Factory

επιθεώρηση για τους μητροπολιτικούς ανταγωνισμούς

Archive for the ‘πράσινη ανάπτυξη’ Category

Εργασιακή – Ενεργειακή Κρίση, γιατί συμβαίνει αυτό που συμβαίνει

with one comment

Ο τομέας της ενέργειας αλλάζει με δραματικούς ρυθμούς τα τελευταία χρόνια σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι σκόρπιες ειδήσεις που ακούμε για επανεμφάνιση της πυρηνικής ενέργειας, για το τέλος του πετρελαίου, καθώς και για καινούργια φρούτα όπως τα βιοκαύσιμα, τα φωτοβολταϊκά στις ταράτσες και άλλα τέτοια, είναι στοιχεία αυτών των αλλαγών. Οι αλλαγές αυτές, όντας συγκεχυμένες και αποκομμένες από τη ζωή μας, συνιστούν μία θολή και ακατανόητη εικόνα που αρχικά μοιάζει με ένα χάος. Πίσω όμως από αυτό το χάος υπάρχουν συγκεκριμένες διαδικασίες οι οποίες λαμβάνουν χώρα από τις οποίες, αν αφαιρεθούν τα πέπλα της κυρίαρχης προπαγάνδας (δες «πράσινη ανάπτυξη») καθώς και τα ιδεολογήματα του ατομικισμού και της παραίτησης, φανερώνονται πιο καθαρά η αρχή, η μέση και το τέλος τους. Μιλάμε για την αρχή, την μέση και το τέλος μίας διαδικασίας που μας αφορά και μας επηρεάζει, καθώς είναι μέρος της βασικής αυτής έννοιας του κοινωνικού ανταγωνισμού που καθορίζει την πορεία της κρίσης1 του καπιταλιστικού συστήματος την οποία βιώνουμε.

Ο ενεργειακός τομέας αλλάζει μαζί με το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα του οποίου αποτελεί μέρος. Οι παράγοντες που το επηρεάζουν είναι πολλαπλοί, πολιτικοί, οικονομικοί, κοινωνικοί, και αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Για να γίνουμε λίγο περισσότερο συγκεκριμένοι σε κάτι που θα αναλύσουμε με μεγαλύτερη λεπτομέρεια παρακάτω, θα προσθέσουμε εδώ ότι για εμάς ο ενεργειακός τομέας επηρεάζει και επηρεάζεται από ένα συνδυασμό παραγόντων αλληλεπίδρασης α) στις εργασιακές σχέσεις και στις ανάγκες που αυτές θέτουν (π.χ. η επισφαλειοποίηση των ζωών μας, ο έλεγχος της μετανάστευσης), β) στις περιφράξεις των φυσικών πόρων και στις σχετικές πολιτικές καταλήστευσης που εφαρμόζονται από την κυριαρχία (π.χ. οι νέες περιφράξεις στον αέρα και στον ήλιο, το land grabbing2) και γ) στα οικολογικά όρια του πλανήτη (κλιματική αλλαγή, εξάντληση φυσικών πόρων). Όλες αυτές οι ιστορικές αλλαγές θεωρούμε ότι συμβαίνουν σε πραγματικό χρόνο και χώρο και ότι το αποτέλεσμά τους είναι αβέβαιο: θα κριθεί από την ποιοτική έκβαση των αγώνων που αναδύονται και θα αναδυθούν. Καταρχάς, πρόθεσή μας είναι να τοποθετήσουμε στο επίκεντρο της συζήτησης που θα ακολουθήσει τους κοινωνικούς-περιβαλλοντικούς αγώνες. Για να γίνει όμως αυτό είναι σκόπιμο να αντιπαρατεθούμε με δύο βασικά ψέματα που λειτουργούν ως εργαλεία αποπροσανατολισμού από την πλευρά της κυριαρχίας. Αυτά είναι 1) ο αποκαλυπτισμός και 2) η πράσινη ανάπτυξη.

Kριτική στον αποκαλυπτικισμό

Ο αποκαλυπτισμός είναι μία τάση της εποχής, η οποία κοινωνικά ευδοκιμεί και προωθείται τόσο από μία πλευρά του οικολογικού κινήματος όσο και από μια μερίδα των τεχνοκρατών-απολογητών του συστήματος που αναζητούν τεχνολογικές λύσεις στην παρούσα κρίση. Ο αποκαλυπτισμός χαρακτηρίζεται από μία νοοτροπία που βλέπει την οικολογική καταστροφή σαν έναν «εξωτερικό παράγοντα» που ως «η φύση που εκδικείται» θα έρθει να σαρώσει την ανθρωπότητα (και ίσως τον καπιταλισμό μαζί ως δια μαγείας!).3 Η τάση αυτή εκφράζεται μέσα από κινδυνολογικά σενάρια που τονίζουν ότι «το τέλος πλησιάζει», «το πετρέλαιο τελειώνει», «οι κλιματικοί πρόσφυγες4 θα μας κατακλύσουν» και δίνουν το στίγμα ότι κάτι αλλάζει αλλά δεν μπορούν να αναγνώσουν τι είναι αυτό που συμβαίνει. Χάνουν έτσι τις κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις του ζητήματος και επαφύονται στις λύσεις που δίνει η αδιαμφισβήτητη αλήθεια της «αντικειμενικής» επιστήμης. Η αποδοχή του επιστημονισμού, όμως, είναι ένα βήμα πριν από την αποδοχή των επιταγών της κυριαρχίας, η οποία, αφού αυθαίρετα ορθολογικοποιεί, μετά κατασκευάζει τα σενάρια που χωρούν στην αλήθεια της. Παράλληλα δεν πρέπει να ξεχνάμε ένα επιπλέον στοιχείο που συμβαδίζει με τον αποκαλυπτισμό, είναι αυτό της κατασκευή της σπάνης. Σύμφωνα με τον Caffentzis (2010), κατά την ιστορία του καπιταλισμού έχουν κατασκευαστεί χιλιάδες καταστάσεις σπάνης με σκοπό την αναδιάρθρωση της εργασίας και την επίτευξη του κέρδους.

Ειδικότερα στην περίπτωση της εξάντλησης του πετρελαίου, αφθονούν τα σενάρια του λεγόμενου peak oil5 τα οποία, βασιζόμενα στην υπέρτατη αλήθεια των μαθηματικών της καμπύλης Χάμπερτ6, προσπαθούν να προβλέψουν αν το τέλος του πετρελαίου θα φτάσει το 2012, το 2020 ή το 2050. Αυτά τα σενάρια αφήνουν εντελώς απ’ έξω την κοινωνία και την αντιμετωπίζουν στην καλύτερη περίπτωση ως ένα παθητικό καταναλωτή. Σύμφωνα με τη λογική τους, η φύση και οι πόροι της φαίνεται να είναι ξεχωριστοί και αποκομμένοι από το κεφάλαιο. Είναι απλά πρώτες ύλες. Όλες αυτές οι καμπύλες εξάντλησης που αφορούν π.χ. το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, μοιάζουν σα να καταβροχθίζονται από μία μαύρη τρύπα. Αδυνατούν να καταλάβουν ότι για το καπιταλιστικό σύστημα η φύση ως φύση δεν υπάρχει. Η φύση για τον καπιταλισμό είναι επίσης ένα εμπόρευμα και δεν μπορεί να υπάρξει στα πλαίσια του ούτε σταγόνα πετρελαίου ή φυσικού αερίου ούτε φωτόνιο που να μην πάρει τη μορφή εμπορεύματος (Μidnight Notes 1980). Αυτή η πραγματικότητα, η πραγματικότητα του εμπορεύματος, είναι που η τάση του αποκαλυπτισμού, είτε στην οικολογική είτε στην τεχνοκρατική μορφή της, δεν μπορεί να δει ως μέρος της καπιταλιστικής πραγματικότητας.

Αντίθετα, αυτό που βλέπουμε εμείς είναι ότι όσο αναπτύσσεται και αλλάζει ο ενεργειακός τομέας τόσο εντείνονται αγώνες που αφορούν τη μορφή που θα πάρει. Τέτοιοι αγώνες (ή υπόγειες κοινωνικές διαδικασίες) μπορεί να είναι δίπλα μας, στα λιγνιτορυχεία της Κοζάνης και της Πτολεμαϊδας, στους τοπικούς αγώνες στην Κέρκυρα και στην Κρήτη σε σχέση με τα αιολικά πάρκα, ή πολύ πιο μακριά, στο λεγόμενο «Τρίτο Κόσμο», στους αγώνες κοινοτήτων για την οικειοποίηση της γης τους ενάντια σε επενδύσεις αγροκαυσίμων. Όλες αυτές οι διαδικασίες και πολλές πολλές ακόμα είναι που επηρεάζουν τη δημιουργία του κεφαλαίου.7

Ορίζοντας την εργασιακή-ενεργειακή κρίση

Στην πορεία της ιστορίας διάφορες ενεργειακές πηγές έχουν χρησιμοποιηθεί κατά περιόδους σε συνδυασμούς η μία με την άλλη. Έχουν να κάνουν με το λίπος της φάλαινας, την ξυλεία, το λιγνίτη, τα πυρηνικά, τον άνεμο, τον ήλιο, το φυσικό αέριο, τα βιοκαύσιμα, τα υδροηλεκτρικά και την κοπριά ζώων. Κάθε τομέας έχει μία συγκεκριμένη εργασιακή διαίρεση και απαιτεί μία συγκεκριμένη τεχνολογία για τη μετατροπή του εκάστοτε καυσίμου σε χρησιμοποιούμενη μορφή, για παράδειγμα για κινητική δύναμη, θερμότητα, φως, κ.τ.λ. Παραδείγματα αποτελούν το πετρέλαιο  και η μηχανή εσωτερικής καύσης ή το κάρβουνο και η θερμοηλεκτρική μονάδα. Επίσης, η ενέργεια μπορεί λιγότερο ή περισσότερο να χρησιμοποιηθεί ως εμπόρευμα στα πλαίσια της κοινωνικής αναπαραγωγής (παραγωγή αγαθών, πώληση και δημιουργία υπεραξίας, επέκταση αγορών, έλεγχος-αναπαραγωγή-αναπλήρωση του εργατικού δυναμικού). (Αbramsky 2010).

Το ενεργειακό ζήτημα θεωρούμε ότι είναι κομβικό στην εξέλιξη του κοινωνικού ανταγωνισμού καθώς:

1.  συνδέεται με θέματα κοινωνικής αναπαραγωγής (θέρμανση, προετοιμασία τροφής, φωτισμός, μετακίνηση, οικιακές ανάγκες),

2.  παίζει σημαντικό ρόλο στη διαδικασία της κατανάλωσης και αποτελεί εργαλείο αντικατάστασης του εργατικού δυναμικού (μηχανοποίηση, τεχνητός φωτισμός, μεταφορά εμπορευμάτων) και

3.  συνδέεται με ζητήματα της αναπτυξιακής διαδικασίας και τοπικών εργατικών και περιβαλλοντικών αγώνων που αναδύονται, αφορά σχέσεις εξουσίας όσον αφορά στη διαχείριση της γης των ενεργειακών κοινών (απαλλοτριώσεις, ανάπτυξη της βιομηχανίας των ΑΠΕ, περιβαλλοντική υποβάθμιση σε περιοχές εξόρυξης φυσικών πόρων κ.α.).

Συνεχίζοντας στη λογική που αναπτύξαμε παραπάνω με την κριτική στην τάση του αποκαλυπτισμού, γίνεται πλέον φανερό ότι για εμάς το ενεργειακό πρόβλημα είναι ένα πρόβλημα του κεφαλαίου και όχι ένα πρόβλημα της «φύσης» ή «της φύσης και του ανθρώπου». Θεωρούμε ότι η αληθινή κρίση των τελευταίων δεκαετιών που αντιμετωπίζει το κεφάλαιο από τη δεκαετια του ’60 και μετά έχει να κάνει με διαδικασίες δημιουργίας αρνήσεων του κυρίαρχου κόσμου κοινωνικών σχέσεων. Αυτές οι διαδικασίες εκφράζονται μέσα από δίκτυα κοινωνικής οργάνωσης που αλληλεπιδρούν, διαδικασίες αγώνα, συμπεριφορές απειθαρχίας (π.χ. κοπάνες από το μαζικό εργοστάσιο, σαμποτάζ, μειωμένη εργασιακή ηθική), από νέα ριζοσπαστικά συλλογικά υποκείμενα (το γυναικείο κίνημα, το οικολογικό, οι υποκουλτούρες, το κίνημα των μαύρων), τη γέννηση της αυτονομίας, την άρνηση της εργασίας8 και την αχρήστευση των νοημάτων εκσυγχρονισμού του καπιταλισμού με τις τότε κεϋνσιανές ρυθμίσεις από την κριτική των επαναστατικών κινημάτων. (Factory 2010).

Όλες αυτές οι μορφές της άρνησης δημιουργούν άμεσα την κρίση πειθάρχησης που βιώνεται από τα αφεντικά ως κρίση κερδοφορίας και προκαλούν την επερχόμενη «ενεργειακή κρίση» για την αποκατάστασή της. Μία κρίση η οποία στις διαδρομές από τη χειροκίνητη εργασία και τη δύναμη των ζώων στην ξυλεία και το λιγνίτη, από το λιγνίτη στο πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, αλλά και στις ΑΠΕ, στα πυρηνικά, στο υδρογόνο και στους υβριδικούς συνδυασμούς του, προσπαθεί να εκμεταλλευτεί με τον καταλληλότερο τρόπο το εργατικό δυναμικό και τις μηχανές (δηλαδή τη συμπυκνωμένη εργασιακή δύναμη που το συμπληρώνει) και, ξεπερνώντας τα όρια που τίθενται, να διατηρήσει την αέναη μεγέθυνση του συστήματος. Αυτή την κρίση θα ήταν πιο ταιριαστό να την ονομάσουμε «κρίση της εργασίας» ή ακόμα καλύτερα εργασιακή/ενεργειακή κρίση.

Στο πλαίσιο αυτής της κρίσης να έχουμε κατά νου ότι σε μία μελλοντική πραγματικότητα όπου οι ενεργειακοί πόροι γίνονται περισσότερο «ακριβοί» (από κοινωνική, οικονομική, οικολογική, πολιτική άποψη) κράτος και κεφάλαιο αναμένεται να αποκριθούν κάνοντας πιο «φθηνή» την εργασία, υποτιμώντας και ελαστικοποιώντας την ακόμα περισσότερο (Αbramsky 2010). Έτσι, από εδώ και στο εξής για εμάς υπάρχουν βασικά κοινωνικά ερωτήματα-αγώνες που αποτελούν μέρος του όποιου peak oil που αφορούν το:

•  πώς, πού και από ποιόν παράγεται υπεραξία στον ενεργειακό τομέα

•   πώς, πού και από ποιόν διανέμεται αυτή η υπεραξία αφού έχει παραχθεί

•   γιατί παράγεται η ενέργεια εξ’αρχής.

Μέσα από τέτοια ερωτήματα και περνώντας ανάμεσα από διαδρόμους ενδοκαπιταλιστικών συγκρούσεων (που εμπλέκουν δηλαδή κρατικά, γεωπολιτικά και εταιρικά συμφέροντα) και κοινωνικών διαιρέσεων (που αφορούν διαιρέσεις στα πλαίσια της εργατικής τάξης ή/και κοινοτήτων), θα προσπαθήσουμε προχωρώντας στο κείμενο να φτάσουμε στο εδώ και στο τώρα.  Πρώτα όμως θα πρέπει να ξεσκεπάσουμε ένα ακόμα πέπλο που μας εμποδίζει να εμβαθύνουμε στις κοινωνικές διεργασίες και τίθεται ως εναλλακτική λύση στο αδιέξοδο του καπιταλιστικού συστήματος. Αυτό της πράσινης ανάπτυξης.

Πως η πράσινη ανάπτυξη αναπαράγει την εργασιακή/ ενεργειακή κρίση

Η πράσινη ανάπτυξη είναι μία από τις λύσεις στην οποία ποντάρει ο καπιταλισμός για να κερδίσει χρόνο και χρήμα ώστε να βγει από την κρίση του, τόσο σε ιδεολογικό επίπεδο όσο και σε υλικό. Το ιδεολογικό (δηλαδή οι ιδέες, οι αξίες, κ.λ.π.) δεν μπορεί να διαχωριστεί από το υλικό (οι υλικές υποδομές, το πού πάνε τα χρήματα, οι επενδύσεις, κ.λ.π.), παρόλα αυτά για τους σκοπούς του κειμένου θα τα αντιμετωπίσουμε για λίγο ξεχωριστά.

Σε ιδεολογικό επίπεδο, λοιπόν, θεωρούμε ότι η ιστορία του καπιταλισμού είναι ουσιαστικά μία ιστορία ενσωμάτωσης ιδέών και αξιών που προήλθαν από την ανταγωνιστική κοινωνική δημιουργικότητα. Κάποια παραδείγματα ενσωμάτωσης, όσον αφορά στην εργασία και στο εργατικό κίνημα, αποτελούν ο αγώνας για το 8ωρο και η κοινωνική υπηρεσία των συντάξεων, η οποία προήλθε από την κρατικοποίηση των εργατικών ταμείων των συνδικάτων στις αρχές του αιώνα. Όσον αφορά τις πράσινες τεχνολογίες και το οικολογικό κίνημα, η ανάπτυξη των ΑΠΕ είναι αναμφισβήτητα μία τέτοια ιστορία. Από τη δεκαετία του ’70, οι πρώτες πρωτοπόρες πρωτοβουλίες ανάπτυξης των ΑΠΕ έδιναν έντονη έμφαση στην έννοια του τοπικού και συνεργατικού ελέγχου. Αυτές συμπεριέλαβαν συνεργατικές κολλεκτίβες ανεμογεννητριών και δημοτικής ιδιοκτησίας υβριδικές θερμοδυναμικές (power and heat) μονάδες παραγωγής ενέργειας στη Δανία9, ενεργειακά προγράμματα πολιτών στη Γερμανία (συμπεριλαμβανομένων συνεταιρισμών γυναικών και συνεργατικών συλλογικοτήτων που αγόραζαν τοπικά ηλεκτρικά δίκτυα), ένα εργοστάσιο παραγωγής ανεμογεννητριών εργατικού ελέγχου στην Ισπανία (Modragon) κ.α. (Αbramsky)

Τέτοιες πρωτοβουλίες υπήρξαν στις χώρες του Βορρά, παρόλα αυτά έχουν υπάρξει και σχετικά παραδείγματα στο Νότο σε χώρες όπως το Νεπάλ (μικρά υδροηλεκτρικά φράγματα), στην Αργεντινή (ανεμογεννήτριες) και στην Ινδία (σε σχέση με το βιοαέριο σε κοινοτικό επίπεδο). Οι προσπάθειες, όμως, αυτές αργά ή γρήγορα υπονομεύτηκαν από την παρέμβαση ιδιωτών επενδυτών, εταιρειών και συμφωνιών ελεύθερου εμπορίου. Όπως τότε, έτσι και σήμερα το ερώτημα της ιδιοκτησίας και του ελέγχου των περιοχών πλούσιων σε ΑΠΕ επανέρχεται περισσότερο επίκαιρο από ποτέ άλλοτε, καθώς οι απαντήσεις που θα δοθούν θα καθορίσουν την ανάπτυξη του σχετικού ενεργειακού τομέα σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο.

Σε υλικό επίπεδο το κεφάλαιο επιδιώκει να ανοίξει καινούριες αγορές (οικολογικά προϊόντα, πράσινες θέσεις εργασίας, εναλλακτικός τουρισμός κ.α.) και να χρησιμοποιήσει τα περιβαλλοντικά προβλήματα ως ζητήματα που λύνονται μέσω της αγοράς (π.χ. εμπόριο ρύπων) και της πράσινης τεχνολογίας (τεχνικές αντιρρύπανσης, ΑΠΕ κ.α.). Είναι ένα ερώτημα πόσο μακριά μπορεί να φτάσει η κερδοφορία του κεφαλαίου μέσω μίας τέτοιου είδους στρατηγικής. Η στρατηγική του πράσινου καπιταλισμού είναι μία στρατηγική η οποία εφαρμόζει νέες περιφράξεις και επιδιώκει να πραγματώσει νέους κύκλους συσσώρευσης, μικρούς ή μεγάλους.10 Ιδιαίτερα μετά την αποτυχία της Διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή (COP15) που πραγματοποιήθηκε στην Κοπεγχάγη το Δεκέμβριο του 2009, υπάρχει μία όλο και μεγαλύτερη συνειδητοποίηση σε κοινωνικό επίπεδο ότι οι λύσεις στο πλαίσιο του καπιταλισμού είναι «ψεύτικες λύσεις». Πολλά είναι τα παραδείγματα για το πώς οι «πράσινες καπιταλιστικές» μορφές των περιφράξεων, μετατοπίσεων πληθυσμών, εκμετάλλευσης και αποικιοποίησης γίνονται εργαλεία συσσώρευσης.

Ένα από τα πιο χτυπητά παραδείγματα το οποίο αναδεικνύεται σε «λύση» της κλιματικής αλλαγής είναι τα αγροκαύσιμα. Για τους σκοπούς αυτού του κειμένου θα περιοριστούμε να σημειώσουμε το προφανές γεγονός ότι η ανάπτυξη του τομέα των αγροκαυσίμων βασίζεται στην εκμετάλλευση ημιδουλικών συνθηκών εργασίας και σε μετατοπίσεις κοινοτήτων στις χώρες του Νότου11  ώστε η κυριαρχία να διαφημίζει την «οικολογική» εξέλιξη του βιοντίζελ και κάποια κοινωνικά κομμάτια των χωρών του Βορρά να συνεχίζουν το αναπτυξιακό τους όνειρο.

Ένα άλλο παράδειγμα είναι το εμπόριο ρύπων. Η έννοια του εμπορίου ρύπων συνοψίζεται στο εξής σχήμα: αν μια βιομηχανική χώρα ή μια βιομηχανία σε μια χώρα έχει εκπέμψει σ’ ένα χρονικό διάστημα περισσότερους ρύπους απ’ αυτούς που προβλέπονταν, τότε μπορεί να αγοράσει από μια άλλη χώρα ή βιομηχανική μονάδα, η οποία έχει επιτύχει μεγαλύτερη μείωση από την προβλεπόμενη, «δικαιώματα» ρύπων ώστε να είναι εντός των ορίων. Έτσι, η βιομηχανία που δεν μπορεί να πληρώσει αναγκαστικά είτε κλείνει ή αναδιαρθρώνεται! Για μία αναδιάρθρωση δε γίνονται όλα; Και επιπλέον τι ωραίος τρόπος για να δικαιολογήσεις την απόλυση μερικών εργαζομένων! Και ηθικά σωστός, ειδικά αν τους κατευθύνεις προς μία πράσινης μορφής επιχειρηματικότητα! Όπως θα δούμε και στο επόμενο κείμενο, η άνοδος των τιμολογίων του ρεύματος της ΔΕΗ και οι εξελίξεις στην αναδιοργάνωση των εργασιακών σχέσεων μέσα στην ενεργειακή βιομηχανία του ελλαδικού χώρου θα καθοριστούν σημαντικά από την εφαρμογή των ρυθμίσεων εμπορίου ρύπων.

Τέλος, η ανάπτυξη της βιομηχανίας των ΑΠΕ γίνεται σαφέστατα σύμφωνα με το σχήμα πατεντών και εμπορικών δικαιωμάτων εφαρμογής τεχνολογίας της καπιταλιστικής ιεραρχίας. Αν πάρουμε το παράδειγμα των μονάδων αιολικής ενέργειας, οι οποίες αποτελούν μονάδες εφαρμόσιμες σε κάθε σημείο του πλανήτη όπου υπάρχει επαρκής παροχή ανέμου, θα δούμε ότι διαμορφώνεται μία ανισορροπία12 στην κατοχή δικαιωμάτων και τεχνογνωσίας κατασκευής ανεμογεννητριών σε σύγκριση με τις χώρες που στο μέλλον θα αναγκαστούν να εισάγουν αυτή την τεχνολογία και να αγοράσουν άδειες χρήσης. Η άλλη πλευρά του νομίσματος της ίδιας σχέσης εξάρτησης έχει να κάνει με χώρες που εμπλέκονται στο ρόλο της εξαγωγής σε χαμηλές τιμές πρώτων υλών όπως το βανάδιο, το πυρίτιο και το λίθιο που είναι απαραίτητα για την κατασκευή μονάδων ΑΠΕ (π.χ. φωτοβολταϊκά), καθώς και των σχετικών αποθηκευτικών μέσων ενέργειας (μπαταρίες). Οι μεταλλευτικές εταιρίες που εμπλέκονται στην εξόρυξη των πρώτων υλών συμπεριλαμβάνουν στα χαρακτηριστικά τους την εξαθλίωση στις σχέσεις εργασίας, την περιβαλλοντική υποβάθμιση και τις μετατοπίσεις γηγενών πληθυσμών. (Αbramsky)

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι με τέτοιους τρόπους, όπως συνοπτικά τέθηκαν στα παραπάνω παραδείγματα, ο πράσινος καπιταλισμός αναπαράγει την κρίση του και προσπαθεί να πετύχει μέσα από την κλιματική αλλαγή και τη ρύπανση που ο ίδιος παράγει με ένα σμπάρο δύο τριγώνια: και νέους τρόπους κερδοφορίας να δημιουργήσει και καινούργια επιχειρήματα να εκμεταλλευτεί στην προσπάθειά του να αυτο-παρουσιαστεί ως ηγεμονική δύναμη στην ιστορία της ανθρωπότητας! Στο επόμενο κείμενο θα επικεντρωθούμε στην ενεργειακή πραγματικότητα του ελλαδικού χώρου. Θα προσπαθήσουμε να δούμε με ποιο τρόπο εξελίσσεται στην παρούσα συγκυρία η εργασιακή/ενεργειακή κρίση στον ελλαδικό χώρο και πώς αυτό αποτυπώνεται στην άνοδο των ενεργειακών τιμολογίων, στις αλλαγές στο εσωτερικό της ΔΕΗ και στους νέους κοινωνικούς αγώνες που αναδύονται στις περιοχές παραγωγής και κατανάλωσης της ενέργειας.

Βιβλιογραφία

Abramsky, Kolya, (2010), Energy, Work, and Social Reproduction in the World Economy, από το βιβλίο Sparking a Worldwide Energy Revolution, AK Press.

Abramsky, Kolya, (2010), BeyondCopenhagen: Common Ownership, Reparations, Degrowth and Renewable Energy Technology Transfer, http://www.folkecenter.net/mediafiles/folkecenter/pdf/Beyond-Copenhagen-degrowth-reparations.pdf

Caffentzis, George, (2010), “Peak Oil” and “Resource Curses” from a Class Perspective

Βlack Out στο κοινωνικό εργοστάσιο, τ. 9, Δον Κιχώτες και ιδιωτες… η περίπτωση των αιολικών σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, http://www.blackout.gr/keimena/98

Μidnight Notes, (2009), Υποσχετικές Επιστολές: Από την Κρίση στην Κοινότητα, http://www.yfanet.net/

Μidnight Notes, (1980), No Future Notes: the Work/Energy Crisis & The Anti-Nuclear Movement,   http://www.midnightnotes.org/PDFnofuture.pdf

MidnightNotes II. Vol. 1, (1980), The Work/Energy Crisis and the Apocalypse, http://www.midnightnotes.org/workenergyapoc.html

Ο χορός της καραμανιόλας, (2009), Oικονομικη κριση & κριση συναινεσης, http://www.xorostiskarmaniolas.blogspot

Factory: Eπιθεώρηση για τους Μητροπολιτικούς Ανταγωνισμούς, (2010), Σημειώσεις για την καπιταλιστική κρίση: Aπό το κραχ του 1929 στην σημερινή συγκυρία, https://factoryfanet.wordpress.com/

Oceransky Sergio (2008), Συγκρούσεις για τον αέρα στον Iσθμό του Tehuantepec.

1. Υπάρχουν δύο σημαντικά σημεία για τη φύση της κρίσης της εποχής μας που βρίσκουμε σημαντικό να αναφερθούν σε αυτό το σημείο με σκοπό την απομυστικοποίησή της. Το πρώτο είναι ότι η κρίση που βιώνουμε δεν πρόκειται για μία απλή ύφεση, όπως πίστευαν σε παλαιότερες εποχές (τον 19ο αιώνα και στις αρχές του 20ου, υπήρχε ιδιαίτερα διαδεδομένη η άποψη ότι οι κρίσεις του καπιταλισμού αποτελούν αυτόματο, αναπόφευκτο προϊόν των οικονομικών κύκλων που οφειλόταν στην καπιταλιστική «αναρχία της παραγωγής), δηλαδή για μία κατάσταση «ανισσοροπίας» περιορισμένης σημασίας και επιπτώσεων. Αντίθετα, είναι μία συνολική κρίση της λειτουργίας του υπάρχοντος κοινωνικού συστήματος και των νοημάτων που αναπαράγει, πρόκειται για μία υπαρξιακή κατάσταση που θέτει υπό αμφισβήτηση την κοινωνική σταθερότητα αλλά και την ίδια την ύπαρξή του. Το δεύτερο είναι ότι η εμπειρία του τελευταίου αιώνα, η οποία υπήρξε τόσο πλούσια σε επαναστάσεις, κοινωνικούς αγώνες, πολέμους και μεταρρυθμίσεις, μας δείχνει ότι τόσο οι υφέσεις όσο και οι κρίσεις δε βρίσκονται έξω από τον ανθρώπινο έλεγχο: μπορούμε να τις προκαλέσουμε, να τις επιταχύνουμε, να τις αναβάλουμε ή να τις βαθύνουμε. (            Midnight Notes 2009)

2. Land grabbing στο http://el.wikipedia.org/: όρος που χρησιμοποιείται για την αναφορά στο ζήτημα της αγοράς ή ενοικίασης και εκμετάλλευσης μεγάλων εκτάσεων γης φτωχών χωρών από πλούσιες

3. Αντίθετα εμείς θεωρούμε ότι η οικολογική καταστροφή γίνεται πρόβλημα για το κεφάλαιο μόνο όταν οι κοινωνίες τη θέτουν ως πρόβλημα. Σε διαφορετική περίπτωση μπορεί μία χαρά να υπάρχει στους παράλληλους κόσμους του καπιταλιστικού κόσμου (με απλούς όρους: οι χωματερές στις υποβαθμισμένες περιοχές-o πράσινος τουρισμός στις υπο-ανάπτυξη περιοχές, τα μεταλλαγμένα στον τρίτο κόσμο-τα βιολογικά προϊόντα στον πρώτο κ.ο.κ). «Αν δεν υπάρχει ένας αγώνας ενάντια στην περιβαλλοντική υποβάθμιση και τη σιωπηρή αποδοχή της υποβάθμισης αυτής, η οικολογική καταστροφή δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα αισθητικό φαινόμενο, όπως η ομίχλη στους πίνακες του Monet», που λεν και οι Midnight Notes (2009).

4. Δε συμφωνούμε με τον όρο των κλιματικών προσφύγων, ο οποίος φαίνεται να αποκτά αυξανόμενη δημοτικότητα σε οργανώσεις της αριστεράς, και τον αναφέρουμε για τους σκοπούς της εισήγησης με κριτικό τρόπο. Ο όρος «κλιματικοί πρόσφυγες» (climate refugees), ο οποίος αναφέρεται στους ανθρώπους που μεταναστεύουν εξαιτίας των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής, έχει αποτελέσει σημείο αναφοράς δικτύων οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, οι οποίες με τη δραστηριότητά τους ανέπτυξαν μία κριτική προσέγγιση κατά τη διάρκεια της Διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή (COP15) που πραγματοποιήθηκε στην Κοπεγχάγη τον Δεκέμβριο του 2009. Αυτή η οπτική, όμως, επικεντρώνεται στην κλιματική αλλαγή ως ένα ζήτημα αποκλειστικά εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και αποτυγχάνει να εξετάσει την ευρύτητα των πολιτικών ζητημάτων που επηρεάζουν τη μετανάστευση, όπως οι πολιτικές πληθυσμιακού ελέγχου, ο ρόλος του εθνικισμού και ο έλεγχος της μετανάστευσης από τα κράτη. Αντίθετα, το συμπέρασμά μας είναι ότι το φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής είναι αδύνατο τόσο να τεθεί πολιτικά ουδέτερα όσο και να απομονωθεί ως κύρια αιτία μίας μεταναστευτικής κίνησης. Κι έτσι, το αίτημα, στο οποίο συχνά καταλήγει κανείς, για την αναγνώριση των κλιματικών προσφύγων δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για μία συνολική πολιτική αμφισβήτηση.

5. Ο όρος «ανώτατο σημείο της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου» (peak oil) χρησιμοποιείται για να δείξει ότι, δεδομένων των περιορισμένων αποθεμάτων των ορυκτών καυσίμων, υπάρχει ένα σημείο καμπής μετά το οποίο η εξόρυξη θα είναι όλο και δυσκολότερη και το καύσιμο όλο χαμηλότερης ποιότητας. Στο peak oil θα παράγεται η μεγαλύτερη ποσότητα πετρελαίου που έχει παραχθεί ποτέ σε μια δεδομένη χρονιά και, μετά από αυτό, η ετήσια παραγωγή θα αρχίσει να φθίνει.

6. Γραφική αναπαράσταση της θεωρίας για την κορύφωση της παραγωγής του πετρελαίου.

7. Παραθέτουμε ένα απόσπασμα από τους Midnight Notes (1980) που συνδέει τις έννοιες του κεφαλαίου, της εργασίας και της ενέργειας: «το κεφάλαιο δεν αποτελεί ένα πράγμα, ένα απλό παράγωγο της εργασίας. Το κεφάλαιο συμπεριλαμβάνει μία κοινωνική σχέση που αφορά στη διαδικασία της δημιουργίας της εργασίας, δηλαδή, κατά μία έννοια, τη συνθήκη του μετασχηματισμού της ενέργειας σε εργασία … η ενέργεια εμπεριέχει μία αεικίνητη δραστηριότητα … η οποία μπορεί να είναι τόσο ανταγωνιστική όσο και παραγωγική για την εργασία που το κεφάλαιο χρειάζεται τόσο απεγνωσμένα. Αν και ο αέναος κύκλος της καπιταλιστικής πραγματικότητας είναι ο μετασχηματισμός της ενέργειας σε εργασία, το πρόβλημά του είναι αν δεν μπορέσει να φτάσει σε συγκεκριμένα ποιοτικά επίπεδα, αν η σχέση που εκφράζεται με το λόγο εργασία/ενέργεια καταρρέει. Αν αυξηθεί η εντροπία, δηλαδή η αταξία του συστήματος, αν η διαθεσιμότητα του εργατικής τάξης για εργασία μειωθεί, τότε το σύστημα απειλείται.»

8. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η θέση των Midnight Notes (1980) η οποία επεκτείνει την έννοια της «άρνησης της εργασίας» σε περισσότερο διευρυμένα πεδία κοινωνικών αρνήσεων: «τις τελευταίες δεκαετίες το κεφάλαιο έχει φέρει άνω κάτω τον κόσμο για να αντιμετωπίσει τους αγώνες άρνησης της εργασίας που έχουν αναδειχθεί ιστορικά σε διάφορα επίπεδα 1) με τη σχετική εκμετάλλευση του εργοστασιακού εργάτη και την άρνησή του να προσαρμοστεί, 2) με την απόλυτη εκμετάλλευση της οικιακής εργασίας και την αποδόμηση της παραδοσιακής μορφής του θεσμού της οικογένειας, 3) με την άρνηση της παθητικής απορρόφησης των βιο-κοινωνικών αποβλήτων του κεφαλαίου μέσω των αγώνων ενάντια σε πυρηνικές μονάδες [ΣτΣ: θα μπορούσαμε εδώ να προσθέσουμε και παραδείγματα αγώνων ενάντια σε Χώρους Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων (ΧΥΤΑ)] και τις εξεγέρσεις σε γκέτο & φυλακές και 4) με την άρνηση της εντατικοποίησης στο εκπαιδευτικό σύστημα».

9. «Eνδιαφέρον παρουσιάζoυν παραδείγματα όπου η ανάπτυξη της αιολικής ενέργειας έγινε στην αντίθετη κατεύθυνση απ’ ό,τι παρουσιάζεται σαν αναπόφευκτο. Για παράδειγμα, η Δανία επί χρόνια επιδοτούσε τις επενδύσεις σε ανεμογεννήτριες σε κλίμακα οικογένειας, στα χωριά όπου θα τοποθετούνταν αυτές, περιορίζοντας μάλιστα τη συμμετοχή κάθε οικογένειας έτσι ώστε να υπάρχει δίκαιη διανομή των κερδών. Mιας και το κράτος κάλυπτε αυτές τις επενδύσεις, οι τράπεζες έτρεξαν να προσφέρουν χαμηλότοκα δάνεια σε κάθε ενδιαφερόμενο. Για αρκετά χρόνια το ζήτημα της αιολικής ενέργειας έμεινε σ’ αυτήν τη μορφή, και φυσικά επεκτάθηκε εύκολα και χωρίς αντιρρήσεις. Mόλις όμως η αγορά ενέργειας στη Δανία “απελευθερώθηκε” και έκαναν την εμφάνισή τους τα μεγα-σχέδια βιομηχανικής κλίμακας, οι ίδιοι οι Δανοί στράφηκαν εναντίον τους αποφασιστικά με αποτέλεσμα να μη γίνει καμία τέτοια επένδυση εκεί. Φυσικά η “ήπια” πολιτική του κράτους της Δανίας οφείλεται σε συγκεκριμένες κοινωνικές δομές και πρακτικές· και καθόλου δε δεσμεύει το πώς συμπεριφέρονται εταιρείες δανέζικης ιδιοκτησίας εκτός συνόρων. Aλλά είναι μια χρήσιμη απόδειξη, για χρήση στο Mεξικό και αλλού, του ότι η εναντίωση στα βιομηχανικά σχέδια εκμετάλλευσης του ανέμου (αλλά και της γης, συχνά δε και των υδάτων) δε συνεπάγεται απόρριψη της αιολικής ενέργειας, αλλά ενός συγκεκριμένου μοντέλου που εξασφαλίζει κέρδη στους βιομήχανους, μοιράζοντας τις ζημιές στους κάθε φορά ντόπιους». (Οceransky 2008)

10. Σύμφωνα με την έκθεση του ΟΗΕ «Οι Παγκόσμιες Τάσεις στην Αειφόρο Ενεργειακή Ανάπτυξη» (2009), οι επενδύσεις στις ΑΠΕ σε σχέση με αυτές στο φυσικό αέριο και το λιθάνθρακα τετραπλασιάστηκαν μέσα στο 2008 έναντι του 2004. Κι αν το 2009 η οικονομική κρίση χτύπησε και τον «πράσινο τομέα», οι θεσμικοί φορείς επιμένουν ότι η ανάπτυξή του αποτελεί τη μόνη απάντηση. Η αιολική ενέργεια προσελκύει τις υψηλότερες επενδύσεις, αν και η ηλιακή ενέργεια εμφανίζει τα περισσότερα κέρδη. Τα βιοκαύσιμα και η γεωθερμία είναι άλλοι σταθερά ανερχόμενοι τομείς. Ο Μπάρακ Ομπάμα μετά την εκλογή του είχε επαναλάβει τη δέσμευσή του για «πράσινες επενδύσεις» 150 δισ. δολαρίων τα επόμενα 10 χρόνια. Σήμερα, οι ΗΠΑ έχουν επενδύσει πάνω από 67 δισ. δολάρια σε αυτόν τον τομέα, όπως άλλωστε και η Κίνα. (Ο χορός της καρμανιόλας)

11. Οι όροι «Βορράς» και «Νότος» χρησιμοποιούνται σχηματικά διευκολύνοντας την αναφορά στις πλούσιες βιομηχανοποιημένες χώρες και τις φτωχές αναπτυσσόμενες χώρες αντίστοιχα. Παρ’ όλα αυτά αυτός ο διαχωρισμός δεν είναι ικανοποιητικός γιατί συγκαλύπτει τα κοινά συμφέροντα μεταξύ των ελίτ των αναπτυσσόμενων και των αναπτυγμένων χωρών καθώς και την απουσία απόλυτα ομογενοποιημένων ομάδων συμφερόντων εντός των δύο κατηγοριών. Επίσης, κρίνεται ότι τα αναλυτικά σχήματα του αντιιμπεριαλισμού συχνά αποτελούν μέρος μίας ενσωματώσιμης κρατικής ιδεολογίας η οποία συχνά αντικαθιστά τον κοινωνικό-ταξικό ανταγωνισμό με διακρατικούς ανταγωνισμούς.

12. Κυρίως σε Γερμανία, Δανία, Ισπανία και ΗΠΑ, με την Κίνα και την Ινδία να γίνονται πρόσφατα σημαντικοί παράγοντες της σχετικής βιομηχανίας.

Advertisements

Written by factoryfanet

Ιουνίου 14, 2011 at 4:21 μμ

ΔΕΗ και Eργασιακή – Eνεργειακή Kρίση: Eνέργεια στον ελλαδικό χώρο και μετασχηματισμοί του ενεργειακού τομέα

leave a comment »

Την εποχή που άρχισε στην Ελλάδα η παραγωγή και η διάθεση του ηλεκτρικού ρεύματος, ίσχυαν οι βασικές αρχές του ρωμαϊκού δικαίου σύμφωνα με τις οποίες η ενέργεια δεν αποτελούσε πράγμα αφού δεν έφερε την ιδιότητα του σώματος (αντικειμένου). Συνέπεια αυτού, εκτός των άλλων, ήταν να μη διώκεται για κλοπή όποιος έκανε παράνομα χρήση αυτού. Από ένα σημείο και μετά, η αφαίρεση ή παράνομη λήψη ηλεκτρικού ρεύματος είχε αρχίσει να λαμβάνει μεγάλες διαστάσεις. Έτσι, δια του νόμου 2979 της 3/6 Αυγούστου 1922 «Περί ηλεκτρικών εγκαταστάσεων», οποιαδήποτε αφαίρεση ή παράνομη εκμετάλλευση ηλεκτρικού ρεύματος κατέστη «ιδιώνυμο αδίκημα» τιμωρούμενο με φυλάκιση από δύο μήνες μέχρι ένα χρόνο ή με χρηματική ποινή ή και με αμφότερες ποινές.1

Τη διαχείριση και εκμετάλλευση της ηλεκτρικής ενέργειας κατείχε από τότε και μέχρι προσφάτως η Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) με τη μορφή μίας καθαρά κρατικά ελεγχόμενης εταιρείας παραγωγής και διάθεσης ηλεκτρικού ρεύματος και υπηρεσίας κοινής ωφελείας (ΔΕΚΟ). Οι τιμές του ρεύματος ήταν χαμηλότερες εκείνη την εποχή γιατί ήταν προσαρμοσμένες σε μία φάση του κοινωνικού ανταγωνισμού σαφέστατα λιγότερο οξυμένη σε σύγκριση με τα χρόνια που ακολούθησαν. Από το 1999 και μετά, όμως, τα πράγματα αλλάζουν. Το νεοφιλελεύθερο μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης υπαγορεύει την άρση των θεσμικών ρυθμίσεων που επέβαλαν το μονοπωλιακό χαρακτήρα της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας (αναφέρεται και ως «απελευθέρωση της αγοράς») και τη λειτουργία της σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον με τη συμμετοχή ιδιωτικών κεφαλαίων στα πλαίσια μιας ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς. Αυτές οι νέες πολιτικές επιταγές της Ε.Ε για «απελευθέρωση» της αγοράς ενέργειας φέρνουν τιτάνιες αλλαγές σ’ αυτό το μέχρι πρότινος θεωρούμενο κοινωνικά περισσότερο ως «κοινό αγαθό», προωθώντας μία καινούργια οπτική της ενέργειας ως ένα πολλά υποσχόμενο εμπόρευμα. Παράλληλα, λαμβάνει χώρα η θεσμοποίηση των νέων περιφράξεων του ήλιου, του αέρα και την άλλων φυσικών πόρων. Αυτή η διαδικασία «απελευθέρωσης της ενέργειας» επεκτείνεται στα Βαλκάνια τον Οκτώβριο του 2005 με μία συμφωνία μεταξύ της ΕΕ και των Βαλκανικών χωρών2, η οποία δημιουργεί μία κοινή ενεργειακή αγορά. Η συμφωνία για την ευρωπαϊκή ενεργειακή κοινότητα δημιουργεί συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού στο εμπόριο ενέργειας και οδηγεί στην ευθυγράμμιση των βαλκανικών χωρών με την ευρωπαϊκή νομοθεσία για την ενέργεια και το περιβάλλον, ενώ φυσικά συνοδεύεται με επενδύσεις που παρέχονται από την Παγκόσμια Τράπεζα και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης.

Από το 1999 και μετά, με την «απελευθέρωση», αλλά πρακτικά απορρύθμιση, της εγχώριας αγοράς ενέργειας έχουμε ουσιαστικά την υποβάθμιση του ρόλου της ΔΕΗ και την άνοδο στο προσκήνιο ιδιωτικών εταιρειών παραγωγής ενέργειας. Μια σημαντική διαφοροποίηση της νέας αγοράς σε σχέση με το παλιό καθεστώς είναι o διαχωρισμός του τομέα της προμήθειας από τον τομέα της παραγωγής και η διαμόρφωση ουσιαστικά δύο ξεχωριστών αγορών: μία για τους φυσικούς πόρους π.χ. λιγνίτης, μία για την παραγωγή του ρεύματος. Στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής, οι ιδιωτικές επενδύσεις τόσο σε έργα εκμετάλλευσης ορυκτών καυσίμων όσο και σε ΑΠΕ, παίζουν, όπως θα δούμε και παρακάτω, καθοριστικό ρόλο για την ολοκλήρωση και τη λειτουργία της ελεύθερης αγοράς, καθώς κάτι τέτοιο ζητείται από τους κανόνες των συνθηκών της λειτουργίας της.

Οι αλλαγές που λαμβάνουν χώρα ως συνέπεια της «απελευθέρωσης» της αγοράς ενέργειας είναι οι εξής:

1. Πρώτη αλλαγή η αύξηση της ενεργειακής τιμολόγησης

Σύμφωνα με το συνδικάτo εργαζομένων στην ενέργεια «Εργατική Αλληλεγγύη», από το 1999 έως το 2009 τα οικιακά τιμολόγια αυξήθηκαν περίπου κατά 50% , ενώ τα τελευταία δύο χρόνια έχουν αυξηθεί κατά 23,4%.3 Προσπαθώντας να επαληθεύσουμε αυτή την εκτίμηση, συναντάμε προβλήματα πολυπλοκότητας του τρόπου τιμολόγησης4, σε γενικές γραμμές όμως, κρίνοντας από τις πιο πρόσφατες μεταβολές των τιμών του ρεύματος, εύκολα μπορούμε να πούμε ότι τα τελευταία χρόνια υπάρχει μία τάση αύξησης των τιμών του ρεύματος η οποία έχει συμβεί με:

•  Αύξηση την 1η Σεπτέμβρη του 2005 κατά περίπου 3% για την πλειοψηφία των νοικοκυριών,

•   Αύξηση την 1η  Αυγούστου του 2007 κατά 3,8%,

•  Αύξηση την 1η Δεκεμβρίου 2007 των νυχτερινών τιμολογίων κατά 5%.

•  Επιβολή ειδικού φόρου Κατανάλωσης (ΕΦΚ) και χρέωση Δικαιωμάτων Εκτέλεσης Τελωνειακών Εργασιών (ΔΕΤΕ) από 2 Μαϊου 2010 ως «Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης στο πλαίσιο της προστασίας της Εθνικής Οικονομίας»

•  Αύξηση την 1η Ιανουρίου 2011 κατά 11% για κατανάλωση μέχρι 800 Κwh, και 3% για κατανάλωση 1000 έως 2500 Κwh

Η άνοδος των ενεργειακών τιμολογίων μετά την 1η Ιανουαρίου του 2011 δεν είναι μεμονωμένη ούτε θα είναι και η μοναδική. Σύμφωνα με δημοσιεύματα του τύπου, η διοίκηση της ΔΕΗ έχει ταχθεί υπέρ της ετήσιας σταδιακής αύξησης των τιμολογίων, προκειμένου να αποφευχθεί μία απότομη άνοδος-σοκ. Η ΔΕΗ υπολογίζεται ότι μέχρι το 2013 θα πρέπει να αυξήσει τα τιμολόγια τουλάχιστον κατά 40-50%. Aυτές οι αυξήσεις συμβαίνουν για τρεις λόγους: 1) η ΔΕΗ προωθεί την ανταγωνιστικότητα της ενέργειας από ΑΠΕ επιδοτώντας την με ένα επιπλέον τέλος το οποίο μετακυλύει στον καταναλωτή, 2) η ΔΕΗ αναμένεται να αρχίσει να πληρώνει πρόστιμα για να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις του χρηματιστηρίου ρύπων και των οριζόμενων από τη σχετική αγορά ορίων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, 3) η ΔΕΗ πρέπει να ανεβάσει της τιμές της ώστε να καταστήσει, σύμφωνα με τους κανονισμούς της ελεύθερης αγοράς, ανταγωνιστικές τις ιδιωτικές εταιρίες παραγωγής ενέργειας (οι οποίες προς το παρόν πουλάνε ενέργεια κυρίως σε βιομηχανία και καταστήματα).5

2. Δεύτερη αλλαγή η πώληση των ενεργειακών αποθεμάτων σε ιδιώτες

Προωθούνται τέσσερις προτάσεις-στόχοι για την ελληνική αγορά που πρέπει να εφαρμοστούν έως το Μάρτιο του 2011.

•   Να αρχίσει η υλοποίηση του σχεδίου για άνοιγμα σε τρίτους της παραγωγής ενέργειας από λιγνίτη. Με τον τρόπο αυτό, οι ιδιώτες συνέταιροι θα αποκομίζουν εύκολα κέρδη, εκμεταλλευόμενοι τα αποθέματα λιγνίτη που μέχρι πρότινος διαχειριζόταν αποκλειστικά η ΔΕΗ.

•  Λύση για την αποφυγή πώλησης των ορυχείων η πρόταση για ενοικίαση λιγνιτικών μονάδων παραγωγής ρεύματος ή η ανταλλαγή παραγωγής από οποιαδήποτε μονάδα της ΔΕΗ με παραγωγή άλλης μονάδας. Οι οδηγίες της Ε.Ε. προς την ελληνική κυβέρνηση είναι ξεκάθαρες ότι αν δε βρεθεί λύση για τη ΔΕΗ, τότε η επιχείρηση θα πρέπει να πουλήσει σε διεθνή πλειστηριασμό το 40% των λιγνιτικών μονάδων της».6 Υπάρχει σχεδιασμός για επέκταση των λιγνιτορυχείων της Κοζάνης-Πτολεμαϊδάς με επιπτώσεις στην τοπική κοινωνία, συνθήκες μετεγκατάστασης κοινοτήτων (Ακρινή, Αγ. Ανάργυροι, Μαυροπηγή, Ποντοκώμη).

•   Να αποσπαστεί η διαχείριση των υδάτινων ενεργειακών αποθεμάτων (υδροηλεκτρικοί σταθμοί) από τη ΔΕΗ και να δοθεί σε ανεξάρτητο φορέα ή από το διαχειριστή του συστήματος (ΔΕΣΜΗΕ). Παράλληλα, προτάθηκε η εισαγωγή μεσαζόντων στην παραγωγή οι οποίοι θα αγοράζουν ενέργεια σε τιμή κόστους και θα πωλούν «ελεύθερα». Στις περιπτώσεις εκείνες που ο ανεξάρτητος διαχειριστής θα αποφασίζει την είσοδο λιγότερων ή καθόλου υδροηλεκτρικών και την εισαγωγή π.χ. περισσότερων μονάδων φυσικού αερίου, θα δημιουργηθεί άνοδος των ενεργειακών τιμολογίων.

•  Η θέσπιση του πλαισίου για την έρευνα και την παραγωγή υδρογονανθράκων στην Ελλάδα μέσα στην άνοιξη του 2011 και η παροχή των πρώτων αδειών για εξόρυξη πετρελαίου σε ιδιώτες τους επόμενους 18 με 24 μήνες.7

3. Ποιές είναι οι σκέψεις και οι αντιδράσεις των εργαζομένων στην ΔΕΗ

Το πιο σημαντικό ζήτημα που απασχολεί αυτή τη στιγμή τους υπαλλήλους/εργάτες στη ΔΕΗ είναι η συζήτηση για τη μείωση/περικοπή των μισθών, ένα ζήτημα που δημιουργεί δυσαρέσκεια αλλά ακόμα δεν εκφράζεται. Αυτό οφείλεται στην αποδυνάμωση των εργαζομένων στη ΔΕΗ λόγω των πολλών και πρόωρων συντάξεων και ταυτόχρονα λόγω της ύπαρξης πολλών εργολαβιών σε διάφορους τομείς της λειτουργίας της ΔΕΗ που δημιουργεί διαφορετικές ταχύτητες στις διεκδικήσεις των εργαζόμενων.

Όσον αφορά στις εργασιακές σχέσεις, τα τελευταία χρόνια πραγματοποιείται επέλαση εργολάβων σε πάγιες εργασίες παντού: στα ορυχεία, στις μονάδες παραγωγής, στο δίκτυο διανομής και μεταφοράς κ.τ.λ. Το 65% των εργασιών διανομής έχει πλέον δοθεί σε εργολάβους, που συνήθως χρησιμοποιούν ανειδίκευτους και ανασφάλιστους εργάτες. Οι εργαζόμενοι στη ΔΕΗ με συμβάσεις ορισμένου χρόνου εργάζονται συνήθως χωρίς κατάλληλη εκπαίδευση, χωρίς τα απαραίτητα εφόδια εργασίας και μέσα σε ένα καθεστώς εντατικής και πιεστικής εργασίας. Είναι μια ευέλικτη και ελαστική μορφή εργασίας που εξυπηρετεί απόλυτα τις εποχιακές ανάγκες για εργασία της ΔΕΗ. Εργάτες μιας χρήσης ή πολλών επαναλαμβανόμενων χρήσεων μικρής διάρκειας.

Σε αυτές τις συνθήκες εκατοντάδες είναι τα «ατυχήματα» που αφορούν εργαζόμενους, ανασφάλιστους και ασφαλισμένους, που εργάζονται σε εργολάβους και που ποτέ δε δηλώθηκαν. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ομάδας «σύντροφοι από Κοζάνη – Πτολεμαΐδα» (Ιούνης 2009), από το 2001 μέχρι σήμερα, στο Νομό Κοζάνης και σε χώρους της ΔΕΗ δολοφονήθηκαν δεκαπέντε εργάτες: οκτώ ήταν μόνιμοι στη ΔΕΗ και επτά ήταν εργάτες σε εργολάβους.8

Για τον ρόλο των συνδικάτων

Τα συνδικάτα των εργαζομένων στη ΔΕΗ (πρωτοβάθμια–τριτοβάθμια) δε διαφέρουν καθόλου από τα υπόλοιπα συνδικάτα. Ουσιαστικά, αποτελούν κι αυτά καθεστωτικά μορφώματα που ελέγχονται από μια κάστα κομματικών συνδικαλιστών, οι οποίοι απολαμβάνουν ειδικά προνόμια και ανταλλάσσουν διαφόρων ειδών «εξυπηρετήσεις». Η ΓΕΝΟΠ είναι η πιο ισχυρή συνδικαλιστική οργάνωση, ενώ τα υψηλόβαθμα στελέχη της είναι αυτά που αποφασίζουν αν θα γίνουν απεργίες ή όχι και πόσο δυναμικές θα είναι αυτές. Δυστυχώς, για τους υπόλοιπους εργαζόμενους δεν υπάρχουν περιθώρια για συζήτηση στα θέματα που τους απασχολούν, απλώς ακολουθούν τις οδηγίες των μεγάλων κεφαλιών. Παρόλα αυτά, υπάρχουν συνδικάτα που φέρουν ελπίδες, όπως το νεοσύστατο τοπικό συνδικάτο «Εργατική Αλληλεγγύη» (ΣΕΕΝ) που εδρεύει στην Κοζάνη και το οποίο σύμφωνα με την ομάδα «σύντροφοι από Κοζάνη-Πτολεμαΐδα» λειτουργεί μακριά από κομματικές και μικροπολιτικές λογικές ως ανεξάρτητος πολιτικός φορέας (ακόμη και στους οικονομικούς του πόρους, αρνούμενο κάθε κρατική, εργοδοτική και κομματική χρηματοδότηση). Το συνδικάτο αυτό κρίνεται από τους συντρόφους ότι λειτουργεί με ξεκάθαρο ταξικό προσδιορισμό, έχοντας ως θεμελιώδη κριτήρια του λόγου και των δράσεων του τις ανάγκες και τα δίκαια των εργαζομένων. Παρόλα αυτά, συμπληρώνουν ότι και σε αυτή την περίπτωση κατοχυρώνει ρόλους και συνεπώς με αυτόν τον τρόπο διατηρούνται και αναπαράγονται «ηγετικές μορφές» και ιεραρχικές δομές, οι οποίες ουσιαστικά ενισχύουν τη λογική της ανάθεσης του αγώνα σε κάποιους άλλους.

Κύρια θέματα που απασχολούν τους εργαζόμενους πέρα από την μείωση των μισθών, είναι τα σενάρια για την πώληση της ΔΕΗ που προκαλούν μεγάλη ανησυχία. Η σιγή ιχθύος που περιβάλλει το ζήτημα δημιουργεί πολλά σενάρια. Δεν υπάρχει αρκετός λιγνίτης; Θα κλείσουν τα υπάρχοντα ορυχεία; Οι περιβαλλοντικές ρήτρες που επιβάλλει η Ε.Ε. για το 2017 θα οδηγήσουν στο κλείσιμο των δεκαπέντε ορυχείων ώστε να μείνει μια μονάδα παραγωγής;

Tέτοιου είδους ζητήματα θα προσπαθήσουμε να πραγματευτούμε στη συνέχεια του κειμένου ξεκινώντας από τα ζητήματα 1) της ανόδου των ενεργειακών τιμών και 2) της ανάπτυξης των μονάδων ΑΠΕ.

4. Γιατί γίνονται οι αυξήσεις στα τιμολόγια της ΔΕΗ;

Όταν το 2001 & 2006 άνοιξε και στην πράξη η αγορά της ενέργειας στην Ελλάδα, (δηλαδή ιδιώτες μπορούσαν να πωλούν ενέργεια, κυρίως με μονάδες φυσικού αερίου και ΑΠΕ), η ΔΕΗ ήταν υποχρεωμένη να αγοράζει ένα ποσοστό ώστε να τηρεί τις οδηγίες  της Ε.Ε. για την απελευθέρωση της αγοράς της ενέργειας. Η ζημιά που προήρθε από αυτή την αγορά (οι τιμές του λιγνίτη είναι πιο φθηνές από ΑΠΕ & φυσικό αέριο) έπρεπε να καλυφθεί από κάπου -μόνη λύση η αύξηση των τιμολογίων. Έτσι, στο λογαριασμό μας υπάρχει πλέον το Ειδικό Τέλος για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε) που έχει επιβληθεί από τον Ν.2773/99 (άρθρο 40), το ύψος του οποίου προσδιορίζεται με Υπουργική Απόφαση μετά από πρόταση της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας (Ρ.Α.Ε.)9 και χρεώνεται σε όλους τους πελάτες με βάση το ύψος της ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώνουν.

Σύμφωνα με το Ν.2773/99, η ΔΕΗ καταβάλλει το Ειδικό Τέλος ΑΠΕ στο Διαχειριστή του Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΔΕΣΜΗΕ) προκειμένου αυτός να καλύψει μέρος του απαιτούμενου ποσού που καταβάλλει στους Παραγωγούς ΑΠΕ, με σκοπό την αγορά από αυτούς ολόκληρης της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγουν. Το συγκεκριμένο αυτό «τέλος» καλύπτει το ακριβότερο κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ έναντι της παραγωγής από συμβατικά καύσιμα.  Από ουσιαστική άποψη, αυτή η χρέωση αποτελεί ένα «ανταποδοτικό τέλος» που η Πολιτεία δια του Ν.2773/99 έχει επιβάλει για να καλυφθεί το κόστος του περιβαλλοντικού αγαθού που προσφέρει στους πολίτες, δηλαδή της καθαρής ενέργειας, αναφέρει στην επίσημη ιστοσελίδα της η ΔΕΗ.

Σύμφωνα με την δική μας ανάγνωση, αυτό το «ανταποδοτικό τέλος» για τις ΑΠΕ είναι ενδεικτικό της ίδιας της λογικής της πράσινης ανάπτυξης. Σου λέει «πλήρωσε ΕΣΥ, και θα σου δώσω ένα καινούργιο «οικολογικό» αγαθό που χρειάζεσαι ΕΓΩ». Κατά τη γνώμη μας, η αύξηση των ενεργειακών τιμών αποτελεί μία έμμεση επίθεση στο μισθό των εργαζομένων, αλλά είναι κάτι παραπάνω από αυτό. Όπως θα αναλυθεί παρακάτω, εκφράζει τη στρατηγική επιλογή του κεφαλαίου να αναδιοργανώσει συνολικά τις κοινωνικές σχέσεις μέσα από το άνοιγμα της ενεργειακής αγοράς. Αυτή η επίθεση λαμβάνει, ειδικότερα, χώρα στην Ελλάδα με τη νέα αύξηση των τιμολογίων από την 1η Ιανουαρίου του 2011, η οποία έχει ξεκάθαρα ταξικά χαρακτηριστικά:

•   μειώνεται η τιμολόγηση για εμπορικούς λόγους (μέχρι 9,2%),

•   μειώνουν ή/και αυξάνουν ανά περίπτωση τη βιομηχανική τιμολόγηγηση (μέχρι 8%)

•    και αυξάνουν την κοινωνική τιμολόγηση (μέχρι 11% για κατανάλωση μέχρι 800 Κwh, μέχρι 3% κατανάλωση 1000 έως 2500 Κwh).

 Με δυο λόγια, αυτό μου μας επιφυλάσσει κράτος και κεφάλαιο, όσον αφορά τις ενεργειακές τιμές, είναι: πιο φτηνή ενέργεια από ιδιωτικές μονάδες παραγωγής για τη βιομηχανία και τα καταστήματα, πιο ακριβή ενέργεια από τον κρατικό τομέα για τα νοικοκυριά. Το αποτέλεσμα αυτής της αυξομείωσης είναι κάτι που θα έχει συνέχεια και τα επόμενα χρόνια: μετακύληση του κόστους φορολογίας διοξειδίου του άνθρακα και του καπιταλιστικού κόστους στην εργατική τάξη και στον κόσμο με τα μικρότερα εισοδήματα.

Τα πολυδιαφημισμένα κοινωνικά τιμολόγια της ΔΕΗ με τα οποία έχουν κατακλύσει την τηλεόραση μιλάνε για μείωση του κόστους κατά 10% και 20% σύμφωνα με κοινωνικά κριτήρια (π.χ. για χαμηλά εισοδήματα). Θεωρούμε ότι όλη αυτή η ιστορία είναι σχεδιασμένη ξεκάθαρα ως μία προπαγάνδα που προσπαθεί να αποπροσανατολίσει τον κόσμο από αυτό που πραγματικά συμβαίνει. Υποστηρίζουν ότι προνοούν για μείωση τιμών, όμως δεν εξηγούν ότι αυτό θα γίνει πάνω στην αύξηση που θα λάβει χώρα! Δηλαδή σου υπόσχονται ουσιαστικά …μία μικρότερη αύξηση, μόνο που αυτό δεν το λένε ξεκάθαρα. Επιπλέον, τα κοινωνικά κριτήρια είναι σχεδιασμένα έτσι ώστε να μην μπορούν να επωφεληθούν τα κοινωνικά στρώματα που τα έχουν ανάγκη.10 Για παράδειγμα, μία μέση τετραμελής οικογένεια είναι αδύνατο να καταναλώνει μόνο 800 με 1000 κιλοβατώρες το τετράμηνο, ιδιαίτερα στη χειμερινή περίοδο που οι ανάγκες είναι αυξημένες. Επιπλέον, είναι γνωστό ότι η μόνη επιλογή για κάθε νέο/α, επισφαλή εργαζόμενο/η, άνεργο/η με τα ανάλογα εισοδήματα που δε μένει στη γονεϊκή εστία, είναι η συγκατοίκηση με περισσότερους ανθρώπους, πράγμα που αναγκαστικά εμπεριέχει μεγαλύτερη κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος.

Γιατί συμβαίνει αυτή η επίθεση τώρα

Η αύξηση των ενεργειακών τιμών πηγαίνει μαζί με την υποτίμηση της εργασίας

Θεωρούμε ότι αυτές οι αλλαγές δε συμβαίνουν τυχαία στη σημερινή συγκυρία της κρίσης. Ο καθορισμός των ενεργειακών τιμών και ο έλεγχός τους θεωρούμε ότι έχει έντονα πολιτικά χαρακτηριστικά και παίζει κεντρικό ρόλο στην έκβαση του κοινωνικού ανταγωνισμού: η ακριβή ενέργεια παίζει το ρόλο της, όπως άλλωστε και η φθηνή.

Η ακριβή ενέργεια αποτελεί ανά περιόδους ένα χρήσιμο εργαλείο για τον έλεγχο των συνθηκών μέσα στους οποίους λειτουργεί η ανθρώπινη εργασία. Για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια της κρίσης της δεκαετίας του ’70, μία περίοδο στην οποία οι κοινωνικοί αγώνες ήταν ισχυροί, μία άμεση επίθεση στο μισθό θα ήταν πολύ δύσκολη χωρίς να προκληθούν μεγάλες αντιστάσεις. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η άνοδος των ενεργειακών τιμών έχει αποτελέσει μία αποτελεσματική έμμεση επίθεση στο μισθό, αφού η άνοδος του ενεργειακού κόστους σημαίνει αύξηση του κόστους διαβίωσης. Εκφράζει την επιλογή του κεφαλαίου να επιτεθεί μέσα από τη φιλελευθεροποίηση της ενεργειακής αγοράς, να αναδιοργανώσει συνολικά τις κοινωνικές σχέσεις και να απαντήσει σε μία κρίση πειθάρχησης των εργατών η οποία για τα αφεντικά αναγιγνώσκεται ως κρίση κερδοφορίας και πτώση της παραγωγικότητας. Μία τέτοια πτώση παραγωγικότητας λαμβάνει χώρα στην Ευρώπη από το ’70 και μετά (δες παράρτημα, Πίνακα 1), η οποία έχει συνοδευτεί με αύξηση των τιμών της ενέργειας στην Ευρώπη των 15 σε όλα τα επίπεδα (φυσικό αέριο, πετρέλαιο, ηλεκτρικό ρεύμα -δες παράρτημα, Πίνακα 2). Στην ουσία του, θεωρούμε ότι αυτό που συμβαίνει τα τελευταία χρόνια με το κεφάλαιο στην Ευρώπη όσον αφορά την ενεργειακή (και περιβαλλοντική) του πολιτική, δεν είναι μία κρίση εξάντλησης της ενέργειας ούτε μία «καλή διάθεση» στροφής «στην πιο καθαρή αλλά και πιο ακριβή ενέργεια» για χάρη του περιβάλλοντος. Αντίθετα, αποτελεί στρατηγική αντιμετώπισης του κοινωνικού-ταξικού ανταγωνισμού σε ευρωπαϊκό επίπεδο, της εργασιακής/ενεργειακής κρίσης όπως ορίσαμε προηγουμένως, παίζοντας, ανάμεσα σε άλλα, τα χαρτιά της «πράσινης ανάπτυξης και διπλωματίας» ως μία ιδεολογική και υλική διέξοδο από την κρίση.

Από την άλλη μεριά, η φθηνή ενέργεια έχει υπάρξει θεμελιώδες στοιχείο της οικονομικής μεγέθυνσης μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ιστορικά, μία από τις πιο πετυχημένες αποκρίσεις του κεφαλαίου (όταν η εργασία είναι ακριβή και δύσκολο να ελεγχθεί) είναι, ανάμεσα σε άλλες, η μηχανοποίηση11. Η μηχανοποίηση χρησιμοποιείται ως εργαλείο που τείνει να εντατικοποιεί την εργασία και να την υποκαθιστά «σπρώχνοντας» το εργατικό δυναμικό σε σφαίρες περισσότερο ελέγξιμες και υποτιμημένες (υπερωρίες, ανεργία, ελαστικές σχέσεις, πειθαρχία-τεχνολογίες τυποποίησης & ελέγχου της εργασίας). Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα προέρχεται από τους αγώνες στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας των ΗΠΑ από το 1958 μέχρι το 1970. Η εισαγωγή της μηχανοποίησης σε εργοστάσια αυτοκινήτων, όπως στην περίπτωση του Detroit το 1950, ήταν μία διαδικασία που ακολούθησε μία σειρά μεγάλων απεργιών στον τομέα. Στις αλλαγές που έλαβαν χώρα, ενδεικτικό είναι ότι ο βιομηχανικός τομέας των ΗΠΑ κατανάλωνε 66% περισσότερη ενέργεια σε σύγκριση με μόλις 35% περισσότερη εργασία. Επίσης, η ίδια η αυτοματοποίηση δημιούργησε πολυάριθμους αγώνες, ειδικά από μαύρους εργάτες που έφεραν το βάρος των αλλαγών στην παραγωγική διαδικασία. (Abramsky 2010)

Όσον αφορά την ελληνική πραγματικότητα, από τις αρχές του ’90, ο κύκλος των αγώνων που κουβαλούσαν την κληρονομιά της μεταπολίτευσης (δεκαετίες ’70 και ’80) αρχίζει να τελειώνει. Μαζί τους τελειώνουν οι κοινωνικοί αυτοί παράγοντες που συνετέλεσαν στη διατήρηση του παλιού κοινωνικού status quo, σύμφωνα με το οποίο φαίνεται ότι οι τιμές της ενέργειας παραμένουν σε σχετικά χαμηλά επίπεδα. Ξεκινάει μία πορεία νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης, αλλά και η άνοδος της ηττοπάθειας, της συντηρητικοποίησης της κοινωνίας και της ατομικής λύσης. Σε όλα αυτά τα χρόνια δόθηκαν πολλές σημαντικές μάχες (π.χ. ασφαλιστικό), παρόλα αυτά δεν αλλάζει κάτι. Τα τελευταία είκοσι χρόνια φαίνεται ότι η εργασιακή επισφάλεια, σε πιο ήπιες και ψυχολογικοποιηµένες µορφές, τείνει να πολλαπλασιάζει τις δυνάµεις αδράνειας που ακινητοποιούν τους ανθρώπους και δυσκολεύει την ικανότητά τους να σχηματοποιήσουν ανταγωνιστικές μορφές κοινωνικών αγώνων. Η ήττα του κοινωνικού αντιμετωπίζεται από το κεφάλαιο με την διάθεση του νικητή που αντεπιτίθεται, πράγμα που παίρνει διάφορες μορφές, όπως για παράδειγμα η φυγή στη χρηματοπιστωτική σφαίρα και η μεταφορά επιχειρήσεων σε χώρες με φθηνότερα εργατικά χέρια. (Ριζοσπαστικός Προβληματισμός, 2008). Αυτού του είδους οι αποκρίσεις του κεφαλαίου αποτελούν καθαυτές αντιφατικές διαδικασίες γιατί την ίδια στιγμή που φαίνεται ότι το κεφάλαιο επιτίθεται και έχει το πάνω χέρι, την ίδια στιγμή φανερώνεται και η ευπάθειά του. Ναι μεν είναι ένα μέσο ώστε η κερδοφορία να φαίνεται αύξουσα, αλλά ταυτόχρονα η εξάρτησή της από την εργασία, η ανάγκη της δηλαδή να επικυρωθεί και με υλικούς όρους αυτή η κερδοφορία, δείχνει την αδυναμία του κεφαλαίου. Συμπερασματικά, θα μπορούσαμε ίσως να πούμε δηλαδή ότι τέτοιες στρατηγικές στις οποίες αναφερόμαστε είναι μεν στρατηγικές αντιμετώπισης της εργασίας, αλλά μάλλον αμυντικού προσανατολισμού.

Για την συνέχεια του κειμένου μία στρατηγική του κεφαλαίου στην οποία θα θέλαμε να εστιάσουμε, καθώς συνδέεται με το ενεργειακό ζήτημα, είναι η αύξηση της μηχανοποίησης. Στην Ελλάδα, από το 1995 και μετά, η παραγωγικότητα του κεφαλαίου παρουσιάζει αύξηση, κάτι που οφείλεται στην αύξηση της μηχανοποίησης. Σύμφωνα με τους Ιωακείμογλου & Μηλιός (2005)  «η υποκατάσταση εργασίας με κεφάλαιο (μηχανές) επιταχύνεται μετά το 1995, κάτι που οφείλεται πρωτίστως στη μεταφορά τεχνολογικών καινοτομιών στη διαδικασία παραγωγής –μεταφορά που πραγματοποιείται χάρη στις αυξημένες επενδύσεις» (δες παράρτημα, πίνακα 3). Παράλληλα με την υποκατάσταση εργατικών χεριών από την τεχνολογία, ο ενεργειακός τομέας στην Ελλάδα δε μένει καθόλου πίσω αφού έχει μεγεθυνθεί κατά 70% την περίοδο 1991-2006, σε σύγκριση με το μέσο όρο του 28% για την Ε.Ε., πράγμα που οφείλεται κυρίως στην παραγωγή ηλεκτρισμού που προέρχεται από την ανάπτυξη του τομέα του φυσικού αερίου (περίοδος 1996-2006), το ποσοστό του οποίο έφτασε στη συμμετοχή της ηλεκτρικής παραγωγής από το 0 στο 17%.

Στις μέρες μας, στην περίοδο όξυνσης του κοινωνικού ανταγωνισμού που βιώνουμε, τα πράγματα αλλάζουν γρήγορα. Το συμπέρασμα στο οποίο οδηγούμαστε και το οποίο θέλουμε να αναδείξουμε είναι ότι:

1) η αυξημένη μηχανοποίηση της περιόδου από το ’95 και μετά και

2) η άνοδος των κοινωνικών ενεργειακών τιμολογίων της τελευταίας δεκαετίας, η οποία ακολουθείται από μείωση των τιμών του ρεύματος για τα αφεντικά (αποτελώντας με άλλα λόγια ένα ενεργειακό ταξικό προμοτάρισμα),

αποτελούν δύο φάσεις της ίδιας στρατηγικής που πιέζουν ώστε να γείρει η πλάστιγγα του κοινωνικού ανταγωνισμου προς το όφελος κράτους και αφεντικών, επιτυγχάνοντας έμμεση επίθεση στο μισθό και υποτίμηση της εργασίας. Η στρατηγική αυτή εντάσσεται στη σημερινή συγκυρία στη λογική μετακύλησης του κόστους λόγω της εργασιακής/ενεργειακής κρίσης στην εργατική τάξη και ως τέτοια οφείλουμε να την αντιμετωπίσουμε.

Οι αλλαγές που αναφέρθηκαν, όπως η άνοδος των ενεργειακών τιμών, δε θεωρούμε ότι θα πραγματοποιηθούν έτσι κι αλλιώς. Η επιτυχία τους θα εξαρτηθεί από τις μορφές αντίστασης που θα κληθούν να δώσουν τις απαντήσεις τους, τη δυνατότητα κυκλοφορίας των αγώνων και την επέκτασή τους σε κοινωνικό επίπεδο, τις μελλοντικές εξεγέρσεις και τις προοπτικές που θα ανοίξουν.

5. Μετασχηματισμοί στον τομέα της ενέργειας: γιατί βλέπουμε τέτοια ώθηση στις ΑΠΕ;

Βρισκόμαστε σε ένα ιστορικό σταυροδρόμι επαναδιαπραγμάτευσης σχεδόν όλων των μέχρι σήμερα δεδομένων του κοινωνικοπολιτικού συστήματος. Η πράσινη ανάπτυξη αποτελεί την κοινή επίκληση όλων των φορέων του πολιτικού φάσματος, καθώς οι πολιτικές δυνάμεις που φιλοδοξούν να ηγεμονεύσουν στη νέα εποχή καλούνται να αποδείξουν ότι μπορούν να ανταποκριθούν και να διαχειριστούν στο όνομα του συνόλου την πρόκληση της βιώσιμης ανάπτυξης. Το κεντρικότερο σημείο όλου αυτού στο οποίο συναντιούνται και συγκρούονται τα κοινωνικά και ταξικά συμφέροντα, είναι η αρχιτεκτονική της διαδικασίας παραγωγής ενέργειας-ηλεκτρισμού (Παπανικολάου 2010). Έτσι μπαίνει στο παιχνίδι η ιστορία με τις ΑΠΕ.

H απάντηση στο παραπάνω ερώτημα που τέθηκε στον τίτλο βρίσκεται σε μία καπιταλιστική λογική που τοποθετεί στο επίκεντρό της το ιδεολόγημα της πράσινης ανάπτυξης. Εκφράζεται με μία πολιτική που, συνθηματολογώντας, θα λέγαμε ότι δεν έχει σύνορα: είναι ίδια σε Ελλάδα, Ευρώπη, ΗΠΑ και Τουρκία, έχει τις ίδιες πάνω-κάτω βασικές κατευθύνσεις και καθορίζεται μέσα από τους κατά περίπτωση  σχεδιασμούς και εφαρμογές, με γνώμονα (μιλώντας με οικονομικούς όρους) το συγκριτικό πλεονέκτημα της κάθε περιοχής (απόθεμα πόρων, τεχνολογικές υποδομές κ.λ.π.) και τα περιθώρια κερδοφορίας (έλλειψη ή αντίστροφα παρουσία κοινωνικών και περιβαλλοντικών αγώνων, φθηνό εργατικό δυναμικό, κατάλληλες νομοθεσίες κ.λ.π.).

Μία μεταβαλλόμενη σειρά επιλογών η οποία, θα το επαναλάβουμε, γίνεται στα πλαίσια της εργασιακής/ενεργειακής κρίσης, προσπαθεί να προλάβει τα «κενά» που δημιουργούνται και να αξιοποιήσει δυνατότητες που ανοίγονται. Από τη μία περιφεριοποιεί τις καινούργιες ενεργειακές μονάδες. Νέα μεγάλα υδροηλεκτρικά έργα στα Βαλκάνια, νέες πυρηνικές μονάδες στην Τουρκία. Και στην Ελλάδα τι; Θα το δούμε παρακάτω. Από την άλλη μεριά, παρατηρούμε ότι δοκιμάζει και εναλλάσσει διαφορετικά ενεργειακά σχέδια και σενάρια. Δεν έχουμε να παρουσιάσουμε μία συγκεκριμένη συνταγή που ακολουθείται, παρόλα αυτά νομίζουμε ότι καταλαβαίνουμε τη φύση του προβλήματος και ως τέτοιο θα σας το παρουσιάσουμε.

Είπαμε προηγουμένως ότι η αρχική δικαιολογία της τάσης του πράσινου καπιταλισμού για τις αλλαγές που προτείνει είναι η κλιματική αλλαγή. Αν αρχίσουμε από τη διακήρυξη των επικεφαλών των ηλεκτρικών εταιρειών της Ευρώπης για την κλιματική αλλαγή (συμπεριλαμβανομένης φυσικά και της ΔΕΗ), θα δούμε ότι η ΔΕΗ, ακολουθώντας την ευρωπαϊκή πολιτική των ιδιωτικών και δημόσιων εταιριών, δεσμεύεται να ακολουθήσει μία διαφορετική γραμμή από την παραδοσιακή. «Οι υπογράφοντες της Διακήρυξης δεσμεύονται ότι μέχρι το 2050 θα παρέχουν ηλεκτρικό ρεύμα που θα παράγεται χωρίς εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, υπό την προϋπόθεση ότι οι πολιτικοί ηγέτες της E.E. θα τους διασφαλίσουν πρόσβαση σε μία ευρεία γκάμα επιλογών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας –αποδοτικές καθαρές τεχνολογίες ορυκτών καυσίμων που θα περιλαμβάνουν δέσμευση και αποθήκευση άνθρακα, υψηλής απόδοσης συνδυασμένη παραγωγή θερμότητας και ηλεκτρισμού και πυρηνική ενέργεια, παράλληλα με ανανεώσιμες πηγές».12 Ο ενεργειακός τομέας στην υπηρεσία των άνωθεν πολιτικών επιλογών θέτει τις αιχμές της καινούργιας του αναπτυξιακής πορείας.

Έτσι, λοιπόν, καταρχάς πρώτο καθήκον για τη ΔΕΗ είναι να επιτευχθεί ο στόχος της Ε.Ε. για το 2020. Στόχος που επιβάλει μείωση των ρύπων σε διοξείδιο του άνθρακα και 20% κάλυψη των ενεργειακών ανγκών από ΑΠΕ. Η ΔΕΗ θα πρέπει στα επόμενα χρόνια να περιορίσει τη λιγνιτική παραγωγή της κατά 1.800 ΜW, δηλαδή από τα 5.200 ΜW που είναι σήμερα να πέσει στα 3.400 ΜW. Πρέπει να τονιστεί ότι η ΔΕΗ θα κληθεί από το 2013 να πληρώνει ετησίως πρόστιμα που θα ξεπερνούν το ένα δισ. ευρώ εφόσον συνεχίσει τη λειτουργία των παλαιών ρυπογόνων μονάδων. Οι προτάσεις της ΔΕΗ και της ΕΣΗΕ προβλέπουν, μεταξύ άλλων, συνυπολογισμό του κόστους διοξειδίου του άνθρακα (CΟ2) στο μεταβλητό κόστος των μονάδων, αλλά ανισοκατανομή του κόστους αυτού κατά τη διάρκεια της ημέρας, ενώ η εφαρμογή όλων των αποφάσεων προτείνεται να γίνει στο άμεσο μέλλον, αφού πρώτα «αναπροσαρμοστεί το λογισμικό του ΔΕΣΜΗΕ, της ΔΕΗ και όλων των συμμετεχόντων στην αγορά»13.

Να ένα επίκαιρο παράδειγμα για το πώς το εμπόριο ρύπων προκαλεί ριζική αναδιάρθρωση στις θέσεις εργασίας του ενεργειακού τομέα με προκάλυμμα «το καλό του περιβάλλοντος». Πράγμα που πάει πολύ βαθύτερα, θα πούμε εμείς· στη ριζική αναδιάρθρωση της συνολικής λειτουργίας του. Η επιχείρηση έχει προγραμματίσει στα επόμενα εννέα χρόνια να αποσύρει παλαιές ρυπογόνες μονάδες λιγνίτη δυναμικότητας 900 ΜW και να επενδύσει σε megaproject φωτοβολταϊκών (π.χ. προαναγγελλόμενη μονάδα 300ΜW στo νομό Κοζάνης). Αυτό αποτελεί, αν το δούμε με οικονομικούς όρους, και μια διέξοδο για την αξιοποίηση κεφαλαίων που δεν είχαν πού να δοθούν και τα οποία η ΔΕΗ δε θα μπορούσε να απορροφήσει και να κάνει τέτοιες επενδύσεις. Σε αυτό θα επανέλθουμε λίγο παρακάτω.

Πάμε δηλαδή προς μια μετάβαση από τα ορυκτά καύσιμα στις ΑΠΕ;

Η πρωτοπορία στην προπαγάνδα της πράσινης ανάπτυξης, η γνωστή μηκυβερνητική οργάνωση WWF, υποστηρίζει ότι σχεδόν το 100% των απαιτήσεων της «ανθρωπότητας» σε ηλεκτρική ενέργεια, μεταφορές και βιομηχανική παραγωγή μπορεί να καλυφθεί μέχρι το 2050 από την ανάπτυξη των ΑΠΕ. Πώς μπορεί να γίνει αυτό; Τεχνολογικά σενάρια όπως αυτά της κάλυψης της ερήμου Σαχάρας από φωτοβολταϊκά πάρκα και άλλα πολλά δίνουν και παίρνουν από τους κάθε είδους απολογητές του συστήματος που αναζητούν ενδοσυστημικές απαντήσεις. Πράγμα το οποίο φυσικά συμβαίνει πάντα αποκομμένα από την πραγματικότητα του κοινωνικού ανταγωνισμού και τη φύση του κοινωνικού συστήματος στο οποίο ζούμε και ζουν.

Προς το παρόν, ο ρόλος των ΑΠΕ στην ενεργειακή παραγωγή είναι συμπληρωματικός και, μεταξύ μας, για τις ανάγκες του ενεργοβόρου συστήματος που ονομάζεται καπιταλισμός (όπως τον γνωρίζουμε) μάλλον τέτοιος θα παραμείνει πάντοτε (εξαιτίας της ασυνεχούς τους φύσης, της σχετικά μικρής τους απόδοσης κ.τ.λ.). Θεωρούμε, όμως, ότι οι εκτιμήσεις για την εξέλιξη των ΑΠΕ δεν μπορούν να γίνουν στη βάση μίας τεχνικής-τεχνολογικής συζήτησης. Το μέλλον των ΑΠΕ θα κριθεί από την απόδοση της εμπορευματικής χρήσης τους μέσα στο πλαίσιο της σύγκρουσης κεφαλαίου-εργασίας και την αβεβαιότητα που αυτή εμπεριέχει. Προφανείς απαντήσεις δεν υπάρχουν. Αν οι ΑΠΕ χρησιμοποιηθούν σύμφωνα με το μοντέλο των μεγκαπρότζεκτ, ενδεχομένως να αποτελέσουν μία από τις πιο καταστρεπτικές τεχνολογίες για το περιβάλλον και την κοινωνία στην ιστορία της ανθρωπότητας. Οι αγώνες για την ιδιοκτησία της γης (π.χ. στον τομέα των βιοκαυσίμων και αλλού), οι ενεργειακοί αγώνες στην παραγωγή, στη διανομή και στην κατανάλωση της ενέργειας θα χαράξουν το δρόμο που θα ακολουθήσει μελλοντικά η τεχνολογία των ΑΠΕ. Σύμφωνα με τον Αbramsky (2010) σήμερα τίθεται περισσότερο επιτακτικά από ποτέ η ανάγκη να εκτιμήσουμε την ανοιχτή φύση της «ενεργειακής κρίσης» και τις «λύσεις» της, προκειμένου με δραστήριο τρόπο να προετοιμαστούμε και να συμμετέχουμε στους αγώνες που αυτές συνεπάγονται.

Ας δούμε τώρα μερικά στοιχεία για τις αλλαγές του ενεργειακού τομέα στον ελλαδικό χώρο.

Στην ελληνική πραγματικότητα παρατηρούμε ότι μαζί με την είσοδο στον ενεργειακό τομέων των ιδιωτών, έχει υπάρξει τα τελευταία χρόνια (2007-2009) στην Ελλάδα ένας πολύ μεγάλος αριθμός επενδύσεων, τόσο του ιδιωτικού όσο και του δημοσίου τομέα, σε μονάδες με φυσικό αέριο και λιγνίτη. Παρακάτω παραθέτουμε μονάδες που έχουν κατασκευαστεί:

– Μαντούδι Ευβοίας 460MW (όμιλος ΓΕΚ-ΤΕΡΝΑ)

– Mεγαλόπολη Αρκαδίας 850 (ΔΕΗ)

– Άγιος Νικόλαος Βοιωτίας 450 ΜW (ENDESA HELLAS A.E.)

– Άγιος Νεκτάριος – Δήμος Θηβαίων Βοιωτίας 435ΜW (Ηρων ΙΙ-Θερμοηλεκτρικό σταθμός βοιωτία Α.Ε)

– Θίσβη Βοιωτίας 422ΜW (Eνεργειακή Θεσσαλονίκης Α.Ε.)

– Eχεδωρος Θεσσαλονίκης 390 ΜW (Ενεργειακή Θεσσαλονίκης Α.Ε.)

– Αλιβέρι Ευβοίας 400MW (ΔΕΗ)

Πολλές, όμως, από αυτές τις μονάδες (οι αποκλειστικής καύσης λιγνίτη) δεν προχώρησαν, καθώς αναδύθηκε σε διάφορα σημεία του ελλαδικού χώρου (Κορινθιακός κόλπος, Καβάλα, κ.α.) μία πληθώρα τοπικών αγώνων που εξέφραζαν την εναντίωσή τους σε τέτοια έργα. Το αιχμιακό ζήτημα που έβαλαν μπροστά αυτοί οι αγώνες παράλληλα με το τοπικό, ήταν η εναντίωση στο λιθάνθρακα εξαιτίας των περιβαλλοντικών του επιπτώσεων, προκρίνοντας την εφαρμογή τεχνολογιών ΑΠΕ. Συχνά, δε, τα επιχειρήματα που εκφράζονταν έρχονταν σε ταύτιση με την περιβαλλοντική νομοθεσία της Ε.Ε ή/και ακολουθούσαν τα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία «επιστημονικά» συντάσσεται η κάθε μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Η ποροκεντρική αυτή ανάλυση, κομμάτι της οποίας αποτελεί η φετιχοποίηση του λιγνίτη ως «κακή» μορφή ενέργειας και η προώθηση των ΑΠΕ ως «σωστή» λύση στην υφιστάμενη κατάσταση, θεωρούμε ότι είναι ένα στοιχείο που αποπροσανατόλισε τα αντανακλαστικά των κοινωνικών κινημάτων από το ζήτημα της ταξικής-κοινωνικής διάστασης της παραγωγής, της διανομής και της κατανάλωσης ενέργειας. Ενδεικτική είναι η ανακοίνωση του δικτύου «πολίτες κατά του λιθάνθρακα» που χαρακτήρισε «νίκη κατά του λιθάνθρακα» την απόσυρση της κυβερνητικής πολιτικής από την κατασκευή μονάδων αποκλειστικά χρήσης λιγνίτη και ανακοίνωσε την αυτοδιάλυσή  του.14 Η δική μας ερμηνεία των εξελίξεων είναι, από τη μια μεριά, ότι η αλλαγή πλεύσης στην ενεργειακή πολιτική έχει να κάνει με την αλλαγή στη διαχείριση της εξουσίας τον Οκτώβρη του 2009 από το ΠΑΣΟΚ, πράγμα που σηματοδότησε και την ισχυροποίηση της κατεύθυνσης της πράσινης ανάπτυξης. Από την άλλη μεριά, θεωρούμε ότι ο μερικός χαρακτήρας των αιτημάτων αυτών των αγώνων όπως αναφέρθηκε παραπάνω, καθώς και ο παραγοντίστικος τρόπος λειτουργίας πολιτικών του συνιστωσών συνέβαλαν στον εγκλωβισμό τους απέναντι στις καινούργιες αλλαγές του ενεργειακού τοπίου (άνοδος ενεργειακών τιμών, προώθηση ΑΠΕ).

Ένα πρώτο συμπέρασμα μας είναι ότι κράτος και κεφάλαιο αναζητούν μία ενεργειακή διέξοδο στις ΑΠΕ, αυτό όμως όχι τελεσίδικα και όχι λόγω εξάντλησης του λιγνίτη ή της προστασίας του περιβάλλοντος, αλλά γιατί η θέση της χώρας στο καπιταλιστικό γίγνεσθαι αυτή τη στιγμή αυτό φαίνεται να προκρίνει. Από τη μεριά μας, το ζήτημα το οποίο επιζητούμε να θέσουμε δεν είναι αυτό της παροχής μίας εναλλακτικής λύσης στην ενεργειακή/εργασιακή κρίση, αλλά αντίθετα να εντείνουμε την άρνηση του μέλλοντος το οποίο το κεφάλαιο προσπαθήσει να δημιουργήσει με διάφορους συνδυασμούς στην αναζήτησή του για τρόπους επιβίωσης.

Επενδύσεις στις ΑΠΕ

Όσον αφορά τις ΑΠΕ παρατηρούμε μία ένταση στις επενδύσεις τόσο των κεντροποιημένων έργων (π.χ. μεγάλα ηλιακά και αιολικά πάρκα) όσο και των πιο αποκεντρωμένων μορφών της (π.χ. μικρά φωτοβολταϊκά πάρκα σε αγροτικές γη, φωτοβολταϊκά στις ταράτσες).

1) Όσον αφορά στις κεντροποιημένες μονάδες, υπάρχουν πολλές περιπτώσεις σχεδιαζόμενων αιολικών πάρκων σε Κέρκυρα και Κρήτη, Βόρειο Αιγαίο και αλλού, τα οποία γίνονται με σκοπό την τροφοδοτηση του κεντρικού δικτύου. Για παράδειγμα, η επένδυση στην Κρήτη, η οποία εκτιμάται πως θα ξεπεράσει το ένα δισ. ευρώ, δε σταματά στην κατασκευή των αιολικών πάρκων αλλά προβλέπει επιπλέον την κατασκευή διασύνδεσης από την Κρήτη προς την Πελοπόννησο προκειμένου η παραγόμενη ενέργεια να μεταφέρεται και να πωλείται στο ηπειρωτικό σύστημα.

Σχετικά με τα φωτοβολταϊκά πάρκα, αίσθηση έχει προκαλέσει η ανακοίνωση της ΔΕΗ για τη μελλοντική επένδυσή της στην κατασκευή και λειτουργία του μεγαλύτερου φωτοβολταϊκού πάρκου στον κόσμο, σε συνεργασία με την αμερικάνικη εταιρία ΑΕS.15 Για την τοπική κοινωνία του νομού Κοζάνης τα συναισθήματα είναι ανάμεικτα. Από τη μία μεριά δημιουργεί χαρά σε μερίδα του κόσμου ότι θα ανοίξουν νέες θέσεις εργασίας, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί φόβο ότι θα χαθούν οι υπάρχουσες θέσεις εργασίας. Υπάρχει ο φόβος πως η κατασκευή του φωτοβολταϊκού πάρκου θα είναι η αιτία για να χαθούν οι εκτάσεις που είχαν απαλλοτριωθεί και ότι οι περιοχές αυτές δε θα επιστραφούν στους αρχικούς τους κατοίκους. Επιπλέον, υπάρχει φόβος ότι αυτά τα σενάρια ρίχνονται στον αέρα για να μπορέσει η ΔΕΗ, όταν κλείσει τις μονάδες λιγνίτη, να πάρει πίσω τις δεσμεύσεις της για περιβαλλοντικές αποκαταστάσεις.

Μιλώντας με κατοίκους της Ακρινής (Κοζάνη) μας γίνεται περισσότερο ξεκάθαρος ο τρόπος με τον οποίο το μοντέλο της πράσινης ανάπτυξης πρόκειται να κάνει τους παραπάνω φόβους πραγματικότητα. Αναφερόμαστε σε μία συνθήκη όπου μία ολόκληρη επαρχιακή περιοχή έχει αναπτυχθεί με προορισμό να αποτελέσει το ενεργειακό κέντρο όλης της χώρας και στη συνείδηση των κατοίκων της όλο το μέλλον τους εξαρτάται από αυτό. Σε αυτή την περιοχή τις τελευταίες δεκαετίες 1) η ΔΕΗ ρυπαίνει την ατμόσφαιρα μοιράζοντας απλόχερα τον καρκίνο, 2) μέσω της εξορυκτικής δραστηριότητας εξαντλεί τον υδροφόρο ορίζοντα, 3) νεκρώνει ανεπιστρεπτί τη γη αφού απορρίπτει το καλλιεργήσιμο μέρος του εδάφους και το ζήτημα της αποκατάστασης μένει έτσι στα χαρτιά, 4) απορρίπτει τέφρα ρυπαίνοντας την ήδη επιβαρυμένη ατμόσφαιρα, 5) ρυπαίνει τον ήδη επιβαρυμένο υδροφόρο ορίζοντα μέσω του χρωμίου της τέφρας, 6) λαμβάνοντας υπόψη τα βάσιμα σενάρια για επέκταση των λιγνιτορυχείων αποκλείει σε μεγαλύτερο βαθμό τοπικές κοινότητες αφήνοντας μόνη διέξοδο την μετεγκατάσταση. Τα μεγάλα φωτοβολταϊκά πάρκα τι έχουν να προσφέρουν σε αυτό; Θεωρούμε ότι όσον αφορά την τοπική κοινωνία, τα έργα αυτά αποτελούν έναν πράσινο τρόπο για να αντικατασταθεί η περιβαλλοντική υποβάθμιση τόσων χρόνων και οι υπάρχουσες θέσεις εργασίας με «κάτι καινούργιο», να ξεγραφτούν οι υποσχέσεις για παραχώρηση των απαλλοτριωμένων εκτάσεων προς καλλιέργεια και να δημιουργηθούν κάποιες θέσεις εργασίας στον «καθαρό» ενεργειακό τομέα. Κατά τα άλλα σημαίνει πολλά χρήματα για τις ξένες εταιρίες ΑΠΕ που θα εφαρμόσουν τα έργα και αρκετά MW «καθαρού» ηλεκτρικού ρεύματος που θα είναι περισσότερο ακριβό από ότι ποτέ άλλοτε τα επόμενα χρόνια και η τιμή του θα καθορίζεται από την ελεύθερη αγορά.

2) Θα κάνουμε τώρα μία σύντομη αναφορά στην ανάπτυξη των αποκεντρωμένων μορφών ΑΠΕ. Η συνύπαρξη αποκεντρωμένων και κεντροποιημένων μορφών με μία πρώτη ανάγνωση μας προβλημάτισε. Πώς γίνεται, αναρωτηθήκαμε, από την μία να επενδύουν σε τεράστια πάρκα φωτοβολταϊκών και από την άλλη να δίνουν και αγροτικές επιδοτήσεις για εγκατάσταση μικρότερων ενεργειακών μονάδων, καθώς επίσης σε αστικό επίπεδο να παίζει τόσο πολύ το «φωτοβολταϊκά στις ταράτσες»; Με μία δεύτερη ανάγνωση κατανοούμε ότι για το κεφάλαιο δεν είναι αποδεκτές μόνο οι μεγάλες εναλλακτικές λύσεις αλλά επίσης…οι μικρές εναλλακτικές λύσεις! Η αποκέντρωση, άλλωστε,  δε σημαίνει ότι αυτόματα οδηγεί σε περισσότερη δημοκρατία, όπως φαίνεται να πιστεύουν πολλοί υποστηρικτές ενός εναλλακτικού «ανθρώπινου» καπιταλισμού. Η κυριαρχία, λειτουργώντας πιο πολύπλοκα απ’ ό,τι μερικές φορές νομίζουμε, επιδιώκει όχι τον έλεγχο πάνω σε πράγματα αλλά τον έλεγχο σε κινήσεις, ροές και συνδέσεις εμπορευμάτων, ανθρώπων, πραγμάτων, ενέργειας κ.ο.κ. Το συμπέρασμά μας είναι ότι οι κεντροποιημένες και αποκεντρωμένες μορφές ΑΠΕ λειτουργούν συμπληρωματικά, εφόσον φυσικά και οι δύο κινούνται σε μία εμπορευματική λογική.

Όσον αφορά τα φωτοβολταϊκά στην αγροτική γη, φαίνεται ότι είναι ένας τρόπος να κινηθεί χρήμα (στις εταιρείες-συμβούλους και στις τράπεζες) και ταυτόχρονα μια προσωρινή/πλασματική διέξοδος για τους αγρότες που έχουν να αντιμετωπίσουν το τέλος των επιδοτήσεων στα προϊόντα τους. Επιπλέον, η εξέλιξη της υπόθεσης δείχνει ότι όλη αυτή η ιστορία πρόκειται για μία «πράσινη φούσκα»16 , καθώς η ΔΕΗ ανακοινώνει ότι επήλθε κορεσμός στα δίκτυά της και εκκρεμούν έτσι αιτήσεις των αγροτών, οι οποίοι έχουν ήδη πληρώσει τις μελέτες. Οι ευθύνες αναζητούνται κάπου ανάμεσα στο υπουργείο περιβάλλοντος και στον πρόεδρο της ΔΕΗ.

Με τα φωτοβολταϊκά στις ταράτσες, ένα μέρος της παραγωγικής διαδικασίας της ενέργειας μετακυλύεται στο νοικοκυριό μαζί με το κόστος του (τώρα η εγκατάσταση επιδοτείται, αλλά αργότερα; τι γίνεται με το κόστος συντήρησης;). Το ίδιο ισχύει και για συσκευές βιοκαυσίμων. Επίσης, δημιουργείται μία καινούρια αγορά (μετάλλων, μπαταριών, ηλιακών συλλεκτών, ηλεκτρονικών εξοπλισμών) που «τρέχει». «Ναι, έχεις χρήματα, καλά είναι», θα πει κανείς. Σίγουρα φαίνεται μία καλή επένδυση. Μία επένδυση, όμως, που στην διαδικασία της δημιουργεί σχέσεις ανισότητας μεταξύ των καταναλωτών, διαχωρίζοντάς τους σε αυτούς «που έχουν» και σε αυτούς «που δεν έχουν». Αλλωστε, ο καπιταλισμός πάντα λειτουργούσε μέσα σε ένα περιβάλλον διαιρέσεων που συνυπάρχουν και αλληλοεπηρεάζονται.

Ανακεφαλαιώνοντας, στο κείμενο αυτό προσπαθήσαμε 1) να συνδέσουμε την άνοδο των ενεργειακών τιμολογίων και τις εξελίξεις του ενεργειακού τομέα με τις συνθήκες του κοινωνικού ανταγωνισμού στον ελλαδικό χώρο και 2) να παρουσιάσουμε τις επενδύσεις στις ΑΠΕ ως μία επιλογή του κεφαλαίου σύμφωνα με τις κατευθύνσεις της πράσινης ανάπτυξης και την κατάσταση των κοινωνικών συνθηκών πάνω στις οποίες επιχειρεί να δημιουργήσει νέους κύκλους συσσώρευσης. Στο επόμενο, τρίτο και τελευταίο, κείμενο θα μιλήσουμε για τους κοινωνικούς-περιβαλλοντικούς αγώνες που βλέπουμε να αναδύονται, για τις περιφράξεις που αυθαίρετα θέτουν τους φυσικούς πόρους στην υπηρεσία του υπάρχοντας κοινωνικού συστήματος και για τις δυνατότητες μία διαφορετικής λογικής δημιουργίας και επέκτασης των κοινών αγαθών, μίας κομμουνιστικοποίησης που θα μπορεί να συμβάλει στον άνοιγμα δρόμων για μία απελευθερωτική κοινωνική προοπτική.

1. Πηγή: ΔΕΗ στο http://el.wikipedia.org/

2. Είναι σημαντικό να αναφέρουμε εδώ ότι η παραπάνω διαδικασία είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη θετική τάση που είχε διαμορφωθεί στα Βαλκάνια ως προς την κατασκευή νέων μεγάλων υδροηλεκτρικών φραγμάτων. Αυτό το γεγονός πρέπει να το δούμε σε συνδυασμό με την προώθηση του πράσινου καπιταλισμού στην Ευρώπη, ο οποίος έχει την τάση να περιφερειοποιεί τις περισσότερο επιβλαβείς και μηβιώσιμες δραστηριότητες, μία από τις οποίες είναι και τα μεγάλα φράγματα. Αυτή η παρατήρηση είναι ιδιαίτερα επίκαιρη αν λάβουμε υπόψη το δεδηλωμένο ενδιαφέρον της ΔΕΗ. Α.Ε. για την κατασκευή και εκμετάλλευση τεσσάρων υδροηλεκτρικών σταθμών στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη.

3. Πηγή: http://seenerga.wordpress.com/

4. Η κατάσταση με τα τιμολόγια της ΔΕΗ, περίπου από τις αρχές του 2010,  γίνεται περισσότερο δύσκολο να συγκριθεί με το παρελθόν καθώς από τότε το τιμολόγιο διασπάται σε επιμέρους κομμάτια που προηγουμένως συμπεριλαμβάνονταν στην ενιαία τιμή. Έχουμε δηλαδή χωριστά τις τιμές για το ονομαζόμενο «ανταγωνιστικό» τμήμα με τις οποίες πληρώνεται ο προμηθευτής της ενέργειας (εν προκειμένω η εμπορία της ΔΕΗ, που μπορεί να είναι όμως και κάποια ιδιωτική εταιρεία) και το τμήμα με τις «μη ανταγωνιστικές δραστηριότητες» με το οποίο πληρώνονται τα έξοδα του δικτύου μεταφοράς, του δικτύου διανομής και οι Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ). Οι δαπάνες για τις μη ανταγωνιστικές δραστηριότητες αφορούν τα αντίστοιχα τμήματα της ΔΕΗ (που από το 2011 θα γίνουν ανεξάρτητες εταιρείες –μάλλον θυγατρικές της). Οι δαπάνες για ΥΚΩ καλύπτουν τις επιβαρύνσεις τις ΔΕΗ από την υποχρέωσή της να παρέχει ηλεκτρική ενέργεια ανεξαρτήτως πραγματικού κόστους της σε όλους τους καταναλωτές που το ζητούν, σε τιμές που ορίζονται από το κράτος. Τα δύο κομμάτια ακολουθούν πλέον διαφορετικές λογικές τιμολόγησης και μεταβάλλονται ανεξάρτητα τα μεν από τα δε (με διαφορετικές αποφάσεις), με αποτέλεσμα οι προσπάθεια σύγκρισης με το παρελθόν να γίνεται λίγο χαοτική. Πόσο μάλλον που δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε κάποια «σταθμισμένη» τιμή που να είναι αντιπροσωπευτική για όλους τους καταναλωτές κάθε κατηγορίας (δηλαδή 1 τιμή για οικιακούς καταναλωτές, μία για βιομηχανικούς κλπ). Πηγή: http://www.dei.gr/ecPage.aspx?id=13332&nt=18&lang=1

5. Σύμφωνα με το συνδικάτο εργαζομένων στην ενέργεια «Εργατική Αλληλεγγύη «Την ίδια στιγμή, οι ελάχιστες ιδιωτικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην ελληνική αγορά, έχοντας κυρίως στρέψει το ενδιαφέρον τους στους βιομηχανικούς πελάτες, έχουν εξασφαλισμένα κέρδη σε βάρους του κρατικού τομέα , ενώ την ίδια στιγμή η κυβέρνηση προσπαθεί να τις πολλαπλασιάσει, ανταποκρινόμενη στις κατευθύνσεις της Ε.Ε. για πλήρες άνοιγμα της αγοράς ενέργειας. Tην ίδια στιγμή, το δίκτυο μεταφοράς ενέργειας που κατασκευάστηκε με χρήματα του δημοσίου, παραδόθηκε το 2001 στην εταιρία ΔΕΣΜΗΕ  Α.Ε. η οποία το ανοίγει και προς ιδιωτική χρήση. Εδώ και μια δεκαετία η ΔΕΗ έχει πληρώσει για τέλη χρήσης του δικτύου (το οποίο κατασκεύασε και ουσιαστικά διαχειρίζεται) το τεράστιο ποσό των 1,17 δισ. ευρώ!». ΠΗΓΗ: http://seenerga.wordpress.com/

6. Πηγή: http://www.tovima.gr/

7. Πηγή: http://seenerga.wordpress.com/

8. Πηγή: Σύντροφοι από Κοζάνη – Πτολεμαϊδα, (Ιούνης 2009), Εισήγηση εκδήλωσης για τα εργατικά “ατυχήματα” στη ΔΕΗ,

9. Η ΡΑΕ είναι ανεξάρτητη διοικητική αρχή και έχει κυρίως γνωμοδοτικές και εισηγητικές αρμοδιότητες στον τομέα της ενέργειας. Δημιουργήθηκε στα πλαίσια της εναρμόνισης της ελληνικής νομοθεσίας με την Κοινοτική Οδηγία 96/92 και συνδυάζεται με την πολιτική του εκσυγχρονισμού των ενεργειακών αγορών στην Ελλάδα. Ο ρόλος της ΡΑΕ είναι να παρακολουθεί και να εισηγείται για τις τιμές, τη λειτουργία της αγοράς και τις αδειοδοτήσεις. Ακόμη, να παρέχει πληροφορίες σε επενδυτές και καταναλωτές. Σκοπός της ΡΑΕ είναι, επίσης, να εξασφαλίσει με θεσμικό τρόπο συμβατό με τους μηχανισμούς της απελευθερωμένης αγοράς, τους μακροχρόνιους στρατηγικούς στόχους της ενεργειακής πολιτικής.  ΠΗΓΗ: http://www.rae.gr/about/main.htm

10.  Παρόμοια κοινωνικά κριτήρια διαφημίστηκαν και για το προαναγγελόμενο μέτρο (σχετικά με τον προϋπολογισμό του 2011) για εξίσωση του ειδικού φόρου στο πετρέλαιο κίνησης με το πετρέλαιο θέρμανσης.

11. Η μηχανοποίηση, δηλαδή η εισαγωγή νέων τεχνολογιών στην παραγωγική διαδικασία, γίνεται με σκοπό τη μείωση του χρόνου που χρειάζεται να δουλέψει ένας εργαζόμενος προκειμένου να παραχθεί ένα εμπόρευμα. Είναι λάθος, όμως, να υποβιβάζουμε το ρόλο του εργάτη σε χειριστή μηχανών ή σε μία «παθητική» δεξαμενή εργασιακής δύναμης. Η οπτική μας προσεγγίζει τη μηχανή, και γενικότερα την τεχνολογική εξέλιξη, μέσα από το πρίσμα του κοινωνικού-ταξικού ανταγωνισμού που προκάλεσε την κατασκευή της και οδήγησε στο βιομηχανικό καπιταλισμό. Με τον όρο μηχανή ορίζουμε την ολοκληρωμένη υποδομή που οδηγεί στην λειτουργία της παραγωγικής διαδικασίας δηλαδή 1) την πηγή ενέργειας που μετατρέπεται σε μηχανική (π.χ. λιγνίτης, πετρέλαιο, αιολική, πυρηνική, κ.λ.π.), 2) το είδος του κινητήρα που χρησιμοποιείται για τη μετατροπή (ατμομηχανή, κινητήρας εσωτερικής καύση, ανεμογεννήτρια, πυρηνικός αντιδραστήρας) και 3) το εργαλείο που χρησιμοποιεί ο εργαζόμενος στην παραγωγή (αργαλειός, μηχανή υφαντουργίας, ηλεκτρονικός υπολογιστής, κλπ). Ιστορικά, η μηχανοποίηση έχει χρησιμοποιηθεί από το κεφάλαιο και τα αφεντικά με σκοπό να ανατρέψει μία υφιστάμενη εργασιακή συνθήκη και τις σχέσεις αλληλεγγύης και αντίστασης που έχουν αναπτυχθεί και να πειθαρχήσει πάνω στο εργατικό δυναμικό. Χωρίς να θέλουμε να επεκταθούμε για τους σκοπούς του κειμένου σε βαθύτερα θεωρητικά νερά, θα περιοριστούμε να πούμε ότι κατά μία έννοια η μηχανή αποτελεί μέσο και όχι τον αυτοσκοπό της τεχνολογικής εξέλιξης στα πλαίσια του κοινωνικού ανταγωνισμού, η υπεραξία παράγεται από την εκμετάλλευση της ζωντανής ανθρώπινης εργασίας, τη γνώση και δημιουργικότητα και όχι από τον άψυχο διαμεσολαβητή της, δηλαδή τη μηχανή καθεαυτή. Η μηχανή, δηλαδή, αποτελείται η ίδια από συσσωρευμένη νεκρή εργασία και κατά αυτήν την έννοια φυσικά και η εργασία δεν καταργείται. Αφενός, η μηχανοποίηση εισάγεται κλέβοντας τη γνώση, το know how και τη δημιουργικότητα των εργατών που έχουν αποκτήσει πάνω στη δουλειά τους. Αφετέρου η κατάσταση που περιγράφεται είναι έτσι κι αλλιώς μια δυναμική κατάσταση καθώς οι εργάτες κατακτούν και στο νέο παράδειγμα μια δύναμη λόγω των γνώσεων που αναπτύσσουν πάνω-στη-δουλειά, προκαλώντας έτσι μια νέα επέμβαση τπυ κεφαλαίου αλλά και ταυτόχρονα τροφοδοτώντας το με τις καινούριες αποκτημένες γνώσεις.

12. Πηγή: http://www.dei.gr/

13. Πηγή: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&artid=341912&ct=19&dt=07/07/2010

14. Πηγή:http://lithanthrakas.wordpress.com/2009/11/15/telos/

15. Πηγή: http://www.tanea.gr/

Written by factoryfanet

Ιουνίου 14, 2011 at 4:02 μμ

Green New Deal

leave a comment »

Εβδομήντα επτά χρόνια πριν, στις 16 Ιουνίου 1933, το αμερικανικό κογκρέσο, εν μέσω γενικευμένης οικονομικής ύφεσης και έντονων κοινωνικών και εργατικών αναταραχών και εξεγέρσεων, καθώς και υπό τον διαρκή κομμουνιστικό φόβο, ψήφιζε σειρά μεταρρυθμιστικών νόμων με τους οποίους αναγνωρίζονται για πρώτη φορά τα εργατικά σωματεία, θεσπίζεται κοινωνική ασφάλιση1 και εκπονούνται μεγάλα προγράμματα δημόσιων επενδύσεων για να μειωθεί η καλπάζουσα ανεργία. Το περιβόητο «New Deal2», μια νέα συμφωνία – νέα μοιρασιά, έμπαινε σε εφαρμογή. Οι πρώην μαχητικοί εργάτες καταθέτουν τα όπλα, συνυπογράφουν με τα αφεντικά εργασιακή ειρήνη και ο αμερικανικός καπιταλισμός σώζεται.

Σήμερα, εν μέσω μιας νέας κρίσης και υπό τον φόβο μελλοντικών κοινωνικών αναταραχών και εξεγέρσεων, η ιδέα ενός νέου «New Deal» ξαναζωντανεύει σε Ευρώπη και Αμερική. Αυτή τη φορά βαφτίζεται με τον αλαζονικό και υποκριτικό τίτλο πράσινη νέα συμφωνία, «Green New Deal (GΝD)», καθώς στόχο έχει μια νέα παγκόσμια διαταξική, πολιτική και κοινωνική συμμαχία με πρόσχημα την κλιματική αλλαγή και το αναμενόμενο οικολογικό κραχ. Πρόκειται για το πολυδιαφημισμένο μοντέλο της πράσινης αειφόρου ανάπτυξης με την προώθηση επενδύσεων σε πράσινα οικολογικά έργα υποδομής, «υποδομές βιωσιμότητας», με σκοπό να τονωθεί η χειμαζόμενη καπιταλιστική ανάπτυξη και να αναζωογονηθεί η υποκρύπτουσα κρίση κοινωνικής ενσωμάτωσης. Το πράσινο new deal εμφανίζεται, λοιπόν, μαζί με τους ενδεχόμενους μελλοντικούς πολέμους ως η κυρίαρχη λύση και απάντηση για την έξοδο του καπιταλισμού από την κρίση. Οι αντιρρήσεις απέναντι στο νέο μοντέλο φαίνονται πλέον γραφικές. Η πράσινη σκέψη, που γελοιοποιούνταν  μέχρι πρόσφατα, αφομοιώνεται, χάνει τον πρότερο κινηματικό και αντισυστημικό της χαρακτήρα και καταλαμβάνει πια ηγεμονική θέση. Πρόκειται για την έλευσης μιας νέας πολιτικής στρατηγικής διακυβέρνησης.

Ο όρος «green new deal» πρωτοχρησιμοποιήθηκε από τους γερμανούς οικολόγους στις αρχές της δεκαετίας του ‘90 και σήμερα αναφέρεται στην επίλυση του τριπλού κόμπου «οικονομία, ενέργεια, κλιματική αλλαγή» με μεγάλα επενδυτικά προγράμματα σε πράσινες καινοτόμες τεχνολογίες και πράσινες business. Η νέα συμμαχία που διαμορφώνεται γύρω από το GND περιλαμβάνει διεθνείς οργανισμούς, το επιστηµονικό και βιοµηχανικό λόµπι, δεξιές και αριστερές κυβερνήσεις, τον Ομπάμα που ορκίστηκε στην πράσινη επανάσταση και παραλληλίζει το σχέδιό του για την πράσινη οικονομία με το σχέδιο «Απόλλων» του Τζον Κένεντι για την κατάκτηση της Σελήνης, την BP που μετονομάζεται από «Βρετανικό Πετρέλαιο» (British Petroleum) σε «Πέρα από το πετρέλαιο» (Beyond Petroleum), τον επίτροπο της Ε.Ε. Αλμούνια που διατάζει τα κράτη μέλη να βάλουν την πράσινη ανάπτυξη στον πυρήνα των πολιτικών τους, τον Παπούλια που μιλάει για περιβαλλοντική δημοκρατία, τις μεγάλες πολυεθνικές που έφτιαξαν τον οργανισμό «Παγκόσμιο Συμβούλιο Επιχειρήσεων για την Βιώσιμη Ανάπτυξη». Πρόκειται για τη νέα κοινωνική μεγασυμμαχία της τρίτης χιλιετίας, στην οποία καλούνται «να συμπράξουν εργαζόμενοι, κράτος και υγιής επιχειρηματικότητα», σύμφωνα και με την νέα ελληνική κυβέρνηση. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για το εξωιστορικό όραμα μιας νέας υπερ- και δια-ταξικής, εθνικής και υπερεθνικής ενότητας με πρόσχημα τον Αρμαγεδδώνα της κλιματικής αλλαγής και του φαινομένου του θερμοκηπίου. Ο πλανήτης κινδυνεύει. Τα χολιγουντιανά blockbusters το φωνάζουν καλύτερα από τις κρατικοδίαιτες μκο: «Σώστε τη γη». Στην ιερή αποστολή όλοι έχουνε θέση. Άνεργοι, μαύροι και επισφαλείς εργάτες, αφεντικά και γκόλντεν μπόις, μπάτσοι και ρουφιάνοι, εθνικιστές και ρατσιστές, μετανάστες –με ή χωρίς χαρτιά–, τραβεστί και ομοφυλόφιλοι, σεξιστές, βιαστές και αγανακτισμένοι νοικοκυραίοι. Όλοι μαζί οφείλουμε να βάλουμε στην άκρη τους πολιτικούς, φυλετικούς, ταξικούς, έμφυλους διαχωρισμούς και να συνυπογράψουμε το νέο κοινωνικό συμβόλαιο για να σωθεί ο πλανήτης.

Φυσικά, συνοδοιπόροι και μπροστάρηδες του νέου καπιταλιστικού colpo grosso της πράσινης ανάπτυξης είναι το σύνολο των αριστερών και πράσινων κομμάτων, τα οποία για λίγα ψίχουλα εξουσίας αφομοίωσαν και εξαργύρωσαν τις οικολογικές αρνήσεις και τους δυναμικούς αυτοοργανωμένους οικολογικούς αγώνες των δεκαετιών του ‘70 και ‘80 που είχαν κλονίσει τη κοινωνική νομιμοποίηση του μεταπολεμικού αναπτυξιακού μοντέλου. Σήμερα, οι αριστεροπράσινοι σταυροφόροι της πράσινης αειφόρου ανάπτυξης, που αγωνιούν να τσιμπήσουν ένα κομμάτι από την πίτα του «green new deal», αποτελούν τον πολιορκητικό κριό του συστήματος για την διάρρηξη και πρόληψη των μελλοντικών κοινωνικών και ταξικών συγκρούσεων και για την επακόλουθη αναδιάρθρωση και αναζωογόνηση του καπιταλισμού.

Αναζωογόνηση του καπιταλισμού

Η στρατηγική του οικολογικού καπιταλισμού με το eco-friendly new deal είναι να εξακολουθεί να πετά την βαριά βιομηχανία και τα τοξικά και πυρηνικά απόβλητα στον παγκόσμιο νότο, αλλά για τους οικοευαίσθητους πρωτοκοσμικούς περιλαμβάνει ριζικό lifting σε όλους τους τομείς παραγωγής και κατανάλωσης. Ενώ οι εταιρείες και τα αφεντικά έβλεπαν μέχρι τώρα το περιβάλλον ως ένα ενοχλητικό εμπόδιο για την πραγμάτωση κερδών, σήμερα αντιλαμβάνονται ότι μπορεί να αποτελέσει τον κινητήριο μοχλό μιας νέας τεχνολογικής επανάστασης, καθώς ένας νέος κύκλος κατανάλωσης και συσσώρευσης ξεκινά3. Οι πράσινες επενδύσεις και οι οικολογικές business προβλέπουν αντικατάσταση του στόλου των οχημάτων με νέα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, το ίδιο με τα αεροπλάνα, τα κρουαζιερόπλοια και τα τάνκερ, τα οποία θα διαθέτουν πλέον φωτοβολταϊκά και κινητήρες υδρογόνου, ενίσχυση των πράσινων μεταφορών (μεγάλες επενδύσεις σε συστήματα metro και πράσινα τραίνα υψηλής ταχύτητας), αναζωογόνηση της παγκόσμιας αγοράς ακινήτων με βιοκλιματικές οικοδομές και ριζική ανανέωση του αστικού περιβάλλοντος με οικολογικό design και αειφορικό χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό. Επιπλέον, αναδύονται νέοι βιομηχανικοί τεχνολογικοί κλάδοι, όπως αυτοί των τεχνολογιών απορρύπανσης, ανακύκλωσης και των εναλλακτικών ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, συμπεριλαμβανομένης και της πυρηνικής ενέργειας, η οποία βαφτίζεται και αυτή πράσινη. Επίσης, η κατανάλωση αναζωογονείται με πλήθος νέων έξυπνων πράσινων οικιακών συσκευών, προϊόντων και ecogadgets με μειωμένο οικολογικό αποτύπωμα (πράσινα πλυντήρια, ψυγεία, τηλεοράσεις, απορρυπαντικά, καλλυντικά, εντομοκτόνα, κινητά, οικολογικά οργανικά ρούχα, βιολογικά κρασιά, τσίπουρα και τρόφιμα) και, βέβαια, ο τουρισμός με πράσινη ταυτότητα, ο αγροτουρισμός και ο οικοτουρισμός γίνονται οι νέες έξυπνες βαριές βιομηχανίες των μεσογειακών χωρών. Τέλος, συνδυάζοντας όλα τα παραπάνω, σχεδιάζονται και ήδη έχουν αρχίσει να κατασκευάζονται πειραματικές νέες υβριδικές εξολοκλήρου πράσινες, οικολογικές, αλλά και έξυπνες, δημιουργικές πόλεις σε Δανία, Κινά και Αμπού Ντάμπι4. Ο πράσινος καπιταλισμός με την πράσινη οικονομία, τεχνολογία, πολεοδομία και το ιδεολόγημα της αειφόρου ανάπτυξης αναζωογονείται, συνδυάζοντας καινοτομία, ευελιξία, προσαρμοστικότητα, επελαύνει αποκαθαρμένος από τις αμαρτίες του παρελθόντος και υπόσχεται διαρκή ανάπτυξη με οικολογική ευαισθησία για όλο τον πλανήτη.

Οικολογική Φούσκα

Ταυτόχρονα, το 2005 με την ενεργοποίηση του πρωτοκόλλου του Κιότο εγκαινιάστηκε και ο ποιοτικός δείκτης του Green New Deal, το διεθνές πράσινο χρηματιστήριο-εμπόριο ρύπων, το οποίο μετατρέπει τον πλανήτη σε ενιαία «αγορά ρύπανσης» και περιλαμβάνει πράσινους φόρους, οικολογικά πρόστιμα, «δικαιώματα στη ρύπανση» και «παραδείσους ρύπανσης». Το πρωτόκολλο προβλέπει μείωση των θερμοκηπιακών αερίων κατά 5,2% έως το 2012 σε σχέση µε τα επίπεδα του 1990, και ως μηχανισμό ρύθμισης υιοθετεί την αγοροπωλησία ρύπων µε βάση την οποία ένας ιδιώτης, μια εταιρεία ή ένα κράτος μπορεί να πουλήσει και να αγοράσει δικαιώματα ρύπανσης. Όσοι υπερκαταναλώνουν ορυκτά καύσιμα, συμβάλλοντας στην κλιματική αλλαγή, μπορούν να εξαγοράσουν την περιβαλλοντική τους αμαρτία, προσφέροντας ένα χρηματικό ποσό, κάτι σαν οικολογικό πρόστιμο, προκειμένου να επενδυθεί σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Με την νέα πράσινη συμφωνία, όλοι, λοιπόν, τζογάρουν στο πράσινο. Έτσι, τα δάση ανάγονται σε «απορροφητήρες» των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και αγοράζονται από εταιρείες ώστε να δικαιολογούν τις εκπομπές ρύπων σε άλλα σηµεία του πλανήτη. Δημιουργείται μια νέα γεωγραφία της ρύπανσης. Στο όνομα της «καθαρής ανάπτυξης» η φύση μετασχηματίζεται σε βιοκεφάλαιο και εμπορευματοποιείται, χτίζονται νέες πράσινες περιφράξεις5 σε ποτάμια, αέρα, ήλιο, ωκεανούς, dna και η κλιματική αλλαγή μετατρέπεται σε μπίζνα. Η «δημιουργική» καταστροφή του περιβάλλοντος συνεχίζεται µε τον «πράσινο πυρετό» να αναζωογονεί τον «καπιταλισμό του καζίνου». Βέβαια, η απατή της κερδοσκοπικής πράσινης κούρσας του Κιότο είναι φανερή καθώς οι παγκόσμιες εκπομπές θερμοκηπιακών αερίων αντί να μειωθούν τα τελευταία δέκα χρόνια έχουν αυξηθεί κατά 25% και πολλοί φημολογούν ότι ο τζόγος γύρω από την αγορά του άνθρακα αναμένεται να εκτοξευθεί με κίνδυνο να αποτελέσει την επόμενη χρηματιστηριακή ecoφούσκα.

Μοριοποίηση του καπιταλισμού και κοινωνική ενσωμάτωση

Πέρα από την οικονομική αναζωογόνηση, ο βασικός στόχος του σύγχρονου καπιταλιστικού green new deal είναι η αντιμετώπιση της κρίσης νοήματος που έχει ως αποτέλεσμα την αδυναμία κοινωνικής ενσωμάτωσης και αποτελεσματικής διαχείρισης των πληθυσμών. Η θεμελιώδης κρίση που αντιμετωπίζει ο καπιταλισμός είναι η κρίση νομιμοποίησης και κοινωνικής ενσωμάτωσης, καθώς τα οράματα και ιδεολογήματα της ευτυχίας, της ατομικής ελευθερίας, της ισότητας, της εργασίας, της κατανάλωσης, ακόμα και το μετανεωτερικό της ασφάλειας έχουν χρεοκοπήσει και απαιτείται ένα νέο όραμα. Η ιστορία είναι γνωστή. Κάθε φορά που η κυρίαρχη αναπτυξιακή ιδεολογία υφίσταται έντονη κριτική, το περίγραμμά της διαστέλλεται, ώστε να συμπεριλάβει άγνωστες μέχρι εκείνη τη στιγμή ποιότητες. Διεισδύει στο μοριακό επίπεδο των ατόμων, αφομοιώνει τις αρνήσεις, αποικεί τις επιθυμίες, κατευθύνει τη δημιουργικότητα. Το πράσινο new deal αποτελεί το νέο ιδεολογικό δίχτυ ασφάλειας, το στρατηγικό μηχανισμό κοινωνικής συναίνεσης, εθνικής ενότητας, ταξικής ειρήνης και πρόληψης μελλοντικών κοινωνικών εξεγέρσεων. Η πράσινη μετάλλαξη του καπιταλισμού έρχεται την κατάλληλη στιγμή. Σε μια κρίση ειλικρίνειας τα κυρίαρχα think tank6 ομολογούν ότι η κλιματική αλλαγή και να μην υπήρχε έπρεπε να εφευρεθεί. Η αναζωογόνηση και διαιώνιση της ιδεολογικής ηγεμονίας του καπιταλισμού είναι εδώ.

Σαμποτάζ στο green new deal

Είμαστε η αόρατη γενιά, η γενιά των κρίσεων, η γενιά του φαινομένου του θερμοκηπίου, της επισφαλούς εργασίας, των μεταλλαγμένων, των νέων περιφράξεων. Όμως, είμαστε και η δύναμη που κινεί αυτό τον κόσμο. Η δύναμη του καπιταλισμού είτε είναι πράσινος είτε είναι γκρι πηγάζει από τη δική μας εργασία, τις δικές μας σκέψεις και επιθυμίες. Εμείς, λοιπόν, μπορούμε να τον μπλοκάρουμε. Το ανταγωνιστικό κίνημα οφείλει να ξεσκεπάσει την πράσινη μάσκα του καπιταλισμού, να φτύσει τα ξεπουλημένα αριστεροπράσινα κόμματα και να χτίσει τη δική του αυτόνομη δημόσια σφαίρα έξω από τα πράσινα κρατικά συμβόλαια. Πίσω από το πράσινο new deal δεν είναι ο φόβος του Αρμαγεδδώνα της υπερθέρμανσης του πλανήτη, του Τέλους του Κόσμου, οι βιογεννητικές καταστροφές και οι υπερθανητηφόρες πανδυμίες, αλλά βρίσκονται οι εν δυνάμει κοινωνικές αναταραχές και εξεγέρσεις. Η σημερινή κρίση δεν πρόκειται απλώς για χρηματιστηριακή, ενεργειακή, οικολογική ή οποιαδήποτε άλλη eco-bio-mega κρίση αλλά για κρίση κοινωνικής νομιμοποίησης και ενσωμάτωσης. Ας μετατρέψουμε, λοιπόν, τους χειρότερους φόβους των αφεντικών σε πραγματικότητα. Το ξέρουν, το νιώθουν, το φοβούνται πως οι κοινωνικοί ανταγωνισμοί ενίοτε βράζουν πολύ πιο γρήγορα από τον πλανήτη. Εμείς δεν συνθηκολογούμε, δεν συμμαχούμε με αφεντικά, μπάτσους, εθνικιστές, ομοφοβικούς. Σκίζουμε το νέο πράσινο κοινωνικό συμβόλαιο, σαμποτάρουμε την πράσινη μπίζνα, εντείνουμε την κρίση και ανεβάζουμε την θερμοκρασία των κοινωνικών συγκρούσεων.

σημειώσεις

1.  αφομοιώνοντας και κλέβοντας τα χρήματα των αυτοργανωμένων εργατικών ταμείων αλληλοβοήθειας

2. New Deal (Νέα Συμφωνία). Ο όρος new deal αναφέρεται στην κεϋνσιανού τύπου αναδιάρθρωση του αμερικανικού καπιταλισμού μετά τη συμφωνία μεταξύ κυβέρνησης, αφεντικών, βιομηχανικών εργατών και αγροτών στις ΗΠΑ για να ξεπεραστεί η οικονομική κρίση του 1929 και η ύφεση της δεκαετίας του ‘30. Από τις αρχές έως τα μέσα της δεκαετίας του ‘30 η ανεργία στις ΗΠΑ είχε ανέβει στο 25% και σε ολόκληρη την χώρα ξεσπούσαν μαζικές απεργίες που έφταναν μέχρι και σε κοινωνικές εξεγέρσεις, όπως στο Σαν Φρανσίσκο και τη Μινεάπολη, μεταξύ 1934 και 1936 δολοφονήθηκαν 88 εργάτες σε συγκρούσεις με την αστυνομία. Ο Ρούσβελτ με το δημοκρατικό κόμμα πήρε, λοιπόν, την εξουσία το 1933, παραχωρώντας κοινωνική ασφάλιση, εκπονώντας μεγάλα κρατικά προγράμματα δημόσιων επενδύσεων για δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και αναγνωρίζοντας στοιχειώδεις συνδικαλιστικές ελευθερίες στους εργάτες. Στον αντίποδα των παραπάνω εργατικών κατακτήσεων, αρκετά ηγετικά στελέχη μαχητικών εργατικών σωματείων ξεπουλιούνται, γίνονται γερουσιαστές με το δημοκρατικό κόμμα και το πρότερο ριζοσπαστικό εργατικό κίνημα αφοιμειώνεται, ελέγχεται και πάει σπίτι του, επικρατεί εργασιακή ειρήνη και η κυβέρνηση με τα αφεντικά της χώρας με σύμφωνη την εθνική κοινή γνώμη στέλνουν τους εργάτες τροφή στα κανόνια του Β΄ παγκοσμίου πολέμου. Εξάλλου, ο εμπνευστής του new deal, ο ίδιος ο Ρούζβελτ, που ήταν πολυεκατομμυριούχος, διαμαρτυρόταν σε ένα γράμμα προς του επικριτές του για την «ανικανότητα όλων εκείνων που έχουν περιουσία να καταλάβουν ότι είμαι ο καλύτερος φίλος που είχε ποτέ το σύστημα του κέρδους».

3.  Η οικολογική βιομηχανία στην Ε.Ε. αυξάνεται κατά 18% κάθε χρόνο και ο τζίρος των βιομηχανιών χαμηλών εκπομπών διοξειδίου έχει πλέον ξεπεράσει το άθροισμα του τζίρου των βιομηχανιών αεροδιαστημικής και άμυνας, σύμφωνα με έρευνα της τράπεζας HSBC.

4.  Κομμάτι του green new deal και του πράσινου οικολογικού πυρετού αποτελούν οι SymbioCity (Σουηδία), Μasdar City (Αμπού Ντάμπι), Tianjin (Κίνα), Curitiba (Βραζιλία), Vauban (Γερμανία), Treasure Island (Σαν Φρανσίσκο), H2PIA (Δανία). Πρόκειται για τις πιο προβεβλημένες πρότυπες πράσινες πόλεις, υβριδικές οικογειτονιές και τεχνολογικά εργαστήρια πράσινης ανάπτυξης, με μηδενικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, χωρίς αυτοκίνητα, απεξαρτημένες από πετρέλαιο και ορυκτά καύσιμα, με ενεργειακή αυτονομία βασισμένη σε ΑΠΕ (ανανεώσιμες πηγές ενέργειας) και καθολική ανακύκλωση, που φυσικά απευθύνονται σε αριστοκρατικά στρώματα και σε εξειδικευμένους ερευνητές. Όλες οι ισχυρές και αναδυόμενες οικονομίες στα πλαίσια του ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού θέλουν να προβάλουν μια δική τους ιδανική πράσινη πόλη πρότυπο, προπαγανδιστικό κοινωνικό αντίβαρο στον πάνω από δυο αιώνες καπιταλιστικό, οικοκαταστροφικό, αστικό κανιβαλισμό.

5. Περίφραξη είναι η διαδικασία με την οποία ένα κοινό αγαθό (π.χ. μια πηγή πρώτων υλών, ένα μέσο παραγωγής, η γνώση, εσχάτως οι λειτουργίες της ζωής) που αποτελεί συλλογική κτήση μιας ανθρώπινης κοινότητας μετατρέπεται σε ατομική ή κρατική ιδιοκτησία. Είναι η διαδικασία με την οποία μια κοινότητα στερείται (με άμεση ή έμμεση βία) τη δυνατότητα να έχει ελεύθερη πρόσβαση και υπό τον έλεγχό της αυτό το οποίο περιφράσσεται. Πρόκειται για θεμελιώδη διαδικασία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής: Είναι ο τρόπος με τον οποίο μια ανθρώπινη κοινότητα στερείται τα μέσα με τα οποία παράγει και αναπαράγεται. Έτσι χάνει την αυτονομία της, στερείται κάθε εναλλακτική (μη καπιταλιστική) δυνατότητα εξασφάλισης της ύπαρξής της και εξαναγκάζεται να αποδεχθεί τον καπιταλιστικό τρόπο οργάνωσης των κοινωνικών σχέσεων.

6. Think tank (Δεξαμενές σκέψης): πρόκειται για οργανισμούς ή πολιτικά ινστιτούτα που υποστηρίζουν κυβερνήσεις, κόμματα, βιομηχανίες και προτείνουν στρατηγικές σε πολιτικά, τεχνολογικά, κοινωνικά, επιστημονικά, στρατιωτικά ζητήματα

Διαβάστε – Χρήσιμη Βιβλιογραφία

Sarajevo (2009), Το θερμοκήπιο των φαινομένων. τεύχος 34 p.p. 12-14, Νοέμβριος 2009.

Florida Richard  (2002). The Rise of the Creative Class. And How It’s Transforming Work, Leisure and Everyday Life. Basic Books. ISBN 0-465-02477-7.

Katsiaficas George (1997). Η ανατροπή της πολιτικής ευρωπαϊκά αυτόνομα κοινωνικά κινήματα και η αποαποικιοποίηση της καθημερινής ζωής. εκδ. ελευθεριακή κουλτούρα.

Black Out  (2007). Ο μύθος της αειφόρου ανάπτυξης. τεύχος 10ο Δεκέμβριος 2007 [διαθέσιμο στο http://blackout.gr/

Written by factoryfanet

Ιουλίου 9, 2010 at 12:34 μμ

Αναρτήθηκε στις 01 τεύχος, πράσινη ανάπτυξη

H ενεργειακή κρίση των ημερών μας

leave a comment »

Ένας από τους παράγοντες στον οποίο ο καπιταλισμός αναζητεί μία διέξοδο είναι στην εύρεση μίας ενεργειακής πηγής (ή καλύτερα ενός συνδυασμού αυτών) αρκετά ικανής και ισχυρής, ώστε να διατηρήσει τη δυνατότητα του συστήματος να συνεχίσει την αέναη οικονομική του μεγέθυνση. Η μετάβαση σε ένα μεταπετρελαϊκό ενεργειακό καθεστώς είναι αναπόφευκτη και έχει να κάνει τόσο με υλικά όρια που αντιμετωπίζει όσο και της ιδεολογικής «πράσινης» κατεύθυνσής του. H διαδικασία αυτή κινείται παράλληλα με την εξέλιξη αβέβαιων και μακροπρόθεσμων συλλογικών αγώνων και θα επηρεαστεί από τις ποιοτικές τους προοπτικές. Το ζητούμενο για εμάς είναι, ξεπερνώντας τόσο πάγιες αλήθειες για την κοινωνική εξέλιξη όσο και τεχνικές προσεγγίσεις για το  τρόπο προσαρμογής στην εξάντληση του ενός ή του άλλου φυσικού πόρου, να εστιάσουμε πολιτικά στους αγώνες, κοινοτικούς, εργατικούς και άλλους που εμφανίζονται.

Κομμάτι της κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος είναι η ενεργειακή του κρίση. Ένας από τους παράγοντες στον οποίο ο καπιταλισμός αναζητεί μία διέξοδο στην εύρεση μίας ενεργειακής πηγής (ή καλύτερα ενός συνδυασμού αυτών) αρκετά ικανής και ισχυρής, ώστε να διατηρήσει τη δυνατότητα του συστήματος να συνεχίσει την αέναη οικονομική του μεγέθυνση. Η αναζήτηση αυτή συνοδεύεται από καταστροφικές δραστηριότητες εξόρυξης φυσικών πόρων1, μεγάλα αναπτυξιακά έργα, κ.α. που προκαλούν δραματική αύξηση των θερμοκηπιακών αερίων, τον εκτοπισμό ντόπιων πληθυσμών, την εκμετάλλευση της εργασίας των ντόπιων και μεταναστών εργατών, την καταστροφή της γης και του νερού.

Αφετηρία για τη μελέτη του ενεργειακού ζητήματος αποτελεί μία οπτική, η οποία τοποθετεί την τεχνολογία και την ενέργεια μέσα στο πλαίσιο των κοινωνικών σχέσεων των οποίων αποτελούν μέρος. Τεχνολογία-ενέργεια και κοινωνικές σχέσεις αλληλοεπηρεάζονται διαλεκτικά.

Στον αντίποδα αυτής της αντίληψης υπάρχει μία ευρύτατα διαδεδομένη βιβλιογραφία, η οποία με ένα καταστροφολογικό ύφος του τύπου «το τέλος πλησιάζει» μιλάει για την εξάντληση του πετρελαίου ως απλά ένα θέμα πεπερασμένων φυσικών πόρων και κάτι που άπτεται της κατάλληλης τεχνολογική λύσης. Ο λόγος αυτός εστιάζει στην αναγκαιότητα μίας αποκεντρωμένης κοινωνικής οργάνωσης, η οποία να στηρίζεται σε ανάλογη αγροτική και ενεργειακή παραγωγή (τοπικά αγροκτήματα, μικρές ενεργειακές μονάδες ανανεώσιμων πηγών ενέργειας). Η επίτευξη μίας τέτοιας μορφής οργάνωσης τίθεται ως πανάκεια χωρίς να εξηγεί με ποιόν τρόπο θα καθιστούσε από μόνη της πιο ελεύθερη την κοινωνία. Βασικό της μειονέκτημα είναι ότι παρουσιάζει τον καπιταλισμό ως ένα πράγμα, έναν ενεργειακό μηχανικό σχηματισμό και όχι ως μία εξελισσόμενη κοινωνική σχέση.

Η εξάντληση των φυσικών πόρων και η τεχνολογία είναι και οι δύο σημαντικοί παράγοντες του ζητήματος της ενεργειακής κρίσης τους οποίους, όμως, αν δούμε αποκομμένα θα χάσουμε την κοινωνική του διάσταση. Αντίθετα, για εμάς, είναι διαφωτιστικό να δούμε τη χρήση, την παραγωγή και τη διανομή της ενέργειας ως στιγμές των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων παραγωγής. Έτσι θα μπορέσουμε να αναλύσουμε αλλαγές που επηρεάζουν τις ζωές μας, όπως τις αυξομειώσεις στις τιμές των καυσίμων, τη δημιουργία μεγάλων έργων παραγωγής ενέργειας (νέες μονάδες λιγνίτη, φυσικού αερίου, μεγάλα φράγματα), την ανάπτυξη της βιομηχανίας των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ) κ.α. με έναν κριτικό τρόπο. Μέσα από μία τέτοια οπτική θα δούμε ότι η ενέργεια και η τεχνολογία αποτελούν επίσης έδαφος κοινωνικών αγώνων και διαμορφώνονται από αυτούς. Οι αγώνες αυτοί αφορούν στην αντίθεση της οικειοποίησης των φυσικών πόρων από το κεφάλαιο και μπορεί να ξεκινούν από την εναντίωση στην εξόρυξή τους ή στην πραγματοποίηση κάποιου ανάλογου έργου (π.χ. ενός μεγάλου φράγματος), αλλά να μην περιορίζονται εκεί.

Eνεργειακή κρίση και καπιταλισμός

Κατά την εξέλιξη της πορείας του ο καπιταλισμός έχει αντιμετωπίσει πολλές κρίσεις, οι οποίες προέκυψαν από τις συνέπειες της οικολογικής ανισορροπίας, την αντίσταση των καταπιεσμένων και τον έλεγχο των φυσικών πόρων και ειδικότερα της ενέργειας από τα κυρίαρχα καθεστώτα. Το πέρασμα από την φεουδαρχία στον καπιταλισμό στην Αγγλία, συνοδεύτηκε από τον αφανισμό των δασών από την χώρα και την ελαχιστοποίηση της γομιμότητας τον εδαφών, πριν γίνει η μετάβαση από τη ξυλεία στο λιγνίτη και σχηματοποιηθεί ο συνολικός κοινωνικός μετασχηματισμός της χώρας. Η μετάβαση από τον άνθρακα στο πετρέλαιο συνδέεται επίσης με ένα συνδυασμό κοινωνικών παραγόντων που κινητοποιούν το συνολικό μετασχηματισμό της εποχής: η οργάνωση και ριζοσπαστικοποίηση των ανθρακωρύχων κατέστησαν το λιγνίτη λιγότερο ελκυστικό για το κεφάλαιο σε μία περίοδο που εμφανίζεται το φορντικό μοντέλο παραγωγής. Η εντατικοποίηση της εργασίας και η μη-πειθάρχηση πληθυσμών, η αύξηση του καταναλωτισμού την δεκαετία του ‘20 και η κρίση του ‘29 που ακολούθησε είναι σημεία στην πορεία μίας οξυμένης συνθήκης κοινωνικού ανταγωνισμού που οδήγησε στην κεντρική εμφάνιση του κρατικού παρεμβατισμού και στον διακρατικό ανταγωνισμό που οδήγησε στο σφαγείο του Β’ παγκοσμίου πολέμου. Η εξέλιξη της τεχνολογίας εξόρυξης και εκμετάλλευσης των ορυκτών καυσίμων (πετρέλαιο) είναι κομμάτι του. Το νέο ενεργειακό μοντέλο έπαιξε κεντρικό ρόλο στην διαδικασία της φορντικής παραγωγής ως παράγοντας αντικατάστασης του εργατικού δυναμικού2. Η ανθρώπινη εργασία γίνεται όλο και περισσότερο παραγωγική ενώ στο πεδίο της καπιταλιστικής κερδοφορίας οι ρυθμοί της αντί να ελαττωθούν, αυξήθηκαν.

Μία τέτοια ενεργειακή αλλαγή συμβαίνει και στις μέρες μας, μία κρίση την οποία μπορούμε να προσδιορίσουμε ως τον κοινωνικό μετασχηματισμό που προωθεί το κεφάλαιο για να διατηρήσει την κερδοφορία του, συναντώντας τα υλικά όρια που τίθενται από την κλιματική αλλαγή, την εξάντληση των φυσικών πόρων και τις κοινωνικές αντιστάσεις που κυοφορούνται. Ονομάζουμε την διαδικασία αυτής της μετάβασης ενεργειακή κρίση γιατί τα ενδεχόμενα της εξέλιξής της είναι ανοιχτά. Ο συνδυασμός της οικονομικής, ενεργειακής και κλιματικής κρίσης δίνει στο κεφάλαιο μεγάλες δυνατότητες να δικαιολογήσει τους μετασχηματισμούς του «για το καλό του πλανήτη και της οικονομίας», ενσωματώνοντας στην κίνησή του αυτή κάποια τμήματα του περιβαλλοντικού κινήματος με καταστρεπτικές συνέπειες για τους σκοπούς της περιβαλλοντικής και κοινωνικής δικαιοσύνης. Από την άλλη μεριά, είναι ανοιχτά τα ενδεχόμενα για την εμφάνιση αγώνων που θα απονομιμοποιήσουν τις προτεραιότητες του κεφαλαίου στη διαχείριση αυτών των κρίσεων και θα προάγουν εναλλακτικούς δεσμούς και αξίες. Οι επιλογές ενός νέου ενεργειακού μοντέλου θα βρεθούν σε ένα συνδυασμό χρήσεων διαφορετικών πηγών ενέργειας. Πιθανή φαίνεται η επαναφορά (όπως γίνεται ήδη) της συζήτησης για τη πυρηνική ενέργεια, αυτή την φορά ως πράσινη (sic) εναλλακτική λύση, η διατήρηση του φυσικού αερίου που όμως απαιτεί δίκτυα διανομής με σταθερές διακρατικές σχέσεις και η προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Οι τελευταίες, δεδομένης της μη συνεχής παροχής τους, συνιστούν μία συμπληρωματική παραγωγή την οποία το ενεργειακό λόμπι επιθυμεί να είναι ένα μικρότερο, αλλά πολλά υποσχόμενο κομμάτι στην ίδια μοιρασιά. Σε κάθε περίπτωση, η μορφή που θα αποκτήσει ο μετα-πετρελαϊκός ενεργειακός σχηματισμός θα  εξαρτηθεί από τη δυνατότητα του κεφαλαίου να επαναδομήσει με επιτυχία τις κοινωνικές σχέσεις σε πλανητικό επίπεδο και να διαιρέσει την παγκόσμια κυκλοφορία των αγώνων.

Παράλληλα, παρατηρούμε ότι εμφανίζονται πολλοί και διαφορετικοί κοινωνικοί αγώνες που άπτονται των ζητημάτων της ενέργειας και της κλιματικής αλλαγής. Αυτοί αφορούν σε ποικίλα θέματα: από την ιδιοκτησία και τον έλεγχο της ενεργειακής παραγωγής και της διαδικασίας εξόρυξης έως την πρόσβαση και την τιμή της ενέργειας, από τις αποζημιώσεις προς πληθυσμούς πετρελαιοπαραγωγών χωρών της Λατινικής Αμερικής και της Μέσης Ανατολής, των οποίων οι εκτάσεις είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης εδώ και χρόνια, έως την αντίσταση σε μεγάλα αναπτυξιακά σχέδια (π.χ. σχέδιο Πουέμπλα Παναμά στο Μεξικό), από την περίφραξη της ηλιακής, αιολικής, υδροηλεκτρικής ενέργειας έως τους ενεργειακούς εργάτες. Η διερεύνηση όλων αυτών των αγώνων3 είναι ένα ζητούμενο.

Κλιματική αλλαγή και η ανάπτυξη της βιομηχανίας των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ)

Σε πολιτικό επίπεδο τα τελευταία 4-5 περίπου χρόνια η κλιματική αλλαγή βρίσκεται στην κορυφή της ημερήσιας διάταξης. Αυτό το γεγονός σηματοδοτήθηκε από την έκθεση Stern4 η οποία έστειλε σε ολόκληρο τον κόσμο το μήνυμα ότι «τώρα είναι η πιο οικονομικά συμφέρουσα στιγμή για τη δημιουργία ενός πράσινου καπιταλισμού ο οποίος θα αντιμετωπίσει τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής. Αργότερα θα είναι πολύ αργά…». Από εδώ και στο εξής, φαίνεται ότι το λόμπι των κυβερνήσεων και βιομηχανικών συμφερόντων μετατοπίζεται από την άρνηση της κλιματικής αλλαγής, θέση που υποστήριξε στο παρελθόν, επιδιώκει να το αποπολιτικοποιήσει και να μοιράσει τις ευθύνες του σε όλη τη «μεγάλη οικογένεια» της ανθρωπότητας ανεξάρτητα κοινωνικών ανισοτήτων και τρόπου ζωής5. Έτσι, καθώς οικοδομείται η ιδεολογική κάλυψη του πράσινου καπιταλισμού, φτάνουμε στο σήμερα σε μία συγκυρία όπου η κλιματική αλλαγή εισάγεται ως επιχείρημα για να δικαιολογήσει πολιτικές ελέγχου και καταστολής που να βασίζονται σε μία φιλολογία φόβου και καταστροφολογίας επιδιώκοντας την κοινωνική συναίνεση. Σε μία τέτοια λογική, ζητήματα όπως το ανώτατο σημείο πετρελαϊκής παραγωγής6 (peak oil), και τα αυξανόμενα ενεργειακά κόστη τίθενται ως επιχείρημα δικαιολόγησης των αυξανόμενων κοινωνικών πιέσεων σε εργάτες και κοινότητες.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, η τεχνολογία των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ) αυξάνει παγκόσμια με ένα παράδοξο τρόπο. Μέχρι τώρα έχει αναπτυχθεί λίγο και σε συγκεκριμένα μέρη του κόσμου όμως η εξάντληση των φυσικών πόρων, η κλιματική αλλαγή, η αναζήτηση μίας νέας πρωταρχικής συσσώρευσης και οι διεθνείς ενδοκαπιταλιστικές συγκρούσεις συνιστούν μία υλική ώθηση προς τις ΑΠΕ. Φτάνουμε όντως στο τέλος της πετρελαιϊκής εποχής και αυτό δεν είναι μία ιδεολογική επιλογή αλλά μία πραγματικότητα που βασίζεται σε υλικούς περιορισμούς. Παράλληλα με αυτό, υπάρχει όμως και το ιδεολογικό κομμάτι των ΑΠΕ. Η υπόσχεση που απορρέει όταν σκεφτεί κανείς ανεμογεννήτριες και λαμπερά φωτοβολταϊκά είναι ότι το ενεργειακό μας σύστημα θα μπορούσε να είναι οικολογικό και αυτόνομο και έτσι να μπορεί να λειτουργήσει η ανθρωπότητα με παρόμοιο τρόπο. Όλη η ανθρωπότητα ως μεμονωμένα άτομα όμως, όσοι θα μπορούν να την πληρώνουν και όσοι δεν θα υποστούν τις συνέπειές της.

Η κατεύθυνση που παίρνουν οι ΑΠΕ στις μέρες μας δεν είναι αυτή που υποστηρίζουν οι πράσινοι υπερασπιστές της: αντί για αποκεντρωμένες μονάδες που να εξυπηρετούν τοπικές ανάγκες έχουμε κεντρικοποιημένα μεγαπρότζεκτ. Αντί δηλαδή να αναπτύσσονται οι ΑΠΕ πάνω σε μία συνεργατική-κοινοτιστική μορφή κοινωνικής οργάνωσης έχουμε την εφαρμογή της καπιταλιστικής λογικής περιορισμών και περιφράξεων. Η κυρίαρχη τάση για τον καθορισμό της ενεργειακής πολιτικής είναι αυτή που τίθεται από τον ενεργειακό επιχειρηματικό τομέα, τις ίδιες δηλαδή εταιρίες που στο παρελθόν ανέπτυξαν την τεχνολογία εκμετάλλευσης του πετρελαίου, φυσικού αερίου και πυρηνικών και, όσον αφορά στις ΑΠΕ, επικεντρώνεται σε ένα συνδυασμό τεχνικών λύσεων και εθνικών/υπερεθνικών πολιτικών μηχανισμών.

Από τη μία μεριά, μία κοινή προσέγγιση για τις χώρες του ανεπτυγμένου κόσμου είναι αυτή που προωθεί την απογείωση των ΑΠΕ σε σχέση με εθνικά συγκριτικά πλεονεκτήματα και πετυχημένες εφαρμογές (π.χ. γερμανία, δανία) στο πλαίσιο  της παγκόσμιας αγοράς. Ένα νέο πεδίο κοινωνικών συγκρούσεων ανοίγει. Η καθιέρωση της ιδιοκτησίας πάνω στον αέρα και τον ήλιο είναι οι νέες επιθετικές κινήσεις του καπιταλισμού στα κοινά και εκεί βρίσκεται ένα πολιτικό διακύβευμα. Στον ελλαδικό χώρο μία τέτοια ανάπτυξη έχει αρχίσει να συμβαίνει (π.χ. σχέδια για αιολικά πάρκα στην Κρήτη, την Κέρκυρα και αλλού), ενώ έχει ξεκινήσει η αντικατάσταση εμπορικών καλλιεργειών,  όπως ο καπνός από τις πρώτες ποικιλίες βιοκαυσίμων. Από την άλλη, στις χώρες του 3ου κόσμου  η ανάπτυξη των ΑΠΕ συνδέεται άμεσα με κεντρικές κρατικές πολιτικές που απειλούν τη γη αγροτικών κοινοτήτων και πραγματοποιούν εκδιώξεις ευάλωτων πληθυσμών. Επίσης, η προώθηση πολιτικών που αντικαθιστούν καλλιέργειες τροφίμων με καλλιέργειες βιοκαυσίμων απειλούν τη τροφική αυτονομία των αγροτικών κοινοτήτων, την βιοποικιλότητα του φυσικού τους περιβάλλοντος και βρίσκονται στο επίκεντρο των καινούργιων εξεγέρσεων για την τροφή που θα γίνουν. Ένα σημαντικό ερώτημα για το μέλλον είναι αν αγροτικοί πληθυσμοί θα αποκτήσουν πρόσβαση στα απαραίτητα εργαλεία για να αποφασίσουν αυτόνομα για τη χρήση των ενεργειακών και άλλων φυσικών πόρων στις περιοχές τους.

Συμπερασματικά

Ως μέρος των υλικών ορίων του καπιταλισμού και της ιδεολογικής «πράσινης» κατεύθυνσης του, η μετάβαση σε ένα μεταπετρελαϊκό ενεργειακό καθεστώς είναι αναπόφευκτη. Το θέμα είναι ότι αυτή η διαδικασία κινείται παράλληλα με την εξέλιξη αβέβαιων και μακροπρόθεσμων συλλογικών αγώνων και θα επηρεαστεί από τις ποιοτικές τους προοπτικές. Μπαίνουν ερωτήματα όπως: ποιες τεχνολογίες θα συμπεριληφθούν στην ενεργειακή μετάβαση και με ποιών τις προτεραιότητες και τους όρους; Ποιος θα πληρώσει τα κόστη και ποιος θα λάβει τα οφέλη; Θα είναι μία διαδικασία που θα ενισχύει τις παρούσες ιεραρχίες ή θα είναι μέρος μίας γενικότερης απελευθερωτικής διαδικασίας; Το ζητούμενο για εμάς είναι, ξεπερνώντας τόσο πάγιες αλήθειες για την κοινωνική εξέλιξη, όσο και τεχνικές προσεγγίσεις για το  τρόπο προσαρμογής στην εξάντληση του ενός ή του άλλου φυσικού πόρου, να εστιάσουμε πολιτικά στους αγώνες, κοινοτικούς, εργατικούς και άλλους που εμφανίζονται. Παράλληλα, να ανοίξουμε την συζήτηση για το πώς χρησιμοποιούμε την ενέργεια, να προκαλέσουμε την πανάκεια του ενεργοβόρου πολιτισμού που ως κάτοικοι πρωτοκοσμικών χωρών αποτελούμε μέρος και μέσα από την αμφισβήτηση να αναζητήσουμε γόνιμες και ανατρεπτικές κοινωνικές συνδέσεις.

σημειώσεις

1. Χαρακτηριστικό παράδειγμα παραλογισμού είναι η εκμετάλλευση των ενεργοβόρων και ρυπογόνων για την εξόρυξή τους κοιτασμάτων πισσούχου άμμου (tar sands) που βρίσκονται στo Καναδά, την Βενεζουέλα και αλλού. Μιλάμε για μία εξόρυξη που συμπεριλαμβάνει την διύλιση και μετατροπή σε συμβατικό πετρέλαιο ενός εξαιρετικά πυκνού μίγματος άμμου, λάσπης, νερού και πετρελαίου. Η διαδικασία αυτή απαιτεί την κατανάλωση του 1/5 της παραγόμενης ενέργειας και δημιουργεί 2 με 4 φορές περισσότερα θερμοκηπιακά αέρια αν συγκριθεί με το συμβατικό πετρέλαιο.

2. Πέντε τομείς που ξεχωρίζουν ως προς αυτό είναι η μηχανοποίηση, ο τεχνητός φωτισμός, οι μεταφορές, οι τεχνολογίες επικοινωνίας, η παραγωγή φτηνής τροφής, στέγης, ρουχισμού και καταναλωτικών αγαθών

3. Ο George Caffentzis στη βιβλιογραφία του εντάσσει σε αυτούς τους κοινωνικούς αγώνες 1) την αντίσταση των Ιρακινών πετρελαιοπαραγωγών εργατών 2) την αντίσταση από τις χώρες της Βενεζουέλας, της Βολιβίας και του Εκουαδόρ στον έλεγχο των εσόδων του πετρελαίου από το κεφάλαιο 3) τους  αγώνες αγροτικών και αστικών κινημάτων να επαναοικειοποιηθούν την γη, την ξυλεία, το πετρέλαιο και τις πηγές από τις οποίες αποκλείστηκαν ή/και άλλες κινήσεις  γύρω από την κλιματική αλλαγή. Σύμφωνα με τον Caffentzis «Όλες αυτές οι αρνήσεις συμμόρφωσης με το κεφάλαιο είναι μέρος του ενεργειακού ανώτατου ορίου παραγωγής  που αντιμετωπίζει σήμερα το κεφάλαιο».

4. Η έκθεση Stern (2006) είναι ένα έγγραφο 700 σελίδων που συντάχθηκε από τον οικονομολόγο Nicholas Stern για λογαριασμό της Βρετανικής κυβέρνησης. Αφορά στις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής στην παγκόσμια οικονομία και έχει αποτελέσει την μεγαλύτερη και πιο διαδεδομένη έρευνα του είδους της. http://en.wikipedia.org/wiki/Stern_report

5. Ενδεικτικό της σχετικής δυσαναλογίας είναι ότι, σύμφωνα με στοιχεία της παγκόσμιας τράπεζας, το φτωχότερο 37% του παγκόσμιου πληθυσμού ευθύνεται για το 7% των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, ενώ το 15% του πληθυσμού ανεπτυγμένων χωρών παράγει περίπου το 50% αυτών των εκπομπών.

6. Ο όρος «ανώτατο σημείο της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου» (peak oil) χρησιμοποιείται για να δείξει ότι, δεδομένων των περιορισμένων αποθεμάτων των ορυκτών καυσίμων, υπάρχει ένα σημείο καμπής μετά το οποίο η εξόρυξη θα είναι όλο και δυσκολότερη και το καύσιμο όλο χαμηλότερης ποιότητας. Στο peak oil θα παράγεται η μεγαλύτερη ποσότητα πετρελαίου που έχει παραχθεί ποτέ σε μια δεδομένη χρονιά και, μετά από αυτό, η ετήσια παραγωγή θα αρχίσει να φθίνει.

Πηγές

(1) Tom Keefer (1999), Fossil Fuels, Capitalism, and Class Struggle, The Commoner N.13, http://www.commoner.org.

(2) Kolya Abramsky and Massimo De Angelis (1999), Introduction: Energy crisis (among others) is in the air, The Commoner N.13,

(3) Kolya Abramsky (1999), Energy and Labor in the World-Economy, The Commoner N.13,

(4) Sarajevo (2009), τεύχος 32

(5) Critical Currents (2009), Contours of Climate Justice: Ideas for shaping new climate and energy politics, Uppsala, http://www.dhf.uu.se.

(6) George Caffentzis (2005), No Blood for Oil – Energy, Class Struggle and War 1998-2004, http://www.radicalpolytics.org/

(7) Χορός της Καρμανιόλας (2009), Οικονομική ύφεση & κρίση συναίνεσης, http://www.xorostiskarmaniolas.blogspot.com

Written by factoryfanet

Ιουλίου 6, 2010 at 12:48 μμ

Όλα πρέπει να αλλάξουν ώστε όλα να μπορούν να παραμείνουν τα ίδια σημειώσεις για το ενεργειακό σχέδιο του Ομπάμα

leave a comment »

Η ενεργειακή πολιτική της κυβέρνησης Μπους με τις υπεκφυγές και τις  εισβολές της, οδήγησε στη φτώχεια, τον πόλεμο και την καταστροφή του περιβάλλοντος. Αλλά είναι η πολιτική του Ομπάμα πραγματικά διαφορετική; Μπορούμε να πιστέψουμε σε αυτή την αλλαγή; Το περιοδικό Turbulence ζήτησε από τον George Caffentzis, έναν έμπειρο αναλυτή για τις ενεργειακές πολιτικές  να το  ερευνήσει.

του George Caffentzis

Η ενεργειακή/ πετρελαϊκή πολιτική του Ομπάμα θα είναι διαφορετική από την πολιτική κυβέρνηση Μπους;

Η άμεση απάντησή μου σε αυτό το ερώτημα είναι ένα ισχυρό Όχι, ακολουθούμενο από ένα πιο διστακτικό Ναι. Ο λόγος για αυτή την αμφιθυμία είναι απλός: η αποτυχία της κυβέρνησης Μπους να αλλάξει ριζικά τη βιομηχανία πετρελαίου στη νεοφιλελεύθερη εικόνα του έκανε την  μετάβαση από το ενεργειακό καθεστώς του πετρελαίου αναπόφευκτη, και η διοίκηση του  Ομπάμα ανταποκρίνεται σε αυτό το αναπόφευκτο. Είμαστε, συνεπώς, στη μέση μιας εποχιακής αλλαγής και έτσι πρέπει να αναθεωρήσουμε τις αξιολογήσεις μας για τις πολιτικές δυνάμεις και τις συζητήσεις του παρελθόντος με κάποια περίσκεψη.

Πριν εξετάσω τις δύο πλευρές αυτής της απάντησης, θα πρέπει να είμαστε σαφείς ως προς τα δύο σύνολα πετρελαϊκών και ενεργειακών πολιτικών που συζητούνται.

Τα παραδείγματα των ιδεών της πολιτικής Μπους είναι πολύ γνωστά: η «πραγματική» ενεργειακή κρίση δεν έχει καμία σχέση με τα φυσικά όρια των ενεργειακών πόρων, αλλά οφείλεται στους περιορισμούς στην παραγωγή ενέργειας που επιβάλλονται από τους κυβερνητικούς κανονισμούς και το καρτέλ του ΟΠΕΚ. Πρώτον, η παραγωγή ενέργειας πρέπει να ελευθερωθεί και το διαφθαρμένο, δικτατορικό και φιλικό προς τους τρομοκράτες καρτέλ του ΟΠΕΚ να διαλυθεί από τα αμερικάνικα πραξικοπήματα (Βενεζουέλα) και τις  εισβολές (Ιράκ και Ιράν). Στη συνέχεια, σύμφωνα με τον λαϊκίστικο λόγο του Μπους, η ελεύθερη αγορά μπορεί να επιβάλει τελικά ρεαλιστικές τιμές για τα ενεργειακά αγαθά (που θα έπρεπε να είναι περίπου το ήμισυ των σημερινών). Αυτό με τη σειρά του θα τονώσει την παραγωγή επαρκών προμηθειών και ένα νέο γύρο θεαματικής αύξησης των κερδών και των μισθών.

Η πετρελαϊκή/ ενεργειακή πολιτική του Ομπάμα, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας και μετά την εκλογή του, έχει μια εξίσου γνωστή ρητορική. Όπως ο ίδιος παρουσίαζε στις 27 Ιανουαρίου 2009, «θα αντιστρέψω την εξάρτησή μας από το ξένο πετρέλαιο, οικοδομώντας μια νέα ενεργειακή οικονομία η οποία θα δημιουργήσει εκατομμύρια θέσεις εργασίας (…). Η εξάρτηση της Αμερικής από το πετρέλαιο είναι μια από τις πιο σοβαρές απειλές που έχει να αντιμετωπίσει το έθνος μας. Δίνει χρήματα σε δικτάτορες, πληρώνει για τη διάδοση των πυρηνικών και χρηματοδοτεί και τις δύο πλευρές του αγώνα μας κατά της τρομοκρατίας». Σε μακροπρόθεσμη βάση, η πολιτική αυτή περιλαμβάνει: επένδυση στις «καθαρές τεχνολογίες», χρηματιστήριο ρύπων, ανάπτυξη καθαρής τεχνολογίας λιθάνθρακα, αυστηρότερα στάνταρ για την κατανάλωση φυσικού αερίου από τα αυτοκίνητα και επιφυλακτική υποστήριξη για την πυρηνική παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.

Η ενεργειακή πολιτική που περιέγραψε στην πρόταση του προϋπολογισμού υποστηρίζει μια  ιδιότυπη αυτάρκεια «εθνικής ασφάλειας». (Αυτή η έμφαση στην αυτάρκεια είναι ακόμη πιο περίεργη, όταν προέρχεται από μια σχεδόν μυθική προ-παγκοσμιοποίησης φιγούρα όπως ο Ομπάμα). Η λογική του είναι έμμεσα κάπως έτσι: αν οι ΗΠΑ δεν ήταν τόσο εξαρτημένες από το ξένο πετρέλαιο, θα υπήρχε λιγότερη ανάγκη για τα στρατεύματα των ΗΠΑ να αποσταλούν σε ξένα εδάφη για να υπερασπιστούν την πρόσβαση των ΗΠΑ σε ενεργειακούς πόρους.

Ο Ομπάμα αντιμετωπίζει το πετρέλαιο με έναν εμπορικό τρόπο, καθώς είναι ζωτικής σημασίας για κάθε σύγχρονη οικονομία, παρόμοια με τον τρόπο που είχε αξία ο χρυσός τον 16ο και 17ο αιώνα. Ο μερκαντιλισμός έχει από καιρό εγκαταλειφθεί οριστικά ως βιώσιμη πολιτική οικονομία. (Ο Μερκαντιλισμός είναι μια οικονομική σχολή σκέψης, που θεωρείται ως μια μορφή οικονομικού εθνικισμού, και υποστηρίζει ότι η ευημερία ενός έθνους εξαρτάται από την προσφορά του στο μετοχικό κεφάλαιο και ότι ο συνολικός όγκος του διεθνούς εμπορίου είναι «αμετάβλητος». Τα οικονομικά περιουσιακά στοιχεία (κεφάλαιο) αντιπροσωπεύονται από τα πολύτιμα μέταλλα (χρυσός, ασήμι) και την αξία του εμπορίου που κατέχει το κράτος, τα οποία αυξάνονται μέσω του θετικού εμπορικού ισοζυγίου με άλλα έθνη (εξαγωγές μείον εισαγωγές).Η θεωρία δέχεται ότι ο πλούτος και τα νομισματικά περιουσιακά στοιχεία είναι όμοια. Ο μερκαντιλισμός προτείνει ότι η κυβέρνηση θα πρέπει για την επίτευξη των στόχων να παίζει έναν προστατευτικό ρόλο στην οικονομία, ενθαρρύνοντας τις εξαγωγές και αποθαρρύνοντας τις εισαγωγές, κυρίως μέσω της χρήσης των δασμών και των επιδοτήσεων. Αυτή η θεωρία κυριαρχούσε στις οικονομικές πολιτικές της Δυτικής Ευρώπης από τον 16ο έως τα τέλη του 18ου αιώνα.). Στην πραγματικότητα, ο Ομπάμα κάνει έκκληση για μια πολιτική αυτάρκειας για την υποκατάσταση του πετρελαίου, ενώ η κυβέρνησή του ασκεί τις μεγαλύτερες πιέσεις σε παγκόσμιο επίπεδο για μια πολιτική παγκοσμιοποιημένης μη-αυτάρκειας σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Ένα ισχυρό Όχι

Στο παράδειγμα του Ομπάμα το βασικό ζήτημα για την πολιτική πετρελαίου είναι η εξάρτηση  των ΗΠΑ από αλλοδαπές πηγές. Ένα τέτοιο πρίσμα συσκοτίζει τις συνέπειες του σημερινού συστήματος στη παραγωγή βασικών προϊόντων. Μια αποτυχία στο να ξεκινήσουμε από το απλό γεγονός ότι το πετρέλαιο είναι ένα βασικό αγαθό και ότι η πετρελαϊκή βιομηχανία είναι αφοσιωμένη στην επίτευξη κέρδους, οδηγεί σε δύο σημαντικές παρανοήσεις: Πρώτον, η κυβέρνηση των ΗΠΑ συμμετέχει ουσιαστικά στην εξασφάλιση της λειτουργίας της παγκόσμιας αγοράς και στην αποδοτικότητα της βιομηχανίας πετρελαίου και στην μη-πρόσβαση στους υδρογονάνθρακες. Δεύτερον, οι ενεργειακές πολιτικές περιλαμβάνουν ταξικές συγκρούσεις και όχι μόνο ανταγωνιστικές εταιρείες, αλλά και αλληλοσυγκρουόμενα εθνικά κράτη.

Εν συντομία, αφήνει έξω τους κεντρικούς παίκτες της σύγχρονης ζωής: τους εργαζόμενους, τα αιτήματά τους και τους αγώνες τους. Κάπως, όταν πρόκειται για την συγγραφή της ιστορίας του πετρελαίου και του καπιταλισμού, η εργατική τάξη και η ταξική διαμάχη ξεχνιούνται συχνά με τρόπο που δεν συμβαίνει όταν γίνονται αναφορές στον άνθρακα. Αν λάβουμε υπόψη την αποδοτικότητα και την ταξική εργατική πάλη στην ιστορία του πετρελαίου, η αληθοφάνεια του μοντέλου της εθνικής ασφάλειας μειώνεται, δεδομένου ότι ο στρατός των ΗΠΑ θα κληθεί να υπερασπιστεί την αποδοτικότητα των διεθνών πετρελαϊκών εταιρειών ενάντια  στα αιτήματα των εργαζομένων σε όλο τον κόσμο, ακόμη και αν οι ΗΠΑ δεν εισήγαγαν ούτε μία σταγόνα πετρελαίου.

Αμερικάνικα στρατεύματα θα πρέπει να πολεμήσουν σε πολλούς πολέμους στα επόμενα χρόνια, εάν η αμερικανική κυβέρνηση προσπαθήσει να συνεχίσει –για την πετρελαϊκή βιομηχανία ειδικότερα και για τον καπιταλισμό εν γένει– να είναι για τον 21ο αιώνα ότι ήταν η Βρετανική Αυτοκρατορία για τον 19ο αιώνα. Κάτι το οποίο ξεκίνησε τον 19ο αιώνα ως μια τραγωδία, θα επαναληφθεί στο 21ο, όχι ως φάρσα, αλλά ως καταστροφή. Την ίδια στιγμή, δεν είναι δυνατόν για την κυβέρνηση των ΗΠΑ να «υποχωρήσει» από το ρόλο της, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο το ίδιο το καπιταλιστικό έργο. Όπως δείχνουν οι προσπάθειές του στο Αφγανιστάν, το Ιράκ και το Πακιστάν, ο Ομπάμα και η κυβέρνησή του δε φαίνονται διατεθειμένοι να εγκαταλείψουν αυτόν τον ιμπεριαλιστικό ρόλο.

Έτσι, ο  Ομπάμα, μαζί με τους άλλους υποστηρικτές του μοντέλου της Εθνικής ασφάλειας για την πολιτική του πετρελαίου, προσφέρουν μια αμφισβητήσιμη σχέση μεταξύ ενεργειακής αυτάρκειας και ιμπεριαλισμού. Όπως θα έλεγαν όσοι βασίζονται στην λογική, η ενεργειακή εξάρτηση θα μπορούσε να αποτελεί επαρκή προϋπόθεση της ιμπεριαλιστικής πετρελαϊκής  πολιτικής, αλλά αυτό δεν είναι κάτι το απαραίτητο. Αυτό είναι το δίλημμα του Ομπάμα επομένως: δεν μπορεί να απορρίψει τον κεντρικό ρόλο των ΗΠΑ στον έλεγχο του βασικού εμπορεύματος της παγκόσμιας αγοράς, ενώ την ίδια στιγμή η δια- και ενδο-ταξική διαμάχη στις χώρες παραγωγής πετρελαίου καθιστά αδύνατη τη διατήρηση του ηγεμονικού ρόλου των ΗΠΑ. Ως εκ τούτου, όπως υπονοείται και στην έγκρισή του για μια χειρουργική επέμβαση στο Αφγανιστάν και την κατασκήνωση του στρατού των ΗΠΑ σε τεράστιες βάσεις έξω από τις πόλεις του Ιράκ, η πετρελαϊκή πολιτική του Ομπάμα θα είναι αρκετά παρόμοια με αυτή του Μπους.

Ένα διστακτικό Ναι

Μέχρι τώρα το επιχείρημά μου ήταν καθαρά αρνητικό, δηλαδή, αν και οι πετρελαϊκές πολιτικές του Ομπάμα και του Μπους είναι ριζικά διαφορετικές από άποψη ρητορικής, θα έχουν πολλά κοινά στην πράξη. Ο  στόχος του Ομπάμα για «ενεργειακή ανεξαρτησία» δε θα επηρεάσει τις στρατιωτικές επεμβάσεις που προκαλούνται από τις προσπάθειες για τον έλεγχο της παραγωγής πετρελαίου και συσσωρεύουν τα κέρδη του πετρελαίου σε ολόκληρο τον κόσμο. Οι παρεμβάσεις αυτές θα ενταθούν καθώς η καπιταλιστική κρίση ωριμάζει και καθώς οι βραχυπρόθεσμες τιμές αγοράς κυμαίνονται απότομα εξαιτίας των μακροπρόθεσμων τιμών, και οι γεωλογικοί, πολιτικοί και οικονομικοί παράγοντες δημιουργούν μια κοινωνική ένταση σχεδόν αποκάλυψης.

Ωστόσο, βλέπω μια σημαντική διαφορά μεταξύ Μπους και Ομπάμα. Ο πρώτος ήταν ένας status quo πρόεδρος πετρελαίου, ενώ ο δεύτερος είναι ένας πρόεδρος για την ενεργειακή μετάβαση. Με άλλα λόγια ο Ομπάμα είναι επικεφαλής μιας καπιταλιστικής μετάβασης της ενέργειας. Είναι παρόμοιο με την επιτυχημένη, επί Ρούζβελτ, αντικατάσταση του  λιθάνθρακα  με πετρέλαιο και φυσικό αέριο σε πολλούς τομείς σε όλα τα παραγωγικά συστήματα την  δεκαετία του 1930 και του 1940, και την αποτυχημένη, επί Κάρτερ, προσπάθεια να αντικατασταθεί το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο με λιθάνθρακα, ηλιακή και πυρηνική ενέργεια  στις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1970.

Ογδόντα χρόνια πριν, το κεφάλαιο άρχισε να συνειδητοποιεί ότι οι ανθρακωρύχοι ήταν τόσο καλά οργανωμένοι, ώστε να μπορούν να απειλήσουν όλη την μηχανή της συσσώρευσης. Αυτό έγινε αισθητό στη βρετανική Γενική Απεργία του 1926 και στον αγώνα των ανθρακωρύχων στις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1930 που οδήγησε στο σχηματισμό του Κογκρέσου των Βιομηχανικών Οργανώσεων (CIO). Οι ανθρακωρύχοι έπρεπε να τεθούν σε θέση άμυνας από την έναρξη ενός νέου ιδρύματος ενέργειας στην καπιταλιστική παραγωγή.

Στη συνέχεια, σαράντα χρόνια μετά, ο πρόεδρος Κάρ τερ απέτυχε να καταστείλει τον αγώνα των προλεταριάτων παραγωγής πετρελαίου (ιδίως στο Ιράν).

Εν όψει της αποτυχίας της προσπάθειας της κυβέρνησης Μπους να επιβάλει ένα νεοφιλελεύθερο καθεστώς στις χώρες παραγωγούς πετρελαίου, η διοίκηση Ομπάμα πρέπει να οδηγήσει τώρα τη χώρα σε μερική αποχώρηση από την πετρελαϊκή βιομηχανία. Δεν θα είναι συνολική, φυσικά. Σε τελική ανάλυση, η μετάβαση από τον λιθάνθρακα στο πετρέλαιο μόνο συνολική δεν ήταν, όταν, μάλιστα, τώρα εξορύσσεται περισσότερος άνθρακας από ποτέ. Ομοίως, η μετάβαση από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (άνεμος, νερό, δάση) στα τέλη του 18ου αιώνα  στον άνθρακα, ήταν εξίσου μερική. Πράγματι, αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που η καπιταλιστική κρίση συμπίπτει με τη μετάβαση της ενέργειας, όπως δείχνουν οι προηγούμενες μεταβάσεις στη δεκαετία του 1930 και του 1970. Θα ήταν χρήσιμο να εξετάσουμε αυτές τις μεταβάσεις για την αξιολόγηση των διαφορών μεταξύ των πολιτικών προγραμμάτων Μπους και  Ομπάμα. Οι διάφορες φάσεις της μετάβασης από το πετρέλαιο σε εναλλακτικές πηγές ενέργειας  περιλαμβάνουν:

(1) καταστολή των προσδοκιών των εργαζομένων στην παραγωγή πετρελαίου για αποζημιώσεις εξαιτίας των απαλλοτριώσεων που έλαβαν χώρα εδώ και έναν αιώνα.

(2) οικονομική, νομική και στρατιωτική υποστήριξη των «νικητών» των εναλλακτικών πηγών ενέργειας.

(3) επιβεβαίωση της συμβατότητας των εναλλακτικών πηγών ενέργειας με το σύστημα παραγωγής,

(4) αποτροπή κάθε επαναστατικής, αντι-καπιταλιστικής στροφής κατά τη διάρκεια της μετάβασης.

Οι φάσεις αυτές προσφέρουν το είδος των προκλήσεων που είχαν ελάχιστη σχέση με την κυβέρνηση Μπους, καθώς αυτή αποφασιστικά πολεμούσε την ίδια την ιδέα της μετάβασης: η ισχύς των δια- και ενδο-ταξικών δυνάμεων που υπονόμευαν το νεοφιλελεύθερο καθεστώς. Ως εκ τούτου, θα παρέχουν ένα πλούσιο έδαφος για συζήτηση και σχεδιασμό σε αυτή την περίοδο.

Ο τίτλος αυτού του κειμένου εφαρμόζεται στο πρώτο σκέλος της απάντησής μου για ένα ισχυρό όχι με μια πολύ απλή λογική: το συμφέρον της παγκόσμιας αγοράς και των πετρελαϊκών/ ενεργειακών εταιρειών θα είναι υψίστης σημασίας στην ανάπτυξη της αμερικανικής στρατιωτικής δύναμης. Το ίδιο ισχύει και για  το δεύτερο σκέλος της απάντησής μου για ένα διστακτικό ναι, αν και αυτή τη φορά λιγότερο άμεσα, καθώς ο απώτερος στόχος της διακυβέρνησης Ομπάμα είναι να διατηρήσει το καπιταλιστικό σύστημα σε πολύ επικίνδυνους καιρούς. Συμβαίνει, ωστόσο, ότι «τα πάντα που πρέπει να αλλάξουν» είναι πιο εκτεταμένα από ό,τι είχαν υπάρξει ποτέ.

Σε ό,τι αφορά στην πρώτη φάση της μετάβασης, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι θα υπάρξει μια ενδο-ταξική αντίσταση από αυτούς που θα χάσουν. Φυσικά, οι περισσότεροι καπιταλιστές που στηρίζονται στο πετρέλαιο θα είναι σε θέση να μεταφέρουν εύκολα τα κεφάλαιά τους σε νέους κερδοφόρους τομείς, αν και θα ανησυχούν για την αξία της υπόλοιπης ποσότητας πετρελαίου που βρίσκεται στο έδαφος. Η μετάβαση αυτή έχει θεωρητικοποιηθεί, έχει προκαλέσει φόβο και έχει προετοιμαστεί από τους καπιταλιστές του τρίτου κόσμου (ιδίως στη Σαουδική Αραβία) από τότε που ξέσπασε η πρώτη πετρελαϊκή κρίση της δεκαετίας του 1970. Αλλά τι πρέπει να γίνει σε σχέση με τους εργαζόμενους στον τομέα του πετρελαίου; Άλλωστε, η «αρνητική πλευρά» της καμπύλης του Χάμπερτ θα μπορούσε, ενδεχομένως, να δώσει την δυνατότητα αποπληρωμής μετά από έναν αιώνα εκμετάλλευσης, των βίαιων εκτοπισμών και περιφράξεων στις περιοχές εξόρυξης πετρελαίου.

Η καπιταλιστική τάξη στο σύνολό της δεν είναι πρόθυμη να καταβάλει αποζημιώσεις στους λαούς των πετρελαιοπαραγωγών περιοχών της γης των οποίων η ζωή και η γη χρησιμοποιήθηκαν τόσο άρρωστα. Η άρνηση καταβολής αποζημιώσεων από τις πετρελαϊκές εταιρείες, υπονοεί τον τρόμο τους. Η καταβολή, για παράδειγμα, των κρατικών φόρων πετρελαίου και ενοικίων στη Βενεζουέλα θα σημαίνει την αγορά εκτάσεων για τους campesinos (αγρότες χωρίς γη), που οι γονείς ή οι παππούδες τους αναγκάστηκαν να υποστούν τις απαλλοτριώσεις πριν από δεκαετίες. Το κεφάλαιο θέλει να ελέγχει την τεράστια μεταφορά της υπεραξίας που οραματίστηκαν σε αυτές τις συζητήσεις της μετάβασης, και χωρίς μια νεοφιλελεύθερη λύση, δεν είναι σαφές ότι μπορεί να γίνει. Επιπλέον, η  εργατική τάξη θα είναι μια υπάκουη ηχώ στις ανησυχίες του κεφαλαίου; Δεν θα έπρεπε να καταβληθούν αποζημιώσεις στο κόσμο στη Μέση Ανατολή, την Ινδονησία, το Μεξικό, τη Βενεζουέλα, τη Νιγηρία και αμέτρητες άλλες τοποθεσίες εξόρυξης πετρελαίου για την ρύπανση που προκλήθηκε; Θα καθίσουν και θα βλέπουν άπραγοι την μόνη ελπίδα τους για την επιστροφή του κλεμμένου πλούτου να γίνεται καπνός;

Όσον αφορά στη δεύτερη φάση της μετάβασης, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι οι εναλλακτικές πηγές ενέργειας θεωρούνται «αγγελικές», καθώς είναι συνδυασμένες με τα κινήματα αγάπης και ειρήνης, σε αντίθεση με τους αιματοβαμμένους υδρογονάνθρακες και τη θανατηφόρα  απειλή της πυρηνικής ενέργειας. Αλλά αν θυμηθούμε την τελευταία περίοδο, που ο καπιταλισμός  λειτουργούσε υπό καθεστώς ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, από το 16ο έως το τέλος του 18ου αιώνα, δύσκολα θα την χαρακτήριζε κανείς ως ειρηνική και γεμάτη αγάπη περίοδο. Η γενοκτονία των ιθαγενών Αμερικανών, το δουλεμπόριο στην Αφρική και οι περιφράξεις της Ευρωπαϊκής αγροτιάς έλαβαν χώρα σε ένα καθεστώς «εναλλακτικών» ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Η άποψη ότι ένα μέλλον χωρίς υδρογονάνθρακες, που θα λειτουργεί υπό μια καπιταλιστική μορφή παραγωγής που θα είναι σημαντικά λιγότερο ανταγωνιστική, είναι αμφίβολη. Είδαμε ένα παράδειγμα αυτού του είδους της σύγκρουσης συμφερόντων στις διαμαρτυρίες των κατοίκων της πόλης του Μεξικού για την τιμή πώλησης του καλαμποκιού που καλλιεργείται από τους γεωργούς της Αϊόβα που το πούλησαν για βιοκαύσιμα αντί για τροφή.

Όσον αφορά στην τρίτη φάση, θα πρέπει να θυμόμαστε ότι κάθε πηγή ενέργειας δεν είναι εξίσου σε θέση να παράγει υπεραξία (η απόλυτη τελική χρήση της ενέργειας στο πλαίσιο του καπιταλισμού). Το πετρέλαιο είναι μια ιδιαίτερα ευέλικτη μορφή καυσίμων που έχει μια μεγάλη ποικιλία χημικών υποπροϊόντων και ένα συγκεκριμένο προφίλ εργαζομένου. Η ηλιακή, η αιολική και η ενέργεια που παράγεται από το νερό και την παλίρροια δεν θα ενταχθούν αμέσως στον υφιστάμενο παραγωγικό μηχανισμό για να παράγουν το ίδιο επίπεδο υπεραξίας. Η μετάβαση θα δυναμιτίσει μια τεράστια διαμάχη στη διαδικασία παραγωγής και αναπαραγωγής, καθώς αναπόφευκτα οι εργάτες, θα πρέπει να αναμένεται να «ενταχθούν» στο παραγωγικό μηχανισμό όποιος και αν είναι αυτός.

Τέλος, η τέταρτη φάση  παρουσιάζει την ουσία του θέματος που έχουμε ενώπιόν μας. Αυτή η μετάβαση θα οργανωθεί σε μια καπιταλιστική βάση ή η διπλή κρίση, η οποία άνοιξε τόσο στην παραγωγή ενέργειας, αλλά και στην γενικότερη κοινωνική αναπαραγωγή, θα υπογραμμίσει  την έναρξη ενός άλλου τρόπου παραγωγής; Η ενεργειακή πολιτική του Ομπάμα θέτει ως βάση την πρώτη εναλλακτική λύση. Εξετάσαμε κάποιες από τις δυσάρεστες προοπτικές που μπορεί να προκύψουν με αυτή την επιλογή. Η κλίμακα των όσων διακυβεύονται απαιτεί από εμάς να κρατήσουμε τη δεύτερη εναλλακτική λύση ανοιχτή. Όταν θα διερευνήσουμε τις δυνατότητες που έχουμε μπροστά μας πρέπει να προσπαθήσουμε, με κάθε ενέργεια και πάθος, να σπάσουμε την προϋπόθεση που οδηγεί στο ότι «όλα παραμένουν το ίδιο».

Η   Καμπύλη Χάμπερτ είναι μια γραφική αναπαράσταση της θεωρίας για την κορύφωση παραγωγής του πετρελαίου .  Βασίζεται στην παρατήρηση ότι το ποσό του πετρελαίου κάτω από το έδαφος έχει μια συγκεκριμένη ποσότητα, και το ποσοστό της ανακάλυψης νέων πηγών θα αυξάνεται μέχρι μια στιγμή κορύφωσης και στη συνέχεια θα μειώνεται σταδιακά, καθώς  νέες τοποθεσίες  για την εξόρυξη πετρελαίου γίνονται σπανιότερες. Κατά τη διάρκεια αυτής της  πτώσης το υπόλοιπο πετρέλαιο  γίνεται πιο πολύτιμο και θα μπορούσε, αν οι εργαζόμενοι του πετρελαίου ήταν σε αρκετά ισχυρή θέση, να το χρησιμοποιήσουν για την αύξηση των μισθών και για την καταβολή αποζημιώσεων για τις κοινότητες που υπέφεραν κατά την εξόρυξή του. Οποιαδήποτε αιτήματα για «να περάσουν τα καύσιμα υδρογονανθράκων στην ιστορία » πρέπει να λάβουν αυτή την πιθανότητα σοβαλά υπόψη τους .

Written by factoryfanet

Ιουλίου 5, 2010 at 3:01 μμ

Περιφράξεις – Kοινά

leave a comment »

Από τις περιφράξεις και τον πολιτισμό της ιδιοκτησίας, στις κοινωνικοποιήσεις, τα κοινά αγαθά και το μοίρασμα

Περίφραξη (enclosure) είναι η διαδικασία με την οποία ένα αγαθό (π.χ. μια πηγή πρώτων υλών, ένα μέσο παραγωγής, η γνώση, πρόσφατα και οι λειτουργίες της ζωής) που αποτελεί συλλογική κτήση μιας ανθρώπινης κοινότητας μετατρέπεται σε ατομική ή κρατική ιδιοκτησία. Αν θεωρήσουμε ως ιδιοκτησία το δικαίωμα του ιδιοκτήτη να στερεί σε οποιονδήποτε άλλο την πρόσβαση στην ιδιοκτησία του, τότε η περίφραξη αποτελεί ακριβώς την υλοποίηση της πραγματικότητας αυτής.

Η έννοια των περιφράξεων

Η έννοια των περιφράξεων χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά από τον Μαρξ. Αποτέλεσε ένα από τα εργαλεία που χρησιμοποίησε στην προσπάθειά του να προσδιορίσει τους μετασχηματισμούς των κοινωνικών σχέσεων και των υλικών όρων της ύπαρξης των ανθρώπων, οι οποίοι συντελέστηκαν κατά τη μετάβαση από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό. Οι περιφράξεις αποτελούν θεμελιώδη διαδικασία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής για δυο λόγους. Ο πρώτος είναι ότι υλοποιούν την πρωταρχική συσσώρευση, η οποία βρίσκεται στην αρχή της καπιταλιστικής παραγωγής. Και ο δεύτερος ότι εξαναγκάζουν τις ανθρώπινες κοινότητες να αποδεχθούν τον καπιταλιστικό τρόπο οργάνωσης των κοινωνικών σχέσεων, στερώντας τους κάθε εναλλακτική (μη καπιταλιστική) δυνατότητα εξασφάλισης της ύπαρξής τους. Στη συνέχεια θα αναλύσουμε καθένα από αυτά τα σημεία.

Ο θεμελιώδης κύκλος της καπιταλιστικής παραγωγής – συσσώρευσης μπορεί σε γενικές γραμμές να περιγραφεί από το σχήμα  χρήμα – εμπόρευμα – χρήμα. Υπάρχει ένα αρχικό κεφάλαιο το οποίο ο ιδιοκτήτης του το επενδύει στην παραγωγική διαδικασία. Εκεί παράγονται εμπορεύματα με αξία μεγαλύτερη από το αρχικό κεφάλαιο. Η αύξηση αυτή (υπεραξία) οφείλεται στην εργασία των εργατών μέσα στην παραγωγική διαδικασία. Στη συνέχεια τα εμπορεύματα πωλούνται και μετατρέπονται ξανά σε χρήμα. Το χρήμα αυτό είναι περισσότερο από το αρχικό και κανονικά θα έπρεπε να το παίρνουν οι εργάτες εφόσον παράγεται με τη δικιά τους εργασία. Αυτό που συμβαίνει όμως (και εδώ έγκειται η εκμεταλλευτική σχέση) είναι ότι από το ποσό αυτό στους εργάτες αποδίδεται μόνο ένα μικρό μέρος. Το υπόλοιπο το υπεξαιρεί και το συσσωρεύει ο ιδιοκτήτης του αρχικού κεφαλαίου.

Υπάρχουν αρκετές επιμέρους λεπτομέρειες στην παραπάνω διαδικασία, κρίνονται όμως περιττές για το σκοπό αυτού του κειμένου. Το σημείο αυτού του κύκλου που μας ενδιαφέρει εδώ, βρίσκεται κατά κάποιον τρόπο έξω από αυτόν. Το ερώτημα που τίθεται είναι από πού προκύπτει το αρχικό κεφάλαιο που θα επενδυθεί στην παραγωγή. Ή για να το θέσουμε αλλιώς: δεδομένου ότι κανείς δε γεννιέται έχοντας στην κατοχή του περισσότερα από τους άλλους ανθρώπους, μέσα από ποιες ιστορικές διαδικασίες κάποιοι/ες βρίσκονται κάποια στιγμή να έχουν συσσωρεύσει ένα αρχικό κεφάλαιο -πώς προκύπτει αυτή η πρωταρχική συσσώρευση; Η απάντηση δεν έχει καμία σχέση με τους καπιταλιστικούς μύθους περί «κάποιων ικανών και δουλευταράδων που προκόβουν και κάποιων ανίκανων ή τεμπέληδων που οδηγούνται από την ατυχία τους ή τις επιλογές τους στην ανέχεια».

Η απάντηση βρίσκεται στις περιφράξεις: η πρωταρχική συσσώρευση συντελείται όταν κάποιοι/ες δια της βίας περιφράσσουν κοινοτικές κτήσεις και τις μετατρέπουν σε ιδιοκτησία. Στη συνέχεια οι ιδιοκτησίες αυτές είτε χρησιμοποιούνται οι ίδιες ως αρχικό κεφάλαιο, είτε πωλούνται και μετατρέπονται σε χρήμα προκειμένου να επενδυθούν αλλού.

Στη θεώρηση του Μαρξ οι περιφράξεις και η πρωταρχική συσσώρευση συνέβησαν μια και μόνη φορά (άρα και «πρωταρχική») στις απαρχές του καπιταλισμού και έκτοτε η εξέλιξη του καπιταλισμού δεν περιέλαβε νέες τέτοιου τύπου διαδικασίες. Αυτό πιθανόν ίσχυε την εποχή που έγραφε ο Μαρξ, ωστόσο στην πορεία τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά. Σήμερα, έχοντας την ιστορική εμπειρία της εξέλιξης του καπιταλισμού μπορούμε να πούμε ότι οι περιφράξεις και η πρωταρχική συσσώρευση επαναλαμβάνονται κάθε φορά που ο καπιταλισμός επεκτείνεται προς νέα πεδία της καθημερινότητας ή του φυσικού περιβάλλοντος, τα οποία μέχρι πρότινος δε λειτουργούσαν με καπιταλιστικό τρόπο. Έτσι, οι περιφράξεις και η ακόλουθη πρωταρχική συσσώρευση δεν βρίσκονται απλώς στην αρχή της καπιταλιστικής παραγωγής, αλλά σε κάθε αρχή της επέκτασης της καπιταλιστικής παραγωγής σε νέα πεδία.

Όσον αφορά το δεύτερο σημείο που αναφέρθηκε πριν, για να μπορέσει η καπιταλιστική παραγωγή να υπάρξει απαιτεί, πέρα από το αρχικό κεφάλαιο, να βρεθούν αφενός οι εργάτες που θα δουλέψουν στην παραγωγή αποδεχόμενοι τη μισθωτή τους εκμετάλλευση, αφετέρου οι καταναλωτές που θα αγοράσουν τα παραγόμενα εμπορεύματα. Όταν οι ανθρώπινες κοινότητες μπορούν να εξασφαλίσουν την ύπαρξή τους από μόνες τους, είναι αμφίβολο να επιλέξουν ελεύθερα να ενταχθούν στις καπιταλιστικές σχέσεις. Κι αυτό γιατί η εμπλοκή με την καπιταλιστική παραγωγή και κατανάλωση συνεπάγεται (όταν δεν είσαι στην πλευρά των αφεντικών) ότι θα υποστείς εκμετάλλευση. Το γεγονός ότι οι κοινότητες δε θα αποδεχθούν τις καπιταλιστικές σχέσεις αν μπορούν να εξασφαλίσουν μόνες τους την ύπαρξή τους, σημαίνει για τον καπιταλισμό ότι θα πρέπει να τις εξαναγκάσει δια της βίας, στερώντας τους τη δυνατότητα να εξασφαλίζουν την ύπαρξή τους με μη καπιταλιστικούς τρόπους. Αυτό ακριβώς επιτυγχάνεται με τις περιφράξεις: οι κοινότητες στερούνται τα μέσα με τα οποία παράγουν και αναπαράγονται. Έτσι χάνουν την αυτονομία τους και εξαναγκάζονται να αποδεχθούν τον καπιταλιστικό τρόπο οργάνωσης των κοινωνικών σχέσεων. Με τις περιφράξεις οι ελεύθεροι παραγωγοί-συλλογικοί κτήτες των μέσων παραγωγής μετατρέπονται σε προλετάριους–ιδιοκτήτες μόνο της εργατικής τους δύναμης, την οποία είναι αναγκασμένοι να πουλάνε στους ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής για να επιβιώσουν. Οι πρώην άμεσοι χρήστες των παραγόμενων προϊόντων μετατρέπονται σε καταναλωτές, που πρέπει να πληρώσουν για να αποκτήσουν πρόσβαση σε ένα προϊόν. Τα δε παραγόμενα προϊόντα μετατρέπονται από αγαθά-κοινά προϊόντα, με σκοπό την άμεση κάλυψη των συλλογικών αναγκών, σε εμπορεύματα-ιδιόκτητα προϊόντα, που παράγονται με σκοπό να πουληθούν.

Μέσα από την παραπάνω διαδικασία δομείται η καπιταλιστική σχέση, η οποία αντλεί τη νομιμοποίησή της από το κράτος. Μέσα στο συνολικό πλαίσιο που αυτό προσφέρει η εγκυρότητα των περιφράξεων κατοχυρώνεται νομοθετικά και η παραβίασή τους επιφέρει κυρώσεις. Με μια πληθώρα μηχανισμών ιδεολογικών, νομοθετικών και κατασταλτικών –το δικαίωμα στη χρήση αστυνομίας και στρατού όποτε κρίνει απαραίτητο- το κράτος εγγυάται τη σταθερότητα των εκμεταλλευτικών κοινωνικών σχέσεων.

Τέλος, θέλουμε να κάνουμε σαφές κάτι ακόμα. Η περίφραξη δεν είναι το ίδιο με την ιδιωτικοποίηση. Είναι πολύ πιο θεμελιώδης διαδικασία: στην περίφραξη το κεντρικό γεγονός είναι ότι χάνεται ο κοινοτικός έλεγχος πάνω σ’ αυτό που περιφράσσεται. Αυτό που περιφράσσεται μπορεί να γίνει είτε κρατικό είτε ιδιωτικό αλλά αυτό είναι δευτερεύον. Στη ιδιωτικοποίηση από την άλλη, αυτό που συμβαίνει είναι η αλλαγή ιδιοκτήτη (από το κράτος σε κάποιον ιδιώτη) σε κάτι που έχει ήδη περιφραχθεί.

Παραδείγματα περιφράξεων από την έρημο του πραγματικού

Στο σημείο αυτό θα ήταν χρήσιμο να δούμε παραδείγματα. Ίσως έτσι φανεί καλύτερα η έκταση στην οποία υπάρχουν οι περιφράξεις. Πίσω από κάθε ιδιοκτησία υπάρχει μια περίφραξη. Σε κάποια από τα παραδείγματα η διαδικασία των περιφράξεων εξελίσσεται στο παρόν και έτσι μπορούμε να δούμε την αντίθεση του πριν και του μετά. Άλλα πάλι έχουν συντελεστεί τόσο παλιά ή τόσο ολοκληρωμένα ώστε φαντάζουν πλέον σχεδόν αυτονόητα. Κι όμως, τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά…

–  Η πρώτη χρήση του όρου από τον Μαρξ που συνδέεται με τις απαρχές της βιομηχανικής επανάστασης. Κεντρική για την επικράτηση του καπιταλισμού ήταν η δέσμευση από τους γαιοκτήμονες της Αγγλίας της κοινής αγροτικής γης, ταυτόχρονα με το διωγμό των αγροτικών πληθυσμών και τη διάλυση των κοινοτήτων τους (νόμοι για τις περιφράξεις). Μέσα από αυτή τη μακροχρόνια διαδικασία που προσέκρουε συνεχώς στις αντιστάσεις των κατοίκων των αγροτικών περιοχών, οι τελευταίοι αποσπάστηκαν με τη βία τόσο από τα μέσα για την επιβίωσή τους, όσο και από τις κοινωνικές σχέσεις που δομούσαν την κοινότητά τους. Ξεριζωμένοι κατά αυτό τον τρόπο, συνέρρευσαν στις πόλεις, «ελεύθεροι» πια να πουλάνε το μόνο που τους είχε απομείνει: την εργατική τους δύναμη. Έτσι έγιναν προλετάριοι –το απαραίτητο εργατικό δυναμικό για τις ανάγκες ανάπτυξης του καπιταλισμού.

–  Η δέσμευση (περίφραξη) του νερού από εταιρείες ανά τον κόσμο, αφενός μετατρέπει το νερό από ελεύθερο κοινωνικό αγαθό σε εμπόρευμα –σε κάτι που μπορεί να αγοραστεί και να πουληθεί, αφετέρου  αναγκάζει τους ανθρώπους να εργαστούν για την καπιταλιστική οικονομία προκειμένου να βρουν χρήματα για να αγοράσουν το νερό που χρειάζονται (καθώς η μη καπιταλιστική παραγωγή είναι συχνά μη χρηματική). Εκφάνσεις της περίφραξης του νερού αποτελούν τα φράγματα, η αποκλειστική χρήση πηγών, οι ιδιόκτητες γεωτρήσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Βολιβία όπου όχι μόνο οι πηγές του νερού περιφράχθηκαν, αλλά απαγορεύτηκε στους ανθρώπους ακόμη και να μαζεύουν το νερό της βροχής για να πιουν.

–  Η περίφραξη ελεύθερων χώρων. Εκδοχές της είναι η απαγόρευση του ελεύθερου κάμπινγκ με σκοπό να εξαναγκαστούν οι ελεύθεροι κατασκηνωτές να γίνουν καταναλωτές υπηρεσιών τουρισμού (ξενοδοχεία, οργανωμένα κάμπινγκ κλπ), η κάλυψη των παραλιών από ξαπλώστρες και ομπρέλες, η κατάληψη πλατειών και πεζοδρομίων από τραπεζοκαθίσματα καφετεριών και μπαρ, η επιδίωξη να ερημώσουν οι δημόσιοι χώροι (πλατείες, πάρκα, πανεπιστήμια) ώστε ο κόσμος να είναι αναγκασμένος να πηγαίνει σε καφέ και μπαρ για να συναντηθεί με άλλους.

–  Η πνευματική ιδιοκτησία που είναι μια περίφραξη των ιδεών. Είναι κάτι το αδιανόητο δεδομένου ότι καμιά ιδέα δεν είναι παρθενογένεση, αλλά αποτέλεσμα αλληλεπίδρασης με άλλους ανθρώπους και άρα κοινωνικό προϊόν. Οι εκφάνσεις της περίφραξης των ιδεών είναι πολλές: η απαγόρευση ελεύθερης ανατύπωσης βιβλίων, η απαγόρευση ελεύθερης αναπαραγωγής μουσικής και βίντεο, η απαγόρευση εισόδου σε αμφιθέατρα πανεπιστημίων ανά τον κόσμο αν δεν είσαι φοιτητής ή αν δεν πληρώσεις τον καθηγητή για τη γνώση που θα σου μεταφέρει, η απαγόρευση της ελεύθερης διακίνησης software, οι κάθε είδους πατέντες(1) .

–  Οι περιφράξεις πηγών πρώτων υλών. Πρόκειται για παλιά μορφή περίφραξης και ως εκ τούτου σχεδόν ολοκληρωμένη: όλες σχεδόν οι πηγές πρώτων υλών του πλανήτη έχουν κάποιον ιδιοκτήτη.

–  Η περίφραξη των εργαλείων και των μηχανών που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή, καθώς και των προϊόντων της παραγωγής. Και τα τρία είναι προϊόντα συλλογικής εργασίας των ανθρώπων και θα έπρεπε να είναι κοινόκτητα. Αντ’ αυτού έχουν ιδιοκτήτες. Και αυτή είναι μια παλιά μορφή περίφραξης και ως εκ τούτου έχει προχωρήσει σε μεγάλο βαθμό. Ωστόσο εξαιρέσεις–δείγματα μιας άλλης πραγματικότητας υπάρχουν διάσπαρτες εδώ κι εκεί, κυρίως μέσα σε κινήματα όπου οι άνθρωποι λειτουργούν με σχέσεις κοινότητας. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα κατειλημμένα εργοστάσια της Αργεντινής.

–  Τα μέσα επικοινωνίας, με εξαίρεση ίσως το internet. Βρίσκονται σχεδόν όλα στα χέρια της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας.

–  Η περίφραξη της μετακίνησης είτε μέσα από την επιβολή εισιτηρίου στα μέσα μεταφοράς, είτε από τα διόδια που πρέπει να πληρώσει κάποιος για να χρησιμοποιήσει κάποιες υποδομές μεταφοράς.

–  Η περίφραξη της τροφής. Ολοένα μεγαλύτερο μέρος της παγκόσμιας παραγωγής τροφής ελέγχεται από εταιρείες ή μεγαλοπαραγωγούς. Παράλληλα γίνεται προσπάθεια να εξαλειφθούν οι εστίες αυτόνομης παραγωγής. Παράδειγμα αυτού αποτελεί το ότι στους αγρότες της ορεινής Νάξου (όπως έχει συμβεί με πολλούς μικροπαραγωγούς τυριού στην Ελλάδα σε διάφορες στιγμές στο παρελθόν) απαγορεύτηκε το καλοκαίρι του 2008 να πουλούν το τυρί που φτιάχνουν(2). Πρόσχημα: η έλλειψη υγειονομικών προδιαγραφών κατά τη διαδικασία παρασκευής του τυριού (λες και όλοι αυτοί που για αιώνες μέχρι σήμερα έτρωγαν αυτά τα τυριά αρρώσταιναν). Αιτία: τα συμφέροντα των μεγάλων τυροκομικών εταιριών και κυρίως η (παγκόσμια) πολιτική επιλογή, μετά την επιβολή της βιομηχανοποίησης της αγροτικής παραγωγής3, για ισοπέδωση των αυτόνομων μικρών αγροτών και συγκέντρωση της αγροτικής παραγωγής σε λίγα χέρια. Μια συγκέντρωση που (σημειώνουμε ότι) δεν αφορά μόνο τη συμβατική και τη βιοτεχνολογική γεωργία, αλλά και τη βιολογική γεωργία, η οποία ενσωματώνεται από τον καπιταλισμό με τους όρους του.

–  Διευρύνοντας κάπως την έννοια των περιφράξεων, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε και για την απόπειρα περίφραξης νοημάτων και λέξεων μέσα από τους μηχανισμούς του θεάματος και γενικότερα τους ιδεολογικούς μηχανισμούς της εξουσίας. Έτσι, μπορεί για παράδειγμα η λέξη επανάσταση να χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει ένα απορρυπαντικό, η λέξη ελευθερία να χρησιμοποιείται για να περιγράψει το «δικαίωμα» ενός αφεντικού να παραμείνει αφεντικό και η φράση «κοινωνική ειρήνη» να χρησιμοποιείται από τους από πάνω όταν αναφέρονται στην καθημερινή διάχυτη βία της εξουσίας τους. Πρόκειται για μια προσπάθεια να σου στερήσουν τα νοήματα με τα οποία σκέφτεσαι.

… και οι νέες περιφράξεις

Στην περίοδο που διανύουμε ο καπιταλισμός επιχειρεί να επεκταθεί σε νέα πεδία, εγκαθιστώντας νέες περιφράξεις. Πολλές από αυτές συνδέονται με την πολυδιαφημισμένη πράσινη ανάπτυξη. Ενδεικτικά:

–  Εγκαθίστανται περιφράξεις σε γονίδια, αλλά και ολόκληρους οργανισμούς μέσα από τις βιοτεχνολογικές πατέντες4. Αποτελέσματα αυτής της διαδικασίας είναι, μεταξύ άλλων, αγροτικοί πληθυσμοί να μην μπορούν να καλλιεργήσουν τους σπόρους που καλλιεργούσαν για εκατοντάδες χρόνια, επειδή αυτοί ανήκουν πλέον σε κάποια εταιρεία και αυτόχθονες πληθυσμοί να στερούνται την πρόσβαση σε θεραπευτικά βότανα, γιατί αυτά έχουν γίνει ιδιοκτησία εταιρειών που τα χρησιμοποιούν για παραγωγή φαρμάκων.

–  Στις ΗΠΑ γίνονται μελέτες με σκοπό την εξεύρεση τρόπων να εγκατασταθούν περιφράξεις στον αέρα μέσα από νομοθεσίες περί αιολικής ενέργειας. Η ιδιοκτησία του αέρα σχετίζεται με την κατοχύρωση «δικαιωμάτων» αποκλειστικής νομής του αέρα πάνω από συγκεκριμένα εδάφη5.

–  Δάση αποψιλώνονται και μετατρέπονται σε ιδιόκτητα χωράφια προκειμένου να καλλιεργηθούν φυτά, που θα χρησιμοποιηθούν στη συνέχεια για παραγωγή αγροκαυσίμων.

–  Επίσης, αν και ακόμα δεν υπάρχουν στοιχεία, δεν θα ήταν απίθανο να δούμε προσεχώς (καθώς το project πράσινη ανάπτυξη θα προχωρά) περιφράξεις να εγκαθίστανται σε σχέση με την ηλιακή ακτινοβολία ή τα δάση. Άλλωστε η ρητορική που αντιμετωπίζει το φυσικό περιβάλλον ως βιοκεφάλαιο είναι ήδη εδώ.

–  Εκτός από τις απόπειρες για επέκταση των περιφράξεων στον ίδιο τον αέρα ή προσεχώς και στην ηλιακή ακτινοβολία, παραμένουν οι παλαιότερες μορφές περίφραξης πάνω στην τεχνολογία παραγωγής ενέργειας. Αυτή τη φορά έχουμε απλώς να κάνουμε με την τεχνολογία των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας: οι ανεμογεννήτριες και τα φωτοβολταϊκά δεν είναι κοινόκτητα. Ανήκουν σε μεγαλοεπενδυτές.

Επίσης η τεχνογνωσία που συνδέεται με την κατασκευή τους περιφράσσεται με πατέντες και πνευματικές ιδιοκτησίες.

–  Πέρα από τις περιφράξεις που έχουν να κάνουν με την πράσινη ανάπτυξη, ένα άλλο πεδίο νέων περιφράξεων είναι το internet. Η απαγόρευση της ελεύθερης διακίνησης software, η επιδίωξη για κατάργηση της ανωνυμίας των blog, οι σκέψεις για εισαγωγή γραμματοσήμου στα e-mail, η συζήτηση για καθορισμό της ταχύτητας πρόσβασης σε κάθε site ανάλογα με την επισκεψιμότητά του ή τα χρήματα που πληρώνει, οι νόμοι που δίνουν σε κυβερνήσεις τη δυνατότητα να κλείνουν το internet σε περίπτωση κήρυξης κατάστασης εκτάκτου ανάγκης, το κλείσιμο ανατρεπτικών ιστοσελίδων αποτελούν κομμάτια μιας ευρείας επιχείρησης περίφραξης του internet. (Αυτή δεν διεξάγεται τυχαία. Το internet είναι ένα μέσο παγκόσμιας απεύθυνσης σε μηδενικό χρόνο, στο οποίο επί του παρόντος μπορεί να έχει ισότιμη πρόσβαση μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Όσο να πεις, είναι πρόβλημα για έναν κόσμο οργανωμένου ψεύδους.)

Αντίσταση στις περιφράξεις

Πρέπει να γίνει αντιληπτό σε σχέση με τις περιφράξεις, πως δεν πρόκειται απλώς για ένα ζήτημα οικονομικό αλλά για πολύ ριζικότερες σχέσεις εξουσίας και επιβολής. Όταν για παράδειγμα οι πηγές του νερού γίνονται ιδιόκτητες ένα πρόβλημα είναι πράγματι το ότι μπορεί να μην έχεις τα λεφτά να αγοράσεις το νερό. Το κυριότερο όμως είναι η δυνατότητα του ιδιοκτήτη να σου στερήσει την πρόσβαση στο νερό ακόμα και αν έχεις λεφτά να το πληρώσεις. Αυτό θεμελιώνει πολύ βαθύτερες σχέσεις εξάρτησης, οι οποίες μάλιστα φτάνουν να υπονομεύουν και τη δυνατότητα των από κάτω για αγώνα. Μπορεί για παράδειγμα κάποιοι απεργοί να έχουν δημιουργήσει ταμείο αλληλεγγύης για να καλύψουν τις ανάγκες τους, αλλά να μη βρίσκουν να αγοράσουν αυτά που χρειάζονται, επειδή οι ιδιοκτήτες των προϊόντων δε θα τους πουλούν προκειμένου να τους γονατίσουν. Ή όταν το 90% της παγκόσμιας παραγωγής τροφίμων ελέγχεται από 5-10 εταιρείες, πέρα από τη δυνατότητά τους να ελέγχουν τις τιμές, έχουν και μια τεράστια πολιτική εξουσία, η οποία απορρέει από το ότι ανά πάσα στιγμή μπορούν (τουλάχιστον από τυπική άποψη) να σταματήσουν την παροχή αυτής της τροφής. Γι’ αυτό το λόγο, η αντίσταση στις περιφράξεις, εκτός από αγώνας για επανοικειοποίηση όλων εκείνων που έχουν κλαπεί από τις ανθρώπινες κοινότητες, είναι και αγώνας για τη δημιουργία και διατήρηση των υλικών όρων που θα μας επιτρέπουν τόσο να συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε, όσο και να δημιουργήσουμε σχέσεις αλληλεγγύης που για να υπάρξουν προϋποθέτουν την κοινή κτήση των μέσων παραγωγής και αναπαραγωγής. Όπως είδαμε στα προηγούμενα, αντικείμενο περίφραξης μπορεί να γίνει οτιδήποτε, αρκεί να βρεθεί ο τρόπος να περιφραχθεί. Το καπιταλιστικό όνειρο για μετατροπή των πάντων σε ατομική ιδιοκτησία δεν έχει όρια πέρα από αυτά που του βάζουν οι κοινωνικές αντιστάσεις.

Οι αντιστάσεις αυτές είναι όμως υπαρκτές. Από τα κινήματα των ακτημόνων στη Βραζιλία και των Ζαπατίστας στο Μεξικό που καταλαμβάνουν χωράφια μεγαλογαιοκτημόνων, ως τους ελεύθερους κατασκηνωτές που επιμένουν• από την εξέγερση στη Βολιβία ενάντια στην περίφραξη του νερού, ως την Ινδία και τον Αμαζόνιο όπου οι αυτόχθονες της ζούγκλας αντιστέκονται στον εκτοπισμό τους που γίνεται για να παραδοθούν οι περιοχές τους σε εταιρείες εξόρυξης πρώτων υλών• από τις αντιστάσεις στα αιολικά πάρκα και τα φράγματα, ως εκείνους που συνεχίζουν να διακινούν software και μουσική μέσω internet• από τον κόσμο που συνεχίζει να επιλέγει τις πλατείες αντί των καφέ ως τους καταληψίες εργοστασίων της Αργεντινής• από τις συνελεύσεις γειτονιάς που αποτρέπουν τη μετατροπή των πάρκων σε πάρκινγκ ως τους κινηματικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς• από τις καταλήψεις κτηρίων ως την αντίσταση στις βιοτεχνολογικές πατέντες, από το σαμποτάζ των ακυρωτικών μηχανημάτων του μετρό και των λεωφορείων και τη «λαθρεπιβίβαση» ως τις απαλλοτριώσεις σουπερμάρκετ, από τις κινήσεις ενάντια στα διόδια ως την αντίσταση στην απαγόρευση να προβάλλονται δημόσια ταινίες με copyright, ένας συνεχής αγώνας μαίνεται… Ένας αγώνας για την υπεράσπιση και την επανοικειοποίηση τόπων, τρόπων, χρόνων, κόσμων όπου δε θα κυριαρχούν οι νόμοι και ο πολιτισμός της ιδιοκτησίας.

Ανιχνεύοντας τα επόμενα βήματα

Εν μέσω κρίσης του καπιταλισμού και όξυνσης της επίθεσης των αφεντικών, το κρισιμότερο ζήτημα είναι αν οι επιμέρους αγωνιζόμενοι που συμμετέχουμε σε διαφορετικά κινήματα μπορούμε να συναντηθούμε και να συνθέσουμε μια αντιπρόταση οργάνωσης των κοινωνικών σχέσεων. Γνωρίζουμε καλά ότι αυτή η διαδικασία δεν είναι ούτε εύκολη, ούτε γρήγορη. Χρειάζεται να ξεπεράσουμε διαχωρισμούς, οι οποίοι δεν είναι απλώς ιδεολογικοί, αλλά πατούν σε υλικές πραγματικότητες και επίσης να αισθανθούμε εμπιστοσύνη, η οποία δεν είναι δοσμένη και θέλει χρόνο για να χτιστεί. Χρειάζεται ακόμη να δημιουργηθεί μια κοινή γλώσσα, αφού συχνά μιλούμε για τα ίδια πράγματα με άλλες λέξεις, καθώς και να μάθουμε να συζητάμε και να συνεργαζόμαστε. Χρειάζεται τέλος να ανακτήσουμε λέξεις και νοήματα που είτε μας έχουν κλέψει τα αφεντικά, είτε βαραίνουν από επιλογές του παρελθόντος.

Έχοντας υπόψη αυτές τις δυσκολίες αναζητούμε τα σημεία εκείνα στα οποία οι αγώνες εφάπτονται. Είναι τα σημεία από τα οποία μπορούμε να ξεκινήσουμε τη συζήτηση. Οι περιφράξεις είναι ένα τέτοιο σημείο. Πολλοί επιμέρους αγώνες σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με την εναντίωση σε μορφές περιφράξεων, δηλαδή σε μορφές που παίρνει η ιδιοκτησία. Εμείς από τη μεριά μας αντιλαμβανόμαστε αυτούς τους αγώνες ενάντια στις περιφράξεις ως έκφραση της ανάγκης μας για μοίρασμα. Της ανάγκης των κοινοτήτων να ελέγχουν οι ίδιες τα μέσα με τα οποία παράγουν και αναπαράγονται και να αποφασίζουν οι ίδιες για τη ζωή τους. Πιστεύουμε ότι αυτή η ανάγκη μας για μοίρασμα μπορεί να αποτελέσει ένα κοινό έδαφος για να συναντηθούμε και να δημιουργήσουμε μια νέα πρακτική, ολότελα διαφορετική από τον πολιτισμό της ιδιοκτησίας. Μια πρακτική που θα βασίζεται στην κοινή κτήση, την αλληλεγγύη και την ισοτιμία μεταξύ μας.

Στον αντίποδα των περιφράξεων και της ιδιοκτησίας βρίσκεται ο κομμουνισμός. Πολλοί επικαλέστηκαν αυτή τη λέξη για να γίνουν εξουσιαστές στη θέση των εξουσιαστών. Ωστόσο, θέλουμε να την επανοικειοποιηθούμε γιατί τη χρειαζόμαστε για να μιλήσουμε. Για μας ο κομμουνισμός είναι οι πρακτικές του μοιράσματος, η επεξεργασία τρόπων επικοινωνίας και συνύπαρξης μεταξύ όσων ζουν μαζί, η καταπολέμηση των μικροεξουσιών που αναπτύσσονται στις διαπροσωπικές σχέσεις, το να αποφασίζουμε εμείς για τη ζωή μας, το να προσπαθούμε να καταπολεμήσουμε εξουσιαστικά πρότυπα και συμπεριφορές στους εαυτούς μας. Δεν έχει σχέση με ιεραρχίες, κομματικά γραφεία, ανισότητες και επιβολή. Ούτε με νέα δόγματα και νέα ιερατεία. Δεν είναι στατικός. Είναι μια συνεχής επαναδιαπραγμάτευση, μια συνεχής επεξεργασία των σχέσεων με τους άλλους και του ίδιου του εαυτού μας. Ούτε είναι ομοιόμορφος και αυστηρά προσδιορισμένος. Δεν είναι ένα άκαμπτο πολιτικό πρόγραμμα. Μπορεί να πάρει ποικίλες μορφές σε διαφορετικούς τόπους και χρόνους και να εξελίσσεται με άλλο ρυθμό σε κάθε κοινότητα.

Κυρίως, ο κομμουνισμός δεν είναι δοσμένος, μια έτοιμη λύση. Μένει να φτιαχτεί. Ή καλύτερα εμείς οι ίδιοι και οι ίδιες τον φτιάχνουμε και θα τον φτιάχνουμε μέρα με τη μέρα. Είναι μια μακρά διαδικασία πειραματισμού με μορφές μοιράσματος, όπου κάποιες μπορεί να τις κρίνουμε ως επιτυχημένες και να γενικευθούν και άλλες να κριθούν ως αποτυχημένες και να απορριφθούν. Δεν είναι υπόθεση μιας μέρας. Η μετάβαση από τον πολιτισμό της ιδιοκτησίας στο μοίρασμα είναι σταδιακή. Δε θα ξυπνήσουμε μια μέρα και όλα θα έχουν αλλάξει. Αυτό που μπορεί να συμβεί, και ήδη συμβαίνει εδώ κι εκεί, είναι σταδιακά να μειώνουμε τα πεδία της ζωής μας όπου δρούμε με βάση την ιδιοκτησία και να αυξάνουμε εκείνα όπου λειτουργούμε με βάση την κοινή κτήση και το μοίρασμα.

Για να μπορέσει να υπάρξει και να εξελιχθεί όλη αυτή η διαδικασία χρειάζονται τόποι και χρόνοι οι οποίοι δε θα διέπονται από τους νόμους της ιδιοκτησίας και του εμπορεύματος. Εδώ, η αντίσταση στις περιφράξεις επανέρχεται ως η ανάγκη να δημιουργήσουμε ή να υπερασπιστούμε τις υλικές προϋποθέσεις που θα μας επιτρέψουν να πειραματιστούμε με τις νέες μορφές κοινωνικών σχέσεων. Όπως είπαμε και παραπάνω, οι περιφράξεις καταστρέφουν τη δυνατότητα μια άλλης διευθέτησης των πραγμάτων. Αυτή τη δυνατότητα πρέπει να αποκαταστήσουμε αρχικά, αντιστρέφοντας τη διαδικασία των περιφράξεων. Πολλά κινήματα το κάνουν ήδη: η αντίσταση στις περιφράξεις εξελίσσεται σε κοινωνικοποιήσεις και πρακτικές μοιράσματος. Χρειάζεται να γενικευτεί αυτό που συμβαίνει ήδη: οι καταλήψεις, η κάθε είδους επανοικειοποίηση και κοινωνικοποίηση μέσων παραγωγής/αναπαραγωγής και γνώσεων, η αυτοδιαχείριση χρειάζεται να επεκταθούν. Και στη συνέχεια μέσα στους απελευθερωμένους χωροχρόνους από τη μια να πειραματιστούμε με τις διάφορες μορφές μοιράσματος, και από την άλλη να δημιουργήσουμε τις υποδομές που θα μας επιτρέψουν να προχωρήσουμε το μοίρασμα σε νέα πεδία. Παράλληλα να επικοινωνούμε τα πειράματα και τα συμπεράσματα μας και να δημιουργήσουμε τα δίκτυα εκείνα που θα μας επιτρέπουν να δρούμε πιο συντονισμένα.

εικόνα βγαλμένη κατευθείαν από την έρημο του πραγματικού… οι περιφράξεις δεν είναι κάτι μακρινό, βρίσκονται παντού γύρω μας. Η συγκεκριμένη φωτογραφία τραβήχτηκε σε κάποιο τυχαίο σπίτι στο Πλωμάρι Λέσβου τον Απρίλιο του 2010

Σημειώσεις

1. Οι πατέντες ονομάζονται αλλιώς και διπλώματα ευρεσιτεχνίας. Αφορούν εφευρέσεις και τεχνολογικές εφαρμογές και συνίστανται στην κατοχύρωση «δικαιωμάτων» αποκλειστικής εκμετάλλευσης της εφεύρεσης από αυτόν που κατοχύρωσε την πατέντα.
2. βλέπε σχετικά στο blog των «παιδιών του σωλήνα»: http://tube-children.blogspot.com/2008/09/26.html
3. αυτό που οι από πάνω ονομάζουν «Πράσινη επανάσταση»
4. μπροσούρα «Περί κενών δαιμονίων» της ομάδας αυτομόρφωσης ενάντια στη βιοτεχνολογία της κυριαρχίας [διαθέσιμη στο: http://www.disobey.net/hotel/%5D
5. Sarajevo, (2009)  Ανανεώσιμες Πηγές Κέρδους τ.32 [διαθέσιμο στο http://sarajevomag.gr/entipa/teuhos_32/i32_p06_wind_1.html%5D

Written by factoryfanet

Ιουλίου 4, 2010 at 3:19 μμ