαρμόζονται από την κυριαρχία (π.χ. οι νέες περιφράξεις στον αέρα και στον ήλιο, το land grabbing2) και γ) στα οικολογικά όρια του πλανήτη (κλιματική αλλαγή, εξάντληση φυσικών πόρων). Όλες αυτές οι ιστορικές αλλαγές θεωρούμε ότι συμβαίνουν σε πραγματικό χρόνο και χώρο και ότι το αποτέλεσμά τους είναι αβέβαιο: θα κριθεί από την ποιοτική έκβαση των αγώνων που αναδύονται και θα αναδυθούν. Καταρχάς, πρόθεσή μας είναι να τοποθετήσουμε στο επίκεντρο της συζήτησης που θα ακολουθήσει τους κοινωνικούς-περιβαλλοντικούς αγώνες. Για να γίνει όμως αυτό είναι σκόπιμο να αντιπαρατεθούμε με δύο βασικά ψέματα που λειτουργούν ως εργαλεία αποπροσανατολισμού από την πλευρά της κυριαρχίας. Αυτά είναι 1) ο αποκαλυπτισμός και 2) η πράσινη ανάπτυξη.

Kριτική στον αποκαλυπτικισμό

Ο αποκαλυπτισμός είναι μία τάση της εποχής, η οποία κοινωνικά ευδοκιμεί και προωθείται τόσο από μία πλευρά του οικολογικού κινήματος όσο και από μια μερίδα των τεχνοκρατών-απολογητών του συστήματος που αναζητούν τεχνολογικές λύσεις στην παρούσα κρίση. Ο αποκαλυπτισμός χαρακτηρίζεται από μία νοοτροπία που βλέπει την οικολογική καταστροφή σαν έναν «εξωτερικό παράγοντα» που ως «η φύση που εκδικείται» θα έρθει να σαρώσει την ανθρωπότητα (και ίσως τον καπιταλισμό μαζί ως δια μαγείας!).3 Η τάση αυτή εκφράζεται μέσα από κινδυνολογικά σενάρια που τονίζουν ότι «το τέλος πλησιάζει», «το πετρέλαιο τελειώνει», «οι κλιματικοί πρόσφυγες4 θα μας κατακλύσουν» και δίνουν το στίγμα ότι κάτι αλλάζει αλλά δεν μπορούν να αναγνώσουν τι είναι αυτό που συμβαίνει. Χάνουν έτσι τις κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις του ζητήματος και επαφύονται στις λύσεις που δίνει η αδιαμφισβήτητη αλήθεια της «αντικειμενικής» επιστήμης. Η αποδοχή του επιστημονισμού, όμως, είναι ένα βήμα πριν από την αποδοχή των επιταγών της κυριαρχίας, η οποία, αφού αυθαίρετα ορθολογικοποιεί, μετά κατασκευάζει τα σενάρια που χωρούν στην αλήθεια της. Παράλληλα δεν πρέπει να ξεχνάμε ένα επιπλέον στοιχείο που συμβαδίζει με τον αποκαλυπτισμό, είναι αυτό της κατασκευή της σπάνης. Σύμφωνα με τον Caffentzis (2010), κατά την ιστορία του καπιταλισμού έχουν κατασκευαστεί χιλιάδες καταστάσεις σπάνης με σκοπό την αναδιάρθρωση της εργασίας και την επίτευξη του κέρδους.

Ειδικότερα στην περίπτωση της εξάντλησης του πετρελαίου, αφθονούν τα σενάρια του λεγόμενου peak oil5 τα οποία, βασιζόμενα στην υπέρτατη αλήθεια των μαθηματικών της καμπύλης Χάμπερτ6, προσπαθούν να προβλέψουν αν το τέλος του πετρελαίου θα φτάσει το 2012, το 2020 ή το 2050. Αυτά τα σενάρια αφήνουν εντελώς απ’ έξω την κοινωνία και την αντιμετωπίζουν στην καλύτερη περίπτωση ως ένα παθητικό καταναλωτή. Σύμφωνα με τη λογική τους, η φύση και οι πόροι της φαίνεται να είναι ξεχωριστοί και αποκομμένοι από το κεφάλαιο. Είναι απλά πρώτες ύλες. Όλες αυτές οι καμπύλες εξάντλησης που αφορούν π.χ. το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, μοιάζουν σα να καταβροχθίζονται από μία μαύρη τρύπα. Αδυνατούν να καταλάβουν ότι για το καπιταλιστικό σύστημα η φύση ως φύση δεν υπάρχει. Η φύση για τον καπιταλισμό είναι επίσης ένα εμπόρευμα και δεν μπορεί να υπάρξει στα πλαίσια του ούτε σταγόνα πετρελαίου ή φυσικού αερίου ούτε φωτόνιο που να μην πάρει τη μορφή εμπορεύματος (Μidnight Notes 1980). Αυτή η πραγματικότητα, η πραγματικότητα του εμπορεύματος, είναι που η τάση του αποκαλυπτισμού, είτε στην οικολογική είτε στην τεχνοκρατική μορφή της, δεν μπορεί να δει ως μέρος της καπιταλιστικής πραγματικότητας.

Αντίθετα, αυτό που βλέπουμε εμείς είναι ότι όσο αναπτύσσεται και αλλάζει ο ενεργειακός τομέας τόσο εντείνονται αγώνες που αφορούν τη μορφή που θα πάρει. Τέτοιοι αγώνες (ή υπόγειες κοινωνικές διαδικασίες) μπορεί να είναι δίπλα μας, στα λιγνιτορυχεία της Κοζάνης και της Πτολεμαϊδας, στους τοπικούς αγώνες στην Κέρκυρα και στην Κρήτη σε σχέση με τα αιολικά πάρκα, ή πολύ πιο μακριά, στο λεγόμενο «Τρίτο Κόσμο», στους αγώνες κοινοτήτων για την οικειοποίηση της γης τους ενάντια σε επενδύσεις αγροκαυσίμων. Όλες αυτές οι διαδικασίες και πολλές πολλές ακόμα είναι που επηρεάζουν τη δημιουργία του κεφαλαίου.7

Ορίζοντας την εργασιακή-ενεργειακή κρίση

Στην πορεία της ιστορίας διάφορες ενεργειακές πηγές έχουν χρησιμοποιηθεί κατά περιόδους σε συνδυασμούς η μία με την άλλη. Έχουν να κάνουν με το λίπος της φάλαινας, την ξυλεία, το λιγνίτη, τα πυρηνικά, τον άνεμο, τον ήλιο, το φυσικό αέριο, τα βιοκαύσιμα, τα υδροηλεκτρικά και την κοπριά ζώων. Κάθε τομέας έχει μία συγκεκριμένη εργασιακή διαίρεση και απαιτεί μία συγκεκριμένη τεχνολογία για τη μετατροπή του εκάστοτε καυσίμου σε χρησιμοποιούμενη μορφή, για παράδειγμα για κινητική δύναμη, θερμότητα, φως, κ.τ.λ. Παραδείγματα αποτελούν το πετρέλαιο  και η μηχανή εσωτερικής καύσης ή το κάρβουνο και η θερμοηλεκτρική μονάδα. Επίσης, η ενέργεια μπορεί λιγότερο ή περισσότερο να χρησιμοποιηθεί ως εμπόρευμα στα πλαίσια της κοινωνικής αναπαραγωγής (παραγωγή αγαθών, πώληση και δημιουργία υπεραξίας, επέκταση αγορών, έλεγχος-αναπαραγωγή-αναπλήρωση του εργατικού δυναμικού). (Αbramsky 2010).

Το ενεργειακό ζήτημα θεωρούμε ότι είναι κομβικό στην εξέλιξη του κοινωνικού ανταγωνισμού καθώς:

1.  συνδέεται με θέματα κοινωνικής αναπαραγωγής (θέρμανση, προετοιμασία τροφής, φωτισμός, μετακίνηση, οικιακές ανάγκες),

2.  παίζει σημαντικό ρόλο στη διαδικασία της κατανάλωσης και αποτελεί εργαλείο αντικατάστασης του εργατικού δυναμικού (μηχανοποίηση, τεχνητός φωτισμός, μεταφορά εμπορευμάτων) και

3.  συνδέεται με ζητήματα της αναπτυξιακής διαδικασίας και τοπικών εργατικών και περιβαλλοντικών αγώνων που αναδύονται, αφορά σχέσεις εξουσίας όσον αφορά στη διαχείριση της γης των ενεργειακών κοινών (απαλλοτριώσεις, ανάπτυξη της βιομηχανίας των ΑΠΕ, περιβαλλοντική υποβάθμιση σε περιοχές εξόρυξης φυσικών πόρων κ.α.).

Συνεχίζοντας στη λογική που αναπτύξαμε παραπάνω με την κριτική στην τάση του αποκαλυπτισμού, γίνεται πλέον φανερό ότι για εμάς το ενεργειακό πρόβλημα είναι ένα πρόβλημα του κεφαλαίου και όχι ένα πρόβλημα της «φύσης» ή «της φύσης και του ανθρώπου». Θεωρούμε ότι η αληθινή κρίση των τελευταίων δεκαετιών που αντιμετωπίζει το κεφάλαιο από τη δεκαετια του ’60 και μετά έχει να κάνει με διαδικασίες δημιουργίας αρνήσεων του κυρίαρχου κόσμου κοινωνικών σχέσεων. Αυτές οι διαδικασίες εκφράζονται μέσα από δίκτυα κοινωνικής οργάνωσης που αλληλεπιδρούν, διαδικασίες αγώνα, συμπεριφορές απειθαρχίας (π.χ. κοπάνες από το μαζικό εργοστάσιο, σαμποτάζ, μειωμένη εργασιακή ηθική), από νέα ριζοσπαστικά συλλογικά υποκείμενα (το γυναικείο κίνημα, το οικολογικό, οι υποκουλτούρες, το κίνημα των μαύρων), τη γέννηση της αυτονομίας, την άρνηση της εργασίας8 και την αχρήστευση των νοημάτων εκσυγχρονισμού του καπιταλισμού με τις τότε κεϋνσιανές ρυθμίσεις από την κριτική των επαναστατικών κινημάτων. (Factory 2010).

Όλες αυτές οι μορφές της άρνησης δημιουργούν άμεσα την κρίση πειθάρχησης που βιώνεται από τα αφεντικά ως κρίση κερδοφορίας και προκαλούν την επερχόμενη «ενεργειακή κρίση» για την αποκατάστασή της. Μία κρίση η οποία στις διαδρομές από τη χειροκίνητη εργασία και τη δύναμη των ζώων στην ξυλεία και το λιγνίτη, από το λιγνίτη στο πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, αλλά και στις ΑΠΕ, στα πυρηνικά, στο υδρογόνο και στους υβριδικούς συνδυασμούς του, προσπαθεί να εκμεταλλευτεί με τον καταλληλότερο τρόπο το εργατικό δυναμικό και τις μηχανές (δηλαδή τη συμπυκνωμένη εργασιακή δύναμη που το συμπληρώνει) και, ξεπερνώντας τα όρια που τίθενται, να διατηρήσει την αέναη μεγέθυνση του συστήματος. Αυτή την κρίση θα ήταν πιο ταιριαστό να την ονομάσουμε «κρίση της εργασίας» ή ακόμα καλύτερα εργασιακή/ενεργειακή κρίση.

Στο πλαίσιο αυτής της κρίσης να έχουμε κατά νου ότι σε μία μελλοντική πραγματικότητα όπου οι ενεργειακοί πόροι γίνονται περισσότερο «ακριβοί» (από κοινωνική, οικονομική, οικολογική, πολιτική άποψη) κράτος και κεφάλαιο αναμένεται να αποκριθούν κάνοντας πιο «φθηνή» την εργασία, υποτιμώντας και ελαστικοποιώντας την ακόμα περισσότερο (Αbramsky 2010). Έτσι, από εδώ και στο εξής για εμάς υπάρχουν βασικά κοινωνικά ερωτήματα-αγώνες που αποτελούν μέρος του όποιου peak oil που αφορούν το:

•  πώς, πού και από ποιόν παράγεται υπεραξία στον ενεργειακό τομέα

•   πώς, πού και από ποιόν διανέμεται αυτή η υπεραξία αφού έχει παραχθεί

•   γιατί παράγεται η ενέργεια εξ’αρχής.

Μέσα από τέτοια ερωτήματα και περνώντας ανάμεσα από διαδρόμους ενδοκαπιταλιστικών συγκρούσεων (που εμπλέκουν δηλαδή κρατικά, γεωπολιτικά και εταιρικά συμφέροντα) και κοινωνικών διαιρέσεων (που αφορούν διαιρέσεις στα πλαίσια της εργατικής τάξης ή/και κοινοτήτων), θα προσπαθήσουμε προχωρώντας στο κείμενο να φτάσουμε στο εδώ και στο τώρα.  Πρώτα όμως θα πρέπει να ξεσκεπάσουμε ένα ακόμα πέπλο που μας εμποδίζει να εμβαθύνουμε στις κοινωνικές διεργασίες και τίθεται ως εναλλακτική λύση στο αδιέξοδο του καπιταλιστικού συστήματος. Αυτό της πράσινης ανάπτυξης.

Πως η πράσινη ανάπτυξη αναπαράγει την εργασιακή/ ενεργειακή κρίση

Η πράσινη ανάπτυξη είναι μία από τις λύσεις στην οποία ποντάρει ο καπιταλισμός για να κερδίσει χρόνο και χρήμα ώστε να βγει από την κρίση του, τόσο σε ιδεολογικό επίπεδο όσο και σε υλικό. Το ιδεολογικό (δηλαδή οι ιδέες, οι αξίες, κ.λ.π.) δεν μπορεί να διαχωριστεί από το υλικό (οι υλικές υποδομές, το πού πάνε τα χρήματα, οι επενδύσεις, κ.λ.π.), παρόλα αυτά για τους σκοπούς του κειμένου θα τα αντιμετωπίσουμε για λίγο ξεχωριστά.

Σε ιδεολογικό επίπεδο, λοιπόν, θεωρούμε ότι η ιστορία του καπιταλισμού είναι ουσιαστικά μία ιστορία ενσωμάτωσης ιδέών και αξιών που προήλθαν από την ανταγωνιστική κοινωνική δημιουργικότητα. Κάποια παραδείγματα ενσωμάτωσης, όσον αφορά στην εργασία και στο εργατικό κίνημα, αποτελούν ο αγώνας για το 8ωρο και η κοινωνική υπηρεσία των συντάξεων, η οποία προήλθε από την κρατικοποίηση των εργατικών ταμείων των συνδικάτων στις αρχές του αιώνα. Όσον αφορά τις πράσινες τεχνολογίες και το οικολογικό κίνημα, η ανάπτυξη των ΑΠΕ είναι αναμφισβήτητα μία τέτοια ιστορία. Από τη δεκαετία του ’70, οι πρώτες πρωτοπόρες πρωτοβουλίες ανάπτυξης των ΑΠΕ έδιναν έντονη έμφαση στην έννοια του τοπικού και συνεργατικού ελέγχου. Αυτές συμπεριέλαβαν συνεργατικές κολλεκτίβες ανεμογεννητριών και δημοτικής ιδιοκτησίας υβριδικές θερμοδυναμικές (power and heat) μονάδες παραγωγής ενέργειας στη Δανία9, ενεργειακά προγράμματα πολιτών στη Γερμανία (συμπεριλαμβανομένων συνεταιρισμών γυναικών και συνεργατικών συλλογικοτήτων που αγόραζαν τοπικά ηλεκτρικά δίκτυα), ένα εργοστάσιο παραγωγής ανεμογεννητριών εργατικού ελέγχου στην Ισπανία (Modragon) κ.α. (Αbramsky)

Τέτοιες πρωτοβουλίες υπήρξαν στις χώρες του Βορρά, παρόλα αυτά έχουν υπάρξει και σχετικά παραδείγματα στο Νότο σε χώρες όπως το Νεπάλ (μικρά υδροηλεκτρικά φράγματα), στην Αργεντινή (ανεμογεννήτριες) και στην Ινδία (σε σχέση με το βιοαέριο σε κοινοτικό επίπεδο). Οι προσπάθειες, όμως, αυτές αργά ή γρήγορα υπονομεύτηκαν από την παρέμβαση ιδιωτών επενδυτών, εταιρειών και συμφωνιών ελεύθερου εμπορίου. Όπως τότε, έτσι και σήμερα το ερώτημα της ιδιοκτησίας και του ελέγχου των περιοχών πλούσιων σε ΑΠΕ επανέρχεται περισσότερο επίκαιρο από ποτέ άλλοτε, καθώς οι απαντήσεις που θα δοθούν θα καθορίσουν την ανάπτυξη του σχετικού ενεργειακού τομέα σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο.

Σε υλικό επίπεδο το κεφάλαιο επιδιώκει να ανοίξει καινούριες αγορές (οικολογικά προϊόντα, πράσινες θέσεις εργασίας, εναλλακτικός τουρισμός κ.α.) και να χρησιμοποιήσει τα περιβαλλοντικά προβλήματα ως ζητήματα που λύνονται μέσω της αγοράς (π.χ. εμπόριο ρύπων) και της πράσινης τεχνολογίας (τεχνικές αντιρρύπανσης, ΑΠΕ κ.α.). Είναι ένα ερώτημα πόσο μακριά μπορεί να φτάσει η κερδοφορία του κεφαλαίου μέσω μίας τέτοιου είδους στρατηγικής. Η στρατηγική του πράσινου καπιταλισμού είναι μία στρατηγική η οποία εφαρμόζει νέες περιφράξεις και επιδιώκει να πραγματώσει νέους κύκλους συσσώρευσης, μικρούς ή μεγάλους.10 Ιδιαίτερα μετά την αποτυχία της Διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή (COP15) που πραγματοποιήθηκε στην Κοπεγχάγη το Δεκέμβριο του 2009, υπάρχει μία όλο και μεγαλύτερη συνειδητοποίηση σε κοινωνικό επίπεδο ότι οι λύσεις στο πλαίσιο του καπιταλισμού είναι «ψεύτικες λύσεις». Πολλά είναι τα παραδείγματα για το πώς οι «πράσινες καπιταλιστικές» μορφές των περιφράξεων, μετατοπίσεων πληθυσμών, εκμετάλλευσης και αποικιοποίησης γίνονται εργαλεία συσσώρευσης.

Ένα από τα πιο χτυπητά παραδείγματα το οποίο αναδεικνύεται σε «λύση» της κλιματικής αλλαγής είναι τα αγροκαύσιμα. Για τους σκοπούς αυτού του κειμένου θα περιοριστούμε να σημειώσουμε το προφανές γεγονός ότι η ανάπτυξη του τομέα των αγροκαυσίμων βασίζεται στην εκμετάλλευση ημιδουλικών συνθηκών εργασίας και σε μετατοπίσεις κοινοτήτων στις χώρες του Νότου11  ώστε η κυριαρχία να διαφημίζει την «οικολογική» εξέλιξη του βιοντίζελ και κάποια κοινωνικά κομμάτια των χωρών του Βορρά να συνεχίζουν το αναπτυξιακό τους όνειρο.

Ένα άλλο παράδειγμα είναι το εμπόριο ρύπων. Η έννοια του εμπορίου ρύπων συνοψίζεται στο εξής σχήμα: αν μια βιομηχανική χώρα ή μια βιομηχανία σε μια χώρα έχει εκπέμψει σ’ ένα χρονικό διάστημα περισσότερους ρύπους απ’ αυτούς που προβλέπονταν, τότε μπορεί να αγοράσει από μια άλλη χώρα ή βιομηχανική μονάδα, η οποία έχει επιτύχει μεγαλύτερη μείωση από την προβλεπόμενη, «δικαιώματα» ρύπων ώστε να είναι εντός των ορίων. Έτσι, η βιομηχανία που δεν μπορεί να πληρώσει αναγκαστικά είτε κλείνει ή αναδιαρθρώνεται! Για μία αναδιάρθρωση δε γίνονται όλα; Και επιπλέον τι ωραίος τρόπος για να δικαιολογήσεις την απόλυση μερικών εργαζομένων! Και ηθικά σωστός, ειδικά αν τους κατευθύνεις προς μία πράσινης μορφής επιχειρηματικότητα! Όπως θα δούμε και στο επόμενο κείμενο, η άνοδος των τιμολογίων του ρεύματος της ΔΕΗ και οι εξελίξεις στην αναδιοργάνωση των εργασιακών σχέσεων μέσα στην ενεργειακή βιομηχανία του ελλαδικού χώρου θα καθοριστούν σημαντικά από την εφαρμογή των ρυθμίσεων εμπορίου ρύπων.

Τέλος, η ανάπτυξη της βιομηχανίας των ΑΠΕ γίνεται σαφέστατα σύμφωνα με το σχήμα πατεντών και εμπορικών δικαιωμάτων εφαρμογής τεχνολογίας της καπιταλιστικής ιεραρχίας. Αν πάρουμε το παράδειγμα των μονάδων αιολικής ενέργειας, οι οποίες αποτελούν μονάδες εφαρμόσιμες σε κάθε σημείο του πλανήτη όπου υπάρχει επαρκής παροχή ανέμου, θα δούμε ότι διαμορφώνεται μία ανισορροπία12 στην κατοχή δικαιωμάτων και τεχνογνωσίας κατασκευής ανεμογεννητριών σε σύγκριση με τις χώρες που στο μέλλον θα αναγκαστούν να εισάγουν αυτή την τεχνολογία και να αγοράσουν άδειες χρήσης. Η άλλη πλευρά του νομίσματος της ίδιας σχέσης εξάρτησης έχει να κάνει με χώρες που εμπλέκονται στο ρόλο της εξαγωγής σε χαμηλές τιμές πρώτων υλών όπως το βανάδιο, το πυρίτιο και το λίθιο που είναι απαραίτητα για την κατασκευή μονάδων ΑΠΕ (π.χ. φωτοβολταϊκά), καθώς και των σχετικών αποθηκευτικών μέσων ενέργειας (μπαταρίες). Οι μεταλλευτικές εταιρίες που εμπλέκονται στην εξόρυξη των πρώτων υλών συμπεριλαμβάνουν στα χαρακτηριστικά τους την εξαθλίωση στις σχέσεις εργασίας, την περιβαλλοντική υποβάθμιση και τις μετατοπίσεις γηγενών πληθυσμών. (Αbramsky)

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι με τέτοιους τρόπους, όπως συνοπτικά τέθηκαν στα παραπάνω παραδείγματα, ο πράσινος καπιταλισμός αναπαράγει την κρίση του και προσπαθεί να πετύχει μέσα από την κλιματική αλλαγή και τη ρύπανση που ο ίδιος παράγει με ένα σμπάρο δύο τριγώνια: και νέους τρόπους κερδοφορίας να δημιουργήσει και καινούργια επιχειρήματα να εκμεταλλευτεί στην προσπάθειά του να αυτο-παρουσιαστεί ως ηγεμονική δύναμη στην ιστορία της ανθρωπότητας! Στο επόμενο κείμενο θα επικεντρωθούμε στην ενεργειακή πραγματικότητα του ελλαδικού χώρου. Θα προσπαθήσουμε να δούμε με ποιο τρόπο εξελίσσεται στην παρούσα συγκυρία η εργασιακή/ενεργειακή κρίση στον ελλαδικό χώρο και πώς αυτό αποτυπώνεται στην άνοδο των ενεργειακών τιμολογίων, στις αλλαγές στο εσωτερικό της ΔΕΗ και στους νέους κοινωνικούς αγώνες που αναδύονται στις περιοχές παραγωγής και κατανάλωσης της ενέργειας.

Βιβλιογραφία

Abramsky, Kolya, (2010), Energy, Work, and Social Reproduction in the World Economy, από το βιβλίο Sparking a Worldwide Energy Revolution, AK Press.

Abramsky, Kolya, (2010), BeyondCopenhagen: Common Ownership, Reparations, Degrowth and Renewable Energy Technology Transfer, http://www.folkecenter.net/mediafiles/folkecenter/pdf/Beyond-Copenhagen-degrowth-reparations.pdf

Caffentzis, George, (2010), “Peak Oil” and “Resource Curses” from a Class Perspective

Βlack Out στο κοινωνικό εργοστάσιο, τ. 9, Δον Κιχώτες και ιδιωτες… η περίπτωση των αιολικών σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, http://www.blackout.gr/keimena/98

Μidnight Notes, (2009), Υποσχετικές Επιστολές: Από την Κρίση στην Κοινότητα, http://www.yfanet.net/

Μidnight Notes, (1980), No Future Notes: the Work/Energy Crisis & The Anti-Nuclear Movement,   http://www.midnightnotes.org/PDFnofuture.pdf

MidnightNotes II. Vol. 1, (1980), The Work/Energy Crisis and the Apocalypse, http://www.midnightnotes.org/workenergyapoc.html

Ο χορός της καραμανιόλας, (2009), Oικονομικη κριση & κριση συναινεσης, http://www.xorostiskarmaniolas.blogspot

Factory: Eπιθεώρηση για τους Μητροπολιτικούς Ανταγωνισμούς, (2010), Σημειώσεις για την καπιταλιστική κρίση: Aπό το κραχ του 1929 στην σημερινή συγκυρία, https://factoryfanet.wordpress.com/

Oceransky Sergio (2008), Συγκρούσεις για τον αέρα στον Iσθμό του Tehuantepec.

1. Υπάρχουν δύο σημαντικά σημεία για τη φύση της κρίσης της εποχής μας που βρίσκουμε σημαντικό να αναφερθούν σε αυτό το σημείο με σκοπό την απομυστικοποίησή της. Το πρώτο είναι ότι η κρίση που βιώνουμε δεν πρόκειται για μία απλή ύφεση, όπως πίστευαν σε παλαιότερες εποχές (τον 19ο αιώνα και στις αρχές του 20ου, υπήρχε ιδιαίτερα διαδεδομένη η άποψη ότι οι κρίσεις του καπιταλισμού αποτελούν αυτόματο, αναπόφευκτο προϊόν των οικονομικών κύκλων που οφειλόταν στην καπιταλιστική «αναρχία της παραγωγής), δηλαδή για μία κατάσταση «ανισσοροπίας» περιορισμένης σημασίας και επιπτώσεων. Αντίθετα, είναι μία συνολική κρίση της λειτουργίας του υπάρχοντος κοινωνικού συστήματος και των νοημάτων που αναπαράγει, πρόκειται για μία υπαρξιακή κατάσταση που θέτει υπό αμφισβήτηση την κοινωνική σταθερότητα αλλά και την ίδια την ύπαρξή του. Το δεύτερο είναι ότι η εμπειρία του τελευταίου αιώνα, η οποία υπήρξε τόσο πλούσια σε επαναστάσεις, κοινωνικούς αγώνες, πολέμους και μεταρρυθμίσεις, μας δείχνει ότι τόσο οι υφέσεις όσο και οι κρίσεις δε βρίσκονται έξω από τον ανθρώπινο έλεγχο: μπορούμε να τις προκαλέσουμε, να τις επιταχύνουμε, να τις αναβάλουμε ή να τις βαθύνουμε. (            Midnight Notes 2009)

2. Land grabbing στο http://el.wikipedia.org/: όρος που χρησιμοποιείται για την αναφορά στο ζήτημα της αγοράς ή ενοικίασης και εκμετάλλευσης μεγάλων εκτάσεων γης φτωχών χωρών από πλούσιες

3. Αντίθετα εμείς θεωρούμε ότι η οικολογική καταστροφή γίνεται πρόβλημα για το κεφάλαιο μόνο όταν οι κοινωνίες τη θέτουν ως πρόβλημα. Σε διαφορετική περίπτωση μπορεί μία χαρά να υπάρχει στους παράλληλους κόσμους του καπιταλιστικού κόσμου (με απλούς όρους: οι χωματερές στις υποβαθμισμένες περιοχές-o πράσινος τουρισμός στις υπο-ανάπτυξη περιοχές, τα μεταλλαγμένα στον τρίτο κόσμο-τα βιολογικά προϊόντα στον πρώτο κ.ο.κ). «Αν δεν υπάρχει ένας αγώνας ενάντια στην περιβαλλοντική υποβάθμιση και τη σιωπηρή αποδοχή της υποβάθμισης αυτής, η οικολογική καταστροφή δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα αισθητικό φαινόμενο, όπως η ομίχλη στους πίνακες του Monet», που λεν και οι Midnight Notes (2009).

4. Δε συμφωνούμε με τον όρο των κλιματικών προσφύγων, ο οποίος φαίνεται να αποκτά αυξανόμενη δημοτικότητα σε οργανώσεις της αριστεράς, και τον αναφέρουμε για τους σκοπούς της εισήγησης με κριτικό τρόπο. Ο όρος «κλιματικοί πρόσφυγες» (climate refugees), ο οποίος αναφέρεται στους ανθρώπους που μεταναστεύουν εξαιτίας των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής, έχει αποτελέσει σημείο αναφοράς δικτύων οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, οι οποίες με τη δραστηριότητά τους ανέπτυξαν μία κριτική προσέγγιση κατά τη διάρκεια της Διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή (COP15) που πραγματοποιήθηκε στην Κοπεγχάγη τον Δεκέμβριο του 2009. Αυτή η οπτική, όμως, επικεντρώνεται στην κλιματική αλλαγή ως ένα ζήτημα αποκλειστικά εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και αποτυγχάνει να εξετάσει την ευρύτητα των πολιτικών ζητημάτων που επηρεάζουν τη μετανάστευση, όπως οι πολιτικές πληθυσμιακού ελέγχου, ο ρόλος του εθνικισμού και ο έλεγχος της μετανάστευσης από τα κράτη. Αντίθετα, το συμπέρασμά μας είναι ότι το φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής είναι αδύνατο τόσο να τεθεί πολιτικά ουδέτερα όσο και να απομονωθεί ως κύρια αιτία μίας μεταναστευτικής κίνησης. Κι έτσι, το αίτημα, στο οποίο συχνά καταλήγει κανείς, για την αναγνώριση των κλιματικών προσφύγων δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για μία συνολική πολιτική αμφισβήτηση.

5. Ο όρος «ανώτατο σημείο της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου» (peak oil) χρησιμοποιείται για να δείξει ότι, δεδομένων των περιορισμένων αποθεμάτων των ορυκτών καυσίμων, υπάρχει ένα σημείο καμπής μετά το οποίο η εξόρυξη θα είναι όλο και δυσκολότερη και το καύσιμο όλο χαμηλότερης ποιότητας. Στο peak oil θα παράγεται η μεγαλύτερη ποσότητα πετρελαίου που έχει παραχθεί ποτέ σε μια δεδομένη χρονιά και, μετά από αυτό, η ετήσια παραγωγή θα αρχίσει να φθίνει.

6. Γραφική αναπαράσταση της θεωρίας για την κορύφωση της παραγωγής του πετρελαίου.

7. Παραθέτουμε ένα απόσπασμα από τους Midnight Notes (1980) που συνδέει τις έννοιες του κεφαλαίου, της εργασίας και της ενέργειας: «το κεφάλαιο δεν αποτελεί ένα πράγμα, ένα απλό παράγωγο της εργασίας. Το κεφάλαιο συμπεριλαμβάνει μία κοινωνική σχέση που αφορά στη διαδικασία της δημιουργίας της εργασίας, δηλαδή, κατά μία έννοια, τη συνθήκη του μετασχηματισμού της ενέργειας σε εργασία … η ενέργεια εμπεριέχει μία αεικίνητη δραστηριότητα … η οποία μπορεί να είναι τόσο ανταγωνιστική όσο και παραγωγική για την εργασία που το κεφάλαιο χρειάζεται τόσο απεγνωσμένα. Αν και ο αέναος κύκλος της καπιταλιστικής πραγματικότητας είναι ο μετασχηματισμός της ενέργειας σε εργασία, το πρόβλημά του είναι αν δεν μπορέσει να φτάσει σε συγκεκριμένα ποιοτικά επίπεδα, αν η σχέση που εκφράζεται με το λόγο εργασία/ενέργεια καταρρέει. Αν αυξηθεί η εντροπία, δηλαδή η αταξία του συστήματος, αν η διαθεσιμότητα του εργατικής τάξης για εργασία μειωθεί, τότε το σύστημα απειλείται.»

8. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η θέση των Midnight Notes (1980) η οποία επεκτείνει την έννοια της «άρνησης της εργασίας» σε περισσότερο διευρυμένα πεδία κοινωνικών αρνήσεων: «τις τελευταίες δεκαετίες το κεφάλαιο έχει φέρει άνω κάτω τον κόσμο για να αντιμετωπίσει τους αγώνες άρνησης της εργασίας που έχουν αναδειχθεί ιστορικά σε διάφορα επίπεδα 1) με τη σχετική εκμετάλλευση του εργοστασιακού εργάτη και την άρνησή του να προσαρμοστεί, 2) με την απόλυτη εκμετάλλευση της οικιακής εργασίας και την αποδόμηση της παραδοσιακής μορφής του θεσμού της οικογένειας, 3) με την άρνηση της παθητικής απορρόφησης των βιο-κοινωνικών αποβλήτων του κεφαλαίου μέσω των αγώνων ενάντια σε πυρηνικές μονάδες [ΣτΣ: θα μπορούσαμε εδώ να προσθέσουμε και παραδείγματα αγώνων ενάντια σε Χώρους Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων (ΧΥΤΑ)] και τις εξεγέρσεις σε γκέτο & φυλακές και 4) με την άρνηση της εντατικοποίησης στο εκπαιδευτικό σύστημα».

9. «Eνδιαφέρον παρουσιάζoυν παραδείγματα όπου η ανάπτυξη της αιολικής ενέργειας έγινε στην αντίθετη κατεύθυνση απ’ ό,τι παρουσιάζεται σαν αναπόφευκτο. Για παράδειγμα, η Δανία επί χρόνια επιδοτούσε τις επενδύσεις σε ανεμογεννήτριες σε κλίμακα οικογένειας, στα χωριά όπου θα τοποθετούνταν αυτές, περιορίζοντας μάλιστα τη συμμετοχή κάθε οικογένειας έτσι ώστε να υπάρχει δίκαιη διανομή των κερδών. Mιας και το κράτος κάλυπτε αυτές τις επενδύσεις, οι τράπεζες έτρεξαν να προσφέρουν χαμηλότοκα δάνεια σε κάθε ενδιαφερόμενο. Για αρκετά χρόνια το ζήτημα της αιολικής ενέργειας έμεινε σ’ αυτήν τη μορφή, και φυσικά επεκτάθηκε εύκολα και χωρίς αντιρρήσεις. Mόλις όμως η αγορά ενέργειας στη Δανία “απελευθερώθηκε” και έκαναν την εμφάνισή τους τα μεγα-σχέδια βιομηχανικής κλίμακας, οι ίδιοι οι Δανοί στράφηκαν εναντίον τους αποφασιστικά με αποτέλεσμα να μη γίνει καμία τέτοια επένδυση εκεί. Φυσικά η “ήπια” πολιτική του κράτους της Δανίας οφείλεται σε συγκεκριμένες κοινωνικές δομές και πρακτικές· και καθόλου δε δεσμεύει το πώς συμπεριφέρονται εταιρείες δανέζικης ιδιοκτησίας εκτός συνόρων. Aλλά είναι μια χρήσιμη απόδειξη, για χρήση στο Mεξικό και αλλού, του ότι η εναντίωση στα βιομηχανικά σχέδια εκμετάλλευσης του ανέμου (αλλά και της γης, συχνά δε και των υδάτων) δε συνεπάγεται απόρριψη της αιολικής ενέργειας, αλλά ενός συγκεκριμένου μοντέλου που εξασφαλίζει κέρδη στους βιομήχανους, μοιράζοντας τις ζημιές στους κάθε φορά ντόπιους». (Οceransky 2008)

10. Σύμφωνα με την έκθεση του ΟΗΕ «Οι Παγκόσμιες Τάσεις στην Αειφόρο Ενεργειακή Ανάπτυξη» (2009), οι επενδύσεις στις ΑΠΕ σε σχέση με αυτές στο φυσικό αέριο και το λιθάνθρακα τετραπλασιάστηκαν μέσα στο 2008 έναντι του 2004. Κι αν το 2009 η οικονομική κρίση χτύπησε και τον «πράσινο τομέα», οι θεσμικοί φορείς επιμένουν ότι η ανάπτυξή του αποτελεί τη μόνη απάντηση. Η αιολική ενέργεια προσελκύει τις υψηλότερες επενδύσεις, αν και η ηλιακή ενέργεια εμφανίζει τα περισσότερα κέρδη. Τα βιοκαύσιμα και η γεωθερμία είναι άλλοι σταθερά ανερχόμενοι τομείς. Ο Μπάρακ Ομπάμα μετά την εκλογή του είχε επαναλάβει τη δέσμευσή του για «πράσινες επενδύσεις» 150 δισ. δολαρίων τα επόμενα 10 χρόνια. Σήμερα, οι ΗΠΑ έχουν επενδύσει πάνω από 67 δισ. δολάρια σε αυτόν τον τομέα, όπως άλλωστε και η Κίνα. (Ο χορός της καρμανιόλας)

11. Οι όροι «Βορράς» και «Νότος» χρησιμοποιούνται σχηματικά διευκολύνοντας την αναφορά στις πλούσιες βιομηχανοποιημένες χώρες και τις φτωχές αναπτυσσόμενες χώρες αντίστοιχα. Παρ’ όλα αυτά αυτός ο διαχωρισμός δεν είναι ικανοποιητικός γιατί συγκαλύπτει τα κοινά συμφέροντα μεταξύ των ελίτ των αναπτυσσόμενων και των αναπτυγμένων χωρών καθώς και την απουσία απόλυτα ομογενοποιημένων ομάδων συμφερόντων εντός των δύο κατηγοριών. Επίσης, κρίνεται ότι τα αναλυτικά σχήματα του αντιιμπεριαλισμού συχνά αποτελούν μέρος μίας ενσωματώσιμης κρατικής ιδεολογίας η οποία συχνά αντικαθιστά τον κοινωνικό-ταξικό ανταγωνισμό με διακρατικούς ανταγωνισμούς.

12. Κυρίως σε Γερμανία, Δανία, Ισπανία και ΗΠΑ, με την Κίνα και την Ινδία να γίνονται πρόσφατα σημαντικοί παράγοντες της σχετικής βιομηχανίας.

Advertisements

Written by factoryfanet

Ιουνίου 14, 2011 at 4:21 μμ

ΔΕΗ και Eργασιακή – Eνεργειακή Kρίση: Eνέργεια στον ελλαδικό χώρο και μετασχηματισμοί του ενεργειακού τομέα

leave a comment »

Την εποχή που άρχισε στην Ελλάδα η παραγωγή και η διάθεση του ηλεκτρικού ρεύματος, ίσχυαν οι βασικές αρχές του ρωμαϊκού δικαίου σύμφωνα με τις οποίες η ενέργεια δεν αποτελούσε πράγμα αφού δεν έφερε την ιδιότητα του σώματος (αντικειμένου). Συνέπεια αυτού, εκτός των άλλων, ήταν να μη διώκεται για κλοπή όποιος έκανε παράνομα χρήση αυτού. Από ένα σημείο και μετά, η αφαίρεση ή παράνομη λήψη ηλεκτρικού ρεύματος είχε αρχίσει να λαμβάνει μεγάλες διαστάσεις. Έτσι, δια του νόμου 2979 της 3/6 Αυγούστου 1922 «Περί ηλεκτρικών εγκαταστάσεων», οποιαδήποτε αφαίρεση ή παράνομη εκμετάλλευση ηλεκτρικού ρεύματος κατέστη «ιδιώνυμο αδίκημα» τιμωρούμενο με φυλάκιση από δύο μήνες μέχρι ένα χρόνο ή με χρηματική ποινή ή και με αμφότερες ποινές.1

Τη διαχείριση και εκμετάλλευση της ηλεκτρικής ενέργειας κατείχε από τότε και μέχρι προσφάτως η Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) με τη μορφή μίας καθαρά κρατικά ελεγχόμενης εταιρείας παραγωγής και διάθεσης ηλεκτρικού ρεύματος και υπηρεσίας κοινής ωφελείας (ΔΕΚΟ). Οι τιμές του ρεύματος ήταν χαμηλότερες εκείνη την εποχή γιατί ήταν προσαρμοσμένες σε μία φάση του κοινωνικού ανταγωνισμού σαφέστατα λιγότερο οξυμένη σε σύγκριση με τα χρόνια που ακολούθησαν. Από το 1999 και μετά, όμως, τα πράγματα αλλάζουν. Το νεοφιλελεύθερο μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης υπαγορεύει την άρση των θεσμικών ρυθμίσεων που επέβαλαν το μονοπωλιακό χαρακτήρα της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας (αναφέρεται και ως «απελευθέρωση της αγοράς») και τη λειτουργία της σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον με τη συμμετοχή ιδιωτικών κεφαλαίων στα πλαίσια μιας ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς. Αυτές οι νέες πολιτικές επιταγές της Ε.Ε για «απελευθέρωση» της αγοράς ενέργειας φέρνουν τιτάνιες αλλαγές σ’ αυτό το μέχρι πρότινος θεωρούμενο κοινωνικά περισσότερο ως «κοινό αγαθό», προωθώντας μία καινούργια οπτική της ενέργειας ως ένα πολλά υποσχόμενο εμπόρευμα. Παράλληλα, λαμβάνει χώρα η θεσμοποίηση των νέων περιφράξεων του ήλιου, του αέρα και την άλλων φυσικών πόρων. Αυτή η διαδικασία «απελευθέρωσης της ενέργειας» επεκτείνεται στα Βαλκάνια τον Οκτώβριο του 2005 με μία συμφωνία μεταξύ της ΕΕ και των Βαλκανικών χωρών2, η οποία δημιουργεί μία κοινή ενεργειακή αγορά. Η συμφωνία για την ευρωπαϊκή ενεργειακή κοινότητα δημιουργεί συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού στο εμπόριο ενέργειας και οδηγεί στην ευθυγράμμιση των βαλκανικών χωρών με την ευρωπαϊκή νομοθεσία για την ενέργεια και το περιβάλλον, ενώ φυσικά συνοδεύεται με επενδύσεις που παρέχονται από την Παγκόσμια Τράπεζα και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης.

Από το 1999 και μετά, με την «απελευθέρωση», αλλά πρακτικά απορρύθμιση, της εγχώριας αγοράς ενέργειας έχουμε ουσιαστικά την υποβάθμιση του ρόλου της ΔΕΗ και την άνοδο στο προσκήνιο ιδιωτικών εταιρειών παραγωγής ενέργειας. Μια σημαντική διαφοροποίηση της νέας αγοράς σε σχέση με το παλιό καθεστώς είναι o διαχωρισμός του τομέα της προμήθειας από τον τομέα της παραγωγής και η διαμόρφωση ουσιαστικά δύο ξεχωριστών αγορών: μία για τους φυσικούς πόρους π.χ. λιγνίτης, μία για την παραγωγή του ρεύματος. Στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής, οι ιδιωτικές επενδύσεις τόσο σε έργα εκμετάλλευσης ορυκτών καυσίμων όσο και σε ΑΠΕ, παίζουν, όπως θα δούμε και παρακάτω, καθοριστικό ρόλο για την ολοκλήρωση και τη λειτουργία της ελεύθερης αγοράς, καθώς κάτι τέτοιο ζητείται από τους κανόνες των συνθηκών της λειτουργίας της.

Οι αλλαγές που λαμβάνουν χώρα ως συνέπεια της «απελευθέρωσης» της αγοράς ενέργειας είναι οι εξής:

1. Πρώτη αλλαγή η αύξηση της ενεργειακής τιμολόγησης

Σύμφωνα με το συνδικάτo εργαζομένων στην ενέργεια «Εργατική Αλληλεγγύη», από το 1999 έως το 2009 τα οικιακά τιμολόγια αυξήθηκαν περίπου κατά 50% , ενώ τα τελευταία δύο χρόνια έχουν αυξηθεί κατά 23,4%.3 Προσπαθώντας να επαληθεύσουμε αυτή την εκτίμηση, συναντάμε προβλήματα πολυπλοκότητας του τρόπου τιμολόγησης4, σε γενικές γραμμές όμως, κρίνοντας από τις πιο πρόσφατες μεταβολές των τιμών του ρεύματος, εύκολα μπορούμε να πούμε ότι τα τελευταία χρόνια υπάρχει μία τάση αύξησης των τιμών του ρεύματος η οποία έχει συμβεί με:

•  Αύξηση την 1η Σεπτέμβρη του 2005 κατά περίπου 3% για την πλειοψηφία των νοικοκυριών,

•   Αύξηση την 1η  Αυγούστου του 2007 κατά 3,8%,

•  Αύξηση την 1η Δεκεμβρίου 2007 των νυχτερινών τιμολογίων κατά 5%.

•  Επιβολή ειδικού φόρου Κατανάλωσης (ΕΦΚ) και χρέωση Δικαιωμάτων Εκτέλεσης Τελωνειακών Εργασιών (ΔΕΤΕ) από 2 Μαϊου 2010 ως «Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης στο πλαίσιο της προστασίας της Εθνικής Οικονομίας»

•  Αύξηση την 1η Ιανουρίου 2011 κατά 11% για κατανάλωση μέχρι 800 Κwh, και 3% για κατανάλωση 1000 έως 2500 Κwh

Η άνοδος των ενεργειακών τιμολογίων μετά την 1η Ιανουαρίου του 2011 δεν είναι μεμονωμένη ούτε θα είναι και η μοναδική. Σύμφωνα με δημοσιεύματα του τύπου, η διοίκηση της ΔΕΗ έχει ταχθεί υπέρ της ετήσιας σταδιακής αύξησης των τιμολογίων, προκειμένου να αποφευχθεί μία απότομη άνοδος-σοκ. Η ΔΕΗ υπολογίζεται ότι μέχρι το 2013 θα πρέπει να αυξήσει τα τιμολόγια τουλάχιστον κατά 40-50%. Aυτές οι αυξήσεις συμβαίνουν για τρεις λόγους: 1) η ΔΕΗ προωθεί την ανταγωνιστικότητα της ενέργειας από ΑΠΕ επιδοτώντας την με ένα επιπλέον τέλος το οποίο μετακυλύει στον καταναλωτή, 2) η ΔΕΗ αναμένεται να αρχίσει να πληρώνει πρόστιμα για να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις του χρηματιστηρίου ρύπων και των οριζόμενων από τη σχετική αγορά ορίων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, 3) η ΔΕΗ πρέπει να ανεβάσει της τιμές της ώστε να καταστήσει, σύμφωνα με τους κανονισμούς της ελεύθερης αγοράς, ανταγωνιστικές τις ιδιωτικές εταιρίες παραγωγής ενέργειας (οι οποίες προς το παρόν πουλάνε ενέργεια κυρίως σε βιομηχανία και καταστήματα).5

2. Δεύτερη αλλαγή η πώληση των ενεργειακών αποθεμάτων σε ιδιώτες

Προωθούνται τέσσερις προτάσεις-στόχοι για την ελληνική αγορά που πρέπει να εφαρμοστούν έως το Μάρτιο του 2011.

•   Να αρχίσει η υλοποίηση του σχεδίου για άνοιγμα σε τρίτους της παραγωγής ενέργειας από λιγνίτη. Με τον τρόπο αυτό, οι ιδιώτες συνέταιροι θα αποκομίζουν εύκολα κέρδη, εκμεταλλευόμενοι τα αποθέματα λιγνίτη που μέχρι πρότινος διαχειριζόταν αποκλειστικά η ΔΕΗ.

•  Λύση για την αποφυγή πώλησης των ορυχείων η πρόταση για ενοικίαση λιγνιτικών μονάδων παραγωγής ρεύματος ή η ανταλλαγή παραγωγής από οποιαδήποτε μονάδα της ΔΕΗ με παραγωγή άλλης μονάδας. Οι οδηγίες της Ε.Ε. προς την ελληνική κυβέρνηση είναι ξεκάθαρες ότι αν δε βρεθεί λύση για τη ΔΕΗ, τότε η επιχείρηση θα πρέπει να πουλήσει σε διεθνή πλειστηριασμό το 40% των λιγνιτικών μονάδων της».6 Υπάρχει σχεδιασμός για επέκταση των λιγνιτορυχείων της Κοζάνης-Πτολεμαϊδάς με επιπτώσεις στην τοπική κοινωνία, συνθήκες μετεγκατάστασης κοινοτήτων (Ακρινή, Αγ. Ανάργυροι, Μαυροπηγή, Ποντοκώμη).

•   Να αποσπαστεί η διαχείριση των υδάτινων ενεργειακών αποθεμάτων (υδροηλεκτρικοί σταθμοί) από τη ΔΕΗ και να δοθεί σε ανεξάρτητο φορέα ή από το διαχειριστή του συστήματος (ΔΕΣΜΗΕ). Παράλληλα, προτάθηκε η εισαγωγή μεσαζόντων στην παραγωγή οι οποίοι θα αγοράζουν ενέργεια σε τιμή κόστους και θα πωλούν «ελεύθερα». Στις περιπτώσεις εκείνες που ο ανεξάρτητος διαχειριστής θα αποφασίζει την είσοδο λιγότερων ή καθόλου υδροηλεκτρικών και την εισαγωγή π.χ. περισσότερων μονάδων φυσικού αερίου, θα δημιουργηθεί άνοδος των ενεργειακών τιμολογίων.

•  Η θέσπιση του πλαισίου για την έρευνα και την παραγωγή υδρογονανθράκων στην Ελλάδα μέσα στην άνοιξη του 2011 και η παροχή των πρώτων αδειών για εξόρυξη πετρελαίου σε ιδιώτες τους επόμενους 18 με 24 μήνες.7

3. Ποιές είναι οι σκέψεις και οι αντιδράσεις των εργαζομένων στην ΔΕΗ

Το πιο σημαντικό ζήτημα που απασχολεί αυτή τη στιγμή τους υπαλλήλους/εργάτες στη ΔΕΗ είναι η συζήτηση για τη μείωση/περικοπή των μισθών, ένα ζήτημα που δημιουργεί δυσαρέσκεια αλλά ακόμα δεν εκφράζεται. Αυτό οφείλεται στην αποδυνάμωση των εργαζομένων στη ΔΕΗ λόγω των πολλών και πρόωρων συντάξεων και ταυτόχρονα λόγω της ύπαρξης πολλών εργολαβιών σε διάφορους τομείς της λειτουργίας της ΔΕΗ που δημιουργεί διαφορετικές ταχύτητες στις διεκδικήσεις των εργαζόμενων.

Όσον αφορά στις εργασιακές σχέσεις, τα τελευταία χρόνια πραγματοποιείται επέλαση εργολάβων σε πάγιες εργασίες παντού: στα ορυχεία, στις μονάδες παραγωγής, στο δίκτυο διανομής και μεταφοράς κ.τ.λ. Το 65% των εργασιών διανομής έχει πλέον δοθεί σε εργολάβους, που συνήθως χρησιμοποιούν ανειδίκευτους και ανασφάλιστους εργάτες. Οι εργαζόμενοι στη ΔΕΗ με συμβάσεις ορισμένου χρόνου εργάζονται συνήθως χωρίς κατάλληλη εκπαίδευση, χωρίς τα απαραίτητα εφόδια εργασίας και μέσα σε ένα καθεστώς εντατικής και πιεστικής εργασίας. Είναι μια ευέλικτη και ελαστική μορφή εργασίας που εξυπηρετεί απόλυτα τις εποχιακές ανάγκες για εργασία της ΔΕΗ. Εργάτες μιας χρήσης ή πολλών επαναλαμβανόμενων χρήσεων μικρής διάρκειας.

Σε αυτές τις συνθήκες εκατοντάδες είναι τα «ατυχήματα» που αφορούν εργαζόμενους, ανασφάλιστους και ασφαλισμένους, που εργάζονται σε εργολάβους και που ποτέ δε δηλώθηκαν. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ομάδας «σύντροφοι από Κοζάνη – Πτολεμαΐδα» (Ιούνης 2009), από το 2001 μέχρι σήμερα, στο Νομό Κοζάνης και σε χώρους της ΔΕΗ δολοφονήθηκαν δεκαπέντε εργάτες: οκτώ ήταν μόνιμοι στη ΔΕΗ και επτά ήταν εργάτες σε εργολάβους.8

Για τον ρόλο των συνδικάτων

Τα συνδικάτα των εργαζομένων στη ΔΕΗ (πρωτοβάθμια–τριτοβάθμια) δε διαφέρουν καθόλου από τα υπόλοιπα συνδικάτα. Ουσιαστικά, αποτελούν κι αυτά καθεστωτικά μορφώματα που ελέγχονται από μια κάστα κομματικών συνδικαλιστών, οι οποίοι απολαμβάνουν ειδικά προνόμια και ανταλλάσσουν διαφόρων ειδών «εξυπηρετήσεις». Η ΓΕΝΟΠ είναι η πιο ισχυρή συνδικαλιστική οργάνωση, ενώ τα υψηλόβαθμα στελέχη της είναι αυτά που αποφασίζουν αν θα γίνουν απεργίες ή όχι και πόσο δυναμικές θα είναι αυτές. Δυστυχώς, για τους υπόλοιπους εργαζόμενους δεν υπάρχουν περιθώρια για συζήτηση στα θέματα που τους απασχολούν, απλώς ακολουθούν τις οδηγίες των μεγάλων κεφαλιών. Παρόλα αυτά, υπάρχουν συνδικάτα που φέρουν ελπίδες, όπως το νεοσύστατο τοπικό συνδικάτο «Εργατική Αλληλεγγύη» (ΣΕΕΝ) που εδρεύει στην Κοζάνη και το οποίο σύμφωνα με την ομάδα «σύντροφοι από Κοζάνη-Πτολεμαΐδα» λειτουργεί μακριά από κομματικές και μικροπολιτικές λογικές ως ανεξάρτητος πολιτικός φορέας (ακόμη και στους οικονομικούς του πόρους, αρνούμενο κάθε κρατική, εργοδοτική και κομματική χρηματοδότηση). Το συνδικάτο αυτό κρίνεται από τους συντρόφους ότι λειτουργεί με ξεκάθαρο ταξικό προσδιορισμό, έχοντας ως θεμελιώδη κριτήρια του λόγου και των δράσεων του τις ανάγκες και τα δίκαια των εργαζομένων. Παρόλα αυτά, συμπληρώνουν ότι και σε αυτή την περίπτωση κατοχυρώνει ρόλους και συνεπώς με αυτόν τον τρόπο διατηρούνται και αναπαράγονται «ηγετικές μορφές» και ιεραρχικές δομές, οι οποίες ουσιαστικά ενισχύουν τη λογική της ανάθεσης του αγώνα σε κάποιους άλλους.

Κύρια θέματα που απασχολούν τους εργαζόμενους πέρα από την μείωση των μισθών, είναι τα σενάρια για την πώληση της ΔΕΗ που προκαλούν μεγάλη ανησυχία. Η σιγή ιχθύος που περιβάλλει το ζήτημα δημιουργεί πολλά σενάρια. Δεν υπάρχει αρκετός λιγνίτης; Θα κλείσουν τα υπάρχοντα ορυχεία; Οι περιβαλλοντικές ρήτρες που επιβάλλει η Ε.Ε. για το 2017 θα οδηγήσουν στο κλείσιμο των δεκαπέντε ορυχείων ώστε να μείνει μια μονάδα παραγωγής;

Tέτοιου είδους ζητήματα θα προσπαθήσουμε να πραγματευτούμε στη συνέχεια του κειμένου ξεκινώντας από τα ζητήματα 1) της ανόδου των ενεργειακών τιμών και 2) της ανάπτυξης των μονάδων ΑΠΕ.

4. Γιατί γίνονται οι αυξήσεις στα τιμολόγια της ΔΕΗ;

Όταν το 2001 & 2006 άνοιξε και στην πράξη η αγορά της ενέργειας στην Ελλάδα, (δηλαδή ιδιώτες μπορούσαν να πωλούν ενέργεια, κυρίως με μονάδες φυσικού αερίου και ΑΠΕ), η ΔΕΗ ήταν υποχρεωμένη να αγοράζει ένα ποσοστό ώστε να τηρεί τις οδηγίες  της Ε.Ε. για την απελευθέρωση της αγοράς της ενέργειας. Η ζημιά που προήρθε από αυτή την αγορά (οι τιμές του λιγνίτη είναι πιο φθηνές από ΑΠΕ & φυσικό αέριο) έπρεπε να καλυφθεί από κάπου -μόνη λύση η αύξηση των τιμολογίων. Έτσι, στο λογαριασμό μας υπάρχει πλέον το Ειδικό Τέλος για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε) που έχει επιβληθεί από τον Ν.2773/99 (άρθρο 40), το ύψος του οποίου προσδιορίζεται με Υπουργική Απόφαση μετά από πρόταση της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας (Ρ.Α.Ε.)9 και χρεώνεται σε όλους τους πελάτες με βάση το ύψος της ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώνουν.

Σύμφωνα με το Ν.2773/99, η ΔΕΗ καταβάλλει το Ειδικό Τέλος ΑΠΕ στο Διαχειριστή του Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΔΕΣΜΗΕ) προκειμένου αυτός να καλύψει μέρος του απαιτούμενου ποσού που καταβάλλει στους Παραγωγούς ΑΠΕ, με σκοπό την αγορά από αυτούς ολόκληρης της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγουν. Το συγκεκριμένο αυτό «τέλος» καλύπτει το ακριβότερο κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ έναντι της παραγωγής από συμβατικά καύσιμα.  Από ουσιαστική άποψη, αυτή η χρέωση αποτελεί ένα «ανταποδοτικό τέλος» που η Πολιτεία δια του Ν.2773/99 έχει επιβάλει για να καλυφθεί το κόστος του περιβαλλοντικού αγαθού που προσφέρει στους πολίτες, δηλαδή της καθαρής ενέργειας, αναφέρει στην επίσημη ιστοσελίδα της η ΔΕΗ.

Σύμφωνα με την δική μας ανάγνωση, αυτό το «ανταποδοτικό τέλος» για τις ΑΠΕ είναι ενδεικτικό της ίδιας της λογικής της πράσινης ανάπτυξης. Σου λέει «πλήρωσε ΕΣΥ, και θα σου δώσω ένα καινούργιο «οικολογικό» αγαθό που χρειάζεσαι ΕΓΩ». Κατά τη γνώμη μας, η αύξηση των ενεργειακών τιμών αποτελεί μία έμμεση επίθεση στο μισθό των εργαζομένων, αλλά είναι κάτι παραπάνω από αυτό. Όπως θα αναλυθεί παρακάτω, εκφράζει τη στρατηγική επιλογή του κεφαλαίου να αναδιοργανώσει συνολικά τις κοινωνικές σχέσεις μέσα από το άνοιγμα της ενεργειακής αγοράς. Αυτή η επίθεση λαμβάνει, ειδικότερα, χώρα στην Ελλάδα με τη νέα αύξηση των τιμολογίων από την 1η Ιανουαρίου του 2011, η οποία έχει ξεκάθαρα ταξικά χαρακτηριστικά:

•   μειώνεται η τιμολόγηση για εμπορικούς λόγους (μέχρι 9,2%),

•   μειώνουν ή/και αυξάνουν ανά περίπτωση τη βιομηχανική τιμολόγηγηση (μέχρι 8%)

•    και αυξάνουν την κοινωνική τιμολόγηση (μέχρι 11% για κατανάλωση μέχρι 800 Κwh, μέχρι 3% κατανάλωση 1000 έως 2500 Κwh).

 Με δυο λόγια, αυτό μου μας επιφυλάσσει κράτος και κεφάλαιο, όσον αφορά τις ενεργειακές τιμές, είναι: πιο φτηνή ενέργεια από ιδιωτικές μονάδες παραγωγής για τη βιομηχανία και τα καταστήματα, πιο ακριβή ενέργεια από τον κρατικό τομέα για τα νοικοκυριά. Το αποτέλεσμα αυτής της αυξομείωσης είναι κάτι που θα έχει συνέχεια και τα επόμενα χρόνια: μετακύληση του κόστους φορολογίας διοξειδίου του άνθρακα και του καπιταλιστικού κόστους στην εργατική τάξη και στον κόσμο με τα μικρότερα εισοδήματα.

Τα πολυδιαφημισμένα κοινωνικά τιμολόγια της ΔΕΗ με τα οποία έχουν κατακλύσει την τηλεόραση μιλάνε για μείωση του κόστους κατά 10% και 20% σύμφωνα με κοινωνικά κριτήρια (π.χ. για χαμηλά εισοδήματα). Θεωρούμε ότι όλη αυτή η ιστορία είναι σχεδιασμένη ξεκάθαρα ως μία προπαγάνδα που προσπαθεί να αποπροσανατολίσει τον κόσμο από αυτό που πραγματικά συμβαίνει. Υποστηρίζουν ότι προνοούν για μείωση τιμών, όμως δεν εξηγούν ότι αυτό θα γίνει πάνω στην αύξηση που θα λάβει χώρα! Δηλαδή σου υπόσχονται ουσιαστικά …μία μικρότερη αύξηση, μόνο που αυτό δεν το λένε ξεκάθαρα. Επιπλέον, τα κοινωνικά κριτήρια είναι σχεδιασμένα έτσι ώστε να μην μπορούν να επωφεληθούν τα κοινωνικά στρώματα που τα έχουν ανάγκη.10 Για παράδειγμα, μία μέση τετραμελής οικογένεια είναι αδύνατο να καταναλώνει μόνο 800 με 1000 κιλοβατώρες το τετράμηνο, ιδιαίτερα στη χειμερινή περίοδο που οι ανάγκες είναι αυξημένες. Επιπλέον, είναι γνωστό ότι η μόνη επιλογή για κάθε νέο/α, επισφαλή εργαζόμενο/η, άνεργο/η με τα ανάλογα εισοδήματα που δε μένει στη γονεϊκή εστία, είναι η συγκατοίκηση με περισσότερους ανθρώπους, πράγμα που αναγκαστικά εμπεριέχει μεγαλύτερη κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος.

Γιατί συμβαίνει αυτή η επίθεση τώρα

Η αύξηση των ενεργειακών τιμών πηγαίνει μαζί με την υποτίμηση της εργασίας

Θεωρούμε ότι αυτές οι αλλαγές δε συμβαίνουν τυχαία στη σημερινή συγκυρία της κρίσης. Ο καθορισμός των ενεργειακών τιμών και ο έλεγχός τους θεωρούμε ότι έχει έντονα πολιτικά χαρακτηριστικά και παίζει κεντρικό ρόλο στην έκβαση του κοινωνικού ανταγωνισμού: η ακριβή ενέργεια παίζει το ρόλο της, όπως άλλωστε και η φθηνή.

Η ακριβή ενέργεια αποτελεί ανά περιόδους ένα χρήσιμο εργαλείο για τον έλεγχο των συνθηκών μέσα στους οποίους λειτουργεί η ανθρώπινη εργασία. Για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια της κρίσης της δεκαετίας του ’70, μία περίοδο στην οποία οι κοινωνικοί αγώνες ήταν ισχυροί, μία άμεση επίθεση στο μισθό θα ήταν πολύ δύσκολη χωρίς να προκληθούν μεγάλες αντιστάσεις. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η άνοδος των ενεργειακών τιμών έχει αποτελέσει μία αποτελεσματική έμμεση επίθεση στο μισθό, αφού η άνοδος του ενεργειακού κόστους σημαίνει αύξηση του κόστους διαβίωσης. Εκφράζει την επιλογή του κεφαλαίου να επιτεθεί μέσα από τη φιλελευθεροποίηση της ενεργειακής αγοράς, να αναδιοργανώσει συνολικά τις κοινωνικές σχέσεις και να απαντήσει σε μία κρίση πειθάρχησης των εργατών η οποία για τα αφεντικά αναγιγνώσκεται ως κρίση κερδοφορίας και πτώση της παραγωγικότητας. Μία τέτοια πτώση παραγωγικότητας λαμβάνει χώρα στην Ευρώπη από το ’70 και μετά (δες παράρτημα, Πίνακα 1), η οποία έχει συνοδευτεί με αύξηση των τιμών της ενέργειας στην Ευρώπη των 15 σε όλα τα επίπεδα (φυσικό αέριο, πετρέλαιο, ηλεκτρικό ρεύμα -δες παράρτημα, Πίνακα 2). Στην ουσία του, θεωρούμε ότι αυτό που συμβαίνει τα τελευταία χρόνια με το κεφάλαιο στην Ευρώπη όσον αφορά την ενεργειακή (και περιβαλλοντική) του πολιτική, δεν είναι μία κρίση εξάντλησης της ενέργειας ούτε μία «καλή διάθεση» στροφής «στην πιο καθαρή αλλά και πιο ακριβή ενέργεια» για χάρη του περιβάλλοντος. Αντίθετα, αποτελεί στρατηγική αντιμετώπισης του κοινωνικού-ταξικού ανταγωνισμού σε ευρωπαϊκό επίπεδο, της εργασιακής/ενεργειακής κρίσης όπως ορίσαμε προηγουμένως, παίζοντας, ανάμεσα σε άλλα, τα χαρτιά της «πράσινης ανάπτυξης και διπλωματίας» ως μία ιδεολογική και υλική διέξοδο από την κρίση.

Από την άλλη μεριά, η φθηνή ενέργεια έχει υπάρξει θεμελιώδες στοιχείο της οικονομικής μεγέθυνσης μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ιστορικά, μία από τις πιο πετυχημένες αποκρίσεις του κεφαλαίου (όταν η εργασία είναι ακριβή και δύσκολο να ελεγχθεί) είναι, ανάμεσα σε άλλες, η μηχανοποίηση11. Η μηχανοποίηση χρησιμοποιείται ως εργαλείο που τείνει να εντατικοποιεί την εργασία και να την υποκαθιστά «σπρώχνοντας» το εργατικό δυναμικό σε σφαίρες περισσότερο ελέγξιμες και υποτιμημένες (υπερωρίες, ανεργία, ελαστικές σχέσεις, πειθαρχία-τεχνολογίες τυποποίησης & ελέγχου της εργασίας). Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα προέρχεται από τους αγώνες στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας των ΗΠΑ από το 1958 μέχρι το 1970. Η εισαγωγή της μηχανοποίησης σε εργοστάσια αυτοκινήτων, όπως στην περίπτωση του Detroit το 1950, ήταν μία διαδικασία που ακολούθησε μία σειρά μεγάλων απεργιών στον τομέα. Στις αλλαγές που έλαβαν χώρα, ενδεικτικό είναι ότι ο βιομηχανικός τομέας των ΗΠΑ κατανάλωνε 66% περισσότερη ενέργεια σε σύγκριση με μόλις 35% περισσότερη εργασία. Επίσης, η ίδια η αυτοματοποίηση δημιούργησε πολυάριθμους αγώνες, ειδικά από μαύρους εργάτες που έφεραν το βάρος των αλλαγών στην παραγωγική διαδικασία. (Abramsky 2010)

Όσον αφορά την ελληνική πραγματικότητα, από τις αρχές του ’90, ο κύκλος των αγώνων που κουβαλούσαν την κληρονομιά της μεταπολίτευσης (δεκαετίες ’70 και ’80) αρχίζει να τελειώνει. Μαζί τους τελειώνουν οι κοινωνικοί αυτοί παράγοντες που συνετέλεσαν στη διατήρηση του παλιού κοινωνικού status quo, σύμφωνα με το οποίο φαίνεται ότι οι τιμές της ενέργειας παραμένουν σε σχετικά χαμηλά επίπεδα. Ξεκινάει μία πορεία νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης, αλλά και η άνοδος της ηττοπάθειας, της συντηρητικοποίησης της κοινωνίας και της ατομικής λύσης. Σε όλα αυτά τα χρόνια δόθηκαν πολλές σημαντικές μάχες (π.χ. ασφαλιστικό), παρόλα αυτά δεν αλλάζει κάτι. Τα τελευταία είκοσι χρόνια φαίνεται ότι η εργασιακή επισφάλεια, σε πιο ήπιες και ψυχολογικοποιηµένες µορφές, τείνει να πολλαπλασιάζει τις δυνάµεις αδράνειας που ακινητοποιούν τους ανθρώπους και δυσκολεύει την ικανότητά τους να σχηματοποιήσουν ανταγωνιστικές μορφές κοινωνικών αγώνων. Η ήττα του κοινωνικού αντιμετωπίζεται από το κεφάλαιο με την διάθεση του νικητή που αντεπιτίθεται, πράγμα που παίρνει διάφορες μορφές, όπως για παράδειγμα η φυγή στη χρηματοπιστωτική σφαίρα και η μεταφορά επιχειρήσεων σε χώρες με φθηνότερα εργατικά χέρια. (Ριζοσπαστικός Προβληματισμός, 2008). Αυτού του είδους οι αποκρίσεις του κεφαλαίου αποτελούν καθαυτές αντιφατικές διαδικασίες γιατί την ίδια στιγμή που φαίνεται ότι το κεφάλαιο επιτίθεται και έχει το πάνω χέρι, την ίδια στιγμή φανερώνεται και η ευπάθειά του. Ναι μεν είναι ένα μέσο ώστε η κερδοφορία να φαίνεται αύξουσα, αλλά ταυτόχρονα η εξάρτησή της από την εργασία, η ανάγκη της δηλαδή να επικυρωθεί και με υλικούς όρους αυτή η κερδοφορία, δείχνει την αδυναμία του κεφαλαίου. Συμπερασματικά, θα μπορούσαμε ίσως να πούμε δηλαδή ότι τέτοιες στρατηγικές στις οποίες αναφερόμαστε είναι μεν στρατηγικές αντιμετώπισης της εργασίας, αλλά μάλλον αμυντικού προσανατολισμού.

Για την συνέχεια του κειμένου μία στρατηγική του κεφαλαίου στην οποία θα θέλαμε να εστιάσουμε, καθώς συνδέεται με το ενεργειακό ζήτημα, είναι η αύξηση της μηχανοποίησης. Στην Ελλάδα, από το 1995 και μετά, η παραγωγικότητα του κεφαλαίου παρουσιάζει αύξηση, κάτι που οφείλεται στην αύξηση της μηχανοποίησης. Σύμφωνα με τους Ιωακείμογλου & Μηλιός (2005)  «η υποκατάσταση εργασίας με κεφάλαιο (μηχανές) επιταχύνεται μετά το 1995, κάτι που οφείλεται πρωτίστως στη μεταφορά τεχνολογικών καινοτομιών στη διαδικασία παραγωγής –μεταφορά που πραγματοποιείται χάρη στις αυξημένες επενδύσεις» (δες παράρτημα, πίνακα 3). Παράλληλα με την υποκατάσταση εργατικών χεριών από την τεχνολογία, ο ενεργειακός τομέας στην Ελλάδα δε μένει καθόλου πίσω αφού έχει μεγεθυνθεί κατά 70% την περίοδο 1991-2006, σε σύγκριση με το μέσο όρο του 28% για την Ε.Ε., πράγμα που οφείλεται κυρίως στην παραγωγή ηλεκτρισμού που προέρχεται από την ανάπτυξη του τομέα του φυσικού αερίου (περίοδος 1996-2006), το ποσοστό του οποίο έφτασε στη συμμετοχή της ηλεκτρικής παραγωγής από το 0 στο 17%.

Στις μέρες μας, στην περίοδο όξυνσης του κοινωνικού ανταγωνισμού που βιώνουμε, τα πράγματα αλλάζουν γρήγορα. Το συμπέρασμα στο οποίο οδηγούμαστε και το οποίο θέλουμε να αναδείξουμε είναι ότι:

1) η αυξημένη μηχανοποίηση της περιόδου από το ’95 και μετά και

2) η άνοδος των κοινωνικών ενεργειακών τιμολογίων της τελευταίας δεκαετίας, η οποία ακολουθείται από μείωση των τιμών του ρεύματος για τα αφεντικά (αποτελώντας με άλλα λόγια ένα ενεργειακό ταξικό προμοτάρισμα),

αποτελούν δύο φάσεις της ίδιας στρατηγικής που πιέζουν ώστε να γείρει η πλάστιγγα του κοινωνικού ανταγωνισμου προς το όφελος κράτους και αφεντικών, επιτυγχάνοντας έμμεση επίθεση στο μισθό και υποτίμηση της εργασίας. Η στρατηγική αυτή εντάσσεται στη σημερινή συγκυρία στη λογική μετακύλησης του κόστους λόγω της εργασιακής/ενεργειακής κρίσης στην εργατική τάξη και ως τέτοια οφείλουμε να την αντιμετωπίσουμε.

Οι αλλαγές που αναφέρθηκαν, όπως η άνοδος των ενεργειακών τιμών, δε θεωρούμε ότι θα πραγματοποιηθούν έτσι κι αλλιώς. Η επιτυχία τους θα εξαρτηθεί από τις μορφές αντίστασης που θα κληθούν να δώσουν τις απαντήσεις τους, τη δυνατότητα κυκλοφορίας των αγώνων και την επέκτασή τους σε κοινωνικό επίπεδο, τις μελλοντικές εξεγέρσεις και τις προοπτικές που θα ανοίξουν.

5. Μετασχηματισμοί στον τομέα της ενέργειας: γιατί βλέπουμε τέτοια ώθηση στις ΑΠΕ;

Βρισκόμαστε σε ένα ιστορικό σταυροδρόμι επαναδιαπραγμάτευσης σχεδόν όλων των μέχρι σήμερα δεδομένων του κοινωνικοπολιτικού συστήματος. Η πράσινη ανάπτυξη αποτελεί την κοινή επίκληση όλων των φορέων του πολιτικού φάσματος, καθώς οι πολιτικές δυνάμεις που φιλοδοξούν να ηγεμονεύσουν στη νέα εποχή καλούνται να αποδείξουν ότι μπορούν να ανταποκριθούν και να διαχειριστούν στο όνομα του συνόλου την πρόκληση της βιώσιμης ανάπτυξης. Το κεντρικότερο σημείο όλου αυτού στο οποίο συναντιούνται και συγκρούονται τα κοινωνικά και ταξικά συμφέροντα, είναι η αρχιτεκτονική της διαδικασίας παραγωγής ενέργειας-ηλεκτρισμού (Παπανικολάου 2010). Έτσι μπαίνει στο παιχνίδι η ιστορία με τις ΑΠΕ.

H απάντηση στο παραπάνω ερώτημα που τέθηκε στον τίτλο βρίσκεται σε μία καπιταλιστική λογική που τοποθετεί στο επίκεντρό της το ιδεολόγημα της πράσινης ανάπτυξης. Εκφράζεται με μία πολιτική που, συνθηματολογώντας, θα λέγαμε ότι δεν έχει σύνορα: είναι ίδια σε Ελλάδα, Ευρώπη, ΗΠΑ και Τουρκία, έχει τις ίδιες πάνω-κάτω βασικές κατευθύνσεις και καθορίζεται μέσα από τους κατά περίπτωση  σχεδιασμούς και εφαρμογές, με γνώμονα (μιλώντας με οικονομικούς όρους) το συγκριτικό πλεονέκτημα της κάθε περιοχής (απόθεμα πόρων, τεχνολογικές υποδομές κ.λ.π.) και τα περιθώρια κερδοφορίας (έλλειψη ή αντίστροφα παρουσία κοινωνικών και περιβαλλοντικών αγώνων, φθηνό εργατικό δυναμικό, κατάλληλες νομοθεσίες κ.λ.π.).

Μία μεταβαλλόμενη σειρά επιλογών η οποία, θα το επαναλάβουμε, γίνεται στα πλαίσια της εργασιακής/ενεργειακής κρίσης, προσπαθεί να προλάβει τα «κενά» που δημιουργούνται και να αξιοποιήσει δυνατότητες που ανοίγονται. Από τη μία περιφεριοποιεί τις καινούργιες ενεργειακές μονάδες. Νέα μεγάλα υδροηλεκτρικά έργα στα Βαλκάνια, νέες πυρηνικές μονάδες στην Τουρκία. Και στην Ελλάδα τι; Θα το δούμε παρακάτω. Από την άλλη μεριά, παρατηρούμε ότι δοκιμάζει και εναλλάσσει διαφορετικά ενεργειακά σχέδια και σενάρια. Δεν έχουμε να παρουσιάσουμε μία συγκεκριμένη συνταγή που ακολουθείται, παρόλα αυτά νομίζουμε ότι καταλαβαίνουμε τη φύση του προβλήματος και ως τέτοιο θα σας το παρουσιάσουμε.

Είπαμε προηγουμένως ότι η αρχική δικαιολογία της τάσης του πράσινου καπιταλισμού για τις αλλαγές που προτείνει είναι η κλιματική αλλαγή. Αν αρχίσουμε από τη διακήρυξη των επικεφαλών των ηλεκτρικών εταιρειών της Ευρώπης για την κλιματική αλλαγή (συμπεριλαμβανομένης φυσικά και της ΔΕΗ), θα δούμε ότι η ΔΕΗ, ακολουθώντας την ευρωπαϊκή πολιτική των ιδιωτικών και δημόσιων εταιριών, δεσμεύεται να ακολουθήσει μία διαφορετική γραμμή από την παραδοσιακή. «Οι υπογράφοντες της Διακήρυξης δεσμεύονται ότι μέχρι το 2050 θα παρέχουν ηλεκτρικό ρεύμα που θα παράγεται χωρίς εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, υπό την προϋπόθεση ότι οι πολιτικοί ηγέτες της E.E. θα τους διασφαλίσουν πρόσβαση σε μία ευρεία γκάμα επιλογών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας –αποδοτικές καθαρές τεχνολογίες ορυκτών καυσίμων που θα περιλαμβάνουν δέσμευση και αποθήκευση άνθρακα, υψηλής απόδοσης συνδυασμένη παραγωγή θερμότητας και ηλεκτρισμού και πυρηνική ενέργεια, παράλληλα με ανανεώσιμες πηγές».12 Ο ενεργειακός τομέας στην υπηρεσία των άνωθεν πολιτικών επιλογών θέτει τις αιχμές της καινούργιας του αναπτυξιακής πορείας.

Έτσι, λοιπόν, καταρχάς πρώτο καθήκον για τη ΔΕΗ είναι να επιτευχθεί ο στόχος της Ε.Ε. για το 2020. Στόχος που επιβάλει μείωση των ρύπων σε διοξείδιο του άνθρακα και 20% κάλυψη των ενεργειακών ανγκών από ΑΠΕ. Η ΔΕΗ θα πρέπει στα επόμενα χρόνια να περιορίσει τη λιγνιτική παραγωγή της κατά 1.800 ΜW, δηλαδή από τα 5.200 ΜW που είναι σήμερα να πέσει στα 3.400 ΜW. Πρέπει να τονιστεί ότι η ΔΕΗ θα κληθεί από το 2013 να πληρώνει ετησίως πρόστιμα που θα ξεπερνούν το ένα δισ. ευρώ εφόσον συνεχίσει τη λειτουργία των παλαιών ρυπογόνων μονάδων. Οι προτάσεις της ΔΕΗ και της ΕΣΗΕ προβλέπουν, μεταξύ άλλων, συνυπολογισμό του κόστους διοξειδίου του άνθρακα (CΟ2) στο μεταβλητό κόστος των μονάδων, αλλά ανισοκατανομή του κόστους αυτού κατά τη διάρκεια της ημέρας, ενώ η εφαρμογή όλων των αποφάσεων προτείνεται να γίνει στο άμεσο μέλλον, αφού πρώτα «αναπροσαρμοστεί το λογισμικό του ΔΕΣΜΗΕ, της ΔΕΗ και όλων των συμμετεχόντων στην αγορά»13.

Να ένα επίκαιρο παράδειγμα για το πώς το εμπόριο ρύπων προκαλεί ριζική αναδιάρθρωση στις θέσεις εργασίας του ενεργειακού τομέα με προκάλυμμα «το καλό του περιβάλλοντος». Πράγμα που πάει πολύ βαθύτερα, θα πούμε εμείς· στη ριζική αναδιάρθρωση της συνολικής λειτουργίας του. Η επιχείρηση έχει προγραμματίσει στα επόμενα εννέα χρόνια να αποσύρει παλαιές ρυπογόνες μονάδες λιγνίτη δυναμικότητας 900 ΜW και να επενδύσει σε megaproject φωτοβολταϊκών (π.χ. προαναγγελλόμενη μονάδα 300ΜW στo νομό Κοζάνης). Αυτό αποτελεί, αν το δούμε με οικονομικούς όρους, και μια διέξοδο για την αξιοποίηση κεφαλαίων που δεν είχαν πού να δοθούν και τα οποία η ΔΕΗ δε θα μπορούσε να απορροφήσει και να κάνει τέτοιες επενδύσεις. Σε αυτό θα επανέλθουμε λίγο παρακάτω.

Πάμε δηλαδή προς μια μετάβαση από τα ορυκτά καύσιμα στις ΑΠΕ;

Η πρωτοπορία στην προπαγάνδα της πράσινης ανάπτυξης, η γνωστή μηκυβερνητική οργάνωση WWF, υποστηρίζει ότι σχεδόν το 100% των απαιτήσεων της «ανθρωπότητας» σε ηλεκτρική ενέργεια, μεταφορές και βιομηχανική παραγωγή μπορεί να καλυφθεί μέχρι το 2050 από την ανάπτυξη των ΑΠΕ. Πώς μπορεί να γίνει αυτό; Τεχνολογικά σενάρια όπως αυτά της κάλυψης της ερήμου Σαχάρας από φωτοβολταϊκά πάρκα και άλλα πολλά δίνουν και παίρνουν από τους κάθε είδους απολογητές του συστήματος που αναζητούν ενδοσυστημικές απαντήσεις. Πράγμα το οποίο φυσικά συμβαίνει πάντα αποκομμένα από την πραγματικότητα του κοινωνικού ανταγωνισμού και τη φύση του κοινωνικού συστήματος στο οποίο ζούμε και ζουν.

Προς το παρόν, ο ρόλος των ΑΠΕ στην ενεργειακή παραγωγή είναι συμπληρωματικός και, μεταξύ μας, για τις ανάγκες του ενεργοβόρου συστήματος που ονομάζεται καπιταλισμός (όπως τον γνωρίζουμε) μάλλον τέτοιος θα παραμείνει πάντοτε (εξαιτίας της ασυνεχούς τους φύσης, της σχετικά μικρής τους απόδοσης κ.τ.λ.). Θεωρούμε, όμως, ότι οι εκτιμήσεις για την εξέλιξη των ΑΠΕ δεν μπορούν να γίνουν στη βάση μίας τεχνικής-τεχνολογικής συζήτησης. Το μέλλον των ΑΠΕ θα κριθεί από την απόδοση της εμπορευματικής χρήσης τους μέσα στο πλαίσιο της σύγκρουσης κεφαλαίου-εργασίας και την αβεβαιότητα που αυτή εμπεριέχει. Προφανείς απαντήσεις δεν υπάρχουν. Αν οι ΑΠΕ χρησιμοποιηθούν σύμφωνα με το μοντέλο των μεγκαπρότζεκτ, ενδεχομένως να αποτελέσουν μία από τις πιο καταστρεπτικές τεχνολογίες για το περιβάλλον και την κοινωνία στην ιστορία της ανθρωπότητας. Οι αγώνες για την ιδιοκτησία της γης (π.χ. στον τομέα των βιοκαυσίμων και αλλού), οι ενεργειακοί αγώνες στην παραγωγή, στη διανομή και στην κατανάλωση της ενέργειας θα χαράξουν το δρόμο που θα ακολουθήσει μελλοντικά η τεχνολογία των ΑΠΕ. Σύμφωνα με τον Αbramsky (2010) σήμερα τίθεται περισσότερο επιτακτικά από ποτέ η ανάγκη να εκτιμήσουμε την ανοιχτή φύση της «ενεργειακής κρίσης» και τις «λύσεις» της, προκειμένου με δραστήριο τρόπο να προετοιμαστούμε και να συμμετέχουμε στους αγώνες που αυτές συνεπάγονται.

Ας δούμε τώρα μερικά στοιχεία για τις αλλαγές του ενεργειακού τομέα στον ελλαδικό χώρο.

Στην ελληνική πραγματικότητα παρατηρούμε ότι μαζί με την είσοδο στον ενεργειακό τομέων των ιδιωτών, έχει υπάρξει τα τελευταία χρόνια (2007-2009) στην Ελλάδα ένας πολύ μεγάλος αριθμός επενδύσεων, τόσο του ιδιωτικού όσο και του δημοσίου τομέα, σε μονάδες με φυσικό αέριο και λιγνίτη. Παρακάτω παραθέτουμε μονάδες που έχουν κατασκευαστεί:

– Μαντούδι Ευβοίας 460MW (όμιλος ΓΕΚ-ΤΕΡΝΑ)

– Mεγαλόπολη Αρκαδίας 850 (ΔΕΗ)

– Άγιος Νικόλαος Βοιωτίας 450 ΜW (ENDESA HELLAS A.E.)

– Άγιος Νεκτάριος – Δήμος Θηβαίων Βοιωτίας 435ΜW (Ηρων ΙΙ-Θερμοηλεκτρικό σταθμός βοιωτία Α.Ε)

– Θίσβη Βοιωτίας 422ΜW (Eνεργειακή Θεσσαλονίκης Α.Ε.)

– Eχεδωρος Θεσσαλονίκης 390 ΜW (Ενεργειακή Θεσσαλονίκης Α.Ε.)

– Αλιβέρι Ευβοίας 400MW (ΔΕΗ)

Πολλές, όμως, από αυτές τις μονάδες (οι αποκλειστικής καύσης λιγνίτη) δεν προχώρησαν, καθώς αναδύθηκε σε διάφορα σημεία του ελλαδικού χώρου (Κορινθιακός κόλπος, Καβάλα, κ.α.) μία πληθώρα τοπικών αγώνων που εξέφραζαν την εναντίωσή τους σε τέτοια έργα. Το αιχμιακό ζήτημα που έβαλαν μπροστά αυτοί οι αγώνες παράλληλα με το τοπικό, ήταν η εναντίωση στο λιθάνθρακα εξαιτίας των περιβαλλοντικών του επιπτώσεων, προκρίνοντας την εφαρμογή τεχνολογιών ΑΠΕ. Συχνά, δε, τα επιχειρήματα που εκφράζονταν έρχονταν σε ταύτιση με την περιβαλλοντική νομοθεσία της Ε.Ε ή/και ακολουθούσαν τα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία «επιστημονικά» συντάσσεται η κάθε μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Η ποροκεντρική αυτή ανάλυση, κομμάτι της οποίας αποτελεί η φετιχοποίηση του λιγνίτη ως «κακή» μορφή ενέργειας και η προώθηση των ΑΠΕ ως «σωστή» λύση στην υφιστάμενη κατάσταση, θεωρούμε ότι είναι ένα στοιχείο που αποπροσανατόλισε τα αντανακλαστικά των κοινωνικών κινημάτων από το ζήτημα της ταξικής-κοινωνικής διάστασης της παραγωγής, της διανομής και της κατανάλωσης ενέργειας. Ενδεικτική είναι η ανακοίνωση του δικτύου «πολίτες κατά του λιθάνθρακα» που χαρακτήρισε «νίκη κατά του λιθάνθρακα» την απόσυρση της κυβερνητικής πολιτικής από την κατασκευή μονάδων αποκλειστικά χρήσης λιγνίτη και ανακοίνωσε την αυτοδιάλυσή  του.14 Η δική μας ερμηνεία των εξελίξεων είναι, από τη μια μεριά, ότι η αλλαγή πλεύσης στην ενεργειακή πολιτική έχει να κάνει με την αλλαγή στη διαχείριση της εξουσίας τον Οκτώβρη του 2009 από το ΠΑΣΟΚ, πράγμα που σηματοδότησε και την ισχυροποίηση της κατεύθυνσης της πράσινης ανάπτυξης. Από την άλλη μεριά, θεωρούμε ότι ο μερικός χαρακτήρας των αιτημάτων αυτών των αγώνων όπως αναφέρθηκε παραπάνω, καθώς και ο παραγοντίστικος τρόπος λειτουργίας πολιτικών του συνιστωσών συνέβαλαν στον εγκλωβισμό τους απέναντι στις καινούργιες αλλαγές του ενεργειακού τοπίου (άνοδος ενεργειακών τιμών, προώθηση ΑΠΕ).

Ένα πρώτο συμπέρασμα μας είναι ότι κράτος και κεφάλαιο αναζητούν μία ενεργειακή διέξοδο στις ΑΠΕ, αυτό όμως όχι τελεσίδικα και όχι λόγω εξάντλησης του λιγνίτη ή της προστασίας του περιβάλλοντος, αλλά γιατί η θέση της χώρας στο καπιταλιστικό γίγνεσθαι αυτή τη στιγμή αυτό φαίνεται να προκρίνει. Από τη μεριά μας, το ζήτημα το οποίο επιζητούμε να θέσουμε δεν είναι αυτό της παροχής μίας εναλλακτικής λύσης στην ενεργειακή/εργασιακή κρίση, αλλά αντίθετα να εντείνουμε την άρνηση του μέλλοντος το οποίο το κεφάλαιο προσπαθήσει να δημιουργήσει με διάφορους συνδυασμούς στην αναζήτησή του για τρόπους επιβίωσης.

Επενδύσεις στις ΑΠΕ

Όσον αφορά τις ΑΠΕ παρατηρούμε μία ένταση στις επενδύσεις τόσο των κεντροποιημένων έργων (π.χ. μεγάλα ηλιακά και αιολικά πάρκα) όσο και των πιο αποκεντρωμένων μορφών της (π.χ. μικρά φωτοβολταϊκά πάρκα σε αγροτικές γη, φωτοβολταϊκά στις ταράτσες).

1) Όσον αφορά στις κεντροποιημένες μονάδες, υπάρχουν πολλές περιπτώσεις σχεδιαζόμενων αιολικών πάρκων σε Κέρκυρα και Κρήτη, Βόρειο Αιγαίο και αλλού, τα οποία γίνονται με σκοπό την τροφοδοτηση του κεντρικού δικτύου. Για παράδειγμα, η επένδυση στην Κρήτη, η οποία εκτιμάται πως θα ξεπεράσει το ένα δισ. ευρώ, δε σταματά στην κατασκευή των αιολικών πάρκων αλλά προβλέπει επιπλέον την κατασκευή διασύνδεσης από την Κρήτη προς την Πελοπόννησο προκειμένου η παραγόμενη ενέργεια να μεταφέρεται και να πωλείται στο ηπειρωτικό σύστημα.

Σχετικά με τα φωτοβολταϊκά πάρκα, αίσθηση έχει προκαλέσει η ανακοίνωση της ΔΕΗ για τη μελλοντική επένδυσή της στην κατασκευή και λειτουργία του μεγαλύτερου φωτοβολταϊκού πάρκου στον κόσμο, σε συνεργασία με την αμερικάνικη εταιρία ΑΕS.15 Για την τοπική κοινωνία του νομού Κοζάνης τα συναισθήματα είναι ανάμεικτα. Από τη μία μεριά δημιουργεί χαρά σε μερίδα του κόσμου ότι θα ανοίξουν νέες θέσεις εργασίας, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί φόβο ότι θα χαθούν οι υπάρχουσες θέσεις εργασίας. Υπάρχει ο φόβος πως η κατασκευή του φωτοβολταϊκού πάρκου θα είναι η αιτία για να χαθούν οι εκτάσεις που είχαν απαλλοτριωθεί και ότι οι περιοχές αυτές δε θα επιστραφούν στους αρχικούς τους κατοίκους. Επιπλέον, υπάρχει φόβος ότι αυτά τα σενάρια ρίχνονται στον αέρα για να μπορέσει η ΔΕΗ, όταν κλείσει τις μονάδες λιγνίτη, να πάρει πίσω τις δεσμεύσεις της για περιβαλλοντικές αποκαταστάσεις.

Μιλώντας με κατοίκους της Ακρινής (Κοζάνη) μας γίνεται περισσότερο ξεκάθαρος ο τρόπος με τον οποίο το μοντέλο της πράσινης ανάπτυξης πρόκειται να κάνει τους παραπάνω φόβους πραγματικότητα. Αναφερόμαστε σε μία συνθήκη όπου μία ολόκληρη επαρχιακή περιοχή έχει αναπτυχθεί με προορισμό να αποτελέσει το ενεργειακό κέντρο όλης της χώρας και στη συνείδηση των κατοίκων της όλο το μέλλον τους εξαρτάται από αυτό. Σε αυτή την περιοχή τις τελευταίες δεκαετίες 1) η ΔΕΗ ρυπαίνει την ατμόσφαιρα μοιράζοντας απλόχερα τον καρκίνο, 2) μέσω της εξορυκτικής δραστηριότητας εξαντλεί τον υδροφόρο ορίζοντα, 3) νεκρώνει ανεπιστρεπτί τη γη αφού απορρίπτει το καλλιεργήσιμο μέρος του εδάφους και το ζήτημα της αποκατάστασης μένει έτσι στα χαρτιά, 4) απορρίπτει τέφρα ρυπαίνοντας την ήδη επιβαρυμένη ατμόσφαιρα, 5) ρυπαίνει τον ήδη επιβαρυμένο υδροφόρο ορίζοντα μέσω του χρωμίου της τέφρας, 6) λαμβάνοντας υπόψη τα βάσιμα σενάρια για επέκταση των λιγνιτορυχείων αποκλείει σε μεγαλύτερο βαθμό τοπικές κοινότητες αφήνοντας μόνη διέξοδο την μετεγκατάσταση. Τα μεγάλα φωτοβολταϊκά πάρκα τι έχουν να προσφέρουν σε αυτό; Θεωρούμε ότι όσον αφορά την τοπική κοινωνία, τα έργα αυτά αποτελούν έναν πράσινο τρόπο για να αντικατασταθεί η περιβαλλοντική υποβάθμιση τόσων χρόνων και οι υπάρχουσες θέσεις εργασίας με «κάτι καινούργιο», να ξεγραφτούν οι υποσχέσεις για παραχώρηση των απαλλοτριωμένων εκτάσεων προς καλλιέργεια και να δημιουργηθούν κάποιες θέσεις εργασίας στον «καθαρό» ενεργειακό τομέα. Κατά τα άλλα σημαίνει πολλά χρήματα για τις ξένες εταιρίες ΑΠΕ που θα εφαρμόσουν τα έργα και αρκετά MW «καθαρού» ηλεκτρικού ρεύματος που θα είναι περισσότερο ακριβό από ότι ποτέ άλλοτε τα επόμενα χρόνια και η τιμή του θα καθορίζεται από την ελεύθερη αγορά.

2) Θα κάνουμε τώρα μία σύντομη αναφορά στην ανάπτυξη των αποκεντρωμένων μορφών ΑΠΕ. Η συνύπαρξη αποκεντρωμένων και κεντροποιημένων μορφών με μία πρώτη ανάγνωση μας προβλημάτισε. Πώς γίνεται, αναρωτηθήκαμε, από την μία να επενδύουν σε τεράστια πάρκα φωτοβολταϊκών και από την άλλη να δίνουν και αγροτικές επιδοτήσεις για εγκατάσταση μικρότερων ενεργειακών μονάδων, καθώς επίσης σε αστικό επίπεδο να παίζει τόσο πολύ το «φωτοβολταϊκά στις ταράτσες»; Με μία δεύτερη ανάγνωση κατανοούμε ότι για το κεφάλαιο δεν είναι αποδεκτές μόνο οι μεγάλες εναλλακτικές λύσεις αλλά επίσης…οι μικρές εναλλακτικές λύσεις! Η αποκέντρωση, άλλωστε,  δε σημαίνει ότι αυτόματα οδηγεί σε περισσότερη δημοκρατία, όπως φαίνεται να πιστεύουν πολλοί υποστηρικτές ενός εναλλακτικού «ανθρώπινου» καπιταλισμού. Η κυριαρχία, λειτουργώντας πιο πολύπλοκα απ’ ό,τι μερικές φορές νομίζουμε, επιδιώκει όχι τον έλεγχο πάνω σε πράγματα αλλά τον έλεγχο σε κινήσεις, ροές και συνδέσεις εμπορευμάτων, ανθρώπων, πραγμάτων, ενέργειας κ.ο.κ. Το συμπέρασμά μας είναι ότι οι κεντροποιημένες και αποκεντρωμένες μορφές ΑΠΕ λειτουργούν συμπληρωματικά, εφόσον φυσικά και οι δύο κινούνται σε μία εμπορευματική λογική.

Όσον αφορά τα φωτοβολταϊκά στην αγροτική γη, φαίνεται ότι είναι ένας τρόπος να κινηθεί χρήμα (στις εταιρείες-συμβούλους και στις τράπεζες) και ταυτόχρονα μια προσωρινή/πλασματική διέξοδος για τους αγρότες που έχουν να αντιμετωπίσουν το τέλος των επιδοτήσεων στα προϊόντα τους. Επιπλέον, η εξέλιξη της υπόθεσης δείχνει ότι όλη αυτή η ιστορία πρόκειται για μία «πράσινη φούσκα»16 , καθώς η ΔΕΗ ανακοινώνει ότι επήλθε κορεσμός στα δίκτυά της και εκκρεμούν έτσι αιτήσεις των αγροτών, οι οποίοι έχουν ήδη πληρώσει τις μελέτες. Οι ευθύνες αναζητούνται κάπου ανάμεσα στο υπουργείο περιβάλλοντος και στον πρόεδρο της ΔΕΗ.

Με τα φωτοβολταϊκά στις ταράτσες, ένα μέρος της παραγωγικής διαδικασίας της ενέργειας μετακυλύεται στο νοικοκυριό μαζί με το κόστος του (τώρα η εγκατάσταση επιδοτείται, αλλά αργότερα; τι γίνεται με το κόστος συντήρησης;). Το ίδιο ισχύει και για συσκευές βιοκαυσίμων. Επίσης, δημιουργείται μία καινούρια αγορά (μετάλλων, μπαταριών, ηλιακών συλλεκτών, ηλεκτρονικών εξοπλισμών) που «τρέχει». «Ναι, έχεις χρήματα, καλά είναι», θα πει κανείς. Σίγουρα φαίνεται μία καλή επένδυση. Μία επένδυση, όμως, που στην διαδικασία της δημιουργεί σχέσεις ανισότητας μεταξύ των καταναλωτών, διαχωρίζοντάς τους σε αυτούς «που έχουν» και σε αυτούς «που δεν έχουν». Αλλωστε, ο καπιταλισμός πάντα λειτουργούσε μέσα σε ένα περιβάλλον διαιρέσεων που συνυπάρχουν και αλληλοεπηρεάζονται.

Ανακεφαλαιώνοντας, στο κείμενο αυτό προσπαθήσαμε 1) να συνδέσουμε την άνοδο των ενεργειακών τιμολογίων και τις εξελίξεις του ενεργειακού τομέα με τις συνθήκες του κοινωνικού ανταγωνισμού στον ελλαδικό χώρο και 2) να παρουσιάσουμε τις επενδύσεις στις ΑΠΕ ως μία επιλογή του κεφαλαίου σύμφωνα με τις κατευθύνσεις της πράσινης ανάπτυξης και την κατάσταση των κοινωνικών συνθηκών πάνω στις οποίες επιχειρεί να δημιουργήσει νέους κύκλους συσσώρευσης. Στο επόμενο, τρίτο και τελευταίο, κείμενο θα μιλήσουμε για τους κοινωνικούς-περιβαλλοντικούς αγώνες που βλέπουμε να αναδύονται, για τις περιφράξεις που αυθαίρετα θέτουν τους φυσικούς πόρους στην υπηρεσία του υπάρχοντας κοινωνικού συστήματος και για τις δυνατότητες μία διαφορετικής λογικής δημιουργίας και επέκτασης των κοινών αγαθών, μίας κομμουνιστικοποίησης που θα μπορεί να συμβάλει στον άνοιγμα δρόμων για μία απελευθερωτική κοινωνική προοπτική.

1. Πηγή: ΔΕΗ στο http://el.wikipedia.org/

2. Είναι σημαντικό να αναφέρουμε εδώ ότι η παραπάνω διαδικασία είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη θετική τάση που είχε διαμορφωθεί στα Βαλκάνια ως προς την κατασκευή νέων μεγάλων υδροηλεκτρικών φραγμάτων. Αυτό το γεγονός πρέπει να το δούμε σε συνδυασμό με την προώθηση του πράσινου καπιταλισμού στην Ευρώπη, ο οποίος έχει την τάση να περιφερειοποιεί τις περισσότερο επιβλαβείς και μηβιώσιμες δραστηριότητες, μία από τις οποίες είναι και τα μεγάλα φράγματα. Αυτή η παρατήρηση είναι ιδιαίτερα επίκαιρη αν λάβουμε υπόψη το δεδηλωμένο ενδιαφέρον της ΔΕΗ. Α.Ε. για την κατασκευή και εκμετάλλευση τεσσάρων υδροηλεκτρικών σταθμών στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη.

3. Πηγή: http://seenerga.wordpress.com/

4. Η κατάσταση με τα τιμολόγια της ΔΕΗ, περίπου από τις αρχές του 2010,  γίνεται περισσότερο δύσκολο να συγκριθεί με το παρελθόν καθώς από τότε το τιμολόγιο διασπάται σε επιμέρους κομμάτια που προηγουμένως συμπεριλαμβάνονταν στην ενιαία τιμή. Έχουμε δηλαδή χωριστά τις τιμές για το ονομαζόμενο «ανταγωνιστικό» τμήμα με τις οποίες πληρώνεται ο προμηθευτής της ενέργειας (εν προκειμένω η εμπορία της ΔΕΗ, που μπορεί να είναι όμως και κάποια ιδιωτική εταιρεία) και το τμήμα με τις «μη ανταγωνιστικές δραστηριότητες» με το οποίο πληρώνονται τα έξοδα του δικτύου μεταφοράς, του δικτύου διανομής και οι Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ). Οι δαπάνες για τις μη ανταγωνιστικές δραστηριότητες αφορούν τα αντίστοιχα τμήματα της ΔΕΗ (που από το 2011 θα γίνουν ανεξάρτητες εταιρείες –μάλλον θυγατρικές της). Οι δαπάνες για ΥΚΩ καλύπτουν τις επιβαρύνσεις τις ΔΕΗ από την υποχρέωσή της να παρέχει ηλεκτρική ενέργεια ανεξαρτήτως πραγματικού κόστους της σε όλους τους καταναλωτές που το ζητούν, σε τιμές που ορίζονται από το κράτος. Τα δύο κομμάτια ακολουθούν πλέον διαφορετικές λογικές τιμολόγησης και μεταβάλλονται ανεξάρτητα τα μεν από τα δε (με διαφορετικές αποφάσεις), με αποτέλεσμα οι προσπάθεια σύγκρισης με το παρελθόν να γίνεται λίγο χαοτική. Πόσο μάλλον που δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε κάποια «σταθμισμένη» τιμή που να είναι αντιπροσωπευτική για όλους τους καταναλωτές κάθε κατηγορίας (δηλαδή 1 τιμή για οικιακούς καταναλωτές, μία για βιομηχανικούς κλπ). Πηγή: http://www.dei.gr/ecPage.aspx?id=13332&nt=18&lang=1

5. Σύμφωνα με το συνδικάτο εργαζομένων στην ενέργεια «Εργατική Αλληλεγγύη «Την ίδια στιγμή, οι ελάχιστες ιδιωτικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην ελληνική αγορά, έχοντας κυρίως στρέψει το ενδιαφέρον τους στους βιομηχανικούς πελάτες, έχουν εξασφαλισμένα κέρδη σε βάρους του κρατικού τομέα , ενώ την ίδια στιγμή η κυβέρνηση προσπαθεί να τις πολλαπλασιάσει, ανταποκρινόμενη στις κατευθύνσεις της Ε.Ε. για πλήρες άνοιγμα της αγοράς ενέργειας. Tην ίδια στιγμή, το δίκτυο μεταφοράς ενέργειας που κατασκευάστηκε με χρήματα του δημοσίου, παραδόθηκε το 2001 στην εταιρία ΔΕΣΜΗΕ  Α.Ε. η οποία το ανοίγει και προς ιδιωτική χρήση. Εδώ και μια δεκαετία η ΔΕΗ έχει πληρώσει για τέλη χρήσης του δικτύου (το οποίο κατασκεύασε και ουσιαστικά διαχειρίζεται) το τεράστιο ποσό των 1,17 δισ. ευρώ!». ΠΗΓΗ: http://seenerga.wordpress.com/

6. Πηγή: http://www.tovima.gr/

7. Πηγή: http://seenerga.wordpress.com/

8. Πηγή: Σύντροφοι από Κοζάνη – Πτολεμαϊδα, (Ιούνης 2009), Εισήγηση εκδήλωσης για τα εργατικά “ατυχήματα” στη ΔΕΗ,

9. Η ΡΑΕ είναι ανεξάρτητη διοικητική αρχή και έχει κυρίως γνωμοδοτικές και εισηγητικές αρμοδιότητες στον τομέα της ενέργειας. Δημιουργήθηκε στα πλαίσια της εναρμόνισης της ελληνικής νομοθεσίας με την Κοινοτική Οδηγία 96/92 και συνδυάζεται με την πολιτική του εκσυγχρονισμού των ενεργειακών αγορών στην Ελλάδα. Ο ρόλος της ΡΑΕ είναι να παρακολουθεί και να εισηγείται για τις τιμές, τη λειτουργία της αγοράς και τις αδειοδοτήσεις. Ακόμη, να παρέχει πληροφορίες σε επενδυτές και καταναλωτές. Σκοπός της ΡΑΕ είναι, επίσης, να εξασφαλίσει με θεσμικό τρόπο συμβατό με τους μηχανισμούς της απελευθερωμένης αγοράς, τους μακροχρόνιους στρατηγικούς στόχους της ενεργειακής πολιτικής.  ΠΗΓΗ: http://www.rae.gr/about/main.htm

10.  Παρόμοια κοινωνικά κριτήρια διαφημίστηκαν και για το προαναγγελόμενο μέτρο (σχετικά με τον προϋπολογισμό του 2011) για εξίσωση του ειδικού φόρου στο πετρέλαιο κίνησης με το πετρέλαιο θέρμανσης.

11. Η μηχανοποίηση, δηλαδή η εισαγωγή νέων τεχνολογιών στην παραγωγική διαδικασία, γίνεται με σκοπό τη μείωση του χρόνου που χρειάζεται να δουλέψει ένας εργαζόμενος προκειμένου να παραχθεί ένα εμπόρευμα. Είναι λάθος, όμως, να υποβιβάζουμε το ρόλο του εργάτη σε χειριστή μηχανών ή σε μία «παθητική» δεξαμενή εργασιακής δύναμης. Η οπτική μας προσεγγίζει τη μηχανή, και γενικότερα την τεχνολογική εξέλιξη, μέσα από το πρίσμα του κοινωνικού-ταξικού ανταγωνισμού που προκάλεσε την κατασκευή της και οδήγησε στο βιομηχανικό καπιταλισμό. Με τον όρο μηχανή ορίζουμε την ολοκληρωμένη υποδομή που οδηγεί στην λειτουργία της παραγωγικής διαδικασίας δηλαδή 1) την πηγή ενέργειας που μετατρέπεται σε μηχανική (π.χ. λιγνίτης, πετρέλαιο, αιολική, πυρηνική, κ.λ.π.), 2) το είδος του κινητήρα που χρησιμοποιείται για τη μετατροπή (ατμομηχανή, κινητήρας εσωτερικής καύση, ανεμογεννήτρια, πυρηνικός αντιδραστήρας) και 3) το εργαλείο που χρησιμοποιεί ο εργαζόμενος στην παραγωγή (αργαλειός, μηχανή υφαντουργίας, ηλεκτρονικός υπολογιστής, κλπ). Ιστορικά, η μηχανοποίηση έχει χρησιμοποιηθεί από το κεφάλαιο και τα αφεντικά με σκοπό να ανατρέψει μία υφιστάμενη εργασιακή συνθήκη και τις σχέσεις αλληλεγγύης και αντίστασης που έχουν αναπτυχθεί και να πειθαρχήσει πάνω στο εργατικό δυναμικό. Χωρίς να θέλουμε να επεκταθούμε για τους σκοπούς του κειμένου σε βαθύτερα θεωρητικά νερά, θα περιοριστούμε να πούμε ότι κατά μία έννοια η μηχανή αποτελεί μέσο και όχι τον αυτοσκοπό της τεχνολογικής εξέλιξης στα πλαίσια του κοινωνικού ανταγωνισμού, η υπεραξία παράγεται από την εκμετάλλευση της ζωντανής ανθρώπινης εργασίας, τη γνώση και δημιουργικότητα και όχι από τον άψυχο διαμεσολαβητή της, δηλαδή τη μηχανή καθεαυτή. Η μηχανή, δηλαδή, αποτελείται η ίδια από συσσωρευμένη νεκρή εργασία και κατά αυτήν την έννοια φυσικά και η εργασία δεν καταργείται. Αφενός, η μηχανοποίηση εισάγεται κλέβοντας τη γνώση, το know how και τη δημιουργικότητα των εργατών που έχουν αποκτήσει πάνω στη δουλειά τους. Αφετέρου η κατάσταση που περιγράφεται είναι έτσι κι αλλιώς μια δυναμική κατάσταση καθώς οι εργάτες κατακτούν και στο νέο παράδειγμα μια δύναμη λόγω των γνώσεων που αναπτύσσουν πάνω-στη-δουλειά, προκαλώντας έτσι μια νέα επέμβαση τπυ κεφαλαίου αλλά και ταυτόχρονα τροφοδοτώντας το με τις καινούριες αποκτημένες γνώσεις.

12. Πηγή: http://www.dei.gr/

13. Πηγή: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&artid=341912&ct=19&dt=07/07/2010

14. Πηγή:http://lithanthrakas.wordpress.com/2009/11/15/telos/

15. Πηγή: http://www.tanea.gr/

Written by factoryfanet

Ιουνίου 14, 2011 at 4:02 μμ

Για την κρίση τροφίμων

leave a comment »

Στις αρχές του 2007, περίπου τον ίδιο καιρό με το σκάσιμο της χρηματοπιστωτικής φούσκας, οι τιμές των τροφίμων παγκόσμια άρχισαν να αυξάνονται. Μέσα σε ένα χρόνο, οι τιμές βασικών προϊόντων όπως το καλαμπόκι, το σιτάρι ή το ρύζι σε πολλές περιπτώσεις διπλασιάστηκαν, αυξάνοντας βίαια κατά 150 εκατομμύρια. τον αριθμό των ανθρώπων που υποφέρουν από ασιτία ή υποσιτισμό και κάνοντας ακόμη πιο δύσκολη την αναπαραγωγή δισεκατομμυρίων ακόμη.

Η άνοδος αυτή των τιμών παρήγαγε άμεσες απαντήσεις, καθώς μέσα στην άνοιξη του 2008 ξέσπασαν εκτεταμένες διαμαρτυρίες και ταραχές σχεδόν ταυτόχρονα σε τριάντα τρεις χώρες. Μετά από αυτές τις «εξεγέρσεις των τροφίμων» (food riots, όπως ονομάστηκαν), οι τιμές επανήλθαν περίπου στα πρότερα επίπεδα. Δεν πρόκειται φυσικά για την πρώτη φορά που συνέβη μια απότομη αύξηση των τιμών η οποία συνοδεύτηκε από ανάλογες αντιδράσεις. Όπως θα δούμε άλλωστε και πιο κάτω, δεν πρόκειται για ένα απρόσμενο συμβάν, αλλά για μια χρόνια διαδικασία απολύτως σύμφυτη με την καπιταλιστική λογική. Η ένταση, ωστόσο, τόσο της διακύμανσης των τιμών όσο και των αντιδράσεων υπήρξε καινοφανής, τη στιγμή μάλιστα που είχαν προηγηθεί τρεις δεκαετίες σχετικής σταθερότητας.

Η διεθνής φιλολογία υποδέχθηκε αρχικά την κρίση των τροφίμων του 2008 με μια έκπληξη που μόνο γέλιο προκαλεί, σε μια υπόθεση για την οποία πολλοί είχαν προειδοποιήσει δεκαετίες πριν. Και ύστερα πήραν μπροστά τα μηχανάκια του θεάματος για να εξηγήσουν και να πείσουν. Στην αφήγηση της εξουσίας, η κρίση αυτή –η άνοδος δηλαδή των τιμών που αποδόθηκε στην έλλειψη τροφής– παρουσιάστηκε σαν το ατυχές αποτέλεσμα ενός συνδυασμού γεγονότων που κανείς δε θα μπορούσε να προβλέψει και να προλάβει. Παρέλασαν μπροστά μας ως αιτίες σεισμοί, καταποντισμοί, κακοκαιρίες, αυξήσεις στον παγκόσμιο πληθυσμό, αυξήσεις στην τιμή του πετρελαίου, η κλιματική αλλαγή, οι αλλαγές στις διατροφικές συνήθειες του Νότου, η προώθηση των βιοκαυσίμων· οτιδήποτε δηλαδή θα μπορούσε να πλασάρει τις διακυμάνσεις στις τιμές των εμπορευμάτων ως «γεγονότα της φύσης» και σίγουρα να αποφύγει κάθε σύνδεση με τη συνολικότερη καπιταλιστική κρίση και κάθε αντιμετώπιση της κρίσης των τροφίμων σαν αυτό που είναι: ένα ακόμη πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα στους εκμεταλλευτές και τους εκμεταλλευόμενους, τους κυρίαρχους και τους κυριαρχούμενους αυτού του κόσμου.

Η αλήθεια είναι πως τέτοια μοτίβα δεν έλειψαν ούτε και από αναλύσεις του ευρύτερου «χώρου της αμφισβήτησης», ωστόσο στις τελευταίες υπάρχει κι ένα ακόμη σημείο που βρίσκεται πολύ πιο κοντά στην πραγματικότητα. Σύμφωνα με αυτό, η άνοδος των τιμών είναι αποτέλεσμα της κερδοσκοπίας (speculation) που συντελέστηκε και συντελείται πάνω στις τιμές του εμπορεύματος-τρόφιμα, καθώς μετά το ξέσπασμα της κρίσης των ενυπόθηκων δανείων στην Αμερική, μεγάλα κεφάλαια μετακινήθηκαν από την αγορά των σπιτιών σ’ αυτή των τροφίμων με σκοπό να συνεχίσουν τη λογιστική τους αυτοαξιοποίηση. Η αύξηση, λοιπόν, είναι το άμεσο αποτέλεσμα του τεράστιου παιχνιδιού επενδύσεων σε παράγωγα και άλλα χρηματοπιστωτικά προϊόντα που στήθηκε στο Χρηματιστήριο Τροφίμων του Σικάγο.

Ενώ η αναφορά στην κερδοσκοπική δραστηριότητα πάνω στις τιμές των τροφίμων καταφέρνει αρχικά να εξηγήσει το μηχανισμό αύξησής τους, μένοντας σ’ αυτό το επίπεδο ανάλυσης αδυνατούμε να ερμηνεύουμε τους λόγους για τους οποίους επιλέχθηκε η αγορά των τροφίμων και όχι ένα οποιοδήποτε άλλο εμπόρευμα. Είναι αλήθεια ότι η πιστωτική επέκταση είναι μια οδός διαφυγής από την εργατική ανυποταξία. Το κεφάλαιο δηλαδή στρέφεται στην κερδοσκοπία γιατί αδυνατεί να αντιμετωπίσει την εργασία στο πεδίο της παραγωγής, έτσι που η κερδοσκοπική διάσταση της συσσώρευσής του και η ανυποταξία της εργασίας είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Ωστόσο, και πάλι, γιατί τα αφεντικά να ρισκάρουν να εμπλακούν σε μια αγορά που μπορεί να επιφέρει απρόβλεπτες αντιδράσεις για να επιτύχουν τη συσσώρευση αυτή;

Είναι κρίσιμο εδώ να κατανοήσουμε πως αυτό που περιγράφεται ως κρίση των τροφίμων δεν έχει να κάνει με κάποια πτώση της παγκόσμιας γεωργικής παραγωγής ούτε με κάποια παγκόσμια έλλειψη τροφίμων. Δεν πρόκειται για μια πραγματική σπάνη τροφίμων αλλά για την αύξηση των τιμών τους λόγω μιας τεχνητής σπανιότητας, σαν αυτές που έχει κατασκευάσει πολλές φορές ο καπιταλισμός. Υπό αυτή την έννοια, αυτό που περιγράφεται σαν κυνικότητα κάποιων κοντόφθαλμων κερδοσκόπων που κοιτούν να βγάλουν γρήγορο κέρδος προκαλώντας εξαθλίωση, μπορεί να ιδωθεί σαν τον πολιορκητικό κριό μιας επίθεσης από την πλευρά του κεφαλαίου, στην προσπάθειά του να εγκαταστήσει τον έλεγχό του πάνω στις κύριες πηγές ενέργειας και αξίας. Όπως το θέτει ο G.Caffentzis στο πολύ χρήσιμο άρθρο του Descrambling the “Food Crisis”:

«Η παραγωγή τροφίμων είναι το κλειδί για τη ρύθμιση των οικονομικών δραστηριοτήτων, του επιπέδου των μισθών και της εργασιακής δύναμης σε κάθε τμήμα του κόσμου […] εκείνος που ελέγχει την παραγωγή τροφίμων, ελέγχει επίσης την πολιτική οικονομία του πλανήτη».

Η προτίμηση, λοιπόν, στην αγορά των τροφίμων δεν μπορεί να εννοηθεί χωρίς τους ανταγωνισμούς που είναι πάντοτε παρόντες. Το αντίθετο. Πρόκειται για μια επιθετική κίνηση μέσα σ’ αυτούς τους ανταγωνισμούς. Ο Caffentzis στο ίδιο κείμενο αναλύει τρεις παράγοντες για την επιλογή των τροφίμων:

α. Την εξαπλούμενη άρνηση της εμπορευματοποίησης της γης (που είναι ιδιαίτερα ισχυρή στην Αφρική) και τον αγώνα που δίνουν κοινότητες της Λατινικής Αμερικής για να ανατρέψουν την ιδιωτικοποίηση της γης και των φυσικών πόρων και να ξαναδημιουργήσουν «νέα κοινά».

β. Την προσπάθεια από την πλευρά του κεφαλαίου να εισάγει μια σειρά μεταρρυθμίσεων στην κοινωνική αναπαραγωγική διαδικασία, που ήταν για καιρό στη νεοφιλελεύθερη ατζέντα, αλλά έτυχε επιτυχούς αντίστασης από εργάτες στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ. Πρόκειται δηλαδή για ένα ακόμη τρόπο μεταφοράς πλούτου από την εργασία στο κεφάλαιο και μάλιστα μέσω της επίθεσης στο πιο αδύναμο σημείο των εργατών: όχι ως αγωνιζομένων αλλά ως καταναλωτών.

γ. Η επίθεση αυτή εκδηλώνεται επίσης στα τα πλαίσια της προσπάθειας να υπερνικηθεί η αντίσταση τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Αφρική και στη Λατινική Αμερική ενάντια στην εισαγωγή γενετικά μεταλλαγμένων προϊόντων.

Τελικά, σε μια προσπάθεια να απομυστικοποιήσουμε την κρίση τροφίμων, μπορούμε να τη δούμε ως μια ακόμη στιγμή στη σύγκρουση ανάμεσα στη συνεχή και ανανεούμενη διαδικασία της πρωταρχικής συσσώρευσης (ή με τα λόγια του David Harvey, της συσσώρευσης μέσω της αποστέρησης πόρων) από τη μια πλευρά, και στην αντίσταση στις νέες περιφράξεις από την άλλη.

Βιβλιογραφία

Caffentzis, George, (2008), Descrambling the “Food Crisis”,http://www.metamute.org/en/content/decoding_the_food_crisis

στα ελληνικά: Ερμηνεύοντας την κρίση των τροφίμων, μετάφραση από Hobo http://mutantjazs.blogspot.com/2008/10/blog-post_05.html

Written by factoryfanet

Ιουνίου 14, 2011 at 12:47 μμ

Αναρτήθηκε στις 02 τεύχος, κρίση

Θέσεις για τη Διαρκή Κρίση του Καπιταλισμού, το ανυπέρβλητο των ταξικών ανταγωνισμών

leave a comment »

του Harry Cleaver

Εισαγωγή

Το κείμενο που ακολουθεί είναι μια μετάφραση των σημειώσεων με τίτλο «Theses on Secular Crisis in Capitalism: The Insurpassability of Class Antagonisms» (Θέσεις για τη Διαρκή Κρίση του Καπιταλισμού: Το Ανυπέρβλητο των Ταξικών Ανταγωνισμών) του Harry Cleaver, θεωρητικού του Αυτόνομου Μαρξισμού. Η μετάφραση αυτή επιλέχθηκε να γίνει από την Υποομάδα της Φάμπρικα Υφανέτ για την Κρίση, στα πλαίσια της θεωρητικής μας ενασχόλησης με το ζήτημα αυτό και της αναζήτησης θεωρητικών εργαλείων που θα μας βοηθήσουν, όχι μόνο να κατανοήσουμε τα αίτια της κρίσης αλλά και να εξετάσουμε πιθανούς τρόπους εξόδου από τον καπιταλισμό γενικότερα. Αυτό αποτελεί ένα από τα κομμάτια της θεωρητικής μας δουλειάς, αφού μελλοντικά θα υπάρξουν κι άλλες προσπάθειες κατάθεσης τέτοιων σκεπτικών που συμβάλουν στην εμβάθυνση της πολιτικής σκέψης, στην τόνωση της δύναμης των αγωνιζόμενων κομματιών και στην επινόηση νέων μορφών πάλης που θα θέτουν τον καπιταλισμό συνεχώς σε κρίση.

Ο Harry Cleaver, ως καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Τέξας, έχει αναδείξει ζητήματα και αναπτύξει θεωρίες που στόχευαν πάντα στην υποστήριξη των αγώνων που εναντιώνονταν στην εκμετάλλευση, ιδιαίτερα εκείνων των αγώνων που είχαν χαρακτηριστικά υπέρβασης του καπιταλισμού. Η ερευνητική του ενασχόληση έχει ακολουθήσει τρεις αλληλένδετους άξονες: την πολιτική ανάγνωση της επικρατούσας θεωρίας της πολιτικής οικονομίας, ώστε να γίνει κατανοητός τόσο ο ιδεολογικός της όσο και ο στρατηγικός της ρόλος, την κριτική και την επεξεργασία της μαρξιστικής θεωρίας, ως θεωρίας του ταξικού ανταγωνισμού, καθώς και τη μελέτη των κοινωνικών συγκρούσεων στο σύγχρονο καπιταλισμό, που ωθούν την ανάπτυξή του, επισπεύδουν τις κρίσεις του και επιδιώκουν να προχωρήσουν πέρα από τα όριά του.

Η σκέψη του, όπως προαναφέραμε, ανήκει στο θεωρητικό ρεύμα του Αυτόνομου Μαρξισμού και βασίζεται στη θεωρία της αυτόνομης δύναμης των εργατών. Αφετηρία της ανάλυσής του είναι οι αγώνες που δίνουν οι ίδιοι οι εργάτες και η δύναμή τους να φέρνουν το καπιταλιστικό σύστημα σε κρίση, διαρρηγνύοντας τους μηχανισμούς του και εφευρίσκοντας νέες μορφές κοινωνικής οργάνωσης. Αντιθέτως, οι παραδοσιακοί μαρξιστές και κριτικοί θεωρητικοί επικεντρώνονταν κατά βάση στη μελέτη της δύναμης του κεφαλαίου και αντιλαμβάνονταν τους εργατικούς αγώνες ως αντίδραση στις επιθετικές κινήσεις του κεφαλαίου, καθοδηγούμενοι από μια εξωτερική ηγεσία που θα ήταν σε θέση να τους διαφωτίσει και να τους κινητοποιήσει. Σύμφωνα με τον Cleaver, η πολιτική σημασία του να τοποθετούμε τη δική μας δύναμη στο κέντρο του σκεπτικού μας σχετικά με τις ταξικές συγκρούσεις στον καπιταλισμό, έγκειται στην απλή αλήθεια ότι μόνο στη βάση της ακριβούς αποτίμησης της δικής μας δύναμης μπορούμε να συζητήσουμε με χρήσιμο τρόπο πάνω στο πώς θα προχωρήσουμε στο χτίσιμο αυτής της δύναμης. Γι’ αυτόν το λόγο επιλέξαμε κι εμείς να μεταφράσουμε αυτό το κείμενο: ακριβώς επειδή αναδεικνύει το δυναμισμό των ταξικών σχέσεων και αναγνωρίζει τις κινήσεις μας ως μια σημαντική δύναμη που μπορεί να υποδεικνύει τις κατευθύνσεις που θα πάρει η ιστορία. Επειδή ως θεωρία κρίσης συνιστά κι ένα εργαλείο αγώνα που σκοπό έχει να οξύνει τον ταξικό ανταγωνισμό. Η ανάλυση αυτή αποτελεί στην ουσία μια ενεργητική θέση –μια θέση μάχης– μέσα στην ταξική σύγκρουση και όχι μια εξύμνηση της παντοδυναμίας του κεφαλαίου, απέναντι στο οποίο εμείς κρατάμε πάντα μια παθητική αμυντική στάση. Αυτή η οπτική είναι ένας δυναμικός και αισιόδοξος τρόπος να ερμηνεύουμε την ιστορία, αφού μας εφοδιάζει με εργαλεία ώστε να είμαστε σε θέση να αποτιμούμε τις δυνάμεις μας, να κάνουμε κριτική στα μέσα του αγώνα μας και να επινοούμε καινούργια όταν χρειάζεται.

Στις θέσεις που ακολουθούν, ο Cleaver πέτυχε με ένα συμπυκνωμένο και εύστοχο λόγο να επανερμηνεύσει δομικούς όρους της μαρξιστικής θεωρίας και να επανατοποθετήσει τον «ενδοκαπιταλιστικό» ανταγωνισμό εκεί που του αρμόζει: εντός της ταξικής πάλης. Εξηγεί, δηλαδή, ότι ο ανταγωνισμός μεταξύ των ίδιων των καπιταλιστών σχετίζεται άμεσα με την σύγκρουση των διαφορετικών ταξικών δυνάμεων και ότι οι κινήσεις του κεφαλαίου βρίσκονται πάντα σε συνάρτηση με την έκβαση αυτής της σύγκρουσης. Υποστηρίζει ότι η κρίση είναι διαρκής, εξηγώντας ότι ο καπιταλισμός, ως σύστημα κυριαρχίας, αυτό που κάνει είναι να γεννά αναπόφευκτα ανταγωνιστικές προς αυτόν δυνάμεις τις οποίες προσπαθεί να αποφύγει χωρίς φυσικά να το καταφέρνει. Η γενικευμένη υποταγή της ανθρώπινης ζωής στην εργασία, δηλαδή η οργάνωση της κοινωνίας με βάση την αξία, περιορίζει την ανάπτυξή της. Οι άνθρωποι πάντα αγωνίζονταν, είτε για μια καλύτερη θέση μέσα στο πλαίσιο της καθολικής επιβολής της εργασίας, είτε για να ξεφύγουν από τα όρια που θέτει αυτή η επιβολή, διεκδικώντας λιγότερο εργασιακό χρόνο και περισσότερο χρόνο για αυτοαξιοποίηση. Το κεφάλαιο από την άλλη, πάντα προσπαθούσε να ξαναεσωτερικεύσει προς όφελος του αυτόν τον απελευθερωμένο και κερδισμένο από την εργατική τάξη χρόνο, αλλά όχι απαραίτητα ως καθαρή μορφή εργασίας αλλά και ως μορφή αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης. Έτσι ο ανταγωνισμός επεκτείνεται σε διάφορα πεδία της ζωής και δεν περιορίζεται μόνο στην εργασία. Είναι η καθολικότητα της πάλης που οδηγεί το κεφάλαιο σε καθολική κρίση και στη συνέχεια σε προσπάθειες ενσωμάτωσης των αντιθετικών δυνάμεων που το ίδιο γεννά. Μέσα από αυτή τη διαδικασία συσσώρευσης των ταξικών σχέσεων ο καπιταλισμός αντλεί δύναμη για να συνεχίσει να υπάρχει και είναι η διακοπή αυτής ακριβώς της διαδικασίας που θα σημάνει το τέλος του.

Θέσεις για τη διαρκή κρίση του καπιταλισμού: Το ανυπέρβλητο των ταξικών ανταγωνισμών(*)

Η συμβολή του Harry Cleaver σε μια κριτική στο άτρωτο του καπιταλισμού μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης αλλά και στην ικανότητα της παραδοσιακής μαρξιστικής θεωρίας να εξηγήσει τη συνεχιζόμενη ευπάθεια του κεφαλαίου.

Πρόκειται για ένα τροποποιημένο σύνολο σημειώσεων που παρουσιάστηκε στο Rethinking Marxism Conference με τίτλο «Secular Crisis in Capitalism: Attempts at Theorization» στο Amherst της Μασαχουσέτης, στις 13 Νοεμβρίου το 1992.

Θέση 1: Είμαστε εν μέσω μιας διαρκούς κρίσης.

Γράφουμε και μιλάμε για τη σημερινή κρίση με τον ίδιο τρόπο που το κάνουμε τις τελευταίες δύο δεκαετίες, επειδή συνεχίζουμε να παίρνουμε μέρος σε μία παγκόσμια κρίση του καπιταλισμού που μπορεί να χρονολογηθεί τουλάχιστον από τα τέλη της δεκαετίας του 1960. Όσον αφορά τη διάρκεια, το βάθος και την έκταση, αυτή η κρίση μπορεί να συγκριθεί με εκείνη της δεκαετίας του 1930 –η διάρκεια της οποίας θεωρείται ότι απλώνεται από πριν το κραχ του 1929, σε όλη τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και μέχρι τις αρχές της μεταπολεμικής περιόδου της Pax Americana, μέσω του Σχεδίου Μάρσαλ στη Δυτική Ευρώπη, της ανοικοδόμησης της Ιαπωνίας και της έναρξης του Ψυχρού Πολέμου. Γράφουμε και μιλάμε για μία διαρκή κρίση, διότι ούτε οι υφέσεις των επιχειρηματικών κύκλων ούτε οι ανακάμψεις, ούτε μια ολόκληρη σειρά από καπιταλιστικά αντίμετρα (τοπικά και διεθνή) έχουν επιλύσει τα βασικά προβλήματα του συστήματος με τέτοιο τρόπο ώστε να θέσουν τη βάση για μια εκ νέου σταθερή διαδικασία συσσώρευσης. Έτσι, με τον όρο «διαρκής κρίση» εννοούμε την αέναη απειλή για ίδια την ύπαρξη του καπιταλισμού που συνιστούν οι ανταγωνιστικές δυνάμεις και τάσεις οι οποίες είναι έμφυτες στην κοινωνική του δομή και οι οποίες εξακολουθούν να υφίστανται παρά τις βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις και τις μείζονες αναδιαρθρώσεις.

Θέση 2: Η διαρκής κρίση είναι κρίση της ταξικής σχέσης.

Οι βασικές ανταγωνιστικές δυνάμεις οι οποίες είναι συνυφασμένες με την κοινωνική δομή του καπιταλισμού, που επιβιώνουν παρά τα σκαμπανεβάσματα των διακυμάνσεων και των αναδιαρθρώσεων, που έχουν επανειλημμένα ενσωματωθεί χωρίς όμως ποτέ να χάσουν τη δύναμή αναζωπύρωσής τους, είναι η αρνητικότητα και η δημιουργικότητα της εργατικής τάξης. Η εργατική τάξη αποτελεί μια διαρκή απειλή για την επιβίωση του καπιταλισμού τόσο εξαιτίας των αγώνων της ενάντια σε διαφορετικές πτυχές της καπιταλιστικής κοινωνικής μορφής, όσο και επειδή έχει την τάση, μέσω της εφευρετικότητάς της, να κινείται και πέρα από αυτή την κοινωνική μορφή. Σε αντίθεση με όλες τις αστικές ιδεολογίες του κοινωνικού συμβολαίου, του πλουραλισμού και της δημοκρατίας, ο μαρξισμός έχει δείξει ότι ο ταξικός ανταγωνισμός απορρέει από το γεγονός ότι ο καπιταλισμός είναι μια κοινωνική τάξη πραγμάτων που βασίζεται στην κυριαρχία, δηλαδή, στην επιβολή ενός συνόλου κοινωνικών κανόνων μέσω των οποίων τείνει να οργανώσει το σύνολο της ζωής. Ο καπιταλισμός, λοιπόν, ως κοινωνικό σύστημα, είναι αδύνατο να υπερβεί τον ταξικό ανταγωνισμό, επειδή αυτός ο ανταγωνισμός είναι αδιαχώριστος από την κυριαρχία που προσδιορίζει το σύστημα.

Θέση 3: Η ταξική σχέση είναι ο αγώνας πάνω στην εργασία.

Οι καπιταλιστικοί κανόνες επιβάλλουν τη γενικευμένη υποταγή της ανθρώπινης ζωής στην εργασία. Ενώ η εξαγωγή υπερεργασίας εμφανίζεται σε όλες τις προηγούμενες ταξικές κοινωνίες, μόνο στον καπιταλισμό όλες οι ανθρώπινες δραστηριότητες έχουν αναδιαμορφωθεί ως εργασία, ως εργασιακές διαδικασίες που παράγουν εμπορεύματα. Αυτές οι διαδικασίες είτε παράγουν αξίες χρήσης που μπορούν να πωληθούν και μέσω των οποίων μπορεί να πραγματοποιηθεί κέρδος, είτε παράγουν και αναπαράγουν την ίδια την ανθρώπινη ζωή ως εργασιακή δύναμη. Ο ανταγωνισμός, η αντίσταση και η εναντίωση συνοδεύουν αυτή την επιβολή, επειδή αυτός ο τρόπος οργάνωσης της ανθρώπινης ζωής βάζει όρια και περιορίζει ασφυκτικά την ανάπτυξή της. Οι άνθρωποι παλεύουν τόσο ενάντια στην υποβίβασή τους σε «απλούς εργαζομένους», όσο και προς την κατεύθυνση της επεξεργασίας νέων τρόπων ύπαρξης, οι οποίοι ξεφεύγουν από τα όρια του καπιταλισμού.1

Θέση 4: Η εργατική τάξη (μισθωτή και άμισθη) αγωνίζεται ενάντια στην εργασία.

Ενώ το «κεφάλαιο» μπορεί να θεωρηθεί ως μονολιθικό, με την έννοια ότι οι διαφορές και οι διαμάχες μεταξύ των καπιταλιστών είναι δευτερεύουσες ως προς τους κανόνες του παιχνιδιού από την οπτική των εκμεταλλευομένων, η «εργατική τάξη» είναι μονολιθική μόνο ως τάξη καθ’ εαυτή, δηλαδή, όπως διαμορφώνεται από το κεφάλαιο μέσω της παγκόσμιας επιβολής της εργασίας. Η εργατική τάξη παρουσιάζεται ως τάξη δι’ εαυτήν –ως μία ενοποιημένη αυτενεργός δύναμη– μόνο μέσω της αρνητικότητάς της, που έχει τις ρίζες της στην κοινότητα της εναντίωσης στην κυριαρχία του κεφαλαίου: στους αγώνες της, δηλαδή, που στοχεύουν στο να παύσει να ορίζεται ως εργατική τάξη ή ως οποιοδήποτε είδος μονοδιάστατης τάξης. Η πάλη ενάντια στην επιβολή της εργασίας είναι κεντρική στην ιστορία της δημιουργίας της εργατικής τάξης: από τις πρώτες μορφές αντίστασης στην αρχική επιβολή της εργασίας την περίοδο της πρωταρχικής συσσώρευσης και τη μακρά περίοδο αγώνων που ακολούθησε ενάντια στην επέκταση του χρόνου εργασίας (περισσότερες ώρες, πιο εντατικές), μέχρι τους πρόσφατους και πιο επιθετικούς αγώνες για τη μείωση του χρόνου εργασίας και για την απελευθέρωση περισσότερου χρόνου για αυτοκαθοριζόμενη δραστηριότητα.2 Με δεδομένη την προσπάθεια από τη μεριά του καπιταλισμού να επανενσωματώσει τον απελευθερωμένο από την επίσημη εργασιακή ημέρα (εβδομάδα κ.λπ.) χρόνο, να τον διαμορφώσει με σκοπό την αναπαραγωγή της ζωής ως εργασιακής δύναμης κι έτσι να αναμορφώσει ολόκληρη τη ζωή ως ένα καθολικό κοινωνικό εργοστάσιο, η πάλη με τον καιρό έχει γίνει καθολική. Επομένως, οι σημερινοί εργατικοί αγώνες δεν πρέπει να ιδωθούν μονάχα ως αγώνες των μισθωτών εργαζομένων, αλλά και όλων αυτών που δεν απολαμβάνουν ένα μισθό, είναι όμως προετοιμασμένοι και εκπαιδευμένοι ώστε να δουλεύουν για την αναπαραγωγή της ίδιας της εργατικής τάξης, π.χ. των νοικοκυρών, των φοιτητών, των αγροτών, των «ανέργων» κ.τ.λ.3

Θέση 5: Η εργατική τάξη αγωνίζεται για μία αμείωτη πολλαπλότητα εναλλακτικών τρόπων ύπαρξης.

Ειδωμένα ως θετικότητες, ως δικοί τους αγώνες για τα δικά τους συμφέροντα (πέρα από την απλή αντίσταση στην επιβολή της εργασίας), τα συμφέροντα της περίπλοκης αυτής «εργατικής τάξης» είναι πολλαπλά, με την έννοια ότι δεν είναι κοινά για όλους. Τα συμφέροντα μίας ομάδας δεν είναι ακριβώς τα ίδια με αυτά μίας άλλης, ακόμα κι αν η ικανοποίηση των συμφερόντων της μιας ομάδας θα διευκόλυνε την ικανοποίηση των συμφερόντων της άλλης.4 Έτσι υπάρχει μια προβληματική σχέση ανάμεσα στην ιδέα μιας εργατικής τάξης δι’ εαυτήν και στην πολλαπλότητα των συμφερόντων για τα οποία αγωνίζονται οι διαφορετικές ομάδες. Μιλώντας για «ΤΗΝ» εργατική τάξη που αγωνίζεται ενάντια στο κεφάλαιο και της οποίας ο ανταγωνισμός απειλεί την επιβίωση του κεφαλαίου, μιλάμε στην πραγματικότητα για μία πολλαπλότητα που κινείται προς διαφορετικές κατευθύνσεις και που απαρτίζεται από εξίσου πολύμορφες διαδικασίες αυτοαξιοποίησης ή αυτοθέσμισης.

Θέση 6: Η διαλεκτική είναι η καπιταλιστική ενσωμάτωση του ταξικού ανταγωνισμού.

Ως εκ τούτου, το πρόβλημα που αντιμετωπίζει το κεφάλαιο στη διαχείριση του ανταγωνισμού της εργατικής τάξης είναι αυτό της διαχείρισης, όχι μόνο των κοινών (αν και όχι απαραίτητα συμμαχικών ή ακόμη και συμπληρωματικών) αντιστάσεων, αλλά επίσης και των διαφορετικών διαδικασιών αυτοθέσμισης, που διαφεύγουν επανειλημμένα από τους κανόνες του και που προωθούν την κρίση. Η κεφαλαιακή συσσώρευση προϋποθέτει ότι η καπιταλιστική προσταγή (θέση) είναι σε θέση να ενσωματώνει τις μορφές εχθρικής αυτενέργειας της εργατικής τάξης (αντίθεση) και να τις μετατρέπει σε αντιφάσεις (σύνθεση), ικανές πλέον να παρέχουν δυναμική σε αυτό που βασικά είναι ένα άψυχο σύνολο κανόνων και περιορισμών. Έτσι, η «λογική» (ή οι «νόμοι»)5 του κεφαλαίου είναι, όπως κάθε λογική, ένα σύνολο κανόνων, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το σύνολο κανόνων που το κεφάλαιο είναι σε θέση να επιβάλλει σε μια αντιστεκόμενη και αυτενεργό ανθρώπινη κοινωνία. Με άλλα λόγια, η διαλεκτική λογική του ταξικού αγώνα περιλαμβάνει την ενσωμάτωση και την οικειοποίηση μιας μεταλλαξιογόνου διαδικασίας ως μεταμόρφωση.6 Όλα τα λεγόμενα εμμενή εμπόδια του κεφαλαίου αποδεικνύεται ότι είναι ριζωμένα στον ταξικό συσχετισμό του αγώνα και δεν αποτελούν παρά στιγμές του. Ο αριθμός αυτών των εμποδίων είναι ο αριθμός των στιγμών (ή των τόπων) της ταξικής σχέσης.7 Η εξέλιξη αυτών των συγκρούσεων είναι «διαλεκτική» μόνο εφόσον το κεφάλαιο είναι ικανό να ενσωματώσει την άρνησή του, να καταφέρει τη μετατροπή του ανταγωνισμού σε αντίφαση.

Θέση 7: Η μελέτη της κρίσης είναι η μελέτη του ταξικού ανταγωνισμού.

Κατά συνέπεια, η μελέτη της διαρκούς κρίσης πρέπει να είναι η μελέτη των απειλών που διατυπώνονται, των ρήξεων που επιτυγχάνονται και των μετασχηματισμών που προκαλούνται από αυτόν το συνεχώς μεταβαλλόμενο αστερισμό δυνάμεων ανταγωνισμού και αυτοθέσμισης.8 Όλα τα παραπάνω περικλείονται στις διαδικασίες καπιταλιστικής συσσώρευσης, αν αυτές γίνουν αντιληπτές ως διαδικασίες συσσώρευσης των ταξικών σχέσεων του κεφαλαίου –συμπεριλαμβανομένης της διαρκώς παρούσας απειλής της ολικής ρήξης και μετάλλαξης, η αποτροπή της οποίας είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για τη συνέχιση αυτών των διεργασιών.9 Ταυτόχρονα, η μελέτη της διαρκούς κρίσης πρέπει να είναι η μελέτη των αγώνων για την απελευθέρωση από τα δεσμά του καπιταλισμού ως κοινωνικού συστήματος.

Θέση 8: Η παραδοσιακή μαρξιστική θεωρία για την κρίση πρέπει να απομυστικοποιηθεί.

Κατ’ επέκταση, οι παραδοσιακές μαρξιστικές προσεγγίσεις πάνω στο θέμα της διαρκούς κρίσης χρειάζεται να επανεξεταστούν ρητά ώστε οι θεμελιώδεις ταξικές δυνάμεις να επανατοποθετηθούν στην καρδιά της ανάλυσης. Για παράδειγμα, είναι κοινό σε πολλές μαρξιστικές θεωρίες για τη διαρκή κρίση (ή μάλλον για τις κυκλικές κρίσεις) να αντιμετωπίζουν την ταξική πάλη ως μία από τις δυνάμεις που οδηγούν (υπερκαθορίζουν) την εξέλιξη του συστήματος προς την κρίση. Αδυνατούν έτσι να δουν ότι, εάν η αυτενέργεια της εργατικής τάξης (τόσο η αρνητική όσο και η θετική) είναι η θεμελιώδης δύναμη που αντιπαλεύει το σύνολο των κανόνων/περιορισμών του κεφαλαίου πάνω στην κοινωνική ζωή, τότε οι άλλες, υποθετικά διακριτές, δυνάμεις μπορούν και πρέπει να επανεξετασθούν ως ιδιαίτερες στιγμές ή όψεις της ταξικής σύγκρουσης, προκειμένου να αποφύγουμε το φετιχισμό.

Θέση 9: Ο ενδοκαπιταλιστικός ανταγωνισμός δε διαχωρίζεται από την ταξική σχέση αλλά είναι μία μορφή αυτής.

Μία κοινή και υποτίθεται παράλληλη, δύναμη η οποία θεωρείται ότι οδηγεί το κεφάλαιο στην κρίση είναι ο «ενδοκαπιταλιστικός ανταγωνισμός» μεταξύ των υπομονάδων του κεφαλαίου, π.χ. των επιχειρήσεων και των εθνικών συμμαχιών. Για παράδειγμα, έχει συχνά υποστηριχθεί ότι η μακροπρόθεσμη τάση αύξησης της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου και της παραγωγικότητας είναι αποτέλεσμα «τόσο της ταξικής σύγκρουσης όσο και του ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού».10 Ο «ενδοκαπιταλιστικός ανταγωνισμός», ωστόσο, πρέπει να ερμηνευθεί εκ νέου με όρους της ταξικής πάλης, αναγνωρίζοντας ότι ο πιο θεμελιώδης καθοριστικός παράγοντας του «ποιος κερδίζει» την ανταγωνιστική μάχη ανάμεσα σε τομείς του κεφαλαίου, καθορίζεται από το ποιος έχει τον μεγαλύτερο έλεγχο πάνω στον αντίστοιχο τομέα της εργατικής τάξης. Ο ανταγωνισμός των τιμών κερδίζεται μειώνοντας το κόστος, δηλαδή μειώνοντας τους μισθούς ή βάζοντας τους εργαζομένους να εργάζονται σκληρότερα ή καλύτερα ή να αποδεχθούν την εισαγωγή τεχνολογίας που αυξάνει την παραγωγικότητα. Ο ανταγωνισμός στη διαφοροποίηση προϊόντος κερδίζεται με τη ικανότητα απόσπασης της μεγαλύτερης δυνατής φαντασίας και δημιουργικότητας από τους εργαζομένους. Ο ανταγωνισμός στον πόλεμο κερδίζεται με την ικανότητα κινητοποίησης της μεγαλύτερης δυνατής προσπάθειας (σε όλες τις μορφές της, από τη σκληρή δουλειά στην πολεμική βιομηχανία μέχρι τη δημιουργικότητα και την αυτοθυσία στο πεδίο της μάχης) από τους εργάτες. Ο «ενδοκαπιταλιστικός ανταγωνισμός» έχει γίνει ένα προβεβλημένο σύνθημα κυριαρχίας σε αυτή την περίοδο της διεθνούς αναδιάρθρωσης του κεφαλαίου, το οποίο και χρησιμοποιείται για να στρέψει εργάτες εναντίον εργατών. Οφείλουμε να αποφετιχοποιήσουμε το νόημά του, αποδεικνύοντας ότι είναι απλά ένας συγκεκριμένος τρόπος οργάνωσης της ταξικής πάλης. Οφείλουμε να κάνουμε το ίδιο και εντός του πλαισίου της μαρξιστικής θεωρίας της κρίσης και να επανατοποθετήσουμε τον ενδοκαπιταλιστικό ανταγωνισμό στο εσωτερικό της ταξικής πάλης και όχι έξω από αυτή.11

Θέση 10: Οι μαρξιστικές θεωρητικές κατηγορίες είναι κατηγορίες της ταξικής πάλης.

Για να απομυστικοποιήσουμε τις συνήθεις θεωρίες της κρίσης, πρέπει να επανερμηνεύσουμε τα θεωρητικά δομικά τους στοιχεία: την έννοια της αξίας, της αφηρημένης εργασίας, της ανταλλακτικής αξίας, της αξίας της εργασιακής δύναμης, της υπεραξίας, του ποσοστού εκμετάλλευσης και του ποσοστού κέρδους, της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, και της κεφαλαιακής συσσώρευσης.12 Θα πρέπει να ξανασκεφτούμε την αξία ως έννοια που μας επιτρέπει να μιλήσουμε για την εργασία που επιβάλλει το κεφάλαιο προκειμένου να οργανώσει την κοινωνία (εναντίον της οποίας οι εργάτες επεξεργάζονται μια ποικιλία από ασύμμετρες «αξίες»). Την αφηρημένη εργασία –το περιεχόμενο της αξίας– ως τον καθολικό ρόλο κάθε είδους εργασίας ως καπιταλιστικής προσταγής (εναντίον της οποίας οι εργάτες παλεύουν μέσα από την άρνηση και το μετασχηματισμό της εργασίας). Την ανταλλακτική αξία ως την αναφορική μορφή της επιβολής της εργασίας (εναντίον της οποίας οι εργάτες παλεύουν κάνοντάς την άκαμπτη ή παρακάμπτοντάς την). Την αξία της εργασιακής δύναμης ως το κόστος που αναλαμβάνει το κεφαλαίο για την αναπαραγωγή των ανθρώπων ως εργατών (εναντίον της οποίας οι εργάτες αντιτάσσουν το μισθό για την αυτοαξιοποίηση). Την υπεραξία ως την επιβολή επαρκούς εργασίας ώστε να χρηματοδοτείται περισσότερη εργασία στο μέλλον (την οποία οι εργάτες υπονομεύουν απαιτώντας η εργασία να ανταποκρίνεται στην ικανοποίηση των αναγκών τους). Το ποσοστό εκμετάλλευσης και το ποσοστό κέρδους ως μέτρα της υποταγής της εργασίας στις ανάγκες του κεφαλαίου για περισσότερη εργασία (η πτώση των οποίων αποτυπώνει τη δύναμη των εργατών). Την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου ως τεχνική συνθήκη επιβολής της εργασίας, (γύρω από την οποία οι εργαζόμενοι ανασυνθέτουν τη δύναμή τους). Και την κεφαλαιακή συσσώρευση ως τη διευρυμένη αναπαραγωγή της ταξικής πάλης σε όλες τις πτυχές της.


Θέση 11: Η «υποκατανάλωση» είναι αποτέλεσμα της προσπάθειας επιβολής της εργασίας.

Μία από τις παλιότερες και επικρατέστερες θεωρίες για την κρίση, την οποία συναντάμε στον Μαρξ καθώς και στον Malthus, στον Hobson, στον Keynes ή στον Sweezy, είναι η «θεωρία της υποκατανάλωσης».13 Σε όλες της οπτικές, συμπεριλαμβανομένης και αυτής του Μαρξ, η υποκατανάλωση προκύπτει από την αντίφαση ανάμεσα στην τάση του κεφαλαίου να μεγιστοποιεί την παραγωγή, τις πωλήσεις και τα κέρδη ελαχιστοποιώντας παράλληλα το κόστος, ιδιαίτερα τους μισθούς. Οι καπιταλιστές θέλουν να παράγουν για όσον το δυνατόν μεγαλύτερη αγορά, αλλά παράλληλα διατηρούν τους μισθούς σε χαμηλά επίπεδα και κατά συνέπεια περιορίζουν απερίσκεπτα το μέγεθος της αγοράς –άμεσα για τα μέσα διαβίωσης, έμμεσα για τα μέσα παραγωγής. Εντούτοις, μιλώντας με ταξικούς όρους, ο μισθός δεν είναι απλώς κόστος για το κεφάλαιο, αλλά δύναμη για την εργατική τάξη, και όχι απλώς δύναμη για να αγοράσει τα μέσα διαβίωσης, αλλά δύναμη για να παλέψει ενάντια στην καπιταλιστική εργασία και υπέρ των δικών της αναγκών. Άρα η τάση προς την υποκατανάλωση εμφανίζεται ως συνέπεια της αντίθεσης ανάμεσα στην ανάγκη αποστέρησης των εργατών (το μαστίγιο) προκειμένου να υποχρεωθούν να εργάζονται (το περιεχόμενο της αξίας) και στην ανάγκη των αγορών να απορροφήσουν τα προϊόντα που παράγουν οι εργάτες (η μορφή της αξίας). Βέβαια τον 20ο αιώνα, ο Ford και στη συνέχεια ο Keynes αναγνώρισαν ότι ο μισθός ήταν όχι μόνο κόστος αλλά και αγοραστική δύναμη, και προσπάθησαν να ξεπεράσουν την παλιά αντίφαση χρησιμοποιώντας την αύξηση των μισθών (το καρότο) για να επιτύχουν το ίδιο αποτέλεσμα (περισσότερη εργασία) στα πλαίσια μιας αναπτυσσόμενης αγοράς. Παρόλα αυτά, η άνοδος των μισθών –και η συνακόλουθη άνοδος της δύναμης των εργατών– έπρεπε να συγκρατηθεί μέσα στα όρια της αύξησης της παραγωγικότητας, έτσι η παλιά αντίφαση συνεχίστηκε μέσα σε ένα πιο δυναμικό πλαίσιο. Αφού οι εργαζόμενοι κατέστησαν ανεφάρμοστη τη λύση αυτή, το κεφάλαιο (οι επιχειρήσεις και το κράτος κρίσης), επέστρεψε σε μια γενικευμένη επίθεση εναντίον κάθε μορφής εισοδήματος της εργατικής τάξης, αναζωπυρώνοντας παλαιότερες μορφές της υποκαταναλωτικής αντίφασης.14

Θέση 12: Η «πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους» συνδέεται με την αυξανόμενη δυσκολία εξαναγκασμού των ανθρώπων σε εργασία.

Αντίθετα με τις θεωρίες υποκατανάλωσης, πολλοί μαρξιστές αντέτειναν την τάση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου να αυξάνεται και του ποσοστού κέρδους να μειώνεται ως περισσότερο σημαντικές αιτίες της κρίσης.15 Μπορούμε να επανερμηνεύσουμε αυτήν την προσέγγιση ως εξής: η προσπάθεια του κεφαλαίου να συσσωρεύσει την εργατική τάξη προκαλεί μια ολοένα και μεγαλύτερη σύγκρουση ανάμεσα στην ανάγκη για την επιβολή της εργασίας και την εισαγωγή των μηχανών για αυτό τον σκοπό. Έχοντας κατανοήσει ότι η αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου συμβαίνει μόνο στα πλαίσια μιας καπιταλιστικής αναδιοργάνωσης της τεχνολογίας που αυξάνει την παραγωγικότητα και επιβάλλει «περισσότερη εργασία», μπορούμε να αναγνωρίσουμε ότι αυτό συνεπάγεται πάντα μια αλλαγή στις σχέσεις εξουσίας μεταξύ του κεφαλαίου και της εργατικής τάξης.16 Εξαιτίας του γεγονότος ότι η ριζική αλλαγή που περιέχεται σε μια τέτοια αναδιοργάνωση της τεχνολογίας είναι η αντικατάσταση της ζωντανής εργασίας με ενσωματωμένη νεκρή εργασία (είτε με τη μορφή μηχανημάτων είτε με τη μορφή πληροφορίας), αυτό υπονομεύει σταδιακά την ικανότητα του κεφαλαίου να οργανώσει την κοινωνία του μέσω της επιβολής της εργασίας. Έτσι το θέμα κλειδί δεν είναι το τι συμβαίνει με το νομισματικό ποσοστό κέρδους αλλά η αυξανόμενη ποσότητα νεκρής εργασίας που πρέπει να χρησιμοποιηθεί για την επιβολή μιας δεδομένης ποσότητας ζωντανής εργασίας. Σταδιακά, όπως υποστήριξε ο Μαρξ στα Grundrisse, στο Απόσπασμα για τις Μηχανές, το πρόβλημα της επιβολής εργασίας –και άρα της διατήρησης του ελέγχου– γίνεται όλο και πιο οξύ και το ποσό του δυνητικά τουλάχιστον ελεύθερου ή «διαθέσιμου» χρόνου αυξάνεται με την ανεργία, ή αλλιώς, με την έλλειψη μισθού.17

Θέση 13: Η «εξάντληση» ενός τρόπου ρύθμισης είναι το μέτρο για την αποτελεσματικότητα της άρνησης της εργασίας.

Στη δεκαετία του ‘70 ο στρουκτουραλιστικός μαρξισμός αναστήθηκε ως ρυθμιστική θεωρία με μια δόση Gramsci και ολίγη από αυτόνομο μαρξισμό. Οι αλτουσεριανές δομές σηκώθηκαν από τον τάφο με τη μορφή ενός καθεστώτος συσσώρευσης και ενός τρόπου ρύθμισης που έπρεπε να πορεύονται παράλληλα, με έναν συμπληρωματικό τρόπο, ώστε να μείνουν ανέπαφοι. Ο αποσυγχρονισμός (δηλαδή η κρίση του φορντισμού) θα μπορούσε φυσικά, να θεραπευτεί με μία μικρή αναδιάρθρωση (δηλαδή με το μεταφορντισμό). Οι θεωρητικοί της ρυθμιστικής θεωρίας προσπάθησαν να εφαρμόσουν μια ανανεωμένη ορθοδοξία προκειμένου να αντιμετωπίσουν την κρίση της κεϋνσιανής εποχής, αλλά κατέληξαν θεατές μίας κρίσης, που ως σχολιαστές της, θα έθαβαν το δράμα της ταξικής πάλης σε έναν κυκεώνα στρουκτουραλιστικών ασυναρτησιών. Αλλά μπορούμε να ξανασκεφτούμε την ιδέα ενός καθεστώτος συσσώρευσης ως ένα συγκεκριμένο τρόπο οργάνωσης της ταξικής πάλης, και τον τρόπο ρύθμισης ως τις στρατηγικές και τακτικές του κεφαλαίου προκειμένου να επιτευχθεί η οργάνωση αυτή. Από αυτήν την οπτική, η εξάντληση ενός τρόπου ρύθμισης επανεμφανίζεται ως κατάρρευση της ικανότητας του κεφαλαίου να διατηρήσει μια συγκεκριμένη μορφή επιβολής της εργασίας ενάντια στην αυτενέργεια της εργατικής τάξης. Το δράμα του λεγόμενου μεταφορντισμού μπορεί να γίνει αντιληπτό ως ο αγώνας ανάμεσα σε μία ταχέως εξελισσόμενη και έντονα κοινωνικοποιημένη εργατική τάξη και στις απεγνωσμένες, βίαιες προσπάθειες του κεφαλαίου να βρει νέους τρόπους να κυριαρχήσει πάνω σε αυτήν.18

Θέση 14: Κρίση για το κεφάλαιο είναι η ελευθερία της επαναστατικής υποκειμενικότητας.

Καθώς ο αγώνας ή οι αγώνες της εργατικής τάξης ξεφεύγουν κατ΄επανάληψη από τη λογική του κεφαλαίου, η απειλή είναι η επανάσταση, δηλαδή η μετάλλαξη, η απελευθέρωση εναλλακτικών, αυτοκαθοριζόμενων κοινωνικών «λογικών», έξω και πέρα από αυτές του κεφαλαίου, με έναν τρόπο που να καταστρέφει τη διαλεκτική.19 Ως μαρξιστές, ο ρόλος μας στην κρίση, συμπεριλαμβανομένης και της ανάλυσής μας και της συζήτησης για τη θεωρία της διαρκούς κρίσης, θα πρέπει να είναι μια συνεισφορά στο βάθεμα της κρίσης και όχι στην επίλυσή της. Αντίθετα με το έργο των αστών θεωρητικών, δε θα πρέπει ούτε να βοηθούμε στην εύρεση τρόπου «επίλυσης» της κρίσης με την αποκατάσταση της συσσώρευσης, ούτε απλά να αναζητούμε την ανάπτυξη μίας καλύτερης «επιστημονικής» κατανόησης. Αντί αυτού, η δουλειά μας θα πρέπει να αναπτυχθεί εσωτερικά, ως μια συνεισφορά στις δυνάμεις που έχουν επισπεύσει την κρίση, που αντιστέκονται στις καπιταλιστικές προσπάθειες να ξεπεραστεί η κρίση και που τείνουν να οδηγούν πέρα από αυτήν , προς την υπέρβαση όχι μόνο της κρίσης αλλά και του καπιταλισμού στο σύνολό του. Αυτό που χρειάζεται πραγματικά να κάνουμε, είναι όχι απλά να αναγνωρίσουμε τα ανταγωνιστικά υποκείμενα που ενισχύουν τη «διαρκή» κρίση, αλλά να διερευνήσουμε τις «λογικές» αυτών των αναδυόμενων και διαφορετικών υποκειμενικοτήτων. Μια τέτοια διερεύνηση μπορεί να μας βοηθήσει να πάμε παραπέρα από την απλή εκτίμηση του τρόπου με τον οποίο διαρρηγνύουν το κεφάλαιο, στην κατεύθυνση της ενίσχυσης της ανάπτυξής τους.

Θέση 15: Ο δρόμος για την επανάσταση περνάει από την κυκλοφορία των αγώνων.

Όλα τα παραπάνω, όχι μόνο προσθέτουν σε μια συστηματική αναθεώρηση γνωστών μαρξιστικών θεωριών για τη διαρκή κρίση, αλλά και σε μια αρκετά μη παραδοσιακή αναδιατύπωση της πολιτικής των αγώνων της εργατικής τάξης. Στη θέση των προσπαθειών να οργανωθεί η ομογενοποίηση των εργατικών αγώνων μέσα από θεσμούς όπως τα συνδικάτα ή τα πολιτικά κόμματα που προωθούν ένα ενιαίο όραμα για το μέλλον (σοσιαλισμός) κατά της καπιταλιστικής κυριαρχίας, θα πρέπει να αντιτάξουμε τις πολιτικές συμμαχίας για την αντικατάσταση του καπιταλισμού από μια ποικιλία κοινωνικών σχεδίων. Μία πολιτική συμμαχίας ενάντια στο κεφάλαιο που πρέπει να διεξαχθεί όχι μόνο για να επιταχυνθεί η κυκλοφορία των αγώνων από κλάδο σε κλάδο της τάξης, αλλά να γίνει αυτό με τέτοιο τρόπο ώστε να οικοδομηθεί μια μετακαπιταλιστική πολιτική της διαφορετικότητας χωρίς ανταγωνισμούς. Η κυκλοφορία των αγώνων είναι αυτή που έχει φέρει την καπιταλιστική κυριαρχία σε κρίση και μόνο μέσω της κυκλοφορίας των αγώνων θα ξεπεραστούν οι διαιρέσεις που συνεχίζουν να μας αποδυναμώνουν. Η εν λόγω κυκλοφορία, ωστόσο, δεν είναι θέμα διάδοσης μιας αντικαπιταλιστικής ιδεολογίας αλλά περιλαμβάνει την κατασκευή και την αξιοποίηση υλικών συνδέσεων και τρόπων επικοινωνίας που καταστρέφουν την απομόνωση και επιτρέπουν στους ανθρώπους να αγωνίζονται με συμπληρωματικούς τρόπους – εναντίον των ορίων που τους περιορίζουν αλλά και για τις εναλλακτικές που οι ίδιοι κατασκευάζουν, ξεχωριστά και από κοινού.

Ώστιν, Τέξας

Μάιος του 1993

(*) Αυτή είναι μία τροποποιημένη εκδοχή ενός συνόλου σημειώσεων που παρουσιάστηκαν στη συνεδρία με τίτλο «Secular Crisis in Capitalism: Attempts at Theorization» στο Συνέδριο για τη Επανεξέταση του μαρξισμού (Rethinking Marxism Conference, Amherst Massachusetts, 13 Νοεμβρίου 1992). Αρκετές από τις υποσημειώσεις αναφέρονται στις δύο άλλες μελέτες που παρουσιάστηκαν στο συνέδριο: αυτή του Hans G. Ehrbar, «Crisis of Capitalism: A Realist Perspective» (Draft, 22 Σεπτέμβρη του 1992) και του David Laibman, «Immanent Critical Tendencies: Toward a Comprehensive Theory» (Draft, Σεπτέμβριος 1992).

1. Αυτή η ανάλυση του καπιταλισμού ως κοινωνικού συστήματος που βασίζεται στην ατέρμονη επιβολή της εργασίας μέσα από την εμπορευματική μορφή για πρώτη φορά έτυχε επεξεργασίας το καλοκαίρι του 1975 και στη συνέχεια δημοσιεύθηκε στο READING CAPITAL POLITICALLY Austin: University of Texas Press, 1979. Όπως επισήμανε ο Μαρξ στο 10ο κεφάλαιο, 2ο τμήμα του Πρώτου Τόμου του Κεφαλαίου, ο καπιταλισμός δεν εφηύρε την υπερεργασία. Αυτό που όντως εφηύρε ήταν το ατελεύτητο της επιβολής της μαζί με την εμπορευματοποίηση του συνόλου της ζωής.

2. Η κεντρικότητα του αγώνα ενάντια στην εργασία στη γένεση της σημερινής κρίσης έγινε αντιληπτή από την ιταλική Νέα Αριστερά στα τέλη της δεκαετίας του ‘60 και στη Γαλλία και τις ΗΠΑ στη δεκαετία του 1970. Αυτή η ανάλυση αρθρώθηκε σε περιοδικά όπως: Lavoro Zero (Βενετία), Camarades (Παρίσι) και Zerowork (Νέα Υόρκη). Όπως έδειξαν πρόσφατα οι Roediger και Foner σε σχέση με τη μισθωτή εργατική τάξη στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο αγώνας για λιγότερη δουλειά έχει κεντρική σημασία για την ικανότητα των Αμερικάνων εργαζομένων να συνενωθούν ανεξάρτητα από το φύλο, τη φυλή, τις δεξιότητες και την εθνότητα σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας του αμερικανικού εργατικού κινήματος. Επίσης, όπως αποδεικνύουν με μεγάλη επάρκεια, ο αγώνας ενάντια στην εργασία έχει συνδεθεί στενά με όλα σχεδόν τα ζητήματα που τέθηκαν στους αμερικανικούς εργατικούς αγώνες, συμπεριλαμβανομένων των μισθών, του ελέγχου της εργασίας, της ανεργίας, της εκπαίδευσης, της συμμετοχής στην πολιτική, της θρησκευτικής ελευθερίας, της προστασίας των παιδιών, της υγείας, της αλλοτρίωσης , των δικαιωμάτων των γυναικών, και ούτω καθεξής. Βλέπε David Roediger and Philip Foner, OUR OWN TIME: A History of American Labor and the Working Day, New York: Verso, 1989. Το πιο πρόσφατο βιβλίο από την Juliet Schor, THE OVERWORKED AMERICAN, New York: Basic Books, 1991, δείχνει ότι αυτός ο ανταγωνισμός παραμένει στο επίκεντρο της ταξικής πάλης σήμερα.

3. Το γυναικείο κίνημα στις αρχές της δεκαετίας του 1970 ήταν υπεύθυνο για την ανάπτυξη μιας μαρξιστικής ανάλυσης της άμισθης εργασίας. Βλέπε ιδίως Mariarosa Dalla Costa και Selma James, THE POWER OF WOMEN AND THE SUBVERSION OF THE COMMUNITY, 1972 και την επακόλουθη μαρξιστική συζήτηση σχετκά με την «οικιακή εργασία». Δυστυχώς, στο κατά τα άλλα πολύτιμο βιβλίο τους, οι Roediger και Foner παραμελούν τους αγώνες της άμισθης εργασίας (πλην των «ανέργων»). Η Schor τα καταφέρνει καλύτερα με το να συμπεριλαμβάνει την άμισθη οικιακή εργασία στη μελέτη της. Δυστυχώς, εστιάζει περισσότερο στην πρόσφατη επιτυχία του κεφαλαίου να επιβάλει περισσότερη οικιακή εργασία, παρά στους προγενέστερους και συνεχιζόμενους αγώνες εναντίον της.

4. Η μαρξιστική αναγνώριση αυτής της ποικιλομορφίας έχει απαιτηθεί όχι μόνο από το γυναικείο κίνημα, αλλά και από το κίνημα των μαύρων, των έγχρωμων και άλλα «νέα κοινωνικά κινήματα». Η γοητεία που ασκούν οι  μεταμοντέρνες, μεταμαρξιστικές αναλύσεις μπορεί να αναζητηθεί, εν μέρει, στην άρνηση από την πλευρά πολλών μαρξιστών αυτής ακριβώς της αναγνώρισης.

5. Ενώ ο Laibman μιλάει για τη «λογική» του καπιταλισμού, ο Hans Ehrbar στην εργασία του για το συνέδριο αυτό προτιμά να μιλήσει για τους «νόμους» του καπιταλισμού. Και οι δύο όροι αναφέρονται σε κανονικότητες που χαρακτηρίζουν τον καπιταλισμό πάνω και πέρα από τις ενέργειες των μεμονωμένων ατόμων (συμπεριλαμβανομένων και των μεμονωμένων καπιταλιστών) –πέραν της «ατομικής εμπρόθετης δράσης» στο κείμενο του Ehrbar. Ισχυρίζομαι απλά ότι τέτοιες κανονικότητες είναι το αποτέλεσμα της αντιπαράθεσης μεταξύ της συλλογικής (όχι απλώς ατομικής) προσπάθειας από την πλευρά αυτών που πράττουν ως αυτό που ο Μαρξ αποκαλούσε λειτουργοί του κεφαλαίου και τις (πολλαπλές) συλλογικές προσπάθειες από την πλευρά των άλλων (της εργατικής τάξης). Είναι, βέβαια, αλήθεια, όπως αναφέρει ο Ehrbar, ότι οι μεμονωμένοι καπιταλιστές στο μεταξύ τους ανταγωνισμό «δεν καθορίζουν αυτούς τους νόμους» (βλ. Θέση  9 ανωτέρω), αλλά ούτε είναι και μεταφυσικοί. Είναι κανονικότητες της ταξικής πάλης πάνω στο περιεχόμενο και τη μορφή της κοινωνικής ζωής.

6. Όπως θα έπρεπε να έχει ήδη καταστεί προφανές από αυτές τις παρατηρήσεις, «η» διαλεκτική δεν αντιμετωπίζεται εδώ ως υπερβατική ιστορική ή κοσμολογική αρχή, αλλά μάλλον ως η λογική της ταξικής πάλης που συνιστά τον καπιταλισμό.

7. Θα συμφωνήσω ότι η προσπάθεια του Laibman να εντοπίσει μία ποικιλία τέτοιων «χώρων» καθώς και τις μεταξύ τους σχέσεις χωρίς όμως να τους αξιολογεί ιεραρχικά είναι, όπως προτείνει ο ίδιος, ένα υγιές αντίδοτο στο «σεχταρισμό και την απομόνωση» μεταξύ των μαρξιστών που ασχολούνται με τη θεωρία της κρίσης. (σ. 20) Το ίδιο υποστήριξε ο Peter Bell στη συνεισφορά του «Marxist Theory, Class Struggle and the Crisis of Capitalism», στο Jesse Schwartz THE SUBTLE ANATOMY OF CAPITALISM, Santa Monica: Goodyear, 1977, pp. 170-194 και πάνω στο ίδιο προσπαθήσαμε να συμβάλουμε αυτός και εγώ στο Harry Cleaver and Peter Bell, «Marx’s Crisis Theory as a Theory of Class Struggle» στο RESEARCH IN POLITICAL ECONOMY, Vol. 5, 1982, pp. 189-261 και στο Harry Cleaver, «Karl Marx: Economist or Revolutionary?» στο Suzanne Helburn and David Bramhall (eds) «MARX, SCHUMPTER AND KEYNES: A Centenary Celebration of Dissent», New York: M.E. Sharpe, 1986, pp. 126-129. Οι διαφορές μεταξύ της προσέγγισης του Laibman και της δικής μας αφορούν περισσότερο την εκτέλεση παρά τη συνολική πρόθεση.

8. Πρέπει λοιπόν να επανερμηνεύσουμε τέτοιες προτάσεις όπως του Erhbar όταν λέει ότι ο Μαρξ δίνει έμφαση «σε αυτές τις κρίσεις στις οποίες εντοπίζονται ενδογενείς τάσεις του καπιταλισμού οι οποίες δεν μπορούν πλέον να λειτουργήσουν». Οι «ενδογενείς τάσεις» που «δε λειτουργούν πια» αφορούν το «μηχανισμό» (για να χρησιμοποιήσουμε το δικό του όρο) της καπιταλιστικής προσταγής. Δεν λειτουργούν πια γιατί η εργατική τάξη έχει αποκτήσει τη δύναμη να τις διαρρήξει. Το πρόβλημα, κατά τη γνώμη μου, είναι πρώτα να αναγνωρίσουμε την ύπαρξη μιας τέτοιας δύναμης και μετά να καταλάβουμε πως αυτή έχει αποκτηθεί.

9. Έτσι λοιπόν, η κατανόηση της ταξικής πάλης ως του «τρόπου ύπαρξης του καπιταλισμού», δε σημαίνει, όπως προτείνει ο David Laibman στο κείμενό του, μία «αποφυγή» της ανάλυσης της συσσώρευσης ή μια στατική –σε αντιδιαστολή με μια δυναμική– προσέγγιση. Αντιθέτως, σημαίνει ότι η ανάλυση της συσσώρευσης οφείλει να την κατανοήσει ως τη συσσώρευση των τάξεων, με όλες τις συγκρούσεις τους και όλο το δυναμισμό τους. Σημαίνει την αναγνώριση ότι η «εγγενής αστάθεια» δεν είναι εξωτερική προς τον ταξικό αγώνα αλλά κομμάτι του. Και τελικά σημαίνει ότι η «αυξανόμενη βαθύτητα» της καπιταλιστικής κρίσης έχει τις ρίζες της στην αυξανόμενη αυτονομία του ανταγωνισμού προς το κεφάλαιο. (πρβλ. σελ. του 2-3)

10. Η παράθεση είναι από τον Laibman, p. 10, αλλά είναι μια άποψη ευρέως διαδεδομένη σε πολλούς θεωρητικούς μαρξιστές.

11. Αυτό το επιχείρημα αναπτύχθηκε ευρέως στο «Competition or Cooperation?» του Harry Cleaver, COMMON SENSE (Edinburgh), No. 9, April 1990, σελ. 20-23.

12. Αυτού του είδους η επανερμηνεία βρίσκεται σε εξέλιξη εδώ και πολύ καιρό και μπορεί να βρεθεί στα γραπτά αυτών που αποκαλώ «Αυτόνομους Μαρξιστές». Βλέπε για παράδειγμα:  Mario Tronti, OPERAI E CAPITALE, Torino: Einaudi, 1964 (μέρη δημοσιευμένα του στο RADICAL AMERICA and TELOS), Harry Cleaver, READING CAPITAL POLITICALLY, op.cit., Antonio Negri, MARX OLTRA MARX, Milano: Feltrinelli, 1979 (διαθέσιμο στα αγγλικά σαν MARX BEYOND MARX, Brooklyn: Autonomedia, 1991), και τα περιοδικά ZEROWORK (1970s), MIDNIGHT NOTES (Boston, current), NEWS & LETTERS (Chicago, current), FUTUR ANTERIUR (Paris, current), AUTONOMIA (Padova, current) and COMMON SENSE (Edinburgh, current).

13. Για να κυριολεκτήσουμε, ούτε ο Μαρξ ούτε ο Keynes ήταν υποστηρικτές της θεωρίας της υποκατανάλωσης επειδή και οι δύο αναγνώρισαν ότι η κατανάλωση δεν ήταν παρά μία συνιστώσα της συνολικής ζήτησης και δεν περιορίστηκαν στο να συζητούν τα όριά της ξέχωρα από άλλες συνιστώσες. Παρόλα αυτά, αμφότεροι κατανόησαν την κεντρικότητα του μισθού/κατανάλωσης και ανέλυσαν τις δυνάμεις που τείνουν να εμποδίζουν την κατανάλωση και έτσι να περιορίζουν το μέγεθος της αγοράς.

14. Για μια επανερμηνεία των επιχειρημάτων της θεωρίας της υποκατανάλωσης, όπως αυτών του Paul Sweezy, με ταξικούς όρους, βλέπε Harry Cleaver, «Karl Marx: Economist or Revolutionary?» στο Suzanne Helburn and David Bramhall (eds).

15. Από νωρίς, οι C.L.R. James, Raya Dunayevskaya και Grace Lee επιτέθηκαν στις μαρξιστικές κυκλοφοριακές θεωρίες  της υποκατανάλωσης των Eugene Varga και Paul Sweezy, χρησιμοποιώντας τη θεωρία της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους, μία θεωρία επικεντρωμένη στη σφαίρα της παραγωγής. Βλέπε το βιβλίο τους STATE CAPITALISM AND WORLD REVOLUTION, Chicago: Charles H. Kerr, 1986 (αρχικά εκδόθηκε το 1950), σελ. 13-17. Αργότερα, όταν ο Sweezy εξέδωσε το MONOPOLY CAPITAL, New York: Monthly Review, 1966, που είχε γράψει με τον Paul Baran η νεοκεϋνσιανή του θεωρία υποκατανάλωσης δέχθηκε ξανά επίθεση, αυτή τη φορά από τον Paul Mattick, π.χ. «Marxism and Monopoly Capital», PROGRESSIVE LABOR 7 και 8, 1966, David Yaffe and others, με όπλο για ακόμη μια φορά  την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους.

16. Παρόλο που είναι θεωρητικά πιθανό, μια αλλαγή της τεχνολογίας να αυξήσει την παραγωγικότητα χωρίς να αυξήσει είτε τις ώρες είτε την ένταση της εργασίας (και πράγματι σε ένα μικροεπίπεδο, η τεχνολογική αλλαγή που αντικαθιστά εργασία μπορεί ενδεχομένως να μειώσει την απαιτούμενη ποσότητα της εργασίας), ο Μαρξ έδειξε πως το κεφάλαιο γενικά προσπαθεί να αποκτήσει υψηλότερη παραγωγικότητα και περισσότερη εργασία. Επιπλέον, η αύξηση της σχετικής υπεραξίας, λόγω της αυξημένης παραγωγικότητας, καθιστά δυνατή την αύξηση των επενδύσεων και, συνεπώς, την αύξηση της εργασίας (συμπεριλαμβανομένων περισσότερων θέσεων απασχόλησης) στο μέλλον.

17. Ο Ehrbar έχει δίκιο (σελ. 3) όταν λέει ότι ο Μαρξ κατάλαβε την αντίθεση ότι «η παραγωγή που ο μόνος στόχος της είναι η αξιοποίηση, αναπτύσσει την παραγωγικότητα… [έτσι ώστε] η παραγωγή να γίνεται όλο και πιο βαριά φορτωμένη με αξία χρήσης, και ο παράγοντας εργασία γίνεται όλο και πιο άσχετος.» Αλλά η κοινωνική σημασία αυτού είναι ότι στην προσπάθεια επιβολής της εργασίας (αξία) επ’ αόριστο (υπεραξία), γίνεται όλο και πιο δύσκολο να επιβληθεί η εργασία γενικά. Ναι, η «ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων… καθιστά παρωχημένο τον καπιταλισμό», αλλά η θεμελιώδης «παραγωγική δύναμη» είναι η ζωντανή εργασιακή δύναμη, δηλαδή, η δημιουργική δύναμη της εργατικής τάξης. Αυτό είναι το είδος της αποφετιχοποίησης που πρέπει να κάνουμε: να αντιληφθούμε τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να εντοπίσουμε τις κοινωνικές σχέσεις πίσω από τις μαρξιστικές έννοιες και, κατά αυτόν τον τρόπο, τις κοινωνικές δυναμικές που αναλύονται από τη μαρξιστική θεωρία. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι «η έλλειψη μισθού», όπως αναφέρεται στη Θέση 4, δε σημαίνει αυτομάτως καθόλου ή έστω λιγότερη εργασία. Αντιθέτως, όπου το κεφάλαιο έχει την εξουσία να περιορίσει την πρόσβαση των εργαζομένων στη γη και τα εργαλεία (για τη διατήρηση ή την εντατικοποίηση της πρωταρχικής συσσώρευσης), η έλλειψη θέσεων εργασίας μπορεί να σημαίνει περισσότερη εργασία –την εργασία της επιβίωσης. Βλ. Midnight Notes, THE NEW ENCLOSURES, Fall 1990. Ωστόσο, είναι επίσης αλήθεια ότι, όταν οι άμισθοι είναι σε θέση να επεκτείνουν την ικανότητά τους να ζουν από μόνοι τους, η αυτοαξιοποίηση μπορεί να επεκταθεί σε βάρος της αξιοποίησης. Έτσι, ενώ η αντικατάσταση της μισθωτής εργασίας από την αυτοματοποίηση μπορεί να οδηγήσει σε κρίσεις και ευκαιρίες, σε καμία περίπτωση δεν εγγυάται ένα «Δρόμο του Παραδείσου», όπως θα ήθελε να πιστέψουμε ο Andre Gorz.

18. Όσοι έχουν εντυπωσιαστεί από τις πρόσφατες, πιο εκλεπτυσμένες μορφές της καπιταλιστικής διαχείρισης, μερικές φορές ξεχνούν ότι ο λιμός που επέβαλε το ΔΝΤ στην Αφρική, οι μαζικοί βομβαρδισμοί στον Περσικό Κόλπο, οι εθνικές εκκαθαρίσεις στην πρώην Γιουγκοσλαβία, οι βομβιστικές ενέργειες σε κέντρα αμβλώσεων και η εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης παιδιών σε εργοστάσια και οίκους ανοχής αποτελούν επίσης αναπόσπαστες στιγμές της προσπάθειας του κεφαλαίου για την αποκατάσταση της προσταγής του κατά την περίοδο αυτή. Για μια ταξική κριτική της θεωρίας της ρύθμισης δείτε: Giuseppe Cocco et Carlo Vercelone, «Les paradigmes sociaux du post-fordisme», FUTUR ANTERIEUR, No. 4, hiver 90, pp. 71-94 και Werner Bonefeld και John Holloway (eds) POST-FORDISM AND SOCIAL FORM: A Marxist Debate on the Post-Fordist State, London: Macmillan and CSE, 1991.

19. Αν η διαλεκτική είναι η λογική του ταξικού αγώνα εντός του κεφαλαίου, δεν υπάρχει κανένας a priori λόγος να περιμένουμε ότι η κατανόηση της «λογικής» των εν λόγω ανταγωνιστικών, αλλά συστατικών δυνάμεων της αυτοαξιοποίησης, που οδηγούν πέρα από το κεφαλαίο, είναι «διαλεκτική» με τη μαρξική έννοια του όρου. Για το θέμα αυτό βλ. Cleaver, H. «Marxian Categories, the Crisis of Capital and the Constitution of Social Subjectivity Today» στον παρόντα τόμο.

Written by factoryfanet

Ιουνίου 14, 2011 at 12:32 μμ

Αναρτήθηκε στις 02 τεύχος, κρίση

Σημειώσεις για την καπιταλιστική κρίση

leave a comment »

Από το κραχ του 1929 στη σημερινή συγκυρία

Συμπληρώνονται κιόλας τρία χρόνια από το καλοκαίρι του 2007 με το θεαματικό σκάσιμο της χρηματοπιστωτικής φούσκας και την παγκόσμια εξάπλωση που επανέφερε στο προσκήνιο το ζήτημα της καπιταλιστικής κρίσης. Τρία χρόνια που ακούμε συνεχώς για την περιβόητη οικονομική κρίση, τις μεταλλάξεις  και τις επιπτώσεις της, βιώνοντας τις τελευταίες όλο και πιο έντονα στις ζωές μας.  Και η ερώτηση έρχεται φυσικά. Τί είναι τελικά αυτή η κρίση;

Δεκαετία ’30, ΗΠΑ: συκρούσεις εργατών/τριών με την αστυνομία στην διάρκεια απεργίας

Παρά τις συνεχείς αναφορές στην κρίση και τον ιδεολογικό πόλεμο που έχει επιστρατευτεί αυτά τα τρία χρόνια, η εμβάθυνση στα ζητήματα που ανακύπτουν είναι αντιστρόφως ανάλογη με το χώρο και το χρόνο που τα μέσα αφιερώνουν σ’αυτή. Η ρηχότητα των αναλύσεων που χαρακτηρίζει τον κυρίαρχο λόγο γύρω από την κρίση είναι εντυπωσιακή. Αποφεύγοντας οποιαδήποτε αναφορά στο κοινωνικό-ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτή εκδηλώνεται και προστατευμένος πίσω από τη μυστικοποίηση που δημιουργεί σαν άλλη μεταφυσική η οικονομία και η ορολογία της, ο λόγος αυτός παρουσιάζει την κρίση περίπου σαν ένα φυσικό φαινόμενο. Μια έκτακτη κατάσταση που έσκασε εν αιθρία δοκιμάζοντας τις ζωές όλων μας ανεξαιρέτως. Στη μυθολογία του κεφαλαίου για την κρίση του, στην ίδια του δηλαδή την αυτο-παρουσίαση, δεν υπάρχουν αντιτιθέμενα συμφέροντα και ανάγκες, δεν υφίστανται εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενοι ούτε βέβαια κοινωνικοί ανταγωνισμοί ανάμεσά τους. Υπάρχει μια κοινή συνθήκη, ένα γενικό καλό, όπου τα πάντα αρχίζουν και τελειώνουν μέσα στη σφαίρα της οικονομίας – η οποία προορίζεται φυσικά για τους ειδικούς. Γι’αυτό και όλα οφείλουν να απαντηθούν μέσα σ’αυτή (και οπωσδήποτε έξω από τις κοινωνικές διεργασίες και την πραγματική κοινωνική κίνηση) με σύμμαχο την ιδεολογία, που ως γνωστόν μπορεί να εξηγήσει τα πάντα. Είναι αρκετά σαφές πού αποσκοπεί όλη αυτή η θεαματική διαχείριση και από τί κινδύνους προσπαθεί να απαλλαγεί. Στην καλύτερη περίπτωση παρουσιάζει την κατάσταση σαν αποτέλεσμα κάποιων ανεύθυνων κερδοσκόπων και στη χειρότερη διαστρεβλώνει εντελώς την φύση της τροφοδοτώντας έναν αναδυόμενο ιδιότυπο οικονομικό εθνικισμό.Εντάξει, λοιπόν, οι αστικές αναλύσεις απ’ό,τι φαίνεται δεν θα μας κάνουν σοφότερους/ες και σίγουρα όχι πιο υποψιασμένους/ες αλλά τα ερωτήματα παραμένουν. Τί είναι τελικά αυτή η κρίση; Πότε και πώς δημιουργήθηκε και ποιος ευθύνεται; Και τώρα τί κάνουμε; Αυτά δεν είναι απλές ερωτήσεις . αντίθετα είναι τεράστια ζητήματα που πιθανότατα δεν μπορούν να απαντηθούν στα πλαίσια ενός γραπτού κειμένου. Γενικά μιλώντας, κάθε τέτοια κρίση που εμφανίζεται σαν οικονομική είναι στην πραγματικότητα μια μυστικοποιημένη κρίση των ταξικών/κοινωνικών σχέσεων. Δεν πρόκειται δηλαδή για μια αποστροφή των “ατσάλινων νόμων της οικονομίας” ούτε μια απόρροια κάποιων δομικών αντιφάσεων, εκτός κι αν δεχτούμε σαν αντιφάσεις τους ίδιους τους εκμεταλλευόμενους και τους αγώνες που δίνουν ενάντια στη συνθήκη της εκμετάλλευσής τους. Θα λέγαμε πως η κρίση είναι η οριακή στιγμή όπου εκφράζεται η αδυναμία του κεφαλαίου να αυτοαξιοποιηθεί με τους όρους του, ταυτόχρονα με την προσπάθεια για το ξεπέρασμα αυτής της αδυναμίας μέσα από την αναδιάρθρωση των σχέσεων και την εκκαθάριση των μη-παραγωγικών κομματιών του. Φυσικά και αυτή η προσπάθεια εξαρτάται από τους εκάστοτε κοινωνικούς ανταγωνισμούς, απ΄τη στιγμή μάλιστα που δημιουργεί το “υλικό” υπόβαθρο για την όξυνσή τους.  Γυρνώντας στα ερωτήματα που βάλαμε και σε μια προσπάθεια να τα διαπραγματευτούμε, βρίσκουμε σκόπιμο να καταδυθούμε στις ιστορικές διαδικασίες και τους μετασχηματισμούς μέσα από τους οποίους φτάσαμε στην παρούσα κατάσταση. Ξέρουμε πως κάθε εξουσία επιδιώκει να εμφανίσει την τάξη της σαν αιώνια, γι’αυτό και επιλέγουμε να την αμφισβητήσουμε ακολουθώντας αυτή την διαδρομή, άλλοτε τρέχοντας πάνω από δεκαετίες και άλλοτε παγώνοντας σε στιγμές που ο κοινωνικός ανταγωνισμός πύκνωνε, σε περιόδους που οι συγκρούσεις γεννούσαν καταστάσεις καθοριστικές για τη συνέχεια. Δεν μπορούμε εκ των πραγμάτων να καταπιαστούμε με  όλα τα γεωγραφικά μήκη και πλάτη σε κάθε χρονική περίοδο, παρά μόνο με τους τόπους και τις εξελίξεις που αποτέλεσαν την ατμομηχανή γι’αυτά που μας αφορούν. Απέχοντας, λοιπόν, πολύ από το να είναι λεπτομερές και ολοκληρωμένο (και “αντικειμενικό”), νομίζουμε πως το σκαρίφημα των μετασχηματισμών αυτών είναι χρήσιμο για να κατανοήσουμε (και) τη σημερινή ιστορική συγκυρία από μια ανταγωνιστική σκοπιά. Και φυσικά για να πάρουμε την θέση μας μέσα σ’ αυτή.

Η κρίση του ‘29 σαν αποτέλεσμα ιστορικών διαδικασιών και σαν καταλύτης νέων

Η κρίση του ‘29 που ξέσπασε σαν χρηματιστηριακό κραχ στην Αμερική και εξαπλώθηκε στον υπόλοιπο κόσμο βυθίζοντάς τον στην ύφεση για όλο το πρώτο μισό της δεκαετίας του ‘30, κατέχει κεντρική θέση στο “πάνθεον” των καπιταλιστικών κρίσεων. Τόσο ως μια από τις σφοδρότερες υφέσεις όσο και ως παράδειγμα-διαχείρισης-μιας-κρίσης προς αποφυγή. Είναι σημαντικό πως πολλοί ειδικοί σπεύδουν να παρομοιάσουν ως προς τη σφοδρότητα τη σημερινή συνθήκη με αυτή του ‘29.Στην ιστορική φιλολογία, το κραχ εμφανίζεται σαν ένα στιγμιότυπο, αυτό της “μαύρης Πέμπτης” και της χρηματιστηριακής κατάρρευσης στις ΗΠΑ. Ωστόσο η κουβέντα σπάνια πηγαίνει πέρα από τις ιστορίες για τους λούστρους που συζητούσαν πού θα επενδύσουν τα λεφτά τους (παρουσιάζοντας έτσι σαν αιτία την κοινωνικοποίηση των χρηματιστηριακών επενδύσεων) και απόψεις που θέλουν την κρίση σαν απότοκο μιας αφηρημένης υποκατανάλωσης. Είναι όμως έτσι τα πράγματα;Η εμφάνιση και η εδραίωση του κεφαλαίου δεν ήταν μια σύντομη και ειρηνική διαδικασία. Κεντρική στιγμή της ήταν η δέσμευση και η εμπορευματοποίηση της κοινής αγροτικής γης, ταυτόχρονα με τον διωγμό των αγροτικών πληθυσμών και τη βίαιη διάλυση των κοινοτήτων τους (νόμοι για τις περιφράξεις-μια διαδικασία που διήρκησε πολλά χρόνια στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα). Αυτή η καταστροφή της κοινοτικής οικονομίας και των παλιών κοιωνικών σχέσεων είχε ως αποτέλεσμα τη συσσώρευση στις πόλεις εκατομμυρίων ανθρώπων που, ξεκρέμαστοι καθώς ήταν πλέον, δεν είχαν τίποτε άλλο παρά τους εαυτούς τους και την εργασιακή τους δύναμη σαν εμπόρευμα. Ό,τι ακριβώς δηλαδή χρειαζόταν η αναπτυσσόμενη βιομηχανία της εποχής για να ταΐσει τις ανάγκες της σε φτηνό και εκμεταλλεύσιμο ανθρώπινο δυναμικό.

Η βίαιη αυτή συνθήκη της προλεταριοποίησης παρήγαγε φυσικά και ανάλογες αντιδράσεις. Τα πρώτα χρόνια σημαδεύονται τόσο από τις εξεγέρσεις των αγροτικών πληθυσμών ενάντια στην επίθεση που δέχονταν, όσο και από την αντίσταση των νέων εργατών των πόλεων στη μισθωτή εργασία. Το κοινό βίωμα της υποτίμησης και της ανέχειας διαμορφώνει το έδαφος ώστε  τα εργατικά στρώματα να αρχίσουν ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα να αναγνωρίζουν τον εαυτό τους σαν μια τάξη, με εξίσου κοινές ανάγκες και συμφέροντα. Δημιουργούν εκ νέου κοινότητες στις πόλεις και μέσα από μια σειρά δομών και αντιθεσμίσεων (αυτοοργανωμένα εργατικά ταμεία ασφάλισης, σχολεία κ.α.) καταφέρνουν να διατηρούν μια αυτονομία εχθρική στην επιβεβλημένη καπιταλιστική πραγματικότητα. Παράλληλα, απαντούν και έμπρακτα στη συνθήκη της εκμετάλλευσης είτε με τη μορφή πιο μοριακών και “αόρατων” αντιστάσεων είτε με συλλογικούς αγώνες, άλλοτε  στρεφόμενοι ενάντια στη σχέση-κεφάλαιο συνολικά και άλλοτε καταφέρνοντας να βελτιώσουν την θέση τους στο εσωτερικό της. Αυτή είναι η περίοδος που ιδρύονται και ενισχύονται τα πρώτα συνδικάτα και οι εργατικές οργανώσεις.

Για την εξουσία εκείνης της περιόδου βέβαια (και για πολλά χρόνια ακόμη) και την πολιτική οικονομία του κεφαλαίου, η εργατική τάξη δε λογίζεται ως συλλογικό υποκείμενο. Η εργασία υπάρχει αλλά θεωρείται απλά ένα εμπόρευμα, ένας ακόμη παράγοντας της παραγωγής και του κόστους της. Έτσι, αυτοί οι αγώνες αντιμετωπίζονται συνήθως με ωμή καταστολή και δευτερευόντως μέσω κάποιων πρωτόλειων μορφών πρόνοιας από-τα-πάνω, η οποία περισσότερο έχει σκοπό να ελέγξει και να περιορίσει την αυτοσυγκρότηση και την δραστηριότητα των εκμεταλλευόμενων παρά να συμβάλει ειλικρινά στην κοινωνική αναπαραγωγή τους.

Στις αρχές του 20ου αιώνα συντελείται μια σειρά από διαρθρωτικές αλλαγές μέσα στα πλαίσια της καπιταλιστικής συσσώρευσης σαν αποτέλεσμα της μεγάλης ύφεσης που την είχε γονατίσει τα προηγούμενα χρόνια. Πολλές επιχειρήσεις συγχωνεύονται, οι μικρές ιδιοκτησίες απορροφώνται από τις πιο μεγάλες και παρατηρείται ένα σταδιακό πέρασμα από τον μεμονωμένο ιδιώτη καπιταλιστή σε πιο συγκεντροποιημένες μορφές κεφαλαίου. Στα ίδια πάνω κάτω χρόνια εισάγονται από μια μερίδα αφεντικών οι πρώτες τεχνικές επιστημονικής οργάνωσης της μαζικής ανειδίκευτης εργασίας σε μια προσπάθεια να αυξηθεί η παραγωγικότητα και να χτυπηθεί η κεντρική ως τότε φιγούρα των μαστόρων που λόγω της εξειδίκευσης και των γνώσεών τους είχαν την δύναμη να επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό την παραγωγή. Οι τεχνικές ωστόσο αυτές ορθολογικοποίησης και ελέγχου της εργασίας -γνωστές σαν τεϋλορισμός/φορντισμός- θα παραμείνουν μειοψηφικές και μόνο με τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο στα 1914 και την βιομηχανία που αναπτύχθηκε γύρω από αυτόν θα εφαρμοστούν σε μαζική κλίμακα.

Από την πλευρά των από-τα-κάτω, τα χρόνια αυτά στις αρχές του 20ου αιώνα πριν τον Α΄ παγκόσμιο όπως και τα πρώτα χρόνια μετά το τέλος του, συνθέτουν μια ιδιαίτερα πλούσια περίοδο για το διεθνές επαναστατικό κίνημα. Το πλήθος των μαχητικών αγώνων και των εξεγέρσεων, οι κοινωνικές και πολιτικές ζυμώσεις και οι πρωτότυπες μορφές οργάνωσης που χαρακτηρίζουν αυτή την εποχή, που δικαίως ονομάστηκε η πρώτη προλεταριακή έφοδος του εικοστού αιώνα στον ουρανό, άφησαν ανεξίτηλα το στίγμα τους στην επαναστατική παράδοση.1 Όταν λοπόν ο πόλεμος ολοκληρώνει το καταστροφικό του έργο τέσσερα χρόνια μετά, με το τέλος του να σφραγίζεται με τη συνθήκη των Βερσαλλιών, τίποτα δεν έχει τελειώσει.  Παρά το προσωρινό πάγωμα των ενδοκαπιταλιστικών ανταγωνισμών δημιουργείται μια σειρά από συνθήκες όπως η λεηλασία της Γερμανίας, η διάλυση  3 ευρωπαικών αυτοκρατοριών και η ίδρυση πολλών νέων εθνικών κρατών που παίρνουν την θέση τους, που μόνο ενθαρρυντική δεν είναι για τη σταθερότητα της κατάστασης. Την ίδια στιγμή και πριν ακόμη λήξουν οι εχθροπραξίες, ο πόλεμος μεταφέρεται από τα ιμπεριαλιστικά μέτωπα στο εσωτερικό των κρατών. Γρήγορα ξεσπάνε εξεγέρσεις και επαναστάσεις σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης  και όλες οι προηγούμενες επαναστατικές διεργασίες κορυφώνονται  θέτοντας σε κάποιες περιπτώσεις ρητά το ζήτημα της εξουσίας (ρώσικος Οκτώβρης του 1917, επανάσταση του Σπάρτακου στη Γερμανία).

Οι εργάτες, λοιπόν, έχοντας συρθεί στην πρώτη γραμμή των πολεμικών συγκρούσεων και πληρώσει βαρύ τίμημα σε αίμα επανέρχονται δυναμικά στο προσκήνιο υπονομεύοντας πραγματικά την κυρίαρχη τάξη. Αυτό σε συνδυασμό με την διαπιστωμένη μεγέθυνση των επιχειρήσεων οδηγεί ένα κομμάτι των αστών με κυριότερο εκπρόσωπο τον άγγλο οικονομολόγο John Maynard Keynes στην άποψη της αναγνώρισης της εργατικής τάξης και της προσπάθειας για ενσωμάτωσή της. Ο Keynes διέβλεπε ήδη την αυξανόμενη κοινωνικοποίηση της εργασίας και τους κινδύνους που εγκυμονούσε η τακτική της συνεχούς υποτίμησής τους προς όφελος του κέρδους. Πίστευε, λοπόν, πως θα έπρεπε να γίνουν κεντρικά κινήσεις τέτοιες που θα λάμβαναν σοβαρά υπ’όψη την επικίνδυνη δύναμη της εργασίας. Ωστόσο, οι πιο πολλοί της τάξης του έχουν διαφορετική γνώμη. Η ιδεολογία του laissez faire δεν θα έπεφτε ακόμη, όχι πριν την γκρεμίσει η επερχόμενη κρίση.

Οι αγώνες δείχνουν να καταλαγιάζουν στην δεκαετία του ‘20.  Στις ΗΠΑ μετά από μια μικρή ύφεση ξεκινά μια περίοδος σχετικής ευημερίας που χαρακτηρίζεται από την εφαρμογή σε μεγάλη κλίμακα της μαζικής παραγωγής και την αύξηση της παραγωγικότητας. Υπάρχει μια άνευ προηγουμένου αφθονία εμπορευμάτων αυτά τα χρόνια που απαιτεί και μια αντίστοιχη μαζική κατανάλωση. Τα κατώτερα στρώματα μετατρέπονται κι αυτά σε καταναλωτές και την ηθική της κατανάλωσης αναλαμβάνει να τους καλλιεργήσει μια άγνωστη ως τότε και ραγδαία αναπτυσσόμενη βιομηχανία της διαφήμισης. Παρ΄όλα αυτά, οι μισθοί παραμένουν όσο το δυνατόν χαμηλότεροι δυσχεραίνοντας την πραγματοποίηση της κλεμμένης υπεραξίας μέσω της κατανάλωσης και στην θέση τους υιοθετούνται άλλα τεχνάσματα όπως οι δόσεις και τα δώρα. Όλα αυτά όμως διαμορφώνουν μια τεχνητά συντηρούμενη ανάπτυξη που συνεχώς μεταθέτει την πραγματική της επικύρωση στο μέλλον.

Παράλληλα με τη μαζική παραγωγή και τις καινοτομίες του Τεϋλορ και του Φορντ που ακολούθησε ένα μέρος των καπιταλιστών, ένα μεγάλο κομμάτι του κεφαλαίου βρίσκεται σε στασιμότητα. Αδυνατώντας να εξασφαλίσει την απαιτούμενη κερδοφορία μέσω της επένδυσης στην παραγωγή, στρέφεται στο χρηματιστήριο. Η απροθυμία δηλαδή των εργατών να υποτιμήσουν περισσότερο την εργασία τους και να αυξήσουν την παραγωγικότητά τους, αναγκάζει το κεφάλαιο να καταφύγει στην κερδοσκοπία προκειμένου να “υπεραξιωθεί”, στοιχηματίζοντας σε μια μελλοντική ένταση της εκμετάλλευσης της εργασίας. Όσο αυτό δε συνέβαινε, η τακτική αυτή φυσικά έφτανε στα όριά της καταρρέοντας τελικά με τον τρόπο που ξέρουμε.Υπ’ αυτή την έννοια, η χρηματιστηρική κρίση του ‘29 είναι το ψευδώνυμο της κρίσης των εκμεταλλευτικών σχέσεων. μάλλον έκφραση, παρά αιτία μιας κρίσης υπερσυσσώρευσης κεφαλαίων που στον πυρήνα της έχει την εργατική ανυποταξία.

Μετά το ξέσπασμα της κρίσης και όσο αυτή τα επόμενα χρόνια επιδεινωνόταν, γινόταν πια ξεκάθαρο πως η εργασία δεν μπορούσε να αντιμετωπίζεται σαν κάτι εξωτερικό στη λειτουργία του καπιταλισμού καθώς αυτό απειλούσε ανοιχτά την αναπαραγωγή του. Οι ιδεολογίες των αφεντικών για τους αυτοματισμούς της ελεύθερης οικονομίας και το “αόρατο χέρι” που ρυθμίζει την αγορά είχαν συντριβεί με τον πιο οδυνηρό γι’αυτά τρόπο. Η ανάγκη για μια συνολική αναδιάρθρωση στην οργάνωση των κοινωνικών σχέσεων ήταν επείγουσα τη στιγμή που οι προλετάριοι εξεγείρονταν ενάντια στην ανέχεια στην οποία είχαν περιέλθει και το αντίπαλο σοβιετικό δέος έδειχνε να τα πάει πολύ καλύτερα.  Η στιγμή που ο Keynes θα έπαιρνε την εκδίκησή του είχε φτάσει.

Καθώς η μαζική παραγωγή/μαζική κατανάλωση είχε μεταβάλει τις προηγούμενες κοινωνικές σχέσεις, ο μισθός ως ο αναγκαίος όρος αναπαραγωγής των εργατικών στρωμάτων αναγνωρίστηκε σαν κεντρική καπιταλιστική λειτουργία  στην θέση του κέρδους. Τα αφεντικά συνειδητοποίησαν τη σημασία της εργασίας και την ανάγκη να αναλάβουν τη μέριμνα για την αναπαραγωγή της. Την οργάνωση αυτής της διαδικασίας θα έπρεπε να σηκώσει ένας μηχανισμός που θα συγκέντρωνε την ισχύ, το κύρος και το know how. Μα φυσικά το κράτος, που από δω και πέρα καλείται σαν γενικός κουμανταδόρος να εγγυηθεί τις προσδοκίες (κατανάλωσης, εργασίας, κέρδους) δημιουργώντας απασχόληση και εξασφαλίζοντας την ομαλή αναπαραγωγή της εργατικής τάξης. Κι όλα αυτά σχεδιάζοντας και προγραμματίζοντας τις κινήσεις του σε βάθος χρόνου.

Στις ΗΠΑ η νέα πολιτική εκφράστηκε από το 1933 και μετά με τη σταδιακή εφαρμογή του New Deal από την κυβέρνηση του Ρούζβελτ που προέβλεπε μέτρα κοινωνικής ασφάλισης, μεγάλα προγράμματα δημόσιων επενδύσεων και αναγνώριση βασικών συνδικαλιστικών δικαιωμάτων. Το New Deal ενσάρκωσε μ’αυτόν τον τρόπο μια πρώτη μορφή της κεϋνσιανής σύλληψης του λεγόμενου κράτους-σχέδιο. Κάτι παρόμοιο συνέβη και σε άλλα κράτη όπου το κράτος-σχέδιο πήρε άλλες μορφές, όπως η ναζιστική ή η σταλινική. Ωστόσο, η νέα αυτή ρύθμιση δεν θα μπορούσε να αποφέρει τα μέγιστα πριν τη νέα ανθρωποσφαγή που έμελλε να ακολουθήσει. Στην δεκαετία του ‘30, παρά τις εμφανείς βελτιώσεις, η ανεργία κρατιόταν ακόμη σε επικίνδυνα για την κοινωνική ειρήνη επίπεδα και η κερδοφορία δεν είχε αποκατασταθεί πλήρως, ενώ οι διακρατικές σχέσεις ήταν στον αέρα και η μεταξύ τους ισορροπία εύθραυστη. Αυτό είχε άμεσο αντίκτυπο στους διακρατικούς ανταγωνισμούς για την κατάκτηση των αγορών τρίτων χωρών.

Ο Β’ παγκόσμιος ήταν η κατάλληλη ευκαιρία να ολοκληρωθεί το κεϋνσιανό πρόγραμμα με την δημιουργία νέων πεδίων εφαρμογής της μαζικής πρόνοιας, τον κεντρικό ρόλο του κράτους και, ας μην το ξεχνάμε με τον θάνατο πολλών εκατομμυρίων πληβείων στα πεδία της μάχης που έλυσε το πρόβλημα της πλεονάζουσας εργασίας. Λίγο πριν τη λήξη του υπογράφτηκε εν όψει της ανοικοδόμησης η συμφωνία του Bretton Woods που από δω και στο εξής θα ρύθμιζε τις οικονομικές σχέσεις των κρατών. Σύμφωνα μ’ αυτή, το δολάριο ως νόμισμα αναφοράς κλείδωνε σε σταθερή σχέση με το χρυσό και τα υπόλοιπα νομίσματα κλείδωναν πάνω στο δολάριο, ενώ είναι στα πλαίσια αυτής της συμφωνίας που ιδρύονται η Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, δύο τυπικά κεϋνσιανοί θεσμοί που αναλαμβάνουν να ελέγχουν ευρύτερα την ομαλή αναπαραγωγή της παγκόσμιας κυριαρχίας.

Όλη αυτή την περίοδο του 19ου αιώνα και των πρώτων δεκαετιών του 20ου στην ελλάδα η κατάσταση είναι αρκετά ιδιαίτερη καθώς συναντάμε ένα πολύ χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης του βιομηχανικού κεφαλαίου, ενώ μεγάλο μέρος του πληθυσμού επιβιώνει μέσα από αγροτικές εργασίες. Παρ’όλα αυτά, οι αγώνες δεν θα λείψουν ούτε εδώ καθώς μεγάλα κομμάτια του αγροτικού πληθυσμού εξεγείρονται ενάντια στους γαιοκτήμονες και μεγαλοτσιφλικάδες που τους επιβάλουν ουσιαστικά μια συνθήκη δουλοπαροικίας. Κορυφαία στιγμή είναι η γνωστή εξέγερση των αγροτών του Κιλελέρ στα 1910, ενώ λίγα χρόνια μετά η αγροτική μεταρρύθμιση του ελληνικού κράτους βελτιώνει κάπως την θέση ενός μεγάλου κομματιού. Οι πρώτες επενδύσεις σε πεδία του δευτερογενούς δεν θα αρχίσουν πριν την δεύτερη δεκαετία του εικοστού αιώνα. Κι εδώ ο σχηματισμός της εργατικής δύναμης παρουσιάζει διαφορές, καθώς δεν προκύπτει από  κάποια μορφή πρωταρχικής συσσώρευσης αλλά σαν αποτέλεσμα των μετακινήσεων πληθυσμών στην πόλη για εποχιακές δουλειές και την εγκατάσταση πληθυσμών της Μ. Ασίας μετά τον πόλεμο. Η τάξη δείχνει σημάδια συγκρότησης και μπαίνει δυναμικά στο προσκήνιο την δεκαετία του ‘30 όταν εν μέσω κρίσης ξεσπούν άγριοι εργατικοί αγώνες, με αποκορύφωμα τον θεσσαλονικιώτικο μάη του ‘36, που καταφέρνουν να ξεπεράσουν τη συντεχνιακή κατεύθυνση της πρόσφατα ιδρυθείσας ΓΣΕΕ.

Το μεταπολεμικό μπουμ – Η “χρυσή εποχή” του κεϋνσιανισμού

Εκ του αποτελέσματος λοιπόν, βλέπουμε πως οι 2 παγκόσμιοι πόλεμοι ήταν αναγκαίες στιγμές στην διαδικασία αναδιάρθρωσης του κεφαλαίου. Αντιμετώπισαν πρακτικά το πρόβλημα της εργατικής ανυποταξίας,  εκτόνωσαν τους διακρατικούς ανταγωνισμούς και ομαλοποίησαν τη  γενίκευση της μαζικής παραγωγής/μαζικής κατανάλωσης. Στα χρόνια που ακολουθούν έχουμε την καθολικοποίηση της φορντικής ρύθμισης στην εργασία και τη συγκρότηση του γνωστού κράτους πρόνοιας. Παρ’ότι αυτό πήρε κατά τόπους διάφορες εκφράσεις υπάρχουν κάποια βασικά σημεία που συνθέτουν τον κανόνα. Η κατοχύρωση κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας σε συνδυασμό με την αναγνώριση και την πριμοδότηση των μαζικών κομμάτων και μαζικών συνδικάτων πετυχαίνει την κορπορατιστική ενσωμάτωση της εργασίας και την άμβλυνση των κοινωνικών συγκρούσεων. Παράλληλα, με την εφαρμογή της σταθερής μισθωτής σχέσης στο φορντικό πλαίσιο αυξάνονται οι διαχωρισμοί και οι ιεραρχίες στην παραγωγή και βαθαίνουν οι διαιρέσεις σε κλάδους και συντεχνίες κάνοντας πιο δύσκολη την αλληλεγγύη και τη στήριξη μεταξύ των εργατών. Θεσπίζονται νέα επιδόματα και προνοιακές παροχές (στην υγεία, την ασφάλεια, την ανεργία) που φτάνουν σε περισσότερο περιθωριοποιημένα κοινωνικά κομμάτια εντάσσοντάς τα στον κύκλο παραγωγής/κατανάλωσης. Καλύπτοντας με αυτό τον τρόπο ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνικής αναπαραγωγής, το κεφάλαιο καταφέρνει να δημιουργήσει τους όρους που του εξασφαλίζουν την υγιή επέκτασή του. Όλα τα προηγούμενα έχουν σαν αποτέλεσμα την αύξηση της παραγωγικότητας και τη μείωση του κόστους παραγωγής, γεγονότα που σε συνδυασμό με την εντατική εκμετάλλευση του πλούτου των αποικιών  αυξάνουν το ποσοστό κέρδους  που αντλεί από τις επενδύσεις του. Με την διαβρωτική δύναμη της ανάπτυξης και της ευημερίας, όλο και περισσότερα κομμάτια του προλεταριάτου χάνουν τη συνείδηση του εαυτού τους σαν εκμεταλλευόμενη τάξη και μαγεύονται από τις ιδεολογίες της κατανάλωσης και της υλικής ανόδου.

Τον ίδιο καιρό στην ελλάδα τα πράγματα είναι αρκετά διαφορετικά. Το εργατικό κίνημα που είχε κάνει αισθητή την παρουσία του την δεκαετία του ‘30 βρίσκεται σε πολύ κακή κατάσταση καθώς μετά τον Β’ Παγκόσμιο ξεκινά η συνθήκη της μετανάστευσης για μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού, ενώ ο εμφυλιακός πόλεμος και το κυνήγι ενάντια στα πολιτικοποιημένα κομμάτια της Αριστεράς που θα ξεσπάσει τα επόμενα χρόνια, αφήνει λίγα περιθώρια για αγώνες και διεκδικήσεις. Το απολυταρχικό ελληνικό κράτος αυτής της περιόδου καμιά σχέση δεν έχει με το μοντέλο που περιγράψαμε πιο πάνω. Η ελληνική εκδοχή του κοινωνικού κράτους  θα κάνει τη βραχύβια εμφάνισή της αρκετά χρόνια μετά, όπως θα δούμε στη συνέχεια.

60-70: Η έφοδος στον ουρανό γειώνει τα αφεντικά στο σκληρό έδαφος της κρίσης

Κι όμως, η ιδεολογική και υλική νίκη των αφεντικών θα αποδειχθεί προσωρινή. Μέσα από την ίδια τη συνθήκη της μαζικής εργασίας και του κοινωνικού κράτους ξεπετάχτηκαν νέες αρνήσεις, περισσότερο διάχυτες και λιγότερο ελέγξιμες από τις προηγούμενες. Στην δεκαετία του ‘60 εμφανίζεται μια νέα γενιά που δείχνει να μη συμμερίζεται τις συμβάσεις και τους συμβιβασμούς του παρελθόντος. Που ασφυκτιά μέσα στα όρια του υποχρεωτικού 8ωρου στο εργοστάσιο, που αδυνατεί να βρει τον εαυτό της σε μια δουλειά χωρίς κανένα νόημα, που εξεγείρεται ενάντια στην πατριαρχική οργάνωση των κοινωνικών σχέσεων και την καταπίεση της γυναίκας, που ορθώνει το ανάστημά της στο διάχυτο και θεσμισμένο ρατσισμό. Είναι μια εποχή όπου ο κοινωνικός ανταγωνισμός οξύνεται ξανά από-τα-κάτω και το καινοφανές είναι πως αυτό δεν αφορά μόνο σε αγώνες στο πεδίο της παραγωγής, αλλά κυρίως επεκτείνεται σε όλες τις περιοχές που είχε προηγουμένως αποικιοποιήσει το κράτος πρόνοιας.

Οι κοπάνες από το μαζικό εργοστάσιο, το σαμποτάζ και η μειωμένη εργασιακή ηθική συναντούν την εμφάνιση νέων συλλογικών υποκειμένων. Το γυναικείο κίνημα, το οικολογικό, το αντι-αποικιακό, η υποκουλτούρα, το κίνημα των μαύρων στις ΗΠΑ συνθέτουν ένα εκρηκτικό μίγμα που ασκεί κριτική τις κυρίαρχες κοινωνικές σχέσεις αλλά και προεικονίζει νέες μέσα στο κέλυφος του παλιού κόσμου. Οι εκμεταλλευόμενοι αντιλαμβάνονται την δύναμη που τους δίνει η παλιότερη ρύθμιση του φορντισμού και του προνοιακού καθεστώτος και οργανώνουν την επίθεσή τους φτάνοντάς την στα όριά της. Η πρώτη αντίδραση από τη μεριά των αφεντικών είναι μια παραχώρηση ακόμη περισσότερων παροχών αποσκοπώντας στον κατευνασμό και την ενσωμάτωση των κοινωνικών εκρήξεων. Μάταια ωστόσο, γιατί οι παραχωρήσεις αυτές την ίδια στιγμή που πετύχαιναν μια περαιτέρω εγκόλπωση της εργατικής τάξης στην αλλοτριωτική μορφή-κράτος, δημιοργούσαν τους όρους για ακόμη μεγαλύτερους αγώνες που όριζαν ένα πεδίο αέναων διεκδικήσεων.

Ήταν σαφές πως πίσω από την διόγκωση του κοινωνικού κράτους και την δημοσιονομική κρίση που αυτή προκάλεσε, βρίσκονταν μια άρνηση του κυρίαρχου κόσμου κοινωνικών σχέσεων. Οι νέες ριζοσπαστικές υποκειμενικότητες, η γέννηση της αυτονομίας, η άρνηση συνολικά της εργασίας, έστω και μειοψηφικά, κόντρα σε παλιότερες λογικές αυτοδιαχείρισης, οι κριτικές που διατυπώθηκαν από τα επαναστατικά κινήματα αχρήστευσαν κάθε πλευρά της κεϋνσιανής ρύθμισης θέτοντας σε κρίση όχι μόνο την πρακτική λειτουργία αλλά και το σύνολο των σημασιών της. Η κρίση πειθάρχησης  αυτής της περιόδου εκδηλώνεται αναπόφευκτα και σαν κρίση κερδοφορίας των αφεντικών που βλέπουν την παραγωγικότητα να φθίνει μαζί με την κοινωνική πειθαρχία, και το ποσοστό κέρδους να γκρεμοτσακίζεται. Η κρίση αυτή της δεκαετίας του ‘70 παρουσιάστηκε και τότε μυστικοποιημένα σαν μια οικονομική κρίση αποκρύβοντας την πραγματικότητα˙ τον βάλτο της κρίσης αναπαραγωγής στον οποίο είχε βουλιάξει η καπιταλιστική συσσώρευση εξαιτίας μιας πρωτόγνωρης συσσώρευσης πολλών και διαφορετικών αρνήσεων.

Written by factoryfanet

Ιουλίου 16, 2010 at 7:02 μμ

Αναρτήθηκε στις 01 τεύχος, κρίση

Η μονιμότητα της κρίσης του καπιταλισμού

leave a comment »


Από το ’70 και μετά ο καπιταλισμός προσπάθησε να αναβάλει την κρίση που είχαν προκαλέσει οι έντονοι κοινωνικοί αγώνες εκείνης της περιόδου. Και λέμε να αναβάλει γιατί απλά δεν κατάφερε να «επιλύσει» την κρίση του όπως έκανε πάντα, υποτάσσοντας και υποτιμώντας την ζωή, τις σχέσεις, την εργασία προς όφελός του.

Βασική καινοτομία αυτής της αναβολής υπήρξε ο απεριόριστος δανεισμός του προλεταριάτου. Ταυτόχρονα με την εξατομίκευση που προωθήθηκε με τον δανεισμό έλαβε χώρα και μια συντονισμένη επίθεση στις μορφές κοινωνικής αναπαραγωγής (υγεία, εκπαίδευση, ασφάλιση) που είχαν κατακτηθεί στην περίοδο της όξυνσης των αγώνων. Σημείο τομής των δύο αυτών κεντρικών στρατηγικών (δανεισμού – εργασιακής και κοινωνικής υποτίμησης) είναι η αδυναμία του κεφαλαίου και του κράτους να υποτάξουν όσο θα ήθελαν την εργασία και την εκμετάλλευσή της. Αυτή η αποτυχία του καπιταλισμού οδήγησε ουσιαστικά σε μια κρυφή αλλά μόνιμη κρίση από το ’70 και μετά που μόλις τα τελευταία δύο χρόνια έφτασε στα όρια της. Από δω και πέρα όλα είναι ανοιχτά…

Οι δεκαετίες του ’60 και του ’70 ήταν πολύ σημαντικές, όπως περιγράφηκε, για όσους βρίσκονται στη μεριά των εκμεταλλευόμενων. Η πρωτοφανής αύξηση των μισθών και του βιοτικού επιπέδου των εργατών, η αναγνώριση της άμισθης εργασίας των γυναικών στο σπίτι, το πανεπιστήμιο σαν ένα κοινωνικό εργαστήρι αυτομόρφωσης, οι αγώνες ενάντια στα ενοίκια, η επίτευξη φθηνών κοινωνικών υπηρεσιών για το προλεταριάτο αποτέλεσαν τα οφέλη για να κατευναστούν οι συσσωρευμένοι αγώνες αυτής της περιόδου και ο γενικότερος κοινωνικός αναβρασμός. Σε αυτή την περίοδο η πτώση της υπεραξίας πραγματικά είχε αρχίσει να τρομάζει τις κυρίαρχες τάξεις. Το μοντέλο της αστικοποίησης και του μαζικού εργάτη, που κάποτε έβαλε μπρος τις μηχανές της βιομηχανίας και του πλουτισμού τους, είχε αρχίσει να γίνεται ο εφιάλτης της συρρίκνωσης των κερδών. Οι αγώνες είχαν κερδίσει σημαντικό έδαφος.

Στην Ελλάδα, λόγω της εμφυλιακής πολιτικής συγκρότησης οι κοινωνικοί αγώνες δεν μπορούσαν να ξεδιπλωθούν καθώς αλλεπάλληλα πραξικοπήματα και δικτατορίες προσπαθούσαν να παγώσουν τον κοινωνικό μετασχηματισμό. Η Ελλάδα ζει τη δική της έφοδο στον ουρανό από τη μεταπολίτευση και μετά. Έντονοι εργατικοί αγώνες, η νεανική αμφισβήτηση, το φεμινιστικό κίνημα. Από την άλλη, σε θεσμικό επίπεδο το τέλος της παρανομίας για το ΚΚΕ και η αναγνώριση του συνδικαλιστικού κινήματος ως αξιόπιστου συνομιλητή αποτελούν τα πρώτα ψήγματα του πρώτου μεταπολεμικού κοινωνικού συμβολαίου. Η άνοδος του πασοκ ουσιαστικά σημαίνει την υπογραφή του ελληνικού New Deal. Πλατιές κοινωνικές μάζες βγαίνουν από την πολιτική καταπίεση και αναπόφευκτα αυτό αναβαθμίζει και τους υλικούς όρους ζωής. Όλα αυτά που στην Αμερική και την Ευρώπη ονομάστηκαν κοινωνικό κράτος ή κεϋνσιανισμός και εφαρμόστηκαν από τον πόλεμο και μετά, κουτσουρεμένα μεν αλλά δυναμικά εισέρχονται στην ελληνική πραγματικότητα από το 1981 και μετά.

Επιστρέφοντας στο παγκόσμιο σκηνικό και την κρίση κερδοφορίας λόγω της έντασης των αγώνων, τα αφεντικά εναγωνίως ανέλυαν, πειραματίζονταν και δοκίμαζαν τεχνικές για να βγουν από το τέλμα. Ένα τέλμα στο οποίο τους είχε φέρει η ανυποταξία των εργατών και συνακόλουθα η ραγδαία πτώση του ποσοστού κέρδους. Στην Ιταλία τη διετία ’70-’72, οι μισθοί στους περισσότερους κλάδους παρουσίαζαν αύξηση 30%. Από την άλλη τα δάνεια για κατοικία μέσα από κρατικές τράπεζες με χαμηλό επιτόκιο και το σύνολο των προστατευτικών θεσμών (επιδόματα, συντάξεις, εκπαίδευση) τα οποία δημιουργούσαν υποτίθεται μια τάξη ικανοποιημένων (άρα και ήσυχων) εργατών που στη συνέχεια θα καταναλώνει τα προϊόντα, είχε γυρίσει μπούμερανγκ. Οι «ικανοποιημένοι» εργάτες κατάλαβαν την δύναμη τους και ζητούσαν όλο και περισσότερα, ενώ σε πολλές περιπτώσεις αμφισβητούσαν συνολικά τη μισθωτή σχέση και το καπιταλιστικό σύστημα. Ειδικά οι πιο νέοι προλετάριοι που σφυρηλατήθηκαν στους αγώνες του ’60 –’70 άρχισαν να αποδομούν την εικόνα του «παραγωγικού» εργάτη που είναι όμως καταδικασμένος να περάσει τη ζωή του στη γραμμή παραγωγής. Έτσι όπως είχαν έρθει τα πράγματα, ήταν πραγματικά επιτακτικό για τα αφεντικά να εφαρμόσουν μια ριζική λύση.

Ένα από τα βασικά ζητήματα με τα οποία έρχονταν αντιμέτωπα τα αφεντικά ήταν ότι λόγω της εργατικής ανυποταξίας στο πεδίο της παραγωγής αλλά και της κοινωνικής ανυποταξίας στην αναπαραγωγή, τεράστια κεφάλαια λίμναζαν ακινητοποιημένα με τη μορφή του χρήματος. Τεράστιο πρόβλημα για κάθε καπιταλιστή ή μια κλασική κρίση υπερσυσσώρευσης όπως θα την συναντήσετε σε οικονομικά εγχειρίδια. «Γιατί είναι πρόβλημα να έχεις πολλά λεφτά στην τσέπη;» θα ρωτήσει εύλογα κάποιος. Κατ’ αρχάς γιατί αυτή η αδυναμία να παραχθουν κέρδη σπέρνει μια αμφιβολία σε όλο το σύστημα εκμετάλλευσης· σπέρνει ένα πανικό ότι οι σχέσεις εξουσίας και δύναμης που αντλούνται από τη πραγματοποίηση του κέρδους με κοινωνικούς όρους, δηλαδή με όρους επέκτασης και αναπαραγωγής της καπιταλιστικής σχέσης, μπορεί να μπλοκάρουν.

Από την άλλη το να λιμνάζουν κεφάλαια παράγει έναν άλλο εσωτερικό φόβο που φωλιάζει σε κάθε καπιταλιστική διαδικασία-σχέση. Τον φόβο ότι στα πλαίσια του ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού μπορεί κάποιος άλλος να επενδύσει σωστά τα φράγκα του, να τα κινήσει σωστά και να στείλει τους ανταγωνιστές του αδιάβαστους. Δηλαδή χρεοκοπημένους. Οι κρίσεις υπερσυσσώρευσης δεν είναι κάποια φυσικά φαινόμενα, αλλά επιβεβαιώνουν την παρουσία και τη σημασία των αγώνων μέσα στον καπιταλισμό, παγώνοντας την κοινωνική αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Τι αποτέλεσμα έχει αυτό; Πολύ απλά ότι ο καπιταλισμός δεν παράγει νέες σχέσεις, φυσικά καπιταλιστικές, οι οποίες θα αποτελούσαν τη βάση της απόσπασης υλικών και διανοητικών αποθεμάτων από την κοινωνία για να γίνουν χρήμα και σχέσεις εξουσίας στο εργοστάσιο, στην κρεβατοκάμαρα, στο πανεπιστημίο, στη διασκέδαση.

Και εγένετο νεοφιλελευθερισμός

Το κεφάλαιο είναι νεκρή εργασία η οποία, σαν βρικόλακας, ζει μόνο ρουφώντας τη ζωντανή εργασία.   (Καρλ Μαρξ)

Με την ανάπτυξη του νεοφιλελευθερισμού οι συμφωνίες μεταξύ εργατών και κεφαλαίου γίνονται θρύψαλα. Μια σειρά από στρατηγικές αρχίζουν να εφαρμόζονται και να συγκροτούν σταδιακά το νεοφιλελεύθερο όραμα διαχείρισης του καπιταλισμού. Τέλος με τις αμοιβαίες συμφωνίες, την εξισσορόπηση, τα κοινωνικά συμβόλαια, το χάϊδεμα της εργατικής τάξης. Για εμάς, φωνάζει ο καπιταλισμός, δεν υπάρχουν τάξεις, ο καθένας είναι επιχειρηματίας του εαυτού του.

Η πιο άμεση απάντηση είναι πολλά εργοστάσια να μεταφέρουν την παραγωγή τους σε χώρες με ανοργάνωτο προλεταριάτο, με όφελος το χαμηλό εργατικό κόστος, όπως για παράδειγμα συνέβη με την φυγή του κλάδου της υφαντουργίας στη Βουλγαρία και τη Μακεδονία πριν 15 χρόνια στην Ελλάδα. Όπως είδαμε και πριν, στον ελληνικό καπιταλισμό υπάρχει μια φάση χρονικής υστέρησης. Αυτή η μετακίνηση έχει σαν συνέπεια να χτυπηθεί η μαχητικότητα των εργατικών τάξεων. Η δύναμη του εργάτη της γραμμής παραγωγής υπονομεύεται. Παράλληλα τα αφεντικά εμφανίζουν και άλλους άσσους από το μανίκι. Τεχνολογίες αυτοματοποίησης που αποσκοπούν στο να μειώσουν την εξάρτηση από τη ζωντανή εργασία, εισαγωγή πιο ευέλικτων μορφών εργασίας, συμβάσεις έργου, προσωρινότητα, ανεργία. Όλα αυτά τελικά διαμορφώνουν τις προϋποθέσεις για να μειωθεί το μισθολογικό κόστος και να αρχίσουν να επενδύουν σε νέες σχέσεις εκμετάλλευσης, ξανά επωφελείς. Να ξεπεράσουν δηλαδή τα αφεντικά την κρίση κερδοφορίας.

Παράλληλα η νεοφιλελεύθερη στρατηγική αποτέλεσε και μια κρατική πολιτική στην προαιώνια σύμπραξη κράτους και κεφαλαίου. Εδώ δεν εννούμε ότι το κράτος έκανε απλά τα στραβά μάτια στην επίθεση των αφεντικών, αλλά αποτέλεσε τον νομοθετικό, κατασταλτικό και προπαγανδιστικό βραχίονα της νεοφιλελεύθερης μηχανής. Χωρίς τα κρατικά διατάγματα η νέα αυτή εποχή στην ιστορία του καπιταλισμού θα ήταν μια παρωδία. Για να εδραιωθεί ιδεολογικά, η νέα αυτή εποχή χρειαζόταν υλικές νίκες που θα επένδυαν με γόητρο το σχέδιο της.

«Η νίκη του Ρέιγκαν στις ΗΠΑ επί της απεργίας των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας το 1981, καθώς και η νίκη της Θάτσερ στο Ηνωμένο Βασίλειο επί της απεργίας των μεταλλωρύχων το 1985, διαδέχθηκε μια πραγματικά οργιαστική καμπάνια διάλυσης των συνδικάτων και ένα πλήθος απειλών υπονόμευσης των συντάξεων κοινωνικής ασφάλισης αλλά και άλλων εγγυήσεων (το λεγόμενο δίχτυ ασφάλειας)». (Midnight Notes Collective and Friends, 2009)

Τα δύο αυτά γεγονότα αποτέλεσαν ορόσημο για τη νεοφιλελεύθερη διαχείριση. Το μεταπολεμικό κοινωνικό συμβόλαιο σπάει. Η προστασία της εργασίας και του μισθού, η οποία κατοχυρωνόταν και από νόμους των κρατών, αποδιαρθρώνεται. Η έννοια της ελεύθερης αγοράς, της κρατικής δηλαδή απορύθμισης της εργατικής νομοθεσίας και της διάλυσης των δομών κοινωνικής πρόνοιας, επελαύνει. Το αόρατο χέρι του laissez faire ρίχνει ξανά την σκιά του στην κοινωνία και η δύναμη της αγοράς, δηλαδή της ακόρεστης επιθυμίας για επέκταση της καπιταλιστικής σχέσης σε κάθε πεδίο της ζωής, κερδίζει έδαφος. Κεντρικό ερώτημα που έπρεπε να απαντήσει η στρατηγική της υποτίμησης των εργατών, άρα του μισθού και της αγοραστικής δύναμης, είναι το ποιοι θα αγοράζουν τώρα τα εμπορεύματα του. Πώς θα πραγματοποιείται η κερδοφορία; Η απάντηση που δόθηκε ήταν αφοπλιστική. Με απεριόριστα δάνεια.

Πιστωτική επέκταση

Από την περίοδο ακόμη της μεγάλης ύφεσης και μετά, οι δόσεις και οι μορφές διακανονισμού της πληρωμής εφαρμόζονταν από επιχειρήσεις. Τα δάνεια με τη μορφή που τα ξέρουμε σήμερα ήταν περιορισμένα και προέρχονταν από κρατικούς οργανισμούς κυρίως για την απόκτηση στέγης. Η εδραίωση της πιστωτικής επέκτασης αποτέλεσε βασικό σημείο του νεοφιλελεύθερου σχεδίου για να αποδράσει το κεφάλαιο από τους χώρους παραγωγής και την ανυποταξία που επικρατούσε εκεί. Η σκέψη ήταν αρκετά ριζοσπαστική για τον ίδιο τον καπιταλισμό που προσπάθησε να αναζητήσει απαντήσεις στο ερώτημα πώς θα συνεχίσουν τα αφεντικά να εκμεταλλεύονται την εργασία σε ικανοποιητικό βαθμό.

Τα δάνεια λοιπόν θα χρησιμοποιηθούν έτσι ώστε οι εργάτες να αγοράζουν προϊόντα και να αποφευχθεί ο κίνδυνος υποκατανάλωσης, ενώ ταυτόχρονα θα αποτελούν ένα εργαλείο διασφάλισης της εκμετάλλευσης της εργασίας στο μέλλον. Πώς; Το δάνειο που συνάπτει με ένα ευαγές (τραπεζικό) ίδρυμα ο καθένας μας δεν είναι παρά μια υπόσχεση εκμετάλλευσης του δανειζόμενου στο μέλλον. Ο δανειολήπτης δηλώνει ότι θα συνεχίσει να δουλεύει με όλο και πιο εντατικούς ρυθμούς για να ξεπληρώσει το κεφάλαιο που πήρε, συν τους τόκους που αποτελούν μια επιπλέον υπόσχεση εντατικοποίησης της εργασίας. Το αποτέλεσμα πολύ σημαντικό: και το προλεταριάτο αγοράζει προϊόντα από τα δανεικά και τα αφεντικά έχουν κέρδη. Καλό; Ευφυές; Σίγουρα ναι. Υπάρχει όμως ένα κενό σε αυτή τη σκέψη, το όριο ότι κάποια στιγμή τα δανεικά που φέρνουν και άλλα δανεικά πρέπει να γίνουν κέρδος από την εργασία, ώστε να καλυφθεί ο αρχικός κύκλος του δανεισμού και να ανοίξει ένας άλλος. Κάποια στιγμή πρέπει να επιστρέψει η κερδοφορία στο βρώμικο και δύσβατο τόπο της εργασίας. Ακριβώς αυτήν την επιστροφή σχεδίαζαν μέσα από τα προγράμματα λιτότητας και τις περίφημες διαρθρωτικές αλλαγές από το ’70 και μετά τα κράτη και τα αφεντικά.

Κάπου στην πορεία και όσο η επιστροφή αυτή συνέβαινε μεν, αλλά όχι στο βαθμό που έπρεπε, θεώρησαν σαν δεδομένο ότι η υπόσχεση θα εκπληρώνεται για πάντα. Κάπου εκεί που τα στεγαστικά μαζί με μετοχές του χρηματιστηρίου και τα παράγωγά τους γίνονταν προϊόντα που έφερναν τρελά κέρδη, επαναπαύθηκαν στην άμεση κερδοφορία. Ξεχνώντας έτσι και υποτιμώντας ότι τα πολύπλοκα χρηματιστηριακά προϊόντα τελικά δεν αποτελούσαν παρά υποσχέσεις εκμετάλλευσης κρυμμένες στα στεγαστικά δάνεια, στις μετοχές των εταιρειών (στις οποίες κάποιοι δουλεύουν) και στα ασφαλιστικά ταμεία (τα χρήματα των οποίων τις ανάγκες κάποιων θα κάλυπταν). Η ιστορία μέσα από την παγκόσμια κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος αρχικά και του κρατικού χρέους στη συνέχεια, τους υπενθύμισε ότι η κρίση του κεφαλαίου είναι η κρίση της εξάρτησής του από την εργασία και τις κοινωνικές σχέσεις ευρύτερα.

Η πίστωση σαν πίστη

Εξ αρχής, όταν κάποιος πιστώνεται, δηλώνει εκείνη τη στιγμή είτε το θέλει είτε όχι ότι εμπιστεύεται την καπιταλιστική σχέση και αναλαμβάνει μια προσωπική υποχρέωση να ξεχρεώσει. Η υποχρέωση αυτή μέσα στην εξέλιξη της ιστορίας ήταν συνδεδεμένη με μια ενοχή απέναντι στην κοινότητα, πολλές φορές με τίμημα – ενέχυρο την ίδια του την ελευθερία. Μια ενοχή οφειλής. Στην εποχή της απεριόριστης πιστωτικής επέκτασης αυτή η ενοχή αντιστράφηκε. Ένοχος είναι αυτός που δεν χρωστά, καθώς φαίνεται πως δεν επιλέγει να αποκτήσει πρόσβαση στα βασικά μέσα αναπαραγωγής.

Μέσα από τη γενίκευση της πίστωσης για την απόκτηση των βασικών αγαθών επιβίωσης (στέγη, μετακίνηση, αγορές με πιστωτική), ο καθένας ρητά ή άρρητα, λίγη σημασία έχει, συνυπογράφει ώστε το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο να διαμεσολαβεί τις ζωές μας. Από την καθημερινή συνήθεια πληρωμής στο supermarket με την πιστωτική μέχρι την αγωνία για την αποπληρωμή του στεγαστικού -ανεξάρτητα από το πόσες κατάρες ακούγονται για τα επιτόκια- το σύστημα τίθεται σε κίνηση και, το πιο σημαντικό, αντλεί νομιμοποίηση. Ουσιαστικά λοιπόν μεγαλύτερη σημασία για την επιβεβαίωση της καπιταλιστικής σχέσης έχει η στιγμή της πίστωσης σαν στιγμή ζωντανής αναπαραγωγής του καπιταλισμού παρά τελικά η ίδια η αποπληρωμή του δανείου. Τουλάχιστον μέχρι πολύ πρόσφατα, όταν μερικές χιλιάδες λατίνοι «αποφάσισαν» να μην αποπληρώσουν τα στεγαστικά τους στις ΗΠΑ.

Νεοφιλελευθερισμός και τραπεζικό σύστημα

Στην προ-νεοφιλελευθερισμού εποχή το τραπεζικό σύστημα είχε μια αποταμιευτική αξία, δεν μπορούσε να υποσχεθεί κάτι. Άλλωστε τα μεγαλύτερα τραπεζικά ιδρύματα ήταν κρατικά. Στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού τα δεδομένα αυτά αλλάζουν. Οι τράπεζες αναλαμβάνουν να διαμεσολαβήσουν την κατανάλωση, υποκαθιστώντας το κοινωνικό κράτος. Πραγματοποιείται με αυτό τον τρόπο η μετάβαση σε μια ιδιωτική και ταυτόχρονα ατομική μορφή χρηματοδότησης των κοινωνικών αναγκών μέσω των δανείων. Ενώ μέχρι τώρα το κράτος είχε την ευθύνη να φροντίζει το σώμα του εργάτη, στο νεοφιλελευθερισμό την ευθύνη αυτή την έχει ο ίδιος ο εργάτης μέσα από την αναζήτηση αντίστοιχων δανείων στην τραπεζική αγορά. Κάπως έτσι υλοποιείται η διάλυση της ομοιογένειας των ταξικών διεκδικήσεων και η ενσωμάτωση της εργατικής τάξης στην καπιταλιστική σχέση μέσα από μια πιστωτικά συντηρούμενη ανάπτυξη.

Ένα μεγάλο ποσοστό του κεφαλαίου που απαιτήθηκε για να οργανωθεί αυτή η αναμόρφωση του τραπεζικού συστήματος προήλθε από λεφτά που έμεναν αναξιοποίητα (χωρίς να επενδύονται) λόγω της ασύμφορης για τα αφεντικά κατάστασης που επικρατούσε στα εργοστάσια. Έτσι ένα μεγάλο μέρος των κεφαλαίων πήρε τη μορφή χρήματος που θα γεννά χρήμα μέσα από το δανεισμό. Αντί να επενδύει σε μηχανήματα, εργαζόμενους, πρώτες ύλες, το κεφάλαιο επένδυσε σε χρήμα. Δηλαδή σε μη παραγωγικές αλλά άκρως κερδοφόρες business. Αυτό αποτέλεσε την περίφημη φυγή στην χρηματοπιστωτική σφαίρα, την οποία όμως θα αναλύσουμε καλύτερα παρακάτω.

Στον νεοφιλελευθερισμό λοιπόν οι τράπεζες είναι το κεντρικό σημείο, η «κεντρική βάνα» στην κυκλοφορία του χρήματος· και μαζί είναι η «κεντρική καταγραφή» των ιδιοκτησιών πάνω στα μέσα παραγωγής -και όχι μόνον αυτά. Γιατί οι τράπεζες «δανείζοντας», είτε τ’ αφεντικά είτε τους υποτελείς (τους πρώτους για να οργανώσουν τομείς της παραγωγής / εργασίας, τους δεύτερους για να καταναλώσουν) κατευθύνουν την «ανάπτυξη» εδώ και όχι εκεί· ενισχύουν τους χ τομείς για τους οποίους υπάρχουν καλύτερες προοπτικές κερδοφορίας και «παραμελούν» τους ψ που δεν έχουν μέλλον (περιοδικό Sarajevo, Δεκέμβρης 2009).

Φυσικά και δεν υποστηρίζουμε ότι υπάρχει κάποιο διευθυντήριο (τραπεζικό), αλλά φυσικά και υποστηρίζουμε τη διαφορετική βαρύτητα κάθε καπιταλιστικού θεσμού. Γι’ αυτό άλλωστε και η επιλογή της διάσωσης των τραπεζών με το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης αναπτύχθηκε με τέτοια ομοιογένεια και συνέπεια παγκοσμίως. Ποιος δεν θυμάται τα 28 δις που δόθηκαν από το ελληνικό κράτος και τα τρις ευρώ που επιστρατεύθηκαν διεθνώς. Τα κράτη έπρεπε να διασώσουν τις τράπεζες ακριβώς γιατί ο ρόλος τους είναι στρατηγικής σημασίας για την αναπαραγωγή και επέκταση της καπιταλιστικής σχέσης στις μέρες μας.

Διάλυση και ενσωμάτωση της ταξικότητας

Πολλοί εργαζόμενοι αναρωτιούνται συχνά «σε ποια τάξη ανήκω;». Αυτή η σύγχυση είναι σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Εκεί που η κοινωνία λειτουργούσε με τη μορφή μετωπικών αντιπαραθέσεων που κατακτούσαν ένα διαρκώς καλύτερο επίπεδο ζωής και ενίσχυαν το αίσθημα της κοινής μοίρας, της συλλογικότητας, του «όλοι μαζί», το παιχνίδι άλλαξε.

Η απόλυση, ή οι χαμένοι μισθοί λόγω απεργίας, ίσως να σήμαιναν την αδυναμία της τακτικής αποπληρωμής των δόσεων του δανείου. Η απώλεια της εργασίας δεν σήμαινε μόνο ανεργία αλλά και αδυναμία εξόφλησης του χρέους, έξωση, φτώχεια. Η πειθαρχική δύναμη που κρύβεται στο χρέος και στην επισφαλή εργασία δεν μπορεί έπ’ ουδενί να παραβλεφθεί. Η κάλυψη βασικών αναγκών, όπως στέγαση, περίθαλψη, εκπαίδευση, θέρμανση κοκ, όταν υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να τη χάσεις, είναι ένα κίνητρο που υποσκάπτει την όποια αλληλεγγύη με όσους η φτώχεια είναι μια καθημερινή συνθήκη. (Midnight Notes Collective and Friends, 2009)

Η ανεργία και η μαζική μαύρη εργασία έσπασαν την ομοιογένεια και έκαναν αναποτελεσματική τη στρατηγική του «όλοι μαζί μπορούμε». Ο μισθός δεν έφτανε πια για να έχει κανείς πρόσβαση στο ήδη κατεκτημένο επίπεδο ζωής, έπρεπε να καταφύγει στα δάνεια. Η κοινωνία δεν καταδικάστηκε ξαφνικά σε μια μαζική ανέχεια· αντίθετα η ευημερία υπήρχε στις βιτρίνες με τα εμπορεύματα και μάλιστα πολλαπλασιασμένη, μόνο που έπρεπε ο καθένας μόνος του να την διεκδικήσει. Να γίνει επιχειρηματίας του εαυτού του. Η νέα καπιταλιστική υπόσχεση διακήρυττε ότι όλοι είμαστε ίσοι απέναντι στο χρήμα, και όλοι μπορούν να διεκδικήσουν μια θέση στον ήλιο της ανάπτυξης. Ούτε λόγος βέβαια για κοινωνικά κομμάτια που την ίδια στιγμή πετιούνταν στο περιθώριο, υπόκεινταν σε άγρια εκμετάλλευση και ζούσαν τη φτώχεια (μετανάστες, άνεργοι κτλ). Αυτοί ήταν τόσοι ώστε να μην μπορούν να επηρεάσουν το κλίμα αισιοδοξίας. Η λεηλασία των κοινωνικών σχέσεων – συμπεριφορών που διαπράχθηκε αυτή την περίοδο με την υπόσχεση μιας μελλοντικής εκμετάλλευσης ήταν πολύ σημαντική για τους κοινωνικούς συσχετισμούς που διαμορφώθηκαν.

Στην Ελλάδα η κατάσταση αυτή βιώνεται από το ’90-’91 και μετά όπου μετά την κατάρρευση του New Deal στις αρχές του ’80 ακολουθεί κρίση (κλείσιμο – μεταφορά εργοστασίων, νέες εργασιακές σχέσεις κτλ) και αρχίζει η πιστωτικά συντηρούμενη ευημερία. Διακοποδάνεια, νέα αυτοκίνητα, απενοχοποίηση του πλούτου, νέες απολαύσεις, ιδιωτική τηλεόραση, ιδιωτικές τράπεζες. Η εργασία ήταν εκεί δια της απουσίας της σε όλα τα ’90ς με τα αφεντικά να ελπίζουν ότι στα επόμενα χρόνια θα καταφέρουν να περάσουν εκείνες τις αναδιαρθρώσεις που θα έκαναν πραγματική την φανταστική υπόσχεση εκμετάλλευσης που υπογράφονταν στη χιονοστιβάδα ιδιωτικού δανεισμού. Για να επιστρέψουμε στο αρχικό ερώτημα για την ταξική μας καταγωγή, θα λέγαμε ότι σε καμία περίπτωση δεν έπαψε να υπάρχει ταξικότητα. Απλά ένα νεφέλωμα ευημερίας διείσδυσε στις σχέσεις του κόσμου της εργασίας μπλοκάροντας την αλληλεγγύη, πριμοδοτώντας ταυτόχρονα το πάρτυ των ατομισμών. Σε κάποια τμήματα του πληθυσμού το βιοτικό επίπεδο ανέβηκε απότομα, ενώ άλλα παρέμειναν στάσιμα με αποτέλεσμα να ενταθούν οι διαιρέσεις και οι έριδες εντός των εργαζομένων. Χαρακτηριστικό ως προς αυτό είναι το μίσος πολλών ιδιωτικών υπαλλήλων απέναντι σε συγκεκριμένους δημοσίους υπαλλήλους.

Παρ’ όλα αυτά η σημερινή κρίση ως διάψευση σε ένα βαθμό αυτής της υπόσχεσης εκμετάλλευσης που ενυπήρχε στα συμβόλαια δανείων που υπέγραφαν οι προλετάριοι, απομακρύνει το νεοφιλελεύθερο νεφέλωμα -τουλάχιστον στην αναπτυξιακή του διάσταση- ανοίγοντας δρόμους για ανασύνθεση των σχέσεων αλληλεγγύης πάνω στον καμβά των  κοινών αναγκών…

Οι αγώνες στο νεοφιλελευθερισμό

Μέσα σε αυτά τα δύσκολα για κοινά οράματα χρόνια υπήρξαν αρκετοί που αντιστάθηκαν. Ιδιαίτερα στην Ελλάδα οι αμυντικοί αγώνες υπεράσπισης των κατακτήσεων που είχαν κερδηθεί όλα αυτά τα χρόνια ήταν συστηματικοί και συνεπείς με τα ραντεβού τους με την εξουσία. Η μεταρρύθμιση στα ασφαλιστικά συστήματα που σάρωσε όλες τις κοινωνίες παγκοσμίως αποτελούσε την προπαίδεια την νεοφιλελεύθερης αριθμητικής. Έπρεπε οι κοινωνίες να δουλεύουν όλο και περισσότερο και να παίρνουν σύνταξη για όλο και λιγότερα χρόνια με όλο και λιγότερα λεφτά. Παράλληλα ένα ακόμη πεδίο των κοινωνικών αναγκών -η ανασφάλεια των γηρατειών- έπρεπε να παραδοθεί στην κερδοφορία των αφεντικών, όπως συνέβαινε παγκοσμίως.

Στο ελληνικό παράδειγμα οι αγώνες υπεράσπισης των κεκτημένων και ιδιαίτερα του ασφαλιστικού, κράτησαν ισχυρές γραμμές άμυνας μέχρι και πολύ πρόσφατα. Παρ’ όλο που στην πλειοψηφία τους αυτοί οι αγώνες εγκλωβισμένοι σε μια κοντόφθαλμη συντεχνιακή λογική δεν σκιαγραφούσαν κάποιο δρόμο για μια πιο συνολική κριτική στις σχέσεις εκμετάλλευσης, μπλόκαραν πραγματικά σχέδια των αφεντικών αποτελώντας ίσως έναν από τους παράγοντες της σημερινής κρίσης. Μιας κρίσης αναπαραγωγής του συνολικού κεφαλαίου. Φαίνεται ότι ο παράγοντας των αμυντικών αγώνων στη δύση τείνει να αποτελέσει μια ενδημική παράμετρο της κρίσης. Η αύξηση του βιοτικού επίπέδου, ή καλύτερα του ιστορικού επιπέδου αναγκών, που κατακτήθηκε από τους αγώνες και συντηρήθηκε από την πίστωση συνδέθηκε πολλές φορές άρρηκτα με την κοινωνική ειρήνη και την υπόσχεση ευτυχίας του καπιταλισμού στη δύση σε αντιστάθισμα του σοβιετικού κομμουνισμού.

Ακριβώς αυτός ο τρόπος ζωής, λόγω του ριζώματός του στον πληθυσμό, αποτέλεσε όλα αυτά τα χρόνια το βασικό εργαλείο ενσωμάτωσης στην εξουσία του κράτους. Γι’ αυτό και οι αμυντικοί αυτοί αγώνες ήταν τόσο συστηματικοί. Αρθρώνονταν γύρω από κοινωνικές ανάγκες, συνυφασμένοι πολλές φορές με μια κρατική υπόσχεση αλλά ταυτόχρονα ενάτια σε αυτή, καθώς η βασική κρατική πολιτική μετατοπιζόταν από τη σοσιαλδημοκρατία στο νεοφιλελευθερισμό. Σήμερα είναι μάλλον η στιγμή που οι αμυντικοί αυτοί αγώνες -με βασικό φορέα τα συνδικάτα ως κοινωνικούς εταίρους κράτους και αφεντικών- θα πρέπει να διαλέξουν με ποιον θα πάνε και ποιον θα αφήσουν… Προς το παρόν επιβεβαιώνουν τον εμπεδωμένο ρόλο του κοινωνικού αμορτισέρ που τόσα χρόνια με συνέπεια υπηρέτησαν, μόνο που τους διαφεύγει μια σημαντική λεπτομέρεια. Η μόνιμη κρίση του καπιταλισμού έχει βγει στον αφρό αλλάζοντας, όπως δείχνουν τα πρώτα σημάδια της μετά-την-κρίση-περιόδου, το σχέδιο πολιτικής διοίκησης και συνεπώς την βαρύτητα των ξεπουλημένων «κοινωνικών εταίρων» σε αυτό.

Το νεοφιλελεύθερο κράτος

Λανθασμένα κάποιες φορές αναπτύχθηκε η ιδέα ότι στο νεοφιλελευθερισμό το κράτος πάει να εξαφανιστεί, ή άλλοι αστικοί μύθοι του τύπου «μας κυβερνούν 10 πολυεθνικές ή 100 οικογένιες». Όλη αυτή η συνωμοσιολογία πάτησε πάνω στην πραγματικότητα της συρρίκνωσης του κράτους πρόνοιας ή του κράτους-σχέδιο όπως έχουμε αναλύσει παραπάνω. Αντίθετα, το κράτος ήταν αυτό που είχε την δυνατότητα να προστάξει νομοθετικά, ιδεολογικά, φορολογικά την μετάβαση σε μια άλλη εποχή. Τα αφεντικά από μόνα τους δεν μπορούσαν να το επιτύχουν, άλλωστε δεν είναι τυχαίο πως όταν αναφερόμαστε στην ήττα των ανθρακωρύχων ή των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας, τις συνδέουμε πάντα με την Θάτσερ και τον Ρήγκαν, αρχηγούς των δύο κρατών. Ένα άλλο παράδειγμα είναι η επιμελής νομική, θεσμική και πολιτική αρωγή του κράτους στην  αναμόρφωση του ρόλου του τραπεζικού συστήματος στη νεοφιλελεύθερη εποχή μέσα από την ανάπτυξη ενός πλήθους κρατικών μηχανισμών που προστατεύουν το πιστωτικό σύστημα και μετρούν την αποτελεσματικότητά του, με τις κεντρικές τράπεζες να ρυθμίζουν την λειτουργία της κατά τα άλλα ελεύθερης αγοράς.

Ας μην ξεχνάμε ακόμα ότι ήταν τα ίδια τα κράτη που θέσπιζαν φορολογικά καθεστώτα με τεράστιους έμμεσους φόρους (φπα), υψηλή φορολόγηση των μισθών και χαμηλή φορολόγηση των κερδών με χαρακτηριστικό παράδειγμα τα 150 είδη φοροαπαλλαγών που απολαμβάνουν οι έλληνες εφοπλιστές. Ένα άλλο σημείο στην στρατηγική του σύγχρονου νεοφιλελεύθερου κράτους αναφέρεται σε αυτό που βιώνουμε σήμερα, ιδιαίτερα στην Ευρώπη. Ενώ το νεοφιλελεύθερο σχέδιο δέχτηκε ένα ανεπανόρθωτο πλήγμα και αποδείχτηκε το αυτονόητο της μακροπρόθεσμης πορείας των κοινωνιών προς την καταστροφή, ζούμε μια περαιτέρω υπερ-ένταση της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής αντί μιας εύλογης αλλαγής πολιτικής.

Σε αυτό το ευρωπαϊκό παράδοξο είναι δύο τα σενάρια που μπορούν να υπάρξουν ταυτόχρονα συντηγμένα στο εξής ένα. Η εμπειρία αγώνων και το συνακόλουθο ιστορικό επίπεδο αναγκών στην Ευρώπη είναι τέτοια και λειτουργούν ανασχετικά στο βαθμό που μπλοκάρουν την προοπτική του ευρωπαϊκού καπιταλισμού να μπορέσει να επιστρέψει σε μια ικανοποιητική κερδοφορία στους τόπους της εργασίας. Ένα μπλοκάρισμα που σίγουρα σε ένα δεύτερο χρόνο θέτει σοβαρά ζητήματα ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού με άλλα μπλοκ εξουσίας όπως η Κίνα, οι ΗΠΑ κτλ. Συνεπώς, όπως φαίνεται από το αναδιαρθρωτικό ντόμινο (Πορτογαλία, Ελλάδα, Ισπανία, Δανία, Μεγάλη Βρετανία προς το παρόν), είναι τετελεσμένη απόφαση να επιτεθούν με κάθε τρόπο στην ιστορική ευρωπαϊκή κοινωνική συγκρότηση. Είναι μάλλον παράτολμο αλλά προβλέπουμε οτι μπαίνουμε σε μια φάση ιστορικών μετασχηματισμών που ελπίζουμε πως είναι ικανοί να μας επιτρέψουν να μιλάμε για επαναστατικούς μετασχηματισμούς.

Written by factoryfanet

Ιουλίου 15, 2010 at 10:13 μμ

Αναρτήθηκε στις 01 τεύχος, κρίση

Φυγή στη χρηματοπιστωτική σφαίρα

leave a comment »

Από το δείκτη NASDAQ στα ορυχεία της Κίνας. Από τα εργοστάσια του Σικάγο στις συνόδους του G20. Από την αγορά ενός σπιτιού με δάνειο στο L.A. στην εκτόξευση των spreads και την υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας. Από την διάσωση της τράπεζας CajaSur στην ιβηρική χερσόνησο, στις περικοπές μισθών και επιδομάτων…

…Από τη «στήριξη» του Δ.Ν.Τ. σε διάφορες ανά τον κόσμο χώρες, στην δολοφονική επίθεση εναντίον της Κ. Κούνεβα. Διαδρομές του κεφαλαίου. Ατελείωτες. Κάποιες φορές καλά σχεδιασμένες, άλλοτε dérives, περιπλανήσεις σε νέα άγνωστα πεδία. Πότε έτσι πότε γιουβέτσι˙ όλες όμως φαίνεται να έχουν το ίδιο επίδικο ζήτημα. Αναδιάρθρωση της παραγωγικής διαδικασίας, ένταση της εκμετάλλευσης, κέρδη για τα αφεντικά. Κι αν σε κάποιες περιόδους ορισμένοι αντιδρούν και όλα τα παραπάνω φαίνονται κομματάκι δύσκολα; Ε, μπορούν  να μετατεθούν για το κοντινό μέλλον…

ΤΟ ΚΑΛΟ ΤΟ ΠΑΛΙΚΑΡΙ ΞΕΡΕΙ ΚΙ ΑΛΛΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ…

Η σημερινή παγκόσμια κρίση ερμηνεύεται συνήθως ως αποτέλεσμα της υπερβολικής διόγκωσης του χρηματοπιστωτικού τομέα, των «κερδοσκοπικών παιχνιδιών» και της απουσίας ρυθμιστικών αρχών και ελέγχου σ’ αυτή τη νέα και όλο διευρυνόμενη αγορά. Άλλες φορές αποδίδεται στο λάθος δρόμο που πήρε το κεφάλαιο εγκαταλείποντας την «πραγματική παραγωγή», στρεφόμενο προς μια πλασματική οικονομία όπου το χρήμα γεννάει χρήμα. Μπορεί όμως μια κρίση του καπιταλιστικού συστήματος να ερμηνευτεί έξω από την ίδια τη σχέση του κεφαλαίου, μακριά από τον ταξικό ανταγωνισμό; Θα τολμήσουμε να φωνάξουμε ένα μεγάλο όχι. Τί ήταν λοιπόν αυτό που ώθησε το κεφάλαιο να ακολουθήσει αυτή την πορεία;

Την κρίση του 1974, μία από τις μεγαλύτερες κρίσεις του σύγχρονου καπιταλισμού, ακολουθεί μια περίοδος σοβαρής αδυναμίας από τη μεριά των αφεντικών να αναδιαρθρώσουν την παραγωγική διαδικασία σε νέα βάση. Η πολυπόθητη κερδοφορία παρέμενε στάσιμη, καθώς αγώνες και διεκδικήσεις των εργαζομένων κρατούσαν την παραγωγικότητα της εργασίας σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα. Βέβαια, κέρδη για τα αφεντικά φυσικά και υπήρχαν, αλλά σε καμία περίπτωση δεν έφταναν στα επίπεδα της δεκαετίας ’50-’60. Πολλά κεφάλαια (ιδίως τα λεγόμενα βιομηχανικά) παρέμεναν ανενεργά, αδυνατώντας να διευρύνουν τους ορίζοντες κερδοφορίας τους, καθώς προσέκρουαν σε μία μαχητική εργατική τάξη. Η κατάσταση δεν ήταν καλύτερη ούτε για τις τράπεζες, καθώς ο δανεισμός στην παραγωγή (στις επιχειρήσεις δηλαδή) δεν απέφερε τα προσδόκιμα κέρδη. Ήταν φανερό πως πολλά πράγματα έπρεπε να αλλάξουν.

Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό για την κερδοφορία περιβάλλον, η επίθεση στο κράτος πρόνοιας το οποίο εμπεριείχε κατακτήσεις εργατικών και κοινωνικών κινημάτων των προηγούμενων δεκαετιών ήταν μονόδρομος. Οι μισθοί των εργαζομένων που κατά τα προηγούμενα χρόνια είχαν αυξηθεί σημαντικά μέσω των αγώνων δέχονται τώρα σοβαρό πλήγμα. Για τις επόμενες δεκαετίες (μέχρι και σήμερα ουσιαστικά) θα παραμείνουν σχεδόν στάσιμοι. Αυτή η επίθεση του κεφαλαίου στους μισθούς και γενικότερα στα δικαιώματα των εργαζομένων, εκτός του ότι στοχεύει στην αναδιάρθρωση της παραγωγικής διαδικασίας, δημιουργεί πλέον και ένα νέο λαμπρό πεδίο κερδοφορίας για τις τράπεζες.

Τα δεδομένα στη ζωή των εργαζομένων αλλάζουν. Καθώς τώρα η διατήρηση ενός α’ βιοτικού επιπέδου μέσω του μισθού φαντάζει αδύνατη, όλο και περισσότερος κόσμος σπεύδει να καλύψει αυτές του τις ανάγκες δανειζόμενος, υποθηκεύοντας με αυτό τον τρόπο τη μελλοντική του εργασία. Οι εργαζόμενοι θα αποτελέσουν πλέον απευθείας το κύριο πεδίο κερδοφορίας των τραπεζών. Ταυτόχρονα όμως με την επίθεση αυτή αρχίζει και η μεγάλη ανάπτυξη της χρηματοπιστωτικής σφαίρας, με επίκεντρο τις Η.Π.Α. Μέσα σε λίγα χρόνια τεράστια κεφάλαια επενδύονται σε μετοχές. Το στοίχημα της εκμεταλλευσιμότητας της εργασίας που όπως φαινόταν δεν μπορούσε να κερδηθεί στο παρόν, ήταν πλέον δυνατόν να μεταφερθεί μέσω του χρηματοπιστωτικού συστήματος για το μέλλον. Ουσιαστικά τα αφεντικά έδιναν έξτρα χρόνο και κεφάλαια στους εαυτούς τους έτσι ώστε να καταφέρουν να αναδιοργανώσουν την παραγωγή και να χτίσουν τις βάσεις για μία συστηματικά ανοδική κερδοφορία.

ΟΠΟΥ ΑΚΟΥΣ ΠΟΛΛΑ ΚΕΡΑΣΙΑ ΚΡΑΤΑ ΚΑΙ ΜΙΚΡΟ ΚΑΛΑΘΙ…

Η ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας της πληροφορικής και η πραγματική ένταξή της στην παραγωγική διαδικασία τη δεκαετία του ’80 δημιούργησε την πεποίθηση πως τα εν δυνάμει κέρδη από τον συγκεκριμένο κλάδο θα μπορούσαν να είναι τεράστια. Η αξία των μετοχών της Microsoft και ορισμένων νέων εταιρειών πληροφορικής αυξανόταν με εκπληκτικούς ρυθμούς και όλοι πλέον ήταν διατεθειμένοι να πιστέψουν πως το ίδιο θαύμα θα μπορούσαν να πετύχουν πολλές ακόμα νέες επιχειρήσεις. Αυτή η ευφορία και η μεγάλη εισροή κεφαλαίων στον κλάδο της υψηλής τεχνολογίας έδωσε μεγάλη ώθηση στις τιμές των συγκεκριμένων μετοχών. Έτσι άρχισαν να αυτοτροφοδοτούνται[1]. Όσοι είχαν επενδύσει σε μετοχές παρουσίαζαν υψηλή κερδοφορία, ενώ όσοι παρέμεναν επιφυλακτικοί έμεναν στάσιμοι. Συνεπώς στο χρηματιστήριο διοχετεύονταν ολοένα και περισσότερα κεφάλαια, οι τιμές ανέβαιναν όλο και πιο ψηλά κι έτσι η φούσκα που μεγάλωνε δεν άργησε να σκάσει.

Από το καλοκαίρι του 2000 και μετά οι μετοχές αυτές έχασαν κατά μέσο όρο το 40% της αξίας τους. Αυτό συνέβη όταν έγινε αντιληπτό πως οι τιμές των μετοχών των περισσότερων εταιρειών δεν αντιστοιχούσαν σε καμία περίπτωση στην κερδοφορία τους στην παραγωγή, κάτι το οποίο δείχνει ξεκάθαρα το πόσο συνυφασμένη είναι η ανάπτυξη του χρηματοπιστωτικού τομέα με την τελευταία. Όσο η ανυποταξία της εργασίας, με όποιον τρόπο και αν αυτή εκφράζεται (είτε συλλογικό και οργανωμένο, είτε αποσπασματικά και σε μοριακό επίπεδο), μπλοκάρει την ένταση της εκμετάλλευσης και κατά συνέπεια της κερδοφορίας, το σχήμα «το χρήμα παράγει χρήμα» φαίνεται αργά ή γρήγορα να φτάνει στο όριο του. Το σκάσιμο της φούσκας ταρακούνησε δυνατά την οικονομία των Η.Π.Α. (και όχι μόνο). Ένα μεγάλο στοίχημα για το κεφάλαιο φαινόταν να χάνεται, καθώς ο εφιάλτης της οικονομικής ύφεσης επανεμφανιζόταν δυναμικά.

ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ ΣΠΙΤΑΚΙ ΜΟΥ…

Αντιμέτωπος με το φόβο της ύφεσης, ο διοικητής της Ο.Κ.Τ. Άλαν Γκρίνσπαν άρχισε να ρίχνει τα επιτόκια τα οποία έφτασαν στο 1%, ώστε μέσω του δανεισμού να δοθεί ώθηση στην οικονομία. Σε μια τέτοια περίοδο η επένδυση στον κατασκευαστικό τομέα φάνταζε η πιο σίγουρη επιλογή, καθώς η απόκτηση ιδιόκτητης κατοικίας αποτελούσε ανέκαθεν διακαή πόθο κάθε οικογένειας στην Αμερική. Το πάγωμα των μισθών για πολλά χρόνια, τα χαμηλά επιτόκια, η έκπτωση από το φορολογητέο εισόδημα των τόκων των δανείων και τα προγράμματα αγοράς κατοικίας από μειονοτικές κοινότητες (λατίνους, αφροαμερικάνους) που προώθησε τόσο η κυβέρνηση Μπους όσο και η προηγούμενη του Κλίντον με στόχο την ενσωμάτωση αυτών των πληθυσμών, ώθησαν τεράστια τμήματα της αμερικανικής κοινωνίας στην αγορά σπιτιών με στεγαστικά δάνεια, βάζοντας σε λειτουργία την ατμομηχανή του καπιταλιστικού συστήματος των Η.Π.Α., τον κατασκευαστικό τομέα.

Οι τράπεζες άρχισαν να δανείζουν στον καθένα εγκαταλείποντας τους παραδοσιακούς κανόνες δανεισμού[2], χωρίς να τους πολυενδιαφέρει το αν ο δανειζόμενος θα μπορούσε με ασφάλεια να αποπληρώσει τα χρέη του. Αυτή η στροφή στην πολιτική των τραπεζών δεν ήταν φυσικά μια βουτιά στο κενό όπως μπορεί να φαίνεται με μια πρώτη ματιά. Οι τράπεζες μέσω της τιτλοποίησης των στεγαστικών δανείων είχαν διώξει από πάνω τους τον πιστωτικό κίνδυνο[3] και έτσι ήταν σε θέση να βγάζουν μέσα από τη σύναψη κάθε δανείου άμεσο κέρδος χωρίς ρίσκο. Εξάλλου όσοι αγόραζαν αυτά τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα δεν θα είχαν πρόβλημα από τις όποιες μεμονωμένες αθετήσεις πληρωμών όσο οι τιμές των ακινήτων θα συνέχιζαν να διαγράφουν ανοδική πορεία όπως τα τελευταία χρόνια[4]. Και τελευταίο (και πιο σημαντικό), με τη νέα αυτή στρατηγική η αμερικανική εργατική τάξη σχεδόν στο σύνολό της έσπευδε να υποθηκεύσει την μελλοντική της εργασία και πειθάρχηση μέσα από τα δάνεια. Το γήπεδο αλλάζει, το στοίχημα όμως παραμένει το ίδιο: πειθαρχημένη εργατική τάξη, κέρδη για το κεφάλαιο.

Οι τράπεζες λοιπόν συνεχίζουν να δανείζουν χωρίς σχεδόν κανένα κριτήριο. Και όσο οι τιμές των ακινήτων αυξάνονταν όλα έμοιαζαν να κυλούν ομαλά. Ωστόσο, οι αθετήσεις πληρωμών και οι κατασχέσεις σπιτιών άρχισαν σιγά σιγά να αυξάνονται. Αμέτρητα «επισφαλή δάνεια», πολλές κατασχέσεις, πολλά άδεια και απούλητα σπίτια. Σαν συνέπεια αυτού εμφανίζεται πτώση στις τιμές των ακινήτων, η οποία συνεχίζεται με ραγδαίο ρυθμό. Όσο όμως οι τιμές πέφτουν τόσο αυξάνονται και οι αθετήσεις πληρωμών καθώς κανέναν δε συμφέρει να αποπληρώνει ένα τεράστιο δάνειο για ένα σπίτι που έχει χάσει μεγάλο μέρος της αξίας του. Το αντάλλαγμα πλέον για την υποθήκευση του μέλλοντος κάθε εργαζομένου φαίνεται πολύ φτηνό. Η αντίδραση είναι ενστικτώδης αλλά πολύ καίρια για το οικοδόμημα των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων, το οποίο καταρρέει υπό το βάρος των μη αποπληρωμών. Μαζί του συμπαρασύρονται και όσοι επένδυσαν σε τέτοια ομόλογα και παράγωγα (εταιρείες, οργανισμοί ασφάλισης, τράπεζες) καταγράφοντας τεράστιες απώλειες, με αρκετούς μάλιστα να φτάνουν στο όριο της χρεοκοπίας.

Ο ΚΑΛΟΣ Ο ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ ΣΤΗ ΦΟΥΡΤΟΥΝΑ ΦΑΙΝΕΤΑΙ…

Έτσι φθάνουμε στο καλοκαίρι του 2007, όπου τοποθετείται η «επίσημη» έναρξη της παγκόσμιας κρίσης. Πολλές τράπεζες φτάνουν στο χείλος του γκρεμού σε διάφορες «ώριμες» καπιταλιστικά χώρες. Ανάμεσά τους η επενδυτική τράπεζα Northern Rock του Ηνωμένου Βασιλείου (Σεπτέμβριος 2007), πολλές γερμανικές και ελβετικές τράπεζες, η Bear Stearns, πέμπτη μεγαλύτερη επενδυτική τράπεζα στις ΗΠΑ, οι δύο «ημι-κρατικές» επιχειρήσεις χορήγησης στεγαστικών δανείων Fannie May και Freddy Mac, η Lehman Brothers η οποία αφέθηκε τελικά να καταρρεύσει στις 15/09/2008, με τον κατάλογο να μακραίνει διαρκώς μέχρι σήμερα με την ισπανική τράπεζα  CajaSur. Τα κράτη ανά τον κόσμο, σε αντίθεση με τα νεοφιλελεύθερα ιδεολογήματα που τα ήθελαν να μην επεμβαίνουν στις αγορές, δεν κάθονται να παρατηρούν ως θεατές το φλερτ τραπεζών και μεγάλων επιχειρήσεων με τη χρεοκοπία. Αναλαμβάνουν αμέσως δράση προσπαθώντας να αναχαιτίσουν αυτή την συστημική κρίση που εξαπλωνόταν πλέον με ραγδαίους ρυθμούς. Οικονομικά πακέτα στήριξης δίνονται απλόχερα από όλες τις κυβερνήσεις προς τις τράπεζες.

Τα κράτη βγαίνουν μπροστά για λογαριασμό του κεφαλαίου κοινωνικοποιώντας τις ζημιές και τα χρέη. Μειώσεις μισθών, περικοπές επιδομάτων, αύξηση της φορολογίας για τους μισθωτούς – οικονομική ενίσχυση προς το κεφάλαιο. Σε μια τέτοια συγκυρία όπου η κοινωνική κατάσταση είναι τόσο ρευστή, οι ευκαιρίες που παρουσιάζονται για τα αφεντικά προς την κατεύθυνση της αναδιάρθρωσης πρέπει να αρπαχτούν από τα μαλλιά. Και για να γίνει αυτό πρέπει να δημιουργηθούν με κάθε κόστος αυτοί οι κοινωνικοί συσχετισμοί που θα επιτρέψουν την επιτάχυνση αυτών των διαρθρωτικών αλλαγών στην καπιταλιστική σχέση. Νέο τους όπλο θα αποτελέσει τώρα η κρίση των δημόσιων οικονομικών. Όπλο στην προσπάθειά τους να κερδίσουν το διαρκές στοίχημα της αναδιάρθρωσης. Μόνο που όταν τα αφεντικά κερδίζουν κάποιος πρέπει να χάσει. Ποιος άραγε;

Written by factoryfanet

Ιουλίου 14, 2010 at 10:28 μμ

Αναρτήθηκε στις 01 τεύχος, κρίση