Factory

επιθεώρηση για τους μητροπολιτικούς ανταγωνισμούς

Archive for the ‘μετανάστευση’ Category

Καπιταλισμός, Μετανάστευση και Κρίση: ανιχνεύοντας τις συνδέσεις στην παγκόσμια οικονομία

leave a comment »

Ιανουάριος 2011. Και ενώ η κρίση βαθαίνει και το καζάνι βράζει, τα αφεντικά συνεχίζουν να εξαπολύουν επιθέσεις ενάντια στους εκμεταλλευόμενους. Τα λογύδρια περί εθνικής ενότητας και οι «παραινέσεις» για θυσίες και πειθάρχηση έρχονται να συμπληρώσουν τις μειώσεις των μισθών, τις μαζικές απολύσεις, τη γενικευμένη υποτίμηση της εργασίας και της ζωής μας, την καταστολή των αγώνων. Στον αντίποδα, η αμφισβήτηση ξεδιπλώνεται. Από τις γενικές απεργίες και τις κοινωνικές συγκρούσεις μέχρι τον αραβικό κόσμο που εξεγείρεται, κάτι φαίνεται να κινείται. Στο πλέγμα της σύγκρουσης και του ανταγωνισμού, που παίρνει σάρκα και οστά στην ελληνική πραγματικότητα τους τελευταίους μήνες, έρχεται να προστεθεί η απεργία πείνας των τριακοσίων μεταναστών εργατών που ξεκινούν τον αγώνα τους σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη στις 25 Γενάρη. Ένας αγώνας μετά τον οποίο από πολλές απόψεις τίποτα δε θα είναι το ίδιο και ο οποίος δε θα μπορούσε παρά να μας βρει αλληλέγγυους/ες.

Σίγουρα έχουν ειπωθεί αρκετά και μένει να αναλυθούν ακόμη περισσότερα σχετικά με τη σημασία της απεργίας πείνας, τα νέα δεδομένα που κομίζει, τις εμπειρίες και τις σχέσεις αγώνα που γέννησε και τις κριτικές που προέκυψαν. Παρότι δεν είναι σκοπός μας εδώ μια αποτίμηση ή μια ανάλυση όλων αυτών, θα θέλαμε να σταθούμε σε ένα πρώτο, βασικό και, απ’ ό,τι φαίνεται, όχι τόσο προφανές ζήτημα. Ο αγώνας αυτός των μεταναστών, οι μορφές οργάνωσής του και ο τρόπος που επέλεξαν οι ίδιοι να μιλήσουν για τους εαυτούς τους έφεραν ξανά στο προσκήνιο, πιο μαζικά και δυναμικά από ποτέ, ένα γεγονός που, αν και αυτονόητο, έχουμε συνηθίσει να το ξεχνάμε: παρά τη ρητορική (είτε ανθρωπιστικής είτε λενινιστικής κοπής) που αντιλαμβάνεται τους μετανάστες ως «κακόμοιρους», «θύματα του ιμπεριαλισμού», «έρμαια της εξαθλίωσης» που χρειάζονται τη συμπόνια ή την καθοδήγηση των ντόπιων αντιρατσιστών, οι μετανάστες και οι μετανάστριες αποδεικνύουν πως είναι υποκείμενα αγώνα που χαρακτηρίζονται από αυτενέργεια, επιθυμίες, δύναμη και εμπρόθετη δραστηριότητα. Θεωρούμε ότι, κόντρα στα κυρίαρχα στερεότυπα, η κατανόηση, άρθρωση και ανάδειξη της διάστασης αυτής των μεταναστών είναι σημαντική όσο ποτέ. Άλλωστε, η αποθυματοποίησή τους είναι εκ των ων ουκ άνευ ώστε να καταφέρουμε, ντόπιοι και μετανάστες εκμεταλλευόμενοι, να συναντηθούμε ισότιμα στους επερχόμενους αγώνες.

Είναι μέσα σε αυτά τα συμφραζόμενα που μας ενδιαφέρει εδώ μια γενεαλογία της μετανάστευσης και του καπιταλισμού, μέσα από το πρίσμα των κρίσεών του. Πριν από όλα, όμως, είναι βασικό να ξεκαθαρίσουμε κάποιες παραδοχές, τις οποίες το κείμενο παίρνει ως προϋποθέσεις:

α) Είναι βέβαιο ότι η μετακίνηση ανθρώπων και πληθυσμών, μάλλον τόσο παλιά όσο και η ίδια η ζωή, σχετίζεται με ένα πλήθος –διαφορετικών κάθε φορά– χαρακτηριστικών. Παρόλα αυτά, μιλώντας εδώ για τη μετανάστευση μέσα στο ιστορικό πλαίσιο του καπιταλισμού, δε μιλάμε για κάτι άλλο από τη μετανάστευση εργασίας.

β) Η γενεαλογία που επιχειρούμε είναι χρονικά και γεωγραφικά προσδιορισμένη. Συγκεκριμένα, καταπιανόμαστε με το διάστημα από την αρχή της μεταπολεμικής περιόδου μέχρι και σήμερα, καθώς και με τις μεταναστεύσεις από τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης και του παγκόσμιου Νότου προς τις λεγόμενες ανεπτυγμένες χώρες, ουσιαστικά τα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συμφωνούμε πως οι μεταναστεύσεις πριν το 1945 ή αυτές που αφορούν άλλες ζώνες, π.χ. μεταξύ ΗΠΑ-Μεξικού ή μεταξύ κρατών του παγκόσμιου Νότου είναι εξίσου ενδιαφέρουσες, ωστόσο κάτι τέτοιο ξεφεύγει από τους σκοπούς του κειμένου –αλλά και από τη δική μας αντίληψη και εμπειρία.

γ) Τέλος, δεν κάνουμε κάποια διάκριση ανάμεσα σε «νόμιμους» και «παράνομους» μετανάστες, καθώς κάτι τέτοιο λίγη σημασία έχει για την προσέγγισή μας εδώ. Εξάλλου, τα μεταξύ τους όρια τείνουν να είναι όλο και πιο δυσδιάκριτα, με το νόμιμο καθεστώς να συρρικνώνεται και το πέρασμα από τη μια κατάσταση στην άλλη να γίνεται σήμερα ολοένα και πιο ρευστό.

Δε θα το αρνηθούμε: μέσα στο πεπερασμένο του παρόντος είμαστε καταδικασμένοι στην αποσπασματικότητα και την αφαίρεση. Ακόμη κι έτσι όμως, νομίζουμε πως η ανάγνωση της μετανάστευσης και του καπιταλισμού που επιλέγουμε εδώ, μας βοηθά να ανασυγκροτήσουμε, από μια οπτική γωνία ιδιαίτερη και ωστόσο παραδειγματική, τους βαθείς μετασχηματισμούς που έχουν λάβει χώρα στην εργασία και τη ζωή στον καπιταλισμό, τις αλλαγές στην κοινωνική/ταξική σύνθεση, τις νέες μορφές εκμετάλλευσης και κυριαρχίας, αλλά και –ας μην το ξεχνάμε– την ευπάθεια του καπιταλισμού λόγω της δικής μας ανυποταξίας.

Καπιταλισμός και μετανάστευση

Καπιταλισμός χωρίς κινητικότητα ζωντανής εργασίας, χωρίς μετανάστευση, δεν υφίσταται. Η μετανάστευση διαδραματίζει ένα στρατηγικό ρόλο στη συγκρότηση του καπιταλισμού και των ταξικών σχέσεων. Σε αυτή τη σχέση βλέπουμε δύο βασικές αντίρροπες δυνάμεις που αντιπαλεύουν. Από τη μία η κινητικότητα της εργασίας, όπως αυτή εκφράζεται μέσα από τις υποκειμενικές πρακτικές των μεταναστών –συχνά εξαιτίας της καπιταλιστικής επέκτασης που διαλύει κοινότητες και ζωές. Από την άλλη, η τάση του καπιταλισμού να ελέγξει αυτές τις μεταναστευτικές ροές με τη μεσολάβηση του κράτους. Αυτή η μάχη δεν είναι ένα σημερινό φαινόμενο αλλά διαπερνά ακατάσχετα την καπιταλιστική ιστορία, όπως και οι μετανάστες τα σύνορα. Από την εσωτερική μετανάστευση στην Αγγλία την περίοδο των πρώτων περιφράξεων, μέχρι τη στιγμή που το πρώτο πλοίο με σκλάβους διέσχισε τον Ατλαντικό. Από τα βαπόρια που έφευγαν γεμάτα με εργάτες από τον Πειραιά για την Αμερική, μέχρι τη μεταπολεμική ελληνική αστικοποίηση. Όλα αυτά είναι στιγμιότυπα αυτής της διαπάλης: ανάμεσα στο κράτος, από τη μία, που προσπαθεί να ελέγξει τη μεταναστευτική κινητικότητα, μέσα από αστυνομικά μέτρα, διοικητικούς και νομικούς κανονισμούς, ώστε να την εκμεταλλευθεί στο έπακρο και στη θέληση, από την άλλη, για βελτίωση των όρων ζωής, για απόδραση από τη βαρβαρότητα του καπιταλισμού –είτε αυτή είναι πόλεμος, λιμός ή γενοκτονία. Ως τέτοια, η κινητικότητα αυτή εγκυμονεί τη διαρκή απειλή αποσταθεροποίησης του συστήματος σε παγκόσμιο επίπεδο.

Η μετανάστευση στη μεταπολεμική

Ευρώπη

Από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70, η διεθνής μετανάστευση και το πέρασμα των συνόρων αποτέλεσαν βασικά χαρακτηριστικά της καπιταλιστικής ανάπτυξης στη Δυτική Ευρώπη. Ο πόλεμος, που αποτέλεσε αιχμή για την αναδιάρθρωση του κεφαλαίου, έχει ολοκληρωθεί και μαζί του έχει προσωρινά ξεπεραστεί η κρίση πειθάρχησης της εργατικής τάξης και το πρόβλημα του πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού που έπεσε στα πεδία των μαχών. Είναι, λοιπόν, η ώρα της καπιταλιστικής επέκτασης και μέσω της εδραίωσης του φορντισμού στην εργασία, τα αφεντικά αναζητούν νέους δρόμους εκμετάλλευσης, ενώ ταυτόχρονα αναζητούν λύση στην έλλειψη εργατικού δυναμικού. Οι κακουχίες του πολέμου είχαν πετύχει την επαναφορά του ελέγχου στην εργασία και την ανασύσταση των συνθηκών συσσώρευσης. Από τη μία, η επίθεση του κεφαλαίου και η ταυτόχρονη αναζήτηση εκμεταλλεύσιμου εργατικού δυναμικού και από την άλλη, η αναζήτηση των ανθρώπων για καλύτερες συνθήκες διαβίωσης και εργασίας, συνθέτουν το πλέγμα μέσα στο οποίο η εποχή χαρακτηρίζεται από μεταναστεύσεις.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των αποικιακών και πρώην αποικιακών χωρών όπως η Βρετανία, η Γαλλία και η Ολλανδία, όπου η λεγόμενη αποαποικιοποίηση άφησε τον εκεί πληθυσμό με ένα νομικό καθεστώς διπλής ιθαγένειας. Προέκυψε, έτσι, ένα καθεστώς σύμφωνα με το οποίο πολίτες της λεγόμενης Κοινοπολιτείας –πολίτες της Ινδίας ή του Πακιστάν για παράδειγμα– είχαν το δικαίωμα να μεταναστεύουν και να εγκαθίστανται στις αντίστοιχες μητροπόλεις, διατηρώντας κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα. Αυτή η σχετική ελευθερία μετακίνησης, με τις νομικές εγγυήσεις που παρείχε για τους εργάτες που μετανάστευαν πουλώντας την εργατική τους δύναμη, διήρκεσε ως τα μέσα της δεκαετίας του ’60.

Στις χώρες της Μεσογείου υπήρξαν διαφοροποιήσεις σχετικά με τη νομική/πολιτική θέση των μεταναστών. Τα διακρατικά προγράμματα στρατολόγησης εργατικού δυναμικού, όπως για παράδειγμα της Ελλάδας με τη Γερμανία, είχαν δημιουργήσει τη φιγούρα του εργάτη-επισκέπτη (Gastarbeiter, όπως αναφερόταν). Από το 1960 ως το 1968, η Γερμανία έκλεισε αρκετές συμφωνίες για την προσέλκυση εργατικού δυναμικού: το 1960 με την Ισπανία και την Ελλάδα, το 1961 με την Τουρκία, το 1963 με το Μαρόκο, το 1964 με την Πορτογαλία, το 1965 με την Τυνησία και το 1968 με τη Γιουγκοσλαβία. Σύμφωνα με αφήγηση Έλληνα μετανάστη:

«Εδώ μπορούμε να πούμε ότι αυτό ήταν, για τους πρώτους φιλοξενούμενους εργάτες (Gastarbeiter) που ήρθαν να εργαστούν στη γερμανική βιομηχανία, ένα ευτύχημα. Έφυγαν από τη πατρίδα με ένα συμβόλαιο εργασίας στη τσέπη. Φτάνοντας στη Γερμανία, ήταν ήδη καθορισμένη η επιχείρηση που θα εργαστούν, το είδος της εργασίας και η αμοιβή.»1

Επιπλέον χαρακτηριστικό ήταν ότι το:

«[…] εργατικό δυναμικό που έφθανε τις περασμένες δεκαετίες στη Γερμανία προερχόταν από παραμελημένες γεωργικές περιοχές, ανειδίκευτο, άπειρο, απολιτικό, αλλά υγιές, φιλόπονο και ονειροπόλο… Το κοντράτο, το ατομικό συμβόλαιο σε προκαθορισμένο εργοστάσιο, τόπο και χρόνο, ο διερμηνέας με την επιρροή του, η γλώσσα, η επικοινωνία, η κατοίκηση σε εργοστασιακές κατοικίες, η βαριά χειρωνακτική εργασία και οι βάρδιες, περιόριζαν την προσωπική εξέλιξη, την κατατοπιστική ενημέρωση, την παραγωγική επικοινωνία και την ίδια την προσωπική αυτονομία και αυτοδιάθεσή του.»2

Αποτέλεσμα αυτών ήταν οι Gastarbeiter να μην οργανώνονται συνδικαλιστικά, ενώ πολλές φορές η συνδικαλιστική δράση έφερε κυρώσεις όπως η αδυναμία επίσκεψης στην «πατρίδα», καθώς πολλές χώρες προέλευσης κυβερνιούνταν από χούντες. Ένα άλλο, παρόμοιο παράδειγμα ήταν η συμφωνία του ελληνικού κράτους με τις Φιλιππίνες την περίοδο της χούντας, εξού και το ελληνικό φαινόμενο της Φιλιππινέζας εργάτριας, «οικιακής βοηθού». Οι συμφωνίες μεταξύ των κρατών ήταν συνήθως ετήσιες και αυτό δημιουργούσε ένα καθεστώς αστάθειας, λόγω του οποίου ο μετανάστης εργάτης θα μπορούσε να εκδιωχθεί οποιαδήποτε στιγμή δε θεωρούνταν πλέον χρήσιμος. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, οι μετανάστες, στην πλειονότητά τους, απασχολούνταν ως ανειδίκευτοι εργάτες, εκτελώντας υποτιμημένη εργασία, κυρίως σε δουλειές στις οποίες είχαν δημιουργηθεί κενές θέσεις εργασίας εξαιτίας της απουσίας ντόπιου εργατικού δυναμικού.

Αυτό όμως που έχει περισσότερο σημασία να προσέξουμε εδώ είναι ότι, παρά τις διαφοροποιήσεις που παρουσιάζονται ανά περιοχή της Δυτικής Ευρώπης σχετικά με τη μεταναστευτική πολιτική, το στίγμα της εποχής και το ζητούμενο του κεφαλαίου είναι η αύξηση της παραγωγικότητας, με την ταυτόχρονη μείωση του κόστους παραγωγής. Οι ημιειδικευμένοι ή ανειδίκευτοι μετανάστες και μετανάστριες και η εργασία τους σε τομείς καθοριστικούς, τις περισσότερες φορές, για την επιβίωση της οικονομίας είναι γεγονός ότι αποτελούν κερδοφόρο πεδίο για τα αφεντικά.

Μέχρι το τέλος περίπου της δεκαετίας του ’60, το φορντικό πλαίσιο στο πεδίο της παραγωγής έδειχνε προσωρινά να προσφέρει λύσεις για το κεφάλαιο. Το ενίσχυε άλλωστε και η ενσωμάτωση των αγώνων και των κοινωνικών συγκρούσεων, όπως αυτή επιτεύχθηκε μέσω του κεϋνσιανού κοινωνικού κράτους και της θεσμικής κατοχύρωσης –και γραφειοκρατικοποίησης– των συνδικαλιστικών οργανώσεων. Αυτό όμως που τα αφεντικά δεν είχαν προβλέψει, ήταν οι νέες αρνήσεις που ήρθαν στο προσκήνιο την περίοδο αυτή, οι οποίες και τροφοδότησαν αγώνες σε ένα ευρύτερο πεδίο αμφισβήτησης που ξεπέρασε τα όρια της παραγωγής και της εργασίας. Το ξέσπασμα των αγώνων αυτών σηματοδότησε και το ξέσπασμα της κρίσης, με άλλα λόγια την αδυναμία αναπαραγωγής της καπιταλιστικής συσσώρευσης.

Από το 1973 και μετά, το ξέσπασμα της πετρελαϊκής κρίσης αλλά και οι μέχρι τότε αγώνες των μεταναστών–επισκεπτών, ενταγμένοι σε ένα ευρύτερο πλαίσιο εργατικής ανυποταξίας και εξέγερσης, έφεραν σε κρίση το μοντέλο των διακρατικών προγραμμάτων. Όλο αυτό το πνεύμα ανυποταξίας και ριζοσπαστικοποίησης εκφράστηκε στην απεργία των εργατών μεταναστών στο εργοστάσιο της Ford, στην Κολωνία, το καλοκαίρι του 1973. Η απεργία αυτή αποτέλεσε ορόσημο για τη ριζική αλλαγή των μεταναστευτικών πολιτικών και το τέλος ουσιαστικά των προγραμμάτων στρατολόγησης εργατών–επισκεπτών, με αφετηρία την απαγόρευση τους στη Γερμανία, το Νοέμβριο του 1973.

Στο επίπεδο της εργασίας και αναφορικά με τη μετανάστευση, τα πράγματα πλέον αλλάζουν. Οι μετανάστες παρουσιάζονται για άλλη μια φορά ως αποδιοπομπαίοι τράγοι για τη σωτηρία και την έξοδο από την κρίση. Οι μαζικές απελάσεις, οι διωγμοί και οι νομοθετικοί φραγμοί δημιουργούν μια συνθήκη μέσα στην οποία οι επιλογές είναι περιορισμένες. Εκείνοι που είχαν καταφέρει να αποκτήσουν μόνιμη και νόμιμη παραμονή αποτελούν πια στην πλειοψηφία τους τον εφεδρικό στρατό του κεφαλαίου που χρησιμοποιείται για να εκβιάζει τη ντόπια εργασία. Για τους υπόλοιπους, αδιέξοδο: επιστροφή στις χώρες προέλευσης ή παραμονή με το διαρκή φόβο της απέλασης.

Η μετανάστευση και η καπιταλιστική κρίση της δεκαετίας του ’70

Το θερμό ’68 στη Γαλλία, την Ιταλία, τη Γερμανία, σχεδόν σε όλο το δυτικό καπιταλιστικό κόσμο, ανατρέπει την κατάσταση ισορροπίας που είχε επιτευχθεί από τον πόλεμο και μετά. Η εργατική ανυποταξία στο εργοστάσιο ενεργοποιεί την απόπειρα απόδρασης του κεφαλαίου από τους τόπους παραγωγής –που έχουν γίνει πλέον τόποι εργατικής αυτονομίας και εξέγερσης– στην προσπάθειά του να βρει αλλού την αξιοποίησή του. Την περίοδο που ακολουθεί άλλοι θα την ονομάσουν μεταφορντισμό, άλλοι νεοφιλελευθερισμό· το βασικό στοιχείο της όμως είναι ότι χαρακτηρίζεται από τη φυγή του κεφαλαίου στη χρηματοπιστωτική σφαίρα, την οργάνωση ενός άλλου τρόπου παραγωγής και τη διείσδυση της καπιταλιστικής σχέσης στη σφαίρα του ελεύθερου χρόνου, της μη εργάσιμης μέρας και γενικά της κοινωνικής αναπαραγωγής. Την ίδια περίοδο, αρχίζουν να εμφανίζονται και οι πρώτες μορφές ελαστικής εργασίας. Η λιποταξία των αφεντικών από την παραγωγή φέρνει σε κρίση και την κεντρική φιγούρα που προκάλεσε την κρίση: το μαζικό εργάτη της γραμμής παραγωγής. Το υποκείμενο της εποχής του φορντισμού, ο εργάτης-μάζα, αποκαθηλώνεται. Όπως ήδη έχουμε αναφέρει, η περίοδος του φορντισμού σε σχέση με τη μετανάστευση ταυτίζεται με τα διακρατικά προγράμματα ανταλλαγής εργατών. Τα αφεντικά στα εργοστάσια της Δύσης χρειάζονταν να τροφοδοτούν διαρκώς τη γραμμή παραγωγής με ανθρώπινο δυναμικό. Τα προγράμματα αυτά διασφάλιζαν την απρόσκοπτη και ελεγχόμενη ροή εργατικού δυναμικού. Έτσι, λοιπόν, η κρίση του φορντισμού φέρνει και την τροποποίηση του Παραδείγματος στις πολιτικές της μετανάστευσης. Ένας συνδυασμός αγώνων των επισκεπτών-εργατών, των εργατών-πολιτών-των-αποικιών, καθώς και η κρίση Παραδείγματος λόγω της συνολικής ανυποταξίας των εργατών, οδηγούν στην κατάργηση αυτών των προγραμμάτων. Ο μαζικός εργάτης είναι σε κρίση και κατ’ επέκταση σε κρίση τίθεται και η μαζική εισαγωγή εργατικού δυναμικού από άλλες χώρες.

Έτσι, τη στιγμή που ο φορντικός τρόπος παραγωγής εισέρχεται όλο και πιο βαθιά στην κρίση, κλείνοντας τις στρόφιγγες νόμιμης εισαγωγής μεταναστευτικής εργασίας, μια νέα φιγούρα μετανάστη αρχίζει να γεννιέται: ο παράνομος. Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 γίνονται οι πρώτες προσπάθειες ελαστικοποίησης της αγοράς εργασίας, ενώ παράλληλα σε χώρες του ευρωπαϊκού Νότου η άτυπη εργασία καλπάζει, ως μια άλλη μορφή υπονόμευσης της προλεταριακής ενότητας. Είναι μέσα από το πέρασμα στο μεταφορντικό τρόπο παραγωγής που γεννιέται η φιγούρα του παράνομου μετανάστη-εργάτη. Στο σημείο αυτό πρέπει να διευκρινίσουμε πως δεν εννοούμε ότι η κρίση της δεκαετίας του 70 κατάργησε το φορντικό τρόπο παραγωγής. Εργοστάσια και γραμμές παραγωγής συνέχισαν να λειτουργούν και να δημιουργούνται. Ο μεταφορντισμός, αντίθετα, αναζωογόνησε την καπιταλιστική σχέση δημιουργώντας νέα πεδία για την επέκταση της καπιταλιστικής σχέσης, τον ελεύθερο χρόνο, την καθημερινότητα, τις σχέσεις πέρα από την εργασία.

Τι εξυπηρετεί όμως αυτή η νέα φιγούρα του παράνομου μετανάστη και ποια καπιταλιστικά κάτεργα θα στελεχώσει; Θα βρει τον εαυτό της να εργάζεται κυρίως σε παραγωγικούς τομείς έντασης εργασίας. Σε τομείς, δηλαδή, όπου περισσότερο κεφάλαιο δαπανάται στην εργασία, παρά σε επενδύσεις για μηχανές και τεχνολογία. Στην Ελλάδα, η γεωργία και ο κατασκευαστικός κλάδος είναι δύο χαρακτηριστικοί τέτοιοι τομείς. Και γιατί αυτό; Γιατί ένα μεγάλος μέρος των ντόπιων εργαζομένων –με τις εμπειρίες αγώνα που ήδη φέρουν– θα κατευθυνθεί πλέον σε πιο άυλες και διανοητικές μορφές εργασίας (υπηρεσίες), οι οποίες και γεννιούνται από την αποικιοποίηση όλο και περισσότερων μη καπιταλιστικών πόρων από το κεφάλαιο. Αλλά ακόμη και η βιομηχανική παραγωγή έχει οργανωθεί τεχνολογικά για να απεξαρτηθεί από τον εργάτη της γραμμής παραγωγής, με αποτέλεσμα να απαιτείται πλέον ένα γνωσιακά καταρτισμένο προσωπικό. Ο παράνομος μετανάστης, λοιπόν, είναι αναγκαίος, καθώς ο κύκλος αγώνων του ’68 έχει αφήσει το σημάδι του, δημιουργώντας μια εργατική τάξη που, αν και ηττημένη, παραμένει απρόθυμη να ρίξει το ιστορικό επίπεδο των αναγκών της. Το κενό αυτής της απροθυμίας έρχεται να καλύψει ο παράνομος μετανάστης, σώζοντας κάποιους τομείς εκμετάλλευσης. Η εργασία του είναι φθηνή γιατί είναι παράνομη και είναι παράνομη για να είναι φθηνή.

Η παρανομοποιημένη, λοιπόν, εργασία των μεταναστών ανθίζει και απαντά στις ανάγκες πιο παραδοσιακών τομέων την παραγωγής, όπου οι συγκεκριμένες κοινωνικοϊστορικές συνθήκες καθιστούν την εισαγωγή τεχνολογίας λιγότερο συμφέρουσα από τη σκληρή εκμετάλλευση της ζωντανής εργασίας των μεταναστών.3 Όπως αναφέρει και ο Mezzadra: «Μια ιδιαίτερα κινητική, “παράνομη” εργασιακή δύναμη έχει αυξηθεί κατά τις τελευταίες δεκαετίες, συχνά με τη σιωπηρή αποδοχή από τα κράτη, προκειμένου να ενισχυθεί η διεθνής συσσώρευση κεφαλαίου» (Mezzadra, 2010). Στην ελληνική περίπτωση, δε θα ήταν υπερβολή να υποστηρίξουμε ότι η φθηνή εργασία των μεταναστών αποτέλεσε σανίδα σωτηρίας για την κερδοφορία συγκεκριμένων κλάδων (κατασκευές, γεωργία).

Αυτοί οι νέοι παράνομοι εργάτες, ενώ αποτελούν κομμάτι της οικονομικής ζωής, για το κράτος και τους διοικητικούς του μηχανισμούς δεν υπάρχουν, είναι αόρατοι. Είναι ταυτόχρονα ενταγμένοι αλλά και εξοστρακισμένοι σε ένα ιδιότυπο, οριακό καθεστώς ζωής. Μπορούν οποιαδήποτε στιγμή να βρεθούν από το χώρο δουλειάς τους σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης στον Έβρο. Ζωή στο όριο, ζωή απογυμνωμένη από τα δικαιώματα κάθε εργαζόμενου-υπηκόου του έθνους κράτους. Το καθεστώς εξαίρεσης στο οποίο ζουν οι παράνομοι μετανάστες δεν αποτελεί κάποιο είδος δημοκρατικού πραξικοπήματος ούτε ένα ζήτημα αδυναμίας αστυνόμευσης, αλλά εν μέρει επιλογή κράτους και κεφαλαίου στο μεταφορντισμό, τουλάχιστον μέχρι το ξέσπασμα της τελευταίας κρίσης του 2008.

Παγκόσμιοι μετασχηματισμοί στην περίοδο του νεοφιλελευθερισμού

Ι.Νεοφιλελευθερισμός και Προγράμματα Δομικής Προσαρμογής

«Οι μεταναστεύσεις δε γίνονται μέσα σε ένα κενό χώρο. Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τις σύγχρονες μεταναστεύσεις χωρίς να έχουμε κατά νου τους ριζικούς και καταστροφικούς μετασχηματισμούς που προκάλεσαν τα Προγράμματα Δομικής Προσαρμογής του ΔΝΤ σε πολλές αφρικανικές χώρες στη δεκαετία του ‘80, αλλά και οι έμμεσες επενδύσεις των πολυεθνικών στο εξωτερικό από τη δεκαετία του ‘60, με τη δημιουργία των “ζωνών παραγωγής-προς-εξαγωγή” και την ανατροπή της παραδοσιακής γεωργίας». (Mezzadra, 2004)

Οι χιλιάδες μετανάστες που προσπαθούν εδώ και είκοσι χρόνια, με ιδιαίτερη ένταση και επιμονή, να αποδράσουν από το θάνατο και την ανέχεια, δεν αποφάσισαν ξαφνικά να εγκαταλείψουν τις οικογένειες, τα παιδιά τους και τις κοινότητες τους γιατί δεν έχουν κάτι καλύτερο να κάνουν. Ζουν σε μια περιοχή του πλανήτη που το παγκόσμιο κεφάλαιο μαζί με ντόπιες κυβερνήσεις, δικτάτορες και σοσιαλιστές τυράννους έχουν δημιουργήσει μια ζώνη άγριας καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Όχι ότι δεν αγωνίστηκαν στους τόπους καταγωγής τους, αλλά άλλοτε η στρατιωτική υπεροπλία των καθεστώτων, άλλοτε η χρησιμοποίηση της θρησκείας για την εδραίωση καταπιεστικών θεοκρατιών, είχαν επιβάλει μια συνθήκη όπου η αντίσταση σήμαινε εξόντωση, τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα.

Από τις αρχές του 1980, οργανωμένα το ΔΝΤ εφάρμοσε τα λεγόμενα Προγράμματα Δομικής Προσαρμογής. Για να συνεννοούμαστε, ενημερώνουμε εξαρχής ότι το περιβόητο ελληνικό μνημόνιο δεν είναι τίποτε άλλο από ένα σύνηθες πρόγραμμα δομικής προσαρμογής, παρόμοιας φιλοσοφίας με αυτά που κυκλοφορούσαν τις δεκαετίες του ‘80 και του ‘90 στον παγκόσμιο Νότο. Ξετυλίγοντας το νήμα από την αρχή, το σημείο αφετηρίας του μεταποικιακού καπιταλισμού ήταν τα συσσωρευμένα χρέη των αφρικανικών κυβερνήσεων, οι οποίες απειλούνταν με διάφορους τρόπους από τους διεθνείς πιστωτές τους, πριν ακόμη η αντιπαγκοσμιοποίηση γίνει μόδα. Κάπου εκεί, την κρίσιμη στιγμή, το ΔΝΤ προσφερόταν να σώσει τις χώρες αυτές καλύπτοντας τα δάνεια τους, με τον όρο βέβαια ότι η εκάστοτε κυβέρνηση θα υλοποιήσει ένα πρόγραμμα δομικής προσαρμογής κομμένο και ραμμένο στη νεοφιλελεύθερη οικονομική διακυβέρνηση. Δεν υπάρχει λόγος να επεκταθούμε στην όλη διαδικασία, καθώς στον ελλαδικό χώρο αυτή τη στιγμή όλα αυτά είναι καθημερινότητα. Οι μισθοί έπεφταν δραματικά, η ανεργία και η υποαπασχόληση κάλπαζαν και η άτυπη απασχόληση βασίλευε. Η εφαρμογή, λοιπόν, των Προγραμμάτων Δομικής Προσαρμογής αλλά και η παράλληλη αδυναμία των εκμεταλλευόμενων να απαντήσουν δυναμικά σε αυτήν την αναδιάρθρωση, οδήγησαν άμεσα στην εξαθλίωση μεγάλα τμήματα του πληθυσμού των χωρών αυτών. Κάπως έτσι αρχίζει σταδιακά, από τη δεκαετία του ’80 αλλά πιο δυναμικά από τη δεκαετία του ‘90 και μετά, η μετανάστευση εργατών και εργατριών από την Αφρική στην Ευρώπη και από τη Νότια και Κεντρική Αμερική στις ΗΠΑ.

Οι πολιτικές της μετανάστευσης και οι πολιτικές του ελέγχου αναπροσαρμόζονται με βάση τα νέα δεδομένα στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας. Η εργατική κινητικότητα αυξάνεται παράγοντας μια νέα εργατική υποκειμενικότητα, νέες μορφές ζωής, συνήθειες και ετερογενείς επιθυμίες, που διαμορφώνονται από την καταστατική συνθήκη της κινητικότητας. Αν συλλογιστούμε τους μετανάστες που ζουν στα δάση της Ηγουμενίτσας, στο λιμάνι της Πάτρας ή στα κουφάρια παλιών εργοστασίων στη Θήβα, όπου είτε δουλεύουν με εκατό ευρώ το μήνα είτε αναζητούν τρόπους να σαλτάρουν σε κάποια νταλίκα, μπορούμε να αντιληφθούμε το περίγράμμα αυτής της νέας υποκειμενικότητας.

ΙΙ. Πόλεμος και μετανάστευση

Πόλεμος ενάντια στην τρομοκρατία, πολεμικές ανθρωπιστικές αποστολές, πόλεμος πλέον ακόμη και για την υπεράσπιση μιας κοινωνικής εξέγερσης (όπως συμβαίνει στη Λιβύη ενώ γράφονται αυτές οι γραμμές). Με άλλα λόγια ο πόλεμος είναι η υγεία του καπιταλισμού, όπως λέγαμε την περίοδο της αντιτρομοκρατικής εκστρατείας, στις αρχές του 2000. Παράλληλα, είχαμε αρχίσει να εντοπίζουμε τη σημασία των μακροχρόνιων χαμηλής έντασης πολέμων, κυρίως στην αφρικάνικη ήπειρο. Σε αυτό το πνεύμα και κυρίως αναφορικά με τις εκστρατείες στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, αναλύαμε ως αίτια του πολέμου την πρόσβαση σε πλουτοπαραγωγικές πηγές, την πειθάρχηση ντόπιων πληθυσμών, την αναδιάρθρωση κοινωνικών δομών με βάση τις ανάγκες του διεθνούς κεφαλαίου. Αυτό όμως το οποίο σίγουρα δεν είχαμε προβλέψει ήταν η ριζική αναδιοργάνωση του χάρτη των παγκόσμιων μεταναστευτικών ροών.

Η στρατηγική επιλογή μιας τάσης του κεφαλαίου (της ηγεμονικής εκείνη την περίοδο) να διεξάγει μια σειρά από πολεμικές επιχειρήσεις με διαφορετικές ονομασίες και αφορμές, υπήρξε μια επιλογή για την «αποκατάσταση ευνοϊκών συνθηκών για το παγκόσμιο εμπόριο, τις επενδύσεις και την οικονομική ανάπτυξη»4. Από τον πόλεμο στη Ρουάντα για τα μέταλλα και την πριμοδότηση της γενοκτονίας αντίπαλων φυλών, μέχρι το Σουδάν και από το θάνατο που παραμονεύει παντού στο «απελευθερωμένο» Ιράκ, μέχρι την κόλαση που επιφυλάσσει η σύγκρουση Ταλιμπάν και Δύσης στο Αφγανιστάν, υπάρχει μια παράπλευρη απώλεια και ταυτόχρονα μια απειλή για τη Δύση: η ασύμμετρη απειλή της μετανάστευσης. Τεράστιοι πληθυσμοί μετατοπίζονται προς τη Δύση, στην προσπάθεια να αλλάξουν τους όρους ζωής τους, να ξεφύγουν από την κόλαση των πολέμων κάθε είδους. Ανάμεσα στις πολλές αντιφάσεις του καπιταλισμού είναι και αυτή: μια κίνηση (πόλεμος) ενεργοποιεί μια λανθάνουσα, μη υπολογίσιμη αντίδραση (μετανάστευση). Έτσι και στη Λιβύη, η προσπάθεια του δυτικού κεφαλαίου και των δυτικών κρατών να επεκτείνουν τη ζώνη επιρροής τους σε μια προνομιακή –μέχρι πρότινος– περιοχή επενδύσεων για το κινεζικό κεφάλαιο προκαλεί ένα διαφορετικό πρόβλημα, τη μαζική μετανάστευση Λίβυων στην Ευρώπη. Η μεταναστευτική κινητικότητα αποτελεί για άλλη μια φορά έναν αστάθμητο παράγοντα αποσταθεροποίησης, επιβεβαιώνοντας ότι το πέταγμα ενός F-16 στον Περσικό Κόλπο μπορεί να προκαλεί μια εξέγερση με αφορμή το Κοράνι στο κέντρο της Αθήνας.

ΙΙΙ. Η κρίση των τροφίμων

Από τη μακρά αυτή αλληλουχία των παγκόσμιων κινήσεων του κεφαλαίου, οι οποίες παρήγαγαν ακόμη χειρότερες συνθήκες ζωής αλλά και ενέτειναν την επιθυμία για φυγή, δε θα μπορούσε να λείπει η διαδικασία αυτή που έχει κωδικοποιηθεί τα τελευταία χρόνια ως κρίση των τροφίμων ή επισιτιστική κρίση (η απότομη δηλαδή άνοδος των τιμών των τροφίμων που έλαβε χώρα το 2008 και οι επιπτώσεις που αυτή είχε σε μια μεγάλη μερίδα του παγκόσμιου πληθυσμού). Στεκόμαστε περισσότερο σε αυτή ξεχωριστά, μιας και τον τελευταίο καιρό όλο και πληθαίνουν τα δημοσιεύματα και οι προειδοποιήσεις για μια επανάληψη της κρίσης των τροφίμων, ενώ και οι πρόσφατες εξεγέρσεις που ξέσπασαν στη Βόρεια Αφρική φαίνεται να συνδέονται σε μεγάλο βαθμό με την άνοδο της τιμής των τροφίμων και την επίδρασή της στις ζωές των εξεγερμένων.5

Όσον αφορά το ζήτημα της μετανάστευσης που μας ενδιαφέρει εδώ, είναι βέβαιο πως η κρίση των τροφίμων αλλά και η σημερινή άνοδος των τιμών σε επίπεδα παρόμοια με του 2008 παίζουν το δικό τους ρόλο στις παγκόσμιες μετακινήσεις όλης αυτής της περιόδου, ένα ρόλο του οποίου η σημασία και η σπουδαιότητα μένει να αποδειχθούν ιστορικά. Ένα σημαντικό νέο δεδομένο που θα πρέπει να έχουμε κατά νου είναι πως, οι ανακατατάξεις στη Βόρεια Αφρική, μετά τις πρόσφατες εξεγέρσεις, σίγουρα θα επηρεάσουν τις ισορροπίες στη διαδικασία της εξωτερίκευσης των συνόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία άλλωστε αποτελεί βασικό παράγοντα ελέγχου των μετακινήσεων.6 Αρκεί να αναφέρουμε πως πολλές από τις διμερείς συμφωνίες «ενάντια στην παράνομη μετανάστευση» που έχουν συναφθεί μεταξύ ευρωπαϊκών κρατών και (τέως) δικτατόρων της Βόρειας Αφρικής (ενδεικτικά αναφέρουμε την Ιταλία και την Ισπανία από τη μια μεριά καθώς και τη Λιβύη, την Τυνησία και την Αίγυπτο από την άλλη), οι οποίες και προέβλεπαν τη συγκράτηση των μεταναστών εκτός Ε.Ε. καθώς και κοινές επιχειρήσεις στα πελάγη της Μεσογείου, τίθενται πλέον εν αμφιβόλω. Και η κατάσταση αυτή αυξάνει τους δυτικούς φόβους για μια ένταση αυτών που οι ειδικοί των αφεντικών νατουραλιστικά –και δεν είναι διόλου τυχαία η επιλογή τέτοιων νατουραλιστικών  όρων– αποκαλούν «κύματα μετανάστευσης».

Η αυτονομία της μετανάστευσης…

Αναφερόμενοι σε όλες αυτές τις πτυχές της καπιταλιστικής επέκτασης αυτής της περιόδου, δε θεωρούμε ότι έχουμε ξεμπερδέψει, ότι περιγράψαμε τις αντικειμενικές αιτίες των παγκόσμιων μετακινήσεων και το ζήτημα έχει λήξει. Αυτό που προσπαθήσαμε να κάνουμε εδώ ήταν πολύ περισσότερο να φτιάξουμε το σκαρίφημα του ιστορικού και κοινωνικού πλαισίου μέσα στο οποίο αυτές οι μετακινήσεις λαμβάνουν χώρα. Ωστόσο, παρά τις «αντικειμενικές αιτίες» (είτε αυτές είναι ο πόλεμος είτε η φτώχεια, οι δικτατορίες ή οι οικολογικές καταστροφές) οι οποίες επηρεάζουν άμεσα τις ζωές των ανθρώπων, παίζοντας ένα βασικό ρόλο, η τελική απόφασή των ανθρώπων αυτών να δραπετεύσουν δεν είναι ποτέ μια ευθύγραμμη διαδικασία. Είναι μια απόφαση, άλλωστε, που δεν παίρνεται πάντοτε από τους πιο εξαθλιωμένους ή τους πιο απελπισμένους, αλλά από τους ανθρώπους που έχουν το απαραίτητο «κεφάλαιο» (οικονομικό, κοινωνικό, «σχεσιακό») για να την κάνουν πράξη.

Μιλάμε εδώ για τις σχέσεις γιατί είναι ξεκάθαρο πως η μετανάστευση δεν είναι απλά μια ατομική στρατηγική κοινωνικής κινητικότητας. Αντίθετα, είναι γενικά παραδεκτό πως η σύγχρονη μετανάστευση συνδέεται με τη δημιουργία δικτύων, συγγενικών ή διατοπικών, που βοηθούν τους μετανάστες και τις μετανάστριες στις διαδρομές τους και τα οποία προϋποθέτουν φυσικά τα στοιχεία της κοινωνικής συνεργασίας και της αλληλεγγύης. Υπό αυτήν την έννοια, είναι μια ευρύτερη κοινωνική υπόθεση που αφορά ολόκληρες τις κοινότητες αυτών που επιλέγουν να μετακινηθούν. Η φιγούρα της μετανάστριας που με την επικοινωνία και τη στήριξη άλλων γυναικών που υφίστανται την ίδια καταπίεση αποφασίζει να αποδράσει από το ασφυκτικό πατριαρχικό περιβάλλον της ή του μετανάστη που καταφέρνει να φτάσει στην Ευρώπη και συνεχίζει να στέλνει εμβάσματα, στηρίζοντας τους δικούς του ανθρώπους, είναι ενδεικτικές για τους τρόπους με τους οποίους η μετανάστευση βιώνεται συλλογικά. Κάπως έτσι, λοιπόν, είναι μέσα σε αυτές τις συγκεκριμένες ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες που μπορούμε να ψηλαφίσουμε τις ευρύτερες προεκτάσεις της μεταναστευτικής δραστηριότητας και να αντιληφθούμε ότι, σε πολλές περιπτώσεις, αυτή αποτελεί και μια μορφή αντίστασης για τις κοινότητες των ανθρώπων που δεν έχουν πολλούς άλλους τρόπους να απαντήσουν σε αυτό που βιώνουν.

Χρησιμοποιούμε την έννοια της αυτονομίας της μετανάστευσης για να σχηματοποιήσουμε όλον αυτόν τον πλούτο που εκφράζεται στην κίνηση των ανθρώπων αυτών και ξεπερνά τις όποιες «αντικειμενικές αιτίες», δημιουργώντας μία περίσσεια σε σχέση με αυτές. Μία περίσσεια που έρχεται σε σύγκρουση με την καπιταλιστική λογική και σημαδεύει ανεξίτηλα τις υποκειμενικότητες των μεταναστών και των μεταναστριών, οπουδήποτε κι αν αυτές τελικά εγκατασταθούν. Φυσικά και η αυτονομία αυτή δεν είναι σταθερή ή ενιαία. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου η φυγή σχεδόν επιβάλλεται από συνθήκες που δεν αφήνουν πολλά περιθώρια να μιλήσουμε για κάποια αυτονομία και άλλες, στις οποίες η συνθήκη της λιποταξίας επαφίεται πολύ περισσότερο στους ίδιους τους μετανάστες που βρίσκουν τους λόγους να την επιλέξουν.

Με όλα αυτά ελπίζουμε να μη ρομαντικοποιούμε τη μεταναστευτική εμπειρία, η οποία ασφαλώς και δεν είναι ούτε ευχάριστη ούτε ακίνδυνη. Ούτε και εννοούμε πως υπάρχει μια επιθυμία των μεταναστών/τριών για φυγή και μετακίνηση αποκομμένη από τις συνθήκες ζωής που επικρατούν στους τόπους τους. Δίνοντας έμφαση στην αυτονομία της μετανάστευσης, δε βλέπουμε τη μετανάστευση απομονωμένη από τις κοινωνικές, πολιτισμικές και οικονομικές δομές, αλλά την αντιλαμβανόμαστε ως μια δημιουργική δύναμη μέσα στις δομές αυτές.

Είναι λάθος, λοιπόν, να βλέπουμε το κεφάλαιο σαν ένα (υπερ)υποκείμενο το οποίο δημιουργεί επί τούτου μετακινήσεις τις οποίες μετά έρχεται και ρυθμίζει σύμφωνα με τις ανάγκες του για εργασία. Αντίθετα, φαίνεται ότι ο καπιταλισμός διακρίνεται από μια δομική ένταση ανάμεσα στο σύνολο των υποκειμενικών πρακτικών στις οποίες εκφράζεται ακριβώς η κινητικότητα της εργασίας και στην προσπάθεια του κεφαλαίου να ασκήσει επ’ αυτών έναν δεσποτικό έλεγχο, μέσω της θεμελιώδους μεσολάβησης του κράτους. Κι εδώ ο δεσποτικός έλεγχος σημαίνει ακριβώς την προσπάθεια για την επαναφορά της περίσσειας της ανθρώπινης κινητικότητας σε οικονομικές αναλογίες, την αξιοποίηση και την εκμετάλλευσή της μέσα από μια διαδικασία ένταξης της μετακινούμενης εργασίας, με τη μετατροπή της σε λαθραία εργασία.

…και η προσπάθεια ελέγχου της αυτονομίας

Η θέση αυτή περί αυτονομίας της μετανάστευσης ανοίγει το πεδίο και για μια νέα εννοιολόγηση των αντιμεταναστευτικών στρατηγικών που αναπτύσσονται από τα κράτη-προορισμούς των μεταναστών. Παρά το λόγο που έχει αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια σχετικά με την «Ευρώπη-Φρούριο» και τις μεθόδους αντιμετώπισης της μεταναστευτικής δραστηριότητας από τα ευρωπαϊκά κράτη, θεωρούμε ότι οι πολιτικές αυτές δε σκοπεύουν με κανένα τρόπο στον πλήρη αποκλεισμό των μεταναστών. Είναι αλήθεια ότι η οχύρωση των συνόρων και η εκλέπτυνση των μηχανισμών κράτησης και απέλασης είναι τα πρώτα και πιο εμφανή αποτελέσματά τους αλλά πρόκειται για εργαλεία της κυριαρχίας στην προσπάθειά της για τη διακυβέρνηση και τη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών.

Είναι σε αυτό το πλαίσιο που πρέπει να κατανοήσουμε εκ νέου τη λειτουργία μιας σειράς από καθεστώτα όπως το σύνορο, το στρατόπεδο συγκέντρωσης μεταναστών ή την εξωτερίκευση των ευρωπαϊκών συνόρων στην οποία αναφερθήκαμε προηγουμένως.7 Καθεστώτα τα οποία παράγουν ένα σύστημα φραγμών που έχει ως στόχο τον έλεγχο του μη ελέγξιμου: την επιβράδυνση των παγκόσμιων μετακινήσεων και των στοιχείων στροβιλισμού (turbulence) που τις χαρακτηρίζουν, το φιλτράρισμα και τη χαρτογράφηση των μεταναστευτικών πληθυσμών. Καθεστώτα που στόχος τους δεν είναι άλλος από την προσπάθεια ελέγχου και αξιοποίησης της ζωντανής εργασίας μέσα από την αφαίρεση των στοιχείων της αυτονομίας και την αναγωγή της μονάχα στην οικονομική της διάσταση.

Κι εδώ ο ρόλος της παρανομοποίησης της μεταναστευτικής εργασίας είναι θεμελιώδης. Τι σημαίνει αυτό; Οι μετανάστες που επιλέγουν να αναποδογυρίσουν τον καμβά της μέχρι πρότινος καθημερινότητας και να ξεκινήσουν ένα μακρύ και επικίνδυνο ταξίδι μέχρι να φθάσουν σε κάποια χώρα της Δύσης, καταφέρνοντας να διαφύγουν από τους ελέγχους στα σύνορα, να πηδήξουν φράχτες ή να δραπετεύσουν από κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης, αυτόματα είναι παράνομοι λες και έχουν διαπράξει κάποιο έγκλημα. Η συνθήκη αυτή ενισχύεται από τη στιγμή που οι οικονομικοί μετανάστες δεν μπορούν να πάρουν άσυλο. Έτσι, η παρανομοποίησή τους, το γεγονός ότι ζουν την ίδια στιγμή εντός και εκτός, μέσα και έξω σε μια μόνιμη και χωρίς ορατή διέξοδο κατάσταση εξαίρεσης, τους καθιστά την αόρατη εργασιακή δύναμη.

Αυτή η κατάσταση των χωρίς-χαρτιά επιτείνει και την κινητικότητα του «παράνομου» μετανάστη εντός της Ευρώπης, καθώς πρέπει να μετακινηθεί για να βρει μια νέα δουλειά, μαύρη, κακοπληρωμένη, εποχιακή, γιατί πολύ απλά είναι ευάλωτος. Επιπλέον, πρέπει να μετακινηθεί αναζητώντας καλύτερες πιθανότητες να ριζώσει κάπου. Η συνθήκη της επισφαλούς, ελαστικής εργασίας αντλεί από τη φιγούρα του χωρίς-χαρτιά το πεδίο που ο καπιταλισμός πειραματίστηκε και σταδιακά εδραίωσε νέες σχέσεις εκμετάλλευσης. Η φθηνή εργασία των μεταναστών είναι αποτέλεσμα την παρανομοποίησης με τα αυστηρά φρουρούμενα σύνορα και τις πολιτικές μη νομιμοποίησης. Η διαχείριση της κινητικότητας από τον καπιταλισμό και το κράτος λαμβάνει τη μορφή των άτυπων, ελαστικών μορφών εργασίας. Την επισφάλεια της μεταναστευτικής εργασίας.8

Σε όλη αυτή τη διαδικασία της παρανομοποίησης, τα καθεστώτα ελέγχου στα οποία αναφερθήκαμε έχουν τη δική τους ιδιαίτερη θέση. Το σύνορο για παράδειγμα δε στοχεύει στο ερμητικό κλείσιμο, στην απόλυτη απαγόρευση προσέγγισης της κρατικής επικράτειας. Ούτως ή άλλως, τα σύνορα καταργούνται καθημερινά στην πράξη από τους ίδιους τους μετανάστες και τις μετανάστριες που τα διασχίζουν. Το σύνορο λειτουργεί πολύ περισσότερο ως μια εμπέδωση της παρανομοποίησης που περιμένει τους μετανάστες και ως εργαλείο για τη ρύθμιση της κίνησής τους.

Όπως το θέτει ο Papastergiadis (2000):

«Η ρύθμιση των ανθρώπινων κινήσεων μέσα από τα σύνορα είναι διαρκώς επιλεκτική, καθώς τα σύνορα δεν είναι ποτέ απόλυτα κλειστά ούτε εντελώς ανοιχτά. Παραμένουν συνήθως πορώδη. Είναι αόρατες γραμμές που χωρίζουν ό,τι ενώνουν διότι είναι οι πιο στρατιωτικοποιημένες και φυλετικοποιημένες λωρίδες γης στους σύγχρονους πολιτικούς χάρτες.»

Πλην, όμως, το πορώδες αυτό των συνόρων δεν το βλέπουμε μονάχα ως επιλογή που προκύπτει από την παντοδυναμία του κεφαλαίου, αλλά και ως πραγματικότητα που του επιβάλλεται από την ίδια την κινητικότητα των μεταναστών και την αποφασιστικότητα που αυτοί επιδεικνύουν.

Αντίστοιχα, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν είναι μονάχα τόποι που ενσαρκώνουν τις χειρότερες μορφές κυριαρχίας ούτε συνδέονται απαραίτητα με τον πλήρη αποκλεισμό των μεταναστών. Μπορούν να ιδωθούν επίσης ως νευραλγικά σημεία που στοχεύουν στην επιβράδυνση της κυκλοφορίας, της μετακίνησης και στον προσωρινό έλεγχό της χαοτικής της διάστασης, συγκεντρώνοντας εργασιακή δύναμη, διατηρώντας την παράνομη και εντάσσοντάς τη στις παγκόσμιες ροές παρανομοποιημένης εργασίας. Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι, στην Ελλάδα, ο προσωρινός εγκλεισμός σε στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν είναι για τους μετανάστες το τέλος της κίνησής τους αλλά μάλλον το εισιτήριο για τη συνέχισή της, καθώς μετά την έξοδό τους από αυτά έχουν το περιθώριο να μετακινηθούν προς την ενδοχώρα. Από την άλλη, και χωρίς να παραμερίζουμε με κανένα τρόπο τη σκληρή συνθήκη του εγκλεισμού σε αυτά, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μπορούν επίσης να μετατραπούν σε τόπους εξέγερσης, συλλογικοποίησης και ανταλλαγής εμπειριών και γνώσεων μεταξύ των μεταναστών.

Η εξωτερίκευση των συνόρων είναι άλλη μια στρατηγική που επιτελεί παρόμοιες λειτουργίες, επιτυγχάνοντας επιπλέον την απεδαφικοποίηση του ελέγχου. Αποτελεί έτσι ένα μαξιλαράκι που αποφορτίζει την ένταση, μεταφέροντας την έξω από τον ευρωπαϊκό κοινωνικό σχηματισμό. Οργανωμένη βία, μακριά από τα μάτια των υπηκόων.

Για το τέλος αφήσαμε τις πιο εκλεπτυσμένες μορφές ελέγχου του καπιταλισμού πάνω στη ζωντανή εργασία των μεταναστών. Αυτές αφορούν τους επίσημους διακινητές μεταναστών όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εργασίας και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Μετανάστευσης. Οι δύο αυτοί οργανισμοί προσέφεραν τις ανθρωπιστικές τους υπηρεσίες μεταφέροντας πάνω από δέκα εκατομμύρια μετανάστες τα τελευταία δέκα χρόνια. Εξάλλου, εδώ και μια δεκαετία, ένα δίκτυο από γραφεία εύρεσης εργασίας, πλήρως μηχανογραφημένα και συνδεδεμένα μεταξύ τους, ιδρύονται στις πρωτεύουσες των χωρών με τα μεγαλύτερα ποσοστά μετανάστευσης. Έτσι αναζητείται και κατηγοριοποιείται το προς-εισαγωγή-εργατικό-δυναμικό, καλύπτοντας μια άλλη πτυχή του σύγχρονου καπιταλισμού, την ανάγκη για γνωσιακά εκπαιδευμένο προσωπικό.

Η μετανάστευση και η σημερινή παγκόσμια κρίση…

Ποια μπορεί να είναι η σχέση της μετανάστευσης με τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και τη γενικότερη καπιταλιστική κρίση που σε αυτή τη συγκυρία ξεδιπλώνεται μπροστά μας, στην πιο οξεία φάση της; Πριν από αυτό, όμως, τι σημαίνει καπιταλιστική κρίση; Τι είναι τελικά αυτό το οποίο «κρίνεται»;

Ως καπιταλιστική κρίση εννοούμε μια διαρκή (τριανταπεντάχρονη πλέον) κρίση αναπαραγωγής της καπιταλιστικής σχέσης. Αυτή ξεκινά από τη δεκαετία του ‘70 ως αποτέλεσμα των παγκόσμιων αγώνων και κινημάτων που έχουν περιγραφεί σχηματικά ως παγκόσμιο «68». Από τότε το κεφάλαιο έχει με διάφορους τρόπους προσπαθήσει να ξεπεράσει την κρίση αυτή χωρίς ωστόσο ποτέ να καταφέρει να την επιλύσει επιτυχώς, υποτάσσοντας την εργασία στην εξουσία του.

Κεντρική διαδικασία στην προσπάθεια αυτή έχει αποτελέσει η πιστωτική επέκταση, κατά την οποία το κεφάλαιο απέδρασε από την παραγωγή και την ανυποταξία που επικρατούσε εκεί και πήρε τη μορφή χρήματος. Ήταν μέσα από τη λεγόμενη «φυγή στη χρηματοπιστωτική σφαίρα» (και το κόλπο το χρήμα-γεννάει-χρήμα) που το κεφάλαιο ανέβαλε την εκδήλωση της κρίσης καθώς εξασφάλιζε την αυτοεπέκτασή του, στοιχηματίζοντας στη μελλοντική ένταση της εργασίας και υπερεργασίας αλλά ταυτόχρονα –κι αυτό είναι σημαντικό– παραμένοντας εξαρτημένο από αυτή. Το ξέσπασμα της κρίσης το 2007 με τη μορφή της στεγαστικής κρίσης και η μεταλλαγή της σε κρίση του χρέους, ύστερα από τη μεσολάβηση των κρατών με τα γνωστά πακέτα στήριξης, θα πρέπει λοιπόν να ιδωθεί ως μια αδυναμία του κεφαλαίου να ανασυγκροτήσει τις σχέσεις εκμετάλλευσης με τρόπο ώστε να ικανοποιούν τις συσσωρευμένες απαιτήσεις πάνω στην μελλοντική υπεραξία. Υποστηρίζουμε πως η σημερινή κρίση δεν είναι παρά μια κρίση εκμεταλλευσιμότητας, που έχει στον πυρήνα της την ανυποταξία της εργασίας. Μια ανυποταξία που άλλοτε φανερώνεται ανοιχτά με τη μορφή μαζικών αγώνων και άλλοτε πιο αθόρυβα και μοριακά, αρνούμενη την υπαγωγή της εργασίας στις ανάγκες της καπιταλιστικής συσσώρευσης.

Η σύνδεση της μεταναστευτικής δραστηριότητας με αυτήν την κρίση εκμεταλλευσιμότητας είναι κάτι που παρουσιάζει μεγάλη αξία και ενδιαφέρον για μας· προφανώς όμως δεν είναι μια εύκολη υπόθεση. Μπορεί άραγε να υποστηριχθεί πως η μεταναστευτική εργασία συνέβαλε με τον τρόπο της στο βάθεμα αυτής της κρίσης ή αντίθετα η άγρια εκμετάλλευσή της έχει λειτουργήσει όλα αυτά τα χρόνια αντίρροπα στην εκδήλωσή της; Γενικά μιλώντας, έχουμε την υποψία πως σε ένα σύστημα που φέρει στο κέντρο του τα συγκρουσιακά πεδία της εκμετάλλευσης και της κυριαρχίας, κάποια συσχέτιση θα υπάρχει ανάμεσα στη ζωντανή εργασία και σε μια κρίση που έγκειται στην αποτυχία επιβολής σε αυτήν.

Από την άλλη πλευρά, δεν μπορούμε να κλείσουμε τα μάτια μπροστά σε μια κοινωνική εμπειρία που μας δείχνει πως τα τελευταία χρόνια οι μετανάστες και οι μετανάστριες έχουν αποτελέσει, στην Ελλάδα αλλά και πανευρωπαϊκά, μια πηγή υποτιμημένης και πειθαρχημένης εργασίας. Μια σειρά από στρατηγικές και μηχανισμοί, που έχουν μπει σε εφαρμογή τα τελευταία χρόνια και στους οποίες αναφερθήκαμε πιο πάνω, έχουν ακριβώς αυτό το στόχο: τον έλεγχο της κινητικότητας των μεταναστών και την επιβολή πειθαρχικών καθεστώτων που στοχεύουν στην όσο το δυνατόν μεγαλύτερη εκμετάλλευσή τους. Η ίδρυση ευρωπαϊκών στρατιωτικών/αστυνομικών σωμάτων για τον έλεγχο των συνόρων, η συνθήκη της παρανομοποίησης της μεταναστευτικής εργασίας, ένα πλέγμα οργανωμένης βίας που ξεκινά από τις θαλάσσιες επιχειρήσεις και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και φτάνει στα πογκρόμ στο κέντρο των μητροπόλεων και στο ρόλο των ΜΚΟ, ο θεσμισμένος και διάχυτος ρατσισμός, έχουν ως κοινή συνισταμένη την υποτίμηση της ζωής και της εργασίας των μεταναστών/τριών. Και φυσικά αυτό μεταφράζεται οικονομικά σε μια εν πολλοίς υπάκουη εργασιακή δύναμη, περισσότερο παραγωγική και πειθαρχημένη, στην υπηρεσία των μικρών και μεγάλων αφεντικών.

Αυτή όμως η περιγραφή δεν είναι με κανένα τρόπο απόλυτη. Υπάρχει μια πλειάδα αναφορών από αγώνες εργατών μεταναστών που θα μπορούσε να δείξει πως αυτή η προσπάθεια πειθάρχησης συχνά αποτυγχάνει. Οι περιπτώσεις οργάνωσης και αντίστασης των μεταναστών και η αλληλεπίδρασή τους με κομμάτια του ντόπιου κάθε φορά προλεταριάτου δεν είναι βέβαια κάτι καινούριο, ούτε κάτι με το οποίο δεν είμαστε εξοικειωμένοι στο ελληνικό πλαίσιο. Τα παραδείγματα της Μανωλάδας με την κινητοποίηση των μεταναστών που δούλευαν κάτω από άθλιες συνθήκες στα φραουλοχώραφά της, των Αιγυπτίων αλιεργατών στη Ν. Μηχανιώνα και πολλά ακόμη που δεν έτυχαν μεγάλης παρουσίας στο δημόσιο χώρο ή για τα οποία δε μάθαμε ποτέ, δημιουργούν –μέσα στη μειοψηφικότητά τους– ρωγμές στην κυρίαρχη συνθήκη που επιφυλάσσεται σε εκατομμύρια μετανάστες και μετανάστριες.

Κι ωστόσο, αυτή είναι μια όψη της δραστηριότητας των μεταναστών, σημαντική αλλά όχι η μόνη. Αυτό που θέλουμε να πούμε εδώ είναι ότι η σύγχρονη μετανάστευση δεν είναι αναγώγιμη στις κυρίαρχες αναπαραστάσεις περί του «πολιτικού» ούτε στις παραδοσιακές αντιλήψεις και προσλήψεις σχετικά με τους κοινωνικούς αγώνες. Το κομμάτι της εκμετάλλευσης των μεταναστών στην παραγωγή είναι σίγουρα σημαντικό· πρέπει όμως να έχουμε κατά νου ότι η εκμετάλλευση έχει ανέκαθεν υπάρξει, και είναι σήμερα περισσότερο από ποτέ, μια κοινωνική διαδικασία που δεν μπορεί να ιδωθεί περιορισμένη στο κομμάτι της παραγωγής. Η εκμετάλλευση διατρέχει το συνολικό οικοδόμημα της παραγωγής και της αναπαραγωγής και, από αυτή την άποψη, η εκμετάλλευση των μεταναστών πρέπει να ανιχνευθεί μέσα στην ολότητα της μεταναστευτικής διαδικασίας και εμπειρίας. Το ίδιο φυσικά ισχύει και για την αμφισβήτηση ή την άρνηση των μεταναστών απέναντι στην εκμετάλλευση αυτή.

Έτσι, όπως είδαμε και πριν, στις σύγχρονες μετακινήσεις στις οποίες αναφερόμαστε, βλέπουμε όχι μόνο/όχι τόσο μια επιβεβαίωση των «νόμων» της προσφοράς και της ζήτησης που διέπουν το διεθνή καταμερισμό εργασίας, αλλά πρώτα και κύρια μια επιθυμία για κινητικότητα από την πλευρά των ίδιων των μεταναστών. Η επιθυμία αυτή, χωρίς να είναι φυσικά αποκομμένη από τις ευρύτερες κοινωνικές διεργασίες, διατηρεί μια αυτονομία και δημιουργεί μια περίσσεια που είναι εν δυνάμει αποσταθεροποιητική για την ύπαρξη του συστήματος. Ακριβώς, αυτήν την περίσσεια προσπαθεί το σύστημα να ελέγξει με τους τρόπους  που είδαμε, εγκλωβίζοντάς τη στο πεδίο της παραγωγής και υποτάσσοντάς τη σε φτηνή εργασιακή δύναμη.

Με όλα αυτά, δε θέλουμε να ανακηρύξουμε τους μετανάστες επαναστατικά υποκείμενα ούτε να υποκαταστήσουμε την εμπειρία τους χρωματίζοντάς τη. Σκιαγραφούμε ωστόσο μια πραγματικότητα που δείχνει πως οι μετανάστες δεν είναι «κακομοίρηδες» και «θύματα». Έστω κι αν αυτό γίνεται συχνά ασυναίσθητα και πάντα με μια αμφιθυμία, οι μετανάστες συγκροτούν μια πολυσχιδή υποκειμενικότητα που εκφράζει αντίσταση και καινοτόμες συγκρουσιακές πρακτικές. Καταφέρνουν έτσι να θέτουν σε κριτική κυρίαρχες μορφές όπως αυτές του κράτους και της πολιτειότητας με τη δημιουργία διεθνικών χώρων έξω από την κυριαρχία τους, να καταργούν στην πράξη τα σύνορα μέσω της παράκαμψής τους, να συνιστούν μια υλική κριτική στον επιβεβλημένο διεθνή καταμερισμό της εργασίας.

Επιστρέφοντας, λοιπόν, στο αρχικό μας ερώτημα για τη σύνδεση των μεταναστών με τη σημερινή κρίση, όλα τα παραπάνω μας παραπέμπουν σε μια κρίση πειθαρχίας του σύγχρονου καπιταλισμού. Έτσι, η σημερινή κρίση σε σχέση με τη μετανάστευση μπορεί να αναγνωσθεί και ως μια κρίση τάξης (order) (Crossing Borders, Newsletter 07). Παρά την προσπάθεια του κεφαλαίου να περιορίσει τη μετανάστευση σε μια just-in-time υποτιμημένη και υποταγμένη εργασία, οι μετανάστες φαίνεται συχνά να προκαλούν την αταξία, αρνούμενοι να είναι εκεί που τους θέλουν να είναι, πειθαρχημένοι στη θέση τους και παραγωγικοί.9

…και η μετανάστευση στη σημερινή παγκόσμια κρίση

Η κρίση είναι σε μια πρώτη φάση η έκρηξη των αντιφάσεων που διαρρηγνύουν τη διαδικασία της καπιταλιστικής συσσώρευσης -αντιφάσεις που, θα το ξαναπούμε, δεν είναι παρά έκφραση των εκάστοτε κοινωνικών και ταξικών ανταγωνισμών. Στη δεύτερη στιγμή της, ωστόσο, τίποτα δεν είναι δοσμένο. Το κατά πόσο η κρίση θα αποτελέσει ευκαιρία για το ξεπέρασμα των αντιφάσεων και την επιστροφή σε μια κατάσταση απρόσκοπτης συσσώρευσης για τα αφεντικά ή, αντίθετα, θα οδηγήσει σε καταστάσεις οριακές που θα θέσουν σε κίνδυνο τη δυνατότητα επιβολής του κεφαλαίου και την ίδια του ακόμη την ύπαρξη, είναι ένα διακύβευμα που άπτεται της πραγματικής κοινωνικής κίνησης.

Σε σχέση με τις στρατηγικές του κεφαλαίου στη σημερινή συνθήκη, δε φαίνεται να υπάρχει κάποια πρωτοτυπία πέρα από την τρομερή ένταση με την οποία αυτές επιβάλλονται. Γενικά μιλώντας, κάθε κρισιακό συμβάν παράγει από την πλευρά του κεφαλαίου μια διπλή κίνηση: αναδιάρθρωση των ταξικών/κοινωνικών σχέσεων και εκκαθάριση των μη-παραγωγικών κομματιών του στα πλαίσια του ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού. Κάπως έτσι η αυξανόμενη ανεργία, η αναδιοργάνωση των εργασιακών σχέσεων, η επίθεση στον κοινωνικό μισθό, η ιδιωτικοποίηση πόρων ή υπηρεσιών που βρίσκονταν προηγουμένως υπό κρατική διαχείριση και τόσα άλλα που βιώνουμε σήμερα, μπορούν να ιδωθούν ως απότοκα ή επιμέρους τμήματα των δύο αυτών κεντρικών στρατηγικών.

Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς πως οι μετανάστες και οι μετανάστριες όχι μόνο δε ξεφεύγουν από αυτή την κρατική-καπιταλιστική επιθετικότητα, αλλά μάλλον τη βιώνουν, όπως και πριν, στις πιο επαχθείς της μορφές. Το ξέσπασμα της κρίσης σήμανε και την επίταση της επίθεσης στους μεταναστευτικούς πληθυσμούς. Οι δηλώσεις για την «ήττα του πολυπολιτισμικού μοντέλου» που τόσο πολύ αναμασήθηκαν στα στόματα των δυτικών ηγετών, καθώς και η ένταση της αντιισλαμικής υστερίας (η οποία βέβαια δουλεύεται εδώ και χρόνια) δεν είναι τίποτε άλλο από την ανοιχτή κήρυξη πολέμου σε όλους αυτούς τους «πολιτισμικά διαφορετικούς» προλετάριους.

Για την επίδραση της κρίσης στον όγκο της μετανάστευσης, μάλλον δεν μπορεί να ειπωθεί κάτι με σιγουριά. Υπάρχουν οι εκτιμήσεις πως το τοπίο που έχει διαμορφωθεί στις χώρες της Δύσης ήδη αποθαρρύνει την κινητικότητα των ανθρώπων, πολλοί εκ των οποίων μπορεί ήδη να επιστρέφουν στις χώρες τους. Από την άλλη, εκφράζεται και μια θέση που βλέπει πως η κρίση δημιουργεί νέες αιτίες που μπορούν να ενεργοποιήσουν και νέου τύπου μετακινήσεις (π.χ. αύξηση της μετανάστευσης μεταξύ χωρών-outsiders ή αύξηση της εσωτερικής μετανάστευσης). Όπως και να ‘χει, η τελική έκβαση αυτής της συζήτησης –όπως και η τελική έκβαση αυτών των μετασχηματισμών– θα προκύψει στην πράξη, μέσα από την πραγματική ιστορική κίνηση. Αυτό, πάντως, που παραμένει ξεκάθαρο είναι το γεγονός ότι υπάρχουν άνθρωποι που συνεχίζουν να μετακινούνται και η κίνησή τους αυτή μπαίνει όλο και περισσότερο στο στόχαστρο των μηχανισμών της κυριαρχίας, καθώς προσκρούει στην πραγματικότητα της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης.

Κοιτάζοντας πίσω σε άλλα ιστορικά παραδείγματα μεγάλων κρίσεων, βλέπουμε πως η μεταναστευτική εργασία είχε μπει και τότε στο στόχαστρο. Κατά τη διάρκεια του κραχ του 1929, η έναρξη του New Deal συνοδεύτηκε από τον εκτοπισμό μισού εκατομμυρίου Μεξικανών εργατών μαζί με τις οικογένειες που είχαν δημιουργήσει στο αμερικανικό έδαφος. Πολύ χαρακτηριστική είναι επίσης η περίπτωση του λεγόμενου Anwerbestopp στην οποία αναφερθήκαμε ήδη, η παύση δηλαδή των προγραμμάτων των επισκεπτών-εργατών και ο επαναπατρισμός πολλών από αυτούς, που συνέβη στη Δυτική Γερμανία μετά την κρίση του 1973. Με αυτούς τους τρόπους, τα δυτικά κράτη, μέσα σε ένα περιβάλλον κρίσης, επιχείρησαν ουσιαστικά να «εξάγουν» την ανεργία τους. Kάτι που ξεκάθαρα συμβαίνει και τώρα.

Η μείωση των θέσεων εργασίας σήμερα και το πλεονάζον εργατικό δυναμικό που αυτή συνεπάγεται είναι σίγουρα μια συνθήκη διαλυτική για την κοινωνική συνοχή. Η περίσσεια της εργασίας που δημιουργείται από τη μεταναστευτική κινητικότητα, σε συνδυασμό με μια σειρά κοινωνικών καταστάσεων που μπορεί αυτή να δημιουργήσει (από τη ρατσιστική δυσαρέσκεια των ντόπιων νοικοκυραίων μέχρι την αλληλεπίδραση με το ντόπιο προλεταριάτο ή το ξέσπασμα ταραχών), είναι έτσι κι αλλιώς μια κατάσταση που μπορεί να αποβεί επικίνδυνη για την ομαλή καπιταλιστική αναπαραγωγή, πόσο μάλλον εν μέσω μιας κρίσης σαν τη σημερινή. Το κέντρο της Αθήνας, με τις χιλιάδες των μεταναστών, είναι ένα καλό παράδειγμα για τις εκρηκτικές κοινωνικές συνθήκες που μπορεί να προκύψουν, συνθήκες που κάθε κράτος θα ήθελε να αποφύγει. Όλα αυτά εξηγούν μάλλον την προσπάθεια από τη μεριά των μηχανισμών κυριαρχίας να μειώσουν την περίσσεια αυτή με μια σειρά από τρόπους. Οι επιχειρήσεις-σκούπα, τα νέα στρατόπεδα συγκέντρωσης, οι επιβαλλόμενες με-πληρωμένα-τα-έξοδα επαναπροωθήσεις μεταναστών δείχνουν κάπου να τέμνονται: στην απεμπλοκή από ένα κομμάτι εργατικού δυναμικού, είτε μέσω του εγκλεισμού είτε μέσω του άμεσου διωγμού του.

Παρόλα αυτά, υποστηρίζουμε πως αυτό είναι ένα μόνο μέρος. Η αυστηροποίηση στον έλεγχο των μεταναστευτικών ροών και οι γενικότεροι μετασχηματισμοί στη διαχείριση της μεταναστευτικής κινητικότητας δεν έχουν σε καμιά περίπτωση ως συνολικό στόχο το σφράγισμα των συνόρων. Εξάλλου, κάτι τέτοιο θα απαιτούσε μια σειρά από εξαιρέσεις καθώς οι ελλείψεις σε εργατικό δυναμικό σε διάφορους κλάδους και οι απαιτήσεις για εργασία είναι σήμερα περισσότερο ευέλικτες από παλιά. Υπάρχουν, για παράδειγμα, τομείς που βασίζονται αποκλειστικά στη μεταναστευτική εργασία (όπως είναι οι εποχιακές αγροτικές εργασίες ή οι οικιακές εργασίες/εργασίες φροντίδας στις οποίες απασχολούνται κατά κύριο λόγο οι μετανάστριες εργάτριες).

Φαίνεται, λοιπόν, πως το ζήτημα δεν είναι τόσο το κλείσιμο των συνόρων όσο η υιοθέτηση ακόμη αυστηρότερων και πιο εξειδικευμένων ελέγχων που στοχεύουν στο μεγαλύτερο φιλτράρισμα των ροών και στη μεγαλύτερη πειθάρχηση της μετακινούμενης εργασίας. Διεξάγεται έτσι μια ακόμη μεγαλύτερη επίθεση στη μεταναστευτική εργασία, η οποία σήμερα υποτιμάται ακραία. Κι αυτό, όπως είδαμε και πριν, δεν αφορά μόνο το κομμάτι της παραγωγής αλλά το σύνολό της, συμπεριλαμβάνοντας τόσο την έμμισθη, όσο και την άμισθη εργασία. Γι’ αυτό το λόγο η συνθήκη αυτή παίρνει μάλλον τη χειρότερή της μορφή στην περίπτωση των γυναικών μεταναστριών, οι οποίες βιώνουν αυτή την επίθεση σε πολλαπλά επίπεδα καθώς αποτελούν το κατεξοχήν υποκείμενο της αναπαραγωγικής εργασίας.10

Οι μετασχηματισμοί, λοιπόν, που συντελούνται ήδη στη σημερινή συγκυρία της κρίσης είναι κάτι παραπάνω από κρίσιμοι. Σε σχέση με αυτό, στην προκήρυξη Crossing Borders (Newsletter 07) διαβάζουμε το εξής:

«Η εργασία ως τέτοια φαίνεται καταδικασμένη να γίνει άτυπη […]. Αυτός ο άτυπος χαρακτήρας δεν αφορά μόνο την παρουσία ή την απουσία νομικής ρύθμισης της σχέσης εργασίας, δηλαδή την παρουσία ή απουσία σύμβασης εργασίας. Σημαίνει μάλλον την πλήρη συρρίκνωση της σχέσης απασχόλησης σε μια σχέση εξουσίας, συχνά εξατομικευμένη, σε μία μετωπική σύγκρουση ανάμεσα στις στρατηγικές εκμετάλλευσης, αφενός, και τις στρατηγικές που εφαρμόζουν οι μετανάστες για να ξεφύγουν από την εκμετάλλευση αφετέρου.»

Και δυστυχώς η καθημερινή εμπειρία όχι μόνο το επιβεβαιώνει, αλλά δείχνει πως η εξέλιξη αυτή επεκτείνεται σταδιακά σε ολόκληρο το φάσμα της εργασίας, συμπεριλαμβάνοντας και την εργασία των ντόπιων πληθυσμών, που όλα αυτά τα χρόνια μπορεί να θεωρούσαν πως έμεναν απρόσβλητοι από την υποτίμηση των μεταναστών11.

Σχόλια για μια κοινή συνάντηση

Οι μετανάστες δεν είναι για μας ούτε θύματα, ούτε φουκαράδες, όπως θέλησαν να τους παρουσιάσουν οι μιντιακοί τηλεμαϊντανοί για να αποπολιτικοποιήσουν τον αγώνα τους. Να προκαλέσουν οίκτο και όχι αλληλεγγύη. Να θολώσουν τις κοινωνικές αναφορές των αγώνων τους αναπαράγοντας «ανθρωπιστικά» την ετερότητα του ξένου. Σε όλη τη διαδικασία της απεργίας πείνας των τριακοσίων  μεταναστών εργατών, αλλά και σε άλλους αγώνες, όπως στην απεργία των αλιεργατών στη Νέα Μηχανιώνα ή στην απεργία των Σομαλών στα Γιάννενα, το διακύβευμα από την πλευρά της εξουσίας είναι να υπονομευθεί η επίγνωση της πραγματικότητας της κοινής καταπίεσης Ελλήνων και ξένων. Εκεί είναι που παίζεται το παιχνίδι. Σήμερα όμως περισσότερο από ποτέ υπάρχει η υλική βάση για να εμφανιστεί η επίγνωση ότι οι μετανάστες αποτελούν σημαντικό και αναπόσπαστο κομμάτι της σημερινής κοινωνικής-ταξικής σύνθεσης. Κι αυτό όχι μόνο λόγω του αριθμού τους και των θέσεων εργασίας που καλύπτουν ή δεν καλύπτουν, αλλά κυρίως λόγω της υποκειμενικότητάς τους και των αγώνων των οποίων είναι μέρος σε όλα τα πεδία της εκμετάλλευσης.

Όλο και περισσότερο γίνεται κοινωνικά συνειδητό ότι τα προνόμια της υπηκοότητας φθίνουν ξεθωριάζοντας τα σύνορα του νόμιμου και του παράνομου. Η φράση ότι «είμαστε μετανάστες στην ίδια μας τη χώρα», παρόλο το συντηρητισμό της, αποτυπώνει τις δομικές αλλαγές που ζούμε. Πόσο απέχει άραγε ο Αιγύπτιος αλιεργάτης από το νέο εργαζόμενο που αμείβεται με 400 ευρώ το μήνα; Πολύ λίγο ή πολύ πιο λίγο από ότι κάποια χρόνια πριν. Η βίαιη υποτίμηση της ντόπιας εργατικής τάξης καθιστά εφικτή τη συνειδητοποίηση της κοινής μοίρας του πολυεθνικού εργάτη στον θαυμαστό –σε κρίση– καπιταλιστικό κόσμο. Μια τέτοια επίγνωση θα πρέπει να περιλαμβάνει αφενός την αναγνώριση των διαιρέσεων και των πολλαπλών σχέσεων εξουσίας που ενυπάρχουν ανάμεσα στους εκμεταλλευόμενους, αλλά να κινείται αφετέρου προς την κατεύθυνση του ξεπεράσματός τους.

Στόχος αυτής της συνάντησης, όταν οι διάσπαρτες στιγμιαίες εκφράσεις κοινών αρνήσεων και αγώνων όλο και πληθαίνουν, είναι να μην αφήσει την εθνική ιδεολογία να διασώσει τον καπιταλισμό, μέσω της συσπείρωσης του απελπισμένου προλεταριάτου γύρω από μια επιθετική εθνική–ρατσιστική ιδεολογία. Αντίθετα, το βάθεμα των σχέσεων ντόπιων και μεταναστών είναι στοίχημα σημαντικό στη διαδικασία ανακάλυψης ενός νέου «από κοινού», που θα ξεπερνά τις διαιρέσεις που επιβάλει η εθνική ιδεολογία. Από την άλλη, μια ενδιαφέρουσα πτυχή αυτής της επιδιωκόμενης συνάντησης είναι ο αμοιβαίος εμπλουτισμός με ριζοσπαστικά στοιχεία. Ένα τέτοιο στοιχείο είναι το  «ποσοστό κοινωνικότητας» που κουβαλούν οι μετανάστες μαζί τους και το οποίο στους γηγενείς πληθυσμούς έχει υπονομευτεί από την καπιταλιστική ανάπτυξη. Τελικά έχουμε πολλά να μάθουμε και να διδαχθούμε ο ένας από τον άλλο.

Η δράση μας λοιπόν πρέπει να έχει το βλέμμα της στη σύνδεση και κυκλοφορία των αγώνων ντόπιων και μεταναστών, στην πορεία για τη συγκρότηση σχέσεων ταξικής–κοινωνικής αλληλεγγύης. Αντιλαμβανόμενοι την τάξη όχι ως μια αντικειμενική κατηγορία αλλά ως μια συνεχή διαδικασία, που δεν είναι δοσμένη αλλά συγκροτείται μέσω των ανταγωνισμών που αναπτύσσονται, θεωρούμε πως οι μετανάστες/ριες είναι ένα βασικό κομμάτι της τάξης που μπορεί να ανατρέψει τον κόσμο του εμπορεύματος και των εθνικών διαχωρισμών. Στη διαδρομή αυτής της συνάντησης πρέπει και εμείς οι ίδιοι να αρνηθούμε την εθνική μας ταυτότητα που μας αφομοιώνει στον εθνικό κορμό. Ο αγώνας ενάντια στον καπιταλισμό δεν μπορεί παρά να είναι και αγώνας ενάντια στο έθνος-κράτος. Σε αυτό το πλαίσιο, δεν μπορούμε να διακρίνουμε αγώνες σε κοινωνικούς ή μη με βάση αν είναι αποδεκτοί και ενσωματώσιμοι σε ένα πλαίσιο εθνικού κοινωνικού κράτους. Το γεγονός ότι στον αγώνα των τριακοσίων μεταναστών εργατών, απεργών πείνας πολλοί πολιτικοί και κοινωνικοί σχηματισμοί διέκριναν ένα δύσβατο και μη κοινωνικοποιήσιμο αγώνα –λόγω της κοινωνικής δυσαρέσκειας από την παρουσία χιλιάδων κολασμένων μεταναστών στα κέντρα των πόλεων– είναι και ένα μέτρο της επίδρασης του εθνικού κορμού.

Η κοινή άρνηση του συστήματος εκμετάλλευσης που μας αρνείται τη ζωή, σε όλο το εύρος των καθημερινών σχέσεων, είναι το πραγματικό διακύβευμα αυτής της συνάντησης και σε αυτό το καθημερινό σχέδιο δεσμεύουμε τους εαυτούς μας.

Ενδεικτικές πηγές:

Βarchiesi, F, 2004, Citizenship as Movement. Migrations, Social Control and the Subversion of State Sovereignty [διαθέσιμο στο http://www.commoner.org.uk/09barchiesi.pdf%5D

Bonefeld, W. and Holloway, J., 1995, Χρήμα και Ταξική Πάλη, Global Capital,NationalStateand the Politics of Money, MacMillan Press [διαθέσιμο στο http://www.rebelnet.gr/articles/view/Money-and-Class-Struggle%5D

Factory: Επιθεώρηση για τους Μητροπολιτικούς Ανταγωνισμούς, (2010), τ.1, Η μονιμότητα της κρίσης του καπιταλισμού [διαθέσιμο στο https://factoryfanet.wordpress.com/%5D

Frassanito Network, Crossing Borders Newsletters

[διαθέσιμα στο http://www.noborder.org/crossing_borders/%5D

Mezzadra, S., 2004, Καπιταλισμός, μεταναστεύσεις και κοινωνικοί αγώνες, περιοδικό Θέσεις τ.91, μετάφραση από Άκη Γαβριηλίδη  [διαθέσιμο στο http://www.theseis.com]

-2004, The Right to Escape,  Ephemera journal, vol. 4(3): 267-275  [διαθέσιμο στο http://ephemeraweb.org/journal/4-3/4-3mezzadra.pdf%5D

-2010, The gaze of autonomy. Capitalism, Migration and Social Struggles [διαθέσιμο στο http://uninomade.org/the-gaze-of-autonomy-capitalism-migration-and-social-struggles/%5D

Miles, R., 1986, Labour migration, racism and capital accumulation in western Europe since 1945: an overview, Capital & Class 10: 49-86

Peña, D., 2008, The Crisis of Capital, Immigration, and Food Justice [διαθέσιμο στο http://mexmigration.blogspot.com/2010/07/crisis-of-capital-immigration-and-food.html%5D

Sacchetto, D., 2007, Offshore Outsourcing and Migrations: the South-Eastern and Central Eastern European Case [διαθέσιμο στο http://www.commoner.org.uk/?s=sacchetto%5D

Tsianos, V. and Karakayali, S., 2010, Transnational Migration and the Emergence of the European Border Regime: An Ethnographic Analysis, European Journal of Social Theory 13(3) 373–387

1. Αναφέρεται στο Garos,S. Griechische Arbeitnehmer und die Gewerkschaft. Ιστορική ανασκόπηση από την ελληνική μετανάστευση στη Γερμανία

2. ο.π.

3. Όταν μιλάμε για συγκεκριμένες κοινωνικοϊστορικές συνθήκες, εννοούμε το καθεστώς μικροϊδιοκτησίας –ιδιαίτερα εκτεταμένο στην ελληνική πραγματικότητα– που δεν επιτρέπει μεγάλες επενδύσεις σε τεχνολογία και παράλληλα, όπως αναφέρεται και παραπάνω, την άρνηση των ντόπιων εργαζομένων (αλλά και των μικροϊδιοκτητών) να απασχοληθούν σε αγροτικές εργασίες. Προφανώς παίζει το ρόλο της και η ιδιαιτερότητα της δουλειάς στον αγροτικό και τον κατασκευαστικό τομέα, όπου η ανθρώπινη εργασία δύσκολα αυτοματοποιείται. Αυτό, όμως, από μόνο του, δεν αρκεί για να εξηγήσει γιατί, για παράδειγμα, η ίδια (αγροτική) εργασία στην Ινδία, όπου έλαβε χώρα η Πράσινη Επανάσταση (δηλαδή η επιβολή της μονοκαλλιέργειας, η εισαγωγή μηχανών και η ευρεία χρήση λιπασμάτων), εξαρτάται περισσότερο από την τεχνολογία από ό,τι στην Ελλάδα. Η απάντηση βρίσκεται στη συγκεκριμένη κάθε φορά συνθήκη του κοινωνικού ανταγωνισμού, που υπαγορεύει ουσιαστικά στο κεφάλαιο το αν και κατά πόσο θα στραφεί σε επιχειρήσεις έντασης εργασίας ή έντασης κεφαλαίου, προκειμένου να συνεχιστεί απρόσκοπτα η διαδικασία της συσσώρευσης.

4. General Sullivan, R. Gordon. (1993). Land Warfare in the 21st Century. Άρθρο του Στρατηγού Sullivan στα πλαίσια συνεδρίου του U.S. Army War College. Στο άρθρο αυτό συνδέεται άμεσα η εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ με τη δυνατότητα για απρόσκοπτη καπιταλιστική ανάπτυξη.

5. Σε σχέση με τις πρόσφατες εξεγέρσεις στον αραβικό κόσμο είναι σημαντικό να τονιστεί η συμβολή σε αυτές των μεταναστών/τριών και η αλληλοτροφοδότηση που υπήρξε με τις χώρες προέλευσής τους σε επίπεδο εμπειριών, οργάνωσης, αλλά και μιας γενικότερης κουλτούρας αγώνα. Αυτό είναι ενδεικτικό και της ριζοσπαστικής υποκειμενικότητας που μπορεί συχνά να συσχετίζεται με τη μεταναστευτική εμπειρία.

6. Με την εξωτερίκευση των συνόρων εννοούμε την προσπάθεια από μέρους της Ε.Ε. να συγκρατούνται οι μετανάστες που επιχειρούν να περάσουν στην επικράτεια της Ευρώπης πριν καν φτάσουν στα σύνορά της. Αυτή περιλαμβάνει συμφωνίες με μια σειρά από κράτη που βρίσκονται είτε στα ανατολικά της σύνορα (π.χ. Ουκρανία) είτε κάτω από τη Μεσόγειο (Λιβύη, Μαρόκο). Με τις συμφωνίες αυτές έχει γίνει πράξη η κατασκευή στρατοπέδων συγκέντρωσης μεταναστών και η συγκρότηση ειδικών αντιμεταναστευτικών σωμάτων στο έδαφός των κρατών αυτών, με σκοπό την ανάσχεση των μετακινήσεων.

7. Μιλώντας για καθεστώτα δεν εννοούμε μονομερείς κινήσεις από την πλευρά του κράτους και του κεφαλαίου με τις οποίες επιβάλλουν τον έλεγχό τους, αλλά τα αντιλαμβανόμαστε σαν ανταγωνιστικές και συγκρουσιακές διαδικασίες. Χοντρικά, από τη μια μεριά υπάρχει η μεταναστευτική πρακτική και υποκειμενικότητα, από την άλλη η θέληση για την τιθάσευση και την εκμετάλλευσή της που εκφράζεται και μέσα από τα καθεστώτα αυτά. Τα ενδεχόμενα είναι κάθε φορά ανοιχτά.

8. Στην Ελλάδα των αρχών του ’90 ακριβώς αυτή η διαδικασία ξεκίνησε με πρωτοβουλία του κράτους. Ανοίγοντας τα σύνορα με την Αλβανία δημιούργησε ένα πληθυσμό παράνομων μεταναστών. Αυτοί οι άνδρες και αυτές οι γυναίκες, κυρίως από την Αλβανία, σε ένα βαθμό έβγαλαν τον ελληνικό καπιταλισμό από τα αδιέξοδα που αντιμετώπιζε ύστερα και από την ανολοκλήρωτη αναδιάρθρωση του Μητσοτάκη που μπλοκαρίστηκε από τους αγώνες του ντόπιου προλεταριάτου (ΕΑΣ, εκπαίδευτικά…). Οι ελαστικές σχέσεις εργασίας εφαρμόστηκαν στα σώματα των πρώτων αλβανών μεταναστών με εξαιρετική αγριότητα· γι’ αυτό κι εδώ ο όρος «ελαστικές» χρησιμοποιείται μόνο και μόνο για να περιγράψει τη μετέπειτα εξέλιξη του φαινομένου, καθώς παραείναι κομψός για να αποτυπώσει την αγριότητα αυτή. Η συγκεκριμένη μορφή της μεταναστευτικής εργασίας θεωρούμε ότι επιτέλεσε ένα διπλό ρόλο. Από τη μία τάισε την κερδοφορία των ντόπιων αφεντικών συντηρώντας ένα ικανοποιητικό επίπεδο εκμεταλλευσιμότητας. Από την άλλη, αποτέλεσε ένα νέο πείραμα, ένα πεδίο δοκιμών, για τη μελλοντική υποτίμηση της ντόπιας εργατικής τάξης, μέσω της ελαστικοποίησης των εργασιακών σχέσεων, κάτι που, άλλωστε, δεν άργησε να συμβεί.

9. Σε αυτό το μοτίβο, παρουσιάζει ενδιαφέρον η άποψη του ανθρωπολόγου Devon G. Peña που στο άρθρο του The Crisis of Capital, Immigration, and Food Justice προσπαθεί να συνδέσει τη μετανάστευση των Μεξικανών ανδρών και γυναικών προς τις ΗΠΑ με τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Μετά από μια σύντομη ανάλυση της σημερινής κρίσης ως αποτέλεσμα της ρήξης στο τελικό στάδιο της διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου (αυτό της πραγματοποίησης της υπεραξίας και της εκ νέου επένδυσής της στην παραγωγική διαδικασία) και μια αναφορά στην εμπορευματοποίηση του ρίσκου μέσα από την κατασκευή σύνθετων χρηματοπιστωτικών προϊόντων, ο Peña καταλήγει: «Πώς συσχετίζεται αυτό με τη μεξικανική μετανάστευση; Η εκμετάλλευση ευάλωτων πληθυσμών, όπως οι χωρίς-χαρτιά διεθνικοί Μεξικανοί εργάτες, λειτουργεί στη βάση της ίδιας πραγμοποίησης της αξίας που παρήγαγε εξωτικά εργαλεία όπως τα CDS (Credit Default Swaps), μόνο που αντί της εφήμερης αξίας των χαρτιών μιλάμε για την αφαίρεση της ζωντανής εργασιακής δύναμης. Σκεφτείτε τους Μεξικανούς εργάτες ως μια εκδοχή με σάρκα και αίμα της εμπορευματοποίησης του ρίσκου, μόνο που σε αυτή την περίπτωση οι καπιταλιστές πόνταραν στην απεριόριστη διαθεσιμότητα εκμεταλλεύσιμων εργατών χωρίς-χαρτιά, των οποίων η αξία χρήσης ως παραγωγική εργασία ήταν πολιτικά απαξιωμένη. Και αυτό έχει επίσης καταρρεύσει υπό το βάρος τόσο αγώνων των εργατών όσο και της αυξανόμενης στρατιωτικοποίησης των συνόρων…»

10. Η θέση των γυναικών στη μετανάστευση είναι από μόνη της ένα τεράστιο κεφάλαιο των παγκόσμιων μετακινήσεων. Μπορούμε να πούμε απλά εδώ ότι η όλο και μεγαλύτερη συμμετοχή των γυναικών στις σύγχρονες μεταναστεύσεις είναι μια πολύ βασική τους πτυχή, κάτι που έχει αλλάξει με ένα ιδιαίτερο τρόπο την κοινωνική σύνθεση των μεταναστών, τις μεταξύ τους σχέσεις, τη σύνθεση της μεταναστευτικής εργασίας και τελικά την ίδια τη φύση της μετανάστευσης (αυτό που κάποιοι περιγράφουν ως «θηλυκοποίηση της μετανάστευσης»).

11. Στην Ελλάδα άλλωστε φαίνεται πως η αντιμεταναστευτική πολιτική επιτελεί σήμερα κι ένα ιδεολογικό ρόλο για την κατασκευή της «πολυπόθητης» εθνικής ενότητας (όχι ότι αυτό είναι κάτι πρωτότυπο). Κάπως έτσι, ο μετανάστης παρουσιάζεται ως εξωτερικός εχθρός, ένα βολικό μέσο φαντασιακού εκτοπισμού της φύσης του «προβλήματος», αποπροσανατολισμού και ρατσιστικών φαντασιώσεων τιμωρίας και δίωξης.

Written by factoryfanet

Ιουνίου 14, 2011 at 12:52 μμ

Αναρτήθηκε στις 02 τεύχος, μετανάστευση