Factory

επιθεώρηση για τους μητροπολιτικούς ανταγωνισμούς

Archive for the ‘01 τεύχος’ Category

τεύχος 01

with one comment

Written by factoryfanet

Αύγουστος 26, 2010 at 1:21 μμ

Αναρτήθηκε στις 01 τεύχος, περιεχόμενα

Αrtwork Factory 01

leave a comment »

Written by factoryfanet

Ιουλίου 17, 2010 at 6:38 μμ

Αναρτήθηκε στις 01 τεύχος, artwork

Editorial

leave a comment »

Θέσεις μάχης σε κρίσιμους καιρούς

Το Μάρτιο του 2004,  μπαίνοντας στο εγκαταλειμμένο εργοστάσιο της Υφανέτ δεν είχαμε παρά μια γενική εικόνα γι αυτό που θέλαμε να κάνουμε. “Η κατάληψη ως πράξη είναι μόνο μια στιγμή απελευθέρωσης, ένα ακόμη εργαλείο στο οπλοστάσιο της ανατροπής. Μέσα όμως στα πλαίσια της αυτοοργάνωσης και στραμμένη ενάντια σε κάθε εξουσία και ιεραρχία, μπορεί να αποτελέσει μια ρωγμή στο οικοδόμημα της αλλοτριωμένης καθημερινότητας του καπιταλιστικού κόσμου.“  γράφαμε στο διακηρυκτικό μας κείμενο.

Έτσι βρεθήκαμε με μια έκταση 20 στρεμμάτων στα χέρια μας και με ένα ταυτόχρονο αίτημα για άνοιγμα του παλιού εργοστασίου. Και αρχίσαμε να οργανώνουμε πολλές και διαφορετικές “εικόνες από το μέλλον”, στιγμές που αντανακλούσαν το πολιτικό μας όραμα: ανοιχτές πολιτικές συζητήσεις, γενικές συνελεύσεις, συντροφικές κουζίνες, βιβλιοπαρουσιάσεις, συναυλίες, θεατρικά δρώμενα. Καθώς όμως θεωρούσαμε πάντοτε την κίνηση έξω από τα τείχη μας σημαντική, η συνέλευση της Φάμπρικας Υφανέτ προσπάθησε στο μέτρο των δυνάμεών της, να είναι πάντοτε παρούσα στους κοινωνικούς αγώνες, βάζοντας τα δικά της χαρακτηριστικά και προσπαθώντας ταυτόχρονα να αναδείξει μέσα στην πολιτική συγκυρία κάποια ζητήματα ως κεντρικά (π.χ. μεταναστευτικό/ εθνικισμός). Με τη δυναμική παρουσία της στο δρόμο, με τη συμμετοχή της σε άμεσες δράσεις, αλλά και με τη διάδοση του πολιτικού της λόγου με αφίσες, προκηρύξεις, εκδόσεις βιβλίων.

Είναι βέβαια γεγονός πως η λειτουργία μιας πολυάριθμης συνέλευσης είναι συχνά απαγορευτική για τη συγκρότηση ενός συμπαγούς πολιτικού λόγου, ο οποίος θα αποτελεί προϊόν πραγματικής συνδιαμόρφωσης των απόψεων του κάθε μέλους της συνέλευσης. Κι αυτό για εμάς αποτελούσε πάντοτε και συνεχίζει να αποτελεί ένα ζητούμενο. Ως προσπάθεια απάντησης σε αυτό το ζητούμενο, προέκυψε η έντυπη απόπειρα του FACTORY.

Πρόκειται για “έντυπο” με την κυριολεξία του όρου, δηλαδή τυπωμένο σε χαρτί, όχι επειδή δυσπιστούμε στην αποτελεσματικότητα των ηλεκτρονικών μέσων (γι’ αυτό άλλωστε υπάρχει και το http://www.yfanet.net) αλλά επειδή αφενός πιστεύουμε πως η πρόσβαση στο Διαδίκτυο παραμένει και σήμερα ένα όριο με ταξικά χαρακτηριστικά και αφετέρου επειδή συνεχίζουμε να θεωρούμε σημαντική την άμεση απεύθυνση στο δημόσιο χώρο και τη διακίνηση του πολιτικού λόγου “χέρι με χέρι”.

Η συγγραφή του FACTORY στηρίχτηκε σε μεγάλο βαθμό στη λειτουργία θεματικών υποομάδων μέσα στη συνέλευση της Υφανέτ καθώς και ομάδων που συστεγάζονται και συνυπάρχουν με αυτήν. Έτσι τα κείμενα που αφορούν στην κρίση του καπιταλισμού προέρχονται από τη δουλειά της υποομάδας για την κρίση, τα κείμενα για την πράσινη ανάπτυξη και τις νέες περιφράξεις προέρχονται από την υποομάδα ενάντια στην πράσινη ανάπτυξη, το κείμενο ενάντια στο βιασμό προέρχεται από τη συνέλευση του μωβ καφενείου και το κείμενο για τους εργατικούς αγώνες από το café la rage. Όμως η τελική μορφή των κειμένων προέκυψε μέσα από μια διαδικασία άμεσης αλληλεπίδρασης με το σύνολο της συνέλευσης. Η επιτυχία αυτού του μοντέλου είναι για εμάς ένα ακόμη ζητούμενο: Ως προς το περιεχόμενο, θα το κρίνουν οι αναγνώστριες και οι αναγνώστες. Ως προς τη διαδικασία, μας αρκεί ότι είναι μια “καλή αρχή” καθώς γνωρίζουμε πως έχουμε ακόμη πολύ δρόμο να διανύσουμε.

Στόχος του FACTORY είναι να οπλίσει θεωρητικά την οργή μας, να εντείνει την αμφιβολία μας, να βαθύνει τη συνείδησή μας και να αποτελέσει ένα ακόμη ανάχωμα για την αντίσταση στη νέα πραγματικότητα που βιώνουμε.

Αυτή η νέα πραγματικότητα πατάει σε μια πραγματική δυσκολία από τη μεριά των αφεντικών. Σήμερα, όπως και άλλοτε στην ιστορία, ο καπιταλισμός δυσκολεύεται να αναπαράγει τον εαυτό του. Αυτό στη μυστικοποιημένη γλώσσα της κυριαρχίας ονομάζεται οικονομική κρίση. Η σημερινή οικονομική κρίση, που είναι σε ένταση μια από τις μεγαλύτερες στην ιστορία του καπιταλισμού όπως αυτή του ’29, δεν έχει ξεδιπλωθεί ακόμα μπροστά μας στην πληρότητά της. Είμαστε ακόμα στην αρχή. Όσο για το τέλος μπορούμε μόνο να προβλέψουμε ότι ο κόσμος μας θα καταλήξει διαφορετικός. Ποια κατεύθυνση θα πάρει εξαρτάται από μας -από την ένταση, την αποφασιστικότητα και τα χαρακτηριστικά των αγώνων που αναπόφευκτα θα γεννηθούν. Μέσα στην τωρινή συγκυρία μας προσφέρεται η ευκαιρία να αμφισβητήσουμε την καπιταλιστική σχέση στο σύνολό της. Με άλλα λόγια: οι καιροί είναι κρίσιμοι.

Η πράσινη ανάπτυξη που προβάλλεται ως η λύση στην οικονομική, ενεργειακή και οικολογική κρίση φαίνεται πως δεν επαρκεί –ούτε και ως απάντηση-στην κρίση νοήματος και κοινωνικής ενσωμάτωσης που αντιμετωπίζει ο καπιταλισμός. Σήμερα το κεφάλαιο και το κράτος του αδυνατούν να εφεύρουν τις νέες κοινωνικές σχέσεις που θα κινητοποιήσουν ξανά την καπιταλιστική μηχανή. Όσο κι αν προσπαθούν να μας πείσουν για το αντίθετο, δεν χρωστάμε εμείς, αυτοί έχουν χρεοκοπήσει. Το μόνο που τους μένει, λοιπόν, είναι να επιτεθούν με σκοπό μια βίαιη μεταφορά πλούτου από την εργασία στο κεφάλαιο. Χρησιμοποιούν ό,τι μέσο έχουν: τις ιδεολογίες του εθνικού συμφέροντος, τους διαχωρισμούς μεταξύ των εργαζομένων και την ωμή καταστολή όποτε χρειάζεται.

Όσοι βλέπουμε τώρα τους όρους της ζωής μας να αλλάζουν βίαια προς το χειρότερο, πρέπει να αντιληφθούμε τη δύναμή μας· είναι η δική μας απειθαρχία στην περεταίρω υποτίμησή μας που φέρνει το σύστημα σε κρίση. Εμείς έχουμε τη δύναμη να δημιουργήσουμε νέες κοινωνικές σχέσεις: αυτές που αμφισβητούν την εξουσία του καπιταλισμού πάνω στις ζωές μας. Μέσα από τους αγώνες για τη μη αύξηση της εκμετάλλευσής μας πρέπει να αναδυθούν τα στοιχεία εκείνα που θα μας πάνε ένα βήμα παραπέρα. Η ικανοποίηση των αναγκών μας ως πρώτη προτεραιότητα και ανεξαρτήτως κόστους. Η οργάνωση της αντίστασής μας από τα κάτω. Οι συλλογικές αποφάσεις μέσα από διαδικασίες που δεν προάγουν την ιεραρχία. Η μη-διαμεσολάβηση των αγώνων μας από οποιουδήποτε είδους πεφωτισμένη ηγεσία. Το  ξεπέρασμα των διαχωρισμών ανάμεσά μας. Η δημιουργία πραγματικών δομών κοινωνικής αλληλεγγύης. Μια γλώσσα για να μιλήσουμε και για τις άλλες σχέσεις που μας καταπιέζουν, όπως η πατριαρχική συνθήκη του φύλου. Η αμφισβήτηση της νομιμότητας αυτού του συστήματος.

Για την απελευθέρωση των περιοχών που έχει καταλάβει το κεφάλαιο στην ατέλειωτη προσπάθειά του για επέκταση, πρέπει τώρα και εμείς να πάρουμε θέσεις μάχης.

Δεν χρωστάμε τίποτα στα αφεντικά και το κράτος  γιατί δεν ξοφλήσαμε ακόμα, θα μας βρουν μπροστά τους.

Written by factoryfanet

Ιουλίου 17, 2010 at 6:15 μμ

Αναρτήθηκε στις 01 τεύχος, editorial

Σημειώσεις για την καπιταλιστική κρίση

leave a comment »

Από το κραχ του 1929 στη σημερινή συγκυρία

Συμπληρώνονται κιόλας τρία χρόνια από το καλοκαίρι του 2007 με το θεαματικό σκάσιμο της χρηματοπιστωτικής φούσκας και την παγκόσμια εξάπλωση που επανέφερε στο προσκήνιο το ζήτημα της καπιταλιστικής κρίσης. Τρία χρόνια που ακούμε συνεχώς για την περιβόητη οικονομική κρίση, τις μεταλλάξεις  και τις επιπτώσεις της, βιώνοντας τις τελευταίες όλο και πιο έντονα στις ζωές μας.  Και η ερώτηση έρχεται φυσικά. Τί είναι τελικά αυτή η κρίση;

Δεκαετία ’30, ΗΠΑ: συκρούσεις εργατών/τριών με την αστυνομία στην διάρκεια απεργίας

Παρά τις συνεχείς αναφορές στην κρίση και τον ιδεολογικό πόλεμο που έχει επιστρατευτεί αυτά τα τρία χρόνια, η εμβάθυνση στα ζητήματα που ανακύπτουν είναι αντιστρόφως ανάλογη με το χώρο και το χρόνο που τα μέσα αφιερώνουν σ’αυτή. Η ρηχότητα των αναλύσεων που χαρακτηρίζει τον κυρίαρχο λόγο γύρω από την κρίση είναι εντυπωσιακή. Αποφεύγοντας οποιαδήποτε αναφορά στο κοινωνικό-ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτή εκδηλώνεται και προστατευμένος πίσω από τη μυστικοποίηση που δημιουργεί σαν άλλη μεταφυσική η οικονομία και η ορολογία της, ο λόγος αυτός παρουσιάζει την κρίση περίπου σαν ένα φυσικό φαινόμενο. Μια έκτακτη κατάσταση που έσκασε εν αιθρία δοκιμάζοντας τις ζωές όλων μας ανεξαιρέτως. Στη μυθολογία του κεφαλαίου για την κρίση του, στην ίδια του δηλαδή την αυτο-παρουσίαση, δεν υπάρχουν αντιτιθέμενα συμφέροντα και ανάγκες, δεν υφίστανται εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενοι ούτε βέβαια κοινωνικοί ανταγωνισμοί ανάμεσά τους. Υπάρχει μια κοινή συνθήκη, ένα γενικό καλό, όπου τα πάντα αρχίζουν και τελειώνουν μέσα στη σφαίρα της οικονομίας – η οποία προορίζεται φυσικά για τους ειδικούς. Γι’αυτό και όλα οφείλουν να απαντηθούν μέσα σ’αυτή (και οπωσδήποτε έξω από τις κοινωνικές διεργασίες και την πραγματική κοινωνική κίνηση) με σύμμαχο την ιδεολογία, που ως γνωστόν μπορεί να εξηγήσει τα πάντα. Είναι αρκετά σαφές πού αποσκοπεί όλη αυτή η θεαματική διαχείριση και από τί κινδύνους προσπαθεί να απαλλαγεί. Στην καλύτερη περίπτωση παρουσιάζει την κατάσταση σαν αποτέλεσμα κάποιων ανεύθυνων κερδοσκόπων και στη χειρότερη διαστρεβλώνει εντελώς την φύση της τροφοδοτώντας έναν αναδυόμενο ιδιότυπο οικονομικό εθνικισμό.Εντάξει, λοιπόν, οι αστικές αναλύσεις απ’ό,τι φαίνεται δεν θα μας κάνουν σοφότερους/ες και σίγουρα όχι πιο υποψιασμένους/ες αλλά τα ερωτήματα παραμένουν. Τί είναι τελικά αυτή η κρίση; Πότε και πώς δημιουργήθηκε και ποιος ευθύνεται; Και τώρα τί κάνουμε; Αυτά δεν είναι απλές ερωτήσεις . αντίθετα είναι τεράστια ζητήματα που πιθανότατα δεν μπορούν να απαντηθούν στα πλαίσια ενός γραπτού κειμένου. Γενικά μιλώντας, κάθε τέτοια κρίση που εμφανίζεται σαν οικονομική είναι στην πραγματικότητα μια μυστικοποιημένη κρίση των ταξικών/κοινωνικών σχέσεων. Δεν πρόκειται δηλαδή για μια αποστροφή των “ατσάλινων νόμων της οικονομίας” ούτε μια απόρροια κάποιων δομικών αντιφάσεων, εκτός κι αν δεχτούμε σαν αντιφάσεις τους ίδιους τους εκμεταλλευόμενους και τους αγώνες που δίνουν ενάντια στη συνθήκη της εκμετάλλευσής τους. Θα λέγαμε πως η κρίση είναι η οριακή στιγμή όπου εκφράζεται η αδυναμία του κεφαλαίου να αυτοαξιοποιηθεί με τους όρους του, ταυτόχρονα με την προσπάθεια για το ξεπέρασμα αυτής της αδυναμίας μέσα από την αναδιάρθρωση των σχέσεων και την εκκαθάριση των μη-παραγωγικών κομματιών του. Φυσικά και αυτή η προσπάθεια εξαρτάται από τους εκάστοτε κοινωνικούς ανταγωνισμούς, απ΄τη στιγμή μάλιστα που δημιουργεί το “υλικό” υπόβαθρο για την όξυνσή τους.  Γυρνώντας στα ερωτήματα που βάλαμε και σε μια προσπάθεια να τα διαπραγματευτούμε, βρίσκουμε σκόπιμο να καταδυθούμε στις ιστορικές διαδικασίες και τους μετασχηματισμούς μέσα από τους οποίους φτάσαμε στην παρούσα κατάσταση. Ξέρουμε πως κάθε εξουσία επιδιώκει να εμφανίσει την τάξη της σαν αιώνια, γι’αυτό και επιλέγουμε να την αμφισβητήσουμε ακολουθώντας αυτή την διαδρομή, άλλοτε τρέχοντας πάνω από δεκαετίες και άλλοτε παγώνοντας σε στιγμές που ο κοινωνικός ανταγωνισμός πύκνωνε, σε περιόδους που οι συγκρούσεις γεννούσαν καταστάσεις καθοριστικές για τη συνέχεια. Δεν μπορούμε εκ των πραγμάτων να καταπιαστούμε με  όλα τα γεωγραφικά μήκη και πλάτη σε κάθε χρονική περίοδο, παρά μόνο με τους τόπους και τις εξελίξεις που αποτέλεσαν την ατμομηχανή γι’αυτά που μας αφορούν. Απέχοντας, λοιπόν, πολύ από το να είναι λεπτομερές και ολοκληρωμένο (και “αντικειμενικό”), νομίζουμε πως το σκαρίφημα των μετασχηματισμών αυτών είναι χρήσιμο για να κατανοήσουμε (και) τη σημερινή ιστορική συγκυρία από μια ανταγωνιστική σκοπιά. Και φυσικά για να πάρουμε την θέση μας μέσα σ’ αυτή.

Η κρίση του ‘29 σαν αποτέλεσμα ιστορικών διαδικασιών και σαν καταλύτης νέων

Η κρίση του ‘29 που ξέσπασε σαν χρηματιστηριακό κραχ στην Αμερική και εξαπλώθηκε στον υπόλοιπο κόσμο βυθίζοντάς τον στην ύφεση για όλο το πρώτο μισό της δεκαετίας του ‘30, κατέχει κεντρική θέση στο “πάνθεον” των καπιταλιστικών κρίσεων. Τόσο ως μια από τις σφοδρότερες υφέσεις όσο και ως παράδειγμα-διαχείρισης-μιας-κρίσης προς αποφυγή. Είναι σημαντικό πως πολλοί ειδικοί σπεύδουν να παρομοιάσουν ως προς τη σφοδρότητα τη σημερινή συνθήκη με αυτή του ‘29.Στην ιστορική φιλολογία, το κραχ εμφανίζεται σαν ένα στιγμιότυπο, αυτό της “μαύρης Πέμπτης” και της χρηματιστηριακής κατάρρευσης στις ΗΠΑ. Ωστόσο η κουβέντα σπάνια πηγαίνει πέρα από τις ιστορίες για τους λούστρους που συζητούσαν πού θα επενδύσουν τα λεφτά τους (παρουσιάζοντας έτσι σαν αιτία την κοινωνικοποίηση των χρηματιστηριακών επενδύσεων) και απόψεις που θέλουν την κρίση σαν απότοκο μιας αφηρημένης υποκατανάλωσης. Είναι όμως έτσι τα πράγματα;Η εμφάνιση και η εδραίωση του κεφαλαίου δεν ήταν μια σύντομη και ειρηνική διαδικασία. Κεντρική στιγμή της ήταν η δέσμευση και η εμπορευματοποίηση της κοινής αγροτικής γης, ταυτόχρονα με τον διωγμό των αγροτικών πληθυσμών και τη βίαιη διάλυση των κοινοτήτων τους (νόμοι για τις περιφράξεις-μια διαδικασία που διήρκησε πολλά χρόνια στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα). Αυτή η καταστροφή της κοινοτικής οικονομίας και των παλιών κοιωνικών σχέσεων είχε ως αποτέλεσμα τη συσσώρευση στις πόλεις εκατομμυρίων ανθρώπων που, ξεκρέμαστοι καθώς ήταν πλέον, δεν είχαν τίποτε άλλο παρά τους εαυτούς τους και την εργασιακή τους δύναμη σαν εμπόρευμα. Ό,τι ακριβώς δηλαδή χρειαζόταν η αναπτυσσόμενη βιομηχανία της εποχής για να ταΐσει τις ανάγκες της σε φτηνό και εκμεταλλεύσιμο ανθρώπινο δυναμικό.

Η βίαιη αυτή συνθήκη της προλεταριοποίησης παρήγαγε φυσικά και ανάλογες αντιδράσεις. Τα πρώτα χρόνια σημαδεύονται τόσο από τις εξεγέρσεις των αγροτικών πληθυσμών ενάντια στην επίθεση που δέχονταν, όσο και από την αντίσταση των νέων εργατών των πόλεων στη μισθωτή εργασία. Το κοινό βίωμα της υποτίμησης και της ανέχειας διαμορφώνει το έδαφος ώστε  τα εργατικά στρώματα να αρχίσουν ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα να αναγνωρίζουν τον εαυτό τους σαν μια τάξη, με εξίσου κοινές ανάγκες και συμφέροντα. Δημιουργούν εκ νέου κοινότητες στις πόλεις και μέσα από μια σειρά δομών και αντιθεσμίσεων (αυτοοργανωμένα εργατικά ταμεία ασφάλισης, σχολεία κ.α.) καταφέρνουν να διατηρούν μια αυτονομία εχθρική στην επιβεβλημένη καπιταλιστική πραγματικότητα. Παράλληλα, απαντούν και έμπρακτα στη συνθήκη της εκμετάλλευσης είτε με τη μορφή πιο μοριακών και “αόρατων” αντιστάσεων είτε με συλλογικούς αγώνες, άλλοτε  στρεφόμενοι ενάντια στη σχέση-κεφάλαιο συνολικά και άλλοτε καταφέρνοντας να βελτιώσουν την θέση τους στο εσωτερικό της. Αυτή είναι η περίοδος που ιδρύονται και ενισχύονται τα πρώτα συνδικάτα και οι εργατικές οργανώσεις.

Για την εξουσία εκείνης της περιόδου βέβαια (και για πολλά χρόνια ακόμη) και την πολιτική οικονομία του κεφαλαίου, η εργατική τάξη δε λογίζεται ως συλλογικό υποκείμενο. Η εργασία υπάρχει αλλά θεωρείται απλά ένα εμπόρευμα, ένας ακόμη παράγοντας της παραγωγής και του κόστους της. Έτσι, αυτοί οι αγώνες αντιμετωπίζονται συνήθως με ωμή καταστολή και δευτερευόντως μέσω κάποιων πρωτόλειων μορφών πρόνοιας από-τα-πάνω, η οποία περισσότερο έχει σκοπό να ελέγξει και να περιορίσει την αυτοσυγκρότηση και την δραστηριότητα των εκμεταλλευόμενων παρά να συμβάλει ειλικρινά στην κοινωνική αναπαραγωγή τους.

Στις αρχές του 20ου αιώνα συντελείται μια σειρά από διαρθρωτικές αλλαγές μέσα στα πλαίσια της καπιταλιστικής συσσώρευσης σαν αποτέλεσμα της μεγάλης ύφεσης που την είχε γονατίσει τα προηγούμενα χρόνια. Πολλές επιχειρήσεις συγχωνεύονται, οι μικρές ιδιοκτησίες απορροφώνται από τις πιο μεγάλες και παρατηρείται ένα σταδιακό πέρασμα από τον μεμονωμένο ιδιώτη καπιταλιστή σε πιο συγκεντροποιημένες μορφές κεφαλαίου. Στα ίδια πάνω κάτω χρόνια εισάγονται από μια μερίδα αφεντικών οι πρώτες τεχνικές επιστημονικής οργάνωσης της μαζικής ανειδίκευτης εργασίας σε μια προσπάθεια να αυξηθεί η παραγωγικότητα και να χτυπηθεί η κεντρική ως τότε φιγούρα των μαστόρων που λόγω της εξειδίκευσης και των γνώσεών τους είχαν την δύναμη να επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό την παραγωγή. Οι τεχνικές ωστόσο αυτές ορθολογικοποίησης και ελέγχου της εργασίας -γνωστές σαν τεϋλορισμός/φορντισμός- θα παραμείνουν μειοψηφικές και μόνο με τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο στα 1914 και την βιομηχανία που αναπτύχθηκε γύρω από αυτόν θα εφαρμοστούν σε μαζική κλίμακα.

Από την πλευρά των από-τα-κάτω, τα χρόνια αυτά στις αρχές του 20ου αιώνα πριν τον Α΄ παγκόσμιο όπως και τα πρώτα χρόνια μετά το τέλος του, συνθέτουν μια ιδιαίτερα πλούσια περίοδο για το διεθνές επαναστατικό κίνημα. Το πλήθος των μαχητικών αγώνων και των εξεγέρσεων, οι κοινωνικές και πολιτικές ζυμώσεις και οι πρωτότυπες μορφές οργάνωσης που χαρακτηρίζουν αυτή την εποχή, που δικαίως ονομάστηκε η πρώτη προλεταριακή έφοδος του εικοστού αιώνα στον ουρανό, άφησαν ανεξίτηλα το στίγμα τους στην επαναστατική παράδοση.1 Όταν λοπόν ο πόλεμος ολοκληρώνει το καταστροφικό του έργο τέσσερα χρόνια μετά, με το τέλος του να σφραγίζεται με τη συνθήκη των Βερσαλλιών, τίποτα δεν έχει τελειώσει.  Παρά το προσωρινό πάγωμα των ενδοκαπιταλιστικών ανταγωνισμών δημιουργείται μια σειρά από συνθήκες όπως η λεηλασία της Γερμανίας, η διάλυση  3 ευρωπαικών αυτοκρατοριών και η ίδρυση πολλών νέων εθνικών κρατών που παίρνουν την θέση τους, που μόνο ενθαρρυντική δεν είναι για τη σταθερότητα της κατάστασης. Την ίδια στιγμή και πριν ακόμη λήξουν οι εχθροπραξίες, ο πόλεμος μεταφέρεται από τα ιμπεριαλιστικά μέτωπα στο εσωτερικό των κρατών. Γρήγορα ξεσπάνε εξεγέρσεις και επαναστάσεις σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης  και όλες οι προηγούμενες επαναστατικές διεργασίες κορυφώνονται  θέτοντας σε κάποιες περιπτώσεις ρητά το ζήτημα της εξουσίας (ρώσικος Οκτώβρης του 1917, επανάσταση του Σπάρτακου στη Γερμανία).

Οι εργάτες, λοιπόν, έχοντας συρθεί στην πρώτη γραμμή των πολεμικών συγκρούσεων και πληρώσει βαρύ τίμημα σε αίμα επανέρχονται δυναμικά στο προσκήνιο υπονομεύοντας πραγματικά την κυρίαρχη τάξη. Αυτό σε συνδυασμό με την διαπιστωμένη μεγέθυνση των επιχειρήσεων οδηγεί ένα κομμάτι των αστών με κυριότερο εκπρόσωπο τον άγγλο οικονομολόγο John Maynard Keynes στην άποψη της αναγνώρισης της εργατικής τάξης και της προσπάθειας για ενσωμάτωσή της. Ο Keynes διέβλεπε ήδη την αυξανόμενη κοινωνικοποίηση της εργασίας και τους κινδύνους που εγκυμονούσε η τακτική της συνεχούς υποτίμησής τους προς όφελος του κέρδους. Πίστευε, λοπόν, πως θα έπρεπε να γίνουν κεντρικά κινήσεις τέτοιες που θα λάμβαναν σοβαρά υπ’όψη την επικίνδυνη δύναμη της εργασίας. Ωστόσο, οι πιο πολλοί της τάξης του έχουν διαφορετική γνώμη. Η ιδεολογία του laissez faire δεν θα έπεφτε ακόμη, όχι πριν την γκρεμίσει η επερχόμενη κρίση.

Οι αγώνες δείχνουν να καταλαγιάζουν στην δεκαετία του ‘20.  Στις ΗΠΑ μετά από μια μικρή ύφεση ξεκινά μια περίοδος σχετικής ευημερίας που χαρακτηρίζεται από την εφαρμογή σε μεγάλη κλίμακα της μαζικής παραγωγής και την αύξηση της παραγωγικότητας. Υπάρχει μια άνευ προηγουμένου αφθονία εμπορευμάτων αυτά τα χρόνια που απαιτεί και μια αντίστοιχη μαζική κατανάλωση. Τα κατώτερα στρώματα μετατρέπονται κι αυτά σε καταναλωτές και την ηθική της κατανάλωσης αναλαμβάνει να τους καλλιεργήσει μια άγνωστη ως τότε και ραγδαία αναπτυσσόμενη βιομηχανία της διαφήμισης. Παρ΄όλα αυτά, οι μισθοί παραμένουν όσο το δυνατόν χαμηλότεροι δυσχεραίνοντας την πραγματοποίηση της κλεμμένης υπεραξίας μέσω της κατανάλωσης και στην θέση τους υιοθετούνται άλλα τεχνάσματα όπως οι δόσεις και τα δώρα. Όλα αυτά όμως διαμορφώνουν μια τεχνητά συντηρούμενη ανάπτυξη που συνεχώς μεταθέτει την πραγματική της επικύρωση στο μέλλον.

Παράλληλα με τη μαζική παραγωγή και τις καινοτομίες του Τεϋλορ και του Φορντ που ακολούθησε ένα μέρος των καπιταλιστών, ένα μεγάλο κομμάτι του κεφαλαίου βρίσκεται σε στασιμότητα. Αδυνατώντας να εξασφαλίσει την απαιτούμενη κερδοφορία μέσω της επένδυσης στην παραγωγή, στρέφεται στο χρηματιστήριο. Η απροθυμία δηλαδή των εργατών να υποτιμήσουν περισσότερο την εργασία τους και να αυξήσουν την παραγωγικότητά τους, αναγκάζει το κεφάλαιο να καταφύγει στην κερδοσκοπία προκειμένου να “υπεραξιωθεί”, στοιχηματίζοντας σε μια μελλοντική ένταση της εκμετάλλευσης της εργασίας. Όσο αυτό δε συνέβαινε, η τακτική αυτή φυσικά έφτανε στα όριά της καταρρέοντας τελικά με τον τρόπο που ξέρουμε.Υπ’ αυτή την έννοια, η χρηματιστηρική κρίση του ‘29 είναι το ψευδώνυμο της κρίσης των εκμεταλλευτικών σχέσεων. μάλλον έκφραση, παρά αιτία μιας κρίσης υπερσυσσώρευσης κεφαλαίων που στον πυρήνα της έχει την εργατική ανυποταξία.

Μετά το ξέσπασμα της κρίσης και όσο αυτή τα επόμενα χρόνια επιδεινωνόταν, γινόταν πια ξεκάθαρο πως η εργασία δεν μπορούσε να αντιμετωπίζεται σαν κάτι εξωτερικό στη λειτουργία του καπιταλισμού καθώς αυτό απειλούσε ανοιχτά την αναπαραγωγή του. Οι ιδεολογίες των αφεντικών για τους αυτοματισμούς της ελεύθερης οικονομίας και το “αόρατο χέρι” που ρυθμίζει την αγορά είχαν συντριβεί με τον πιο οδυνηρό γι’αυτά τρόπο. Η ανάγκη για μια συνολική αναδιάρθρωση στην οργάνωση των κοινωνικών σχέσεων ήταν επείγουσα τη στιγμή που οι προλετάριοι εξεγείρονταν ενάντια στην ανέχεια στην οποία είχαν περιέλθει και το αντίπαλο σοβιετικό δέος έδειχνε να τα πάει πολύ καλύτερα.  Η στιγμή που ο Keynes θα έπαιρνε την εκδίκησή του είχε φτάσει.

Καθώς η μαζική παραγωγή/μαζική κατανάλωση είχε μεταβάλει τις προηγούμενες κοινωνικές σχέσεις, ο μισθός ως ο αναγκαίος όρος αναπαραγωγής των εργατικών στρωμάτων αναγνωρίστηκε σαν κεντρική καπιταλιστική λειτουργία  στην θέση του κέρδους. Τα αφεντικά συνειδητοποίησαν τη σημασία της εργασίας και την ανάγκη να αναλάβουν τη μέριμνα για την αναπαραγωγή της. Την οργάνωση αυτής της διαδικασίας θα έπρεπε να σηκώσει ένας μηχανισμός που θα συγκέντρωνε την ισχύ, το κύρος και το know how. Μα φυσικά το κράτος, που από δω και πέρα καλείται σαν γενικός κουμανταδόρος να εγγυηθεί τις προσδοκίες (κατανάλωσης, εργασίας, κέρδους) δημιουργώντας απασχόληση και εξασφαλίζοντας την ομαλή αναπαραγωγή της εργατικής τάξης. Κι όλα αυτά σχεδιάζοντας και προγραμματίζοντας τις κινήσεις του σε βάθος χρόνου.

Στις ΗΠΑ η νέα πολιτική εκφράστηκε από το 1933 και μετά με τη σταδιακή εφαρμογή του New Deal από την κυβέρνηση του Ρούζβελτ που προέβλεπε μέτρα κοινωνικής ασφάλισης, μεγάλα προγράμματα δημόσιων επενδύσεων και αναγνώριση βασικών συνδικαλιστικών δικαιωμάτων. Το New Deal ενσάρκωσε μ’αυτόν τον τρόπο μια πρώτη μορφή της κεϋνσιανής σύλληψης του λεγόμενου κράτους-σχέδιο. Κάτι παρόμοιο συνέβη και σε άλλα κράτη όπου το κράτος-σχέδιο πήρε άλλες μορφές, όπως η ναζιστική ή η σταλινική. Ωστόσο, η νέα αυτή ρύθμιση δεν θα μπορούσε να αποφέρει τα μέγιστα πριν τη νέα ανθρωποσφαγή που έμελλε να ακολουθήσει. Στην δεκαετία του ‘30, παρά τις εμφανείς βελτιώσεις, η ανεργία κρατιόταν ακόμη σε επικίνδυνα για την κοινωνική ειρήνη επίπεδα και η κερδοφορία δεν είχε αποκατασταθεί πλήρως, ενώ οι διακρατικές σχέσεις ήταν στον αέρα και η μεταξύ τους ισορροπία εύθραυστη. Αυτό είχε άμεσο αντίκτυπο στους διακρατικούς ανταγωνισμούς για την κατάκτηση των αγορών τρίτων χωρών.

Ο Β’ παγκόσμιος ήταν η κατάλληλη ευκαιρία να ολοκληρωθεί το κεϋνσιανό πρόγραμμα με την δημιουργία νέων πεδίων εφαρμογής της μαζικής πρόνοιας, τον κεντρικό ρόλο του κράτους και, ας μην το ξεχνάμε με τον θάνατο πολλών εκατομμυρίων πληβείων στα πεδία της μάχης που έλυσε το πρόβλημα της πλεονάζουσας εργασίας. Λίγο πριν τη λήξη του υπογράφτηκε εν όψει της ανοικοδόμησης η συμφωνία του Bretton Woods που από δω και στο εξής θα ρύθμιζε τις οικονομικές σχέσεις των κρατών. Σύμφωνα μ’ αυτή, το δολάριο ως νόμισμα αναφοράς κλείδωνε σε σταθερή σχέση με το χρυσό και τα υπόλοιπα νομίσματα κλείδωναν πάνω στο δολάριο, ενώ είναι στα πλαίσια αυτής της συμφωνίας που ιδρύονται η Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, δύο τυπικά κεϋνσιανοί θεσμοί που αναλαμβάνουν να ελέγχουν ευρύτερα την ομαλή αναπαραγωγή της παγκόσμιας κυριαρχίας.

Όλη αυτή την περίοδο του 19ου αιώνα και των πρώτων δεκαετιών του 20ου στην ελλάδα η κατάσταση είναι αρκετά ιδιαίτερη καθώς συναντάμε ένα πολύ χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης του βιομηχανικού κεφαλαίου, ενώ μεγάλο μέρος του πληθυσμού επιβιώνει μέσα από αγροτικές εργασίες. Παρ’όλα αυτά, οι αγώνες δεν θα λείψουν ούτε εδώ καθώς μεγάλα κομμάτια του αγροτικού πληθυσμού εξεγείρονται ενάντια στους γαιοκτήμονες και μεγαλοτσιφλικάδες που τους επιβάλουν ουσιαστικά μια συνθήκη δουλοπαροικίας. Κορυφαία στιγμή είναι η γνωστή εξέγερση των αγροτών του Κιλελέρ στα 1910, ενώ λίγα χρόνια μετά η αγροτική μεταρρύθμιση του ελληνικού κράτους βελτιώνει κάπως την θέση ενός μεγάλου κομματιού. Οι πρώτες επενδύσεις σε πεδία του δευτερογενούς δεν θα αρχίσουν πριν την δεύτερη δεκαετία του εικοστού αιώνα. Κι εδώ ο σχηματισμός της εργατικής δύναμης παρουσιάζει διαφορές, καθώς δεν προκύπτει από  κάποια μορφή πρωταρχικής συσσώρευσης αλλά σαν αποτέλεσμα των μετακινήσεων πληθυσμών στην πόλη για εποχιακές δουλειές και την εγκατάσταση πληθυσμών της Μ. Ασίας μετά τον πόλεμο. Η τάξη δείχνει σημάδια συγκρότησης και μπαίνει δυναμικά στο προσκήνιο την δεκαετία του ‘30 όταν εν μέσω κρίσης ξεσπούν άγριοι εργατικοί αγώνες, με αποκορύφωμα τον θεσσαλονικιώτικο μάη του ‘36, που καταφέρνουν να ξεπεράσουν τη συντεχνιακή κατεύθυνση της πρόσφατα ιδρυθείσας ΓΣΕΕ.

Το μεταπολεμικό μπουμ – Η “χρυσή εποχή” του κεϋνσιανισμού

Εκ του αποτελέσματος λοιπόν, βλέπουμε πως οι 2 παγκόσμιοι πόλεμοι ήταν αναγκαίες στιγμές στην διαδικασία αναδιάρθρωσης του κεφαλαίου. Αντιμετώπισαν πρακτικά το πρόβλημα της εργατικής ανυποταξίας,  εκτόνωσαν τους διακρατικούς ανταγωνισμούς και ομαλοποίησαν τη  γενίκευση της μαζικής παραγωγής/μαζικής κατανάλωσης. Στα χρόνια που ακολουθούν έχουμε την καθολικοποίηση της φορντικής ρύθμισης στην εργασία και τη συγκρότηση του γνωστού κράτους πρόνοιας. Παρ’ότι αυτό πήρε κατά τόπους διάφορες εκφράσεις υπάρχουν κάποια βασικά σημεία που συνθέτουν τον κανόνα. Η κατοχύρωση κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας σε συνδυασμό με την αναγνώριση και την πριμοδότηση των μαζικών κομμάτων και μαζικών συνδικάτων πετυχαίνει την κορπορατιστική ενσωμάτωση της εργασίας και την άμβλυνση των κοινωνικών συγκρούσεων. Παράλληλα, με την εφαρμογή της σταθερής μισθωτής σχέσης στο φορντικό πλαίσιο αυξάνονται οι διαχωρισμοί και οι ιεραρχίες στην παραγωγή και βαθαίνουν οι διαιρέσεις σε κλάδους και συντεχνίες κάνοντας πιο δύσκολη την αλληλεγγύη και τη στήριξη μεταξύ των εργατών. Θεσπίζονται νέα επιδόματα και προνοιακές παροχές (στην υγεία, την ασφάλεια, την ανεργία) που φτάνουν σε περισσότερο περιθωριοποιημένα κοινωνικά κομμάτια εντάσσοντάς τα στον κύκλο παραγωγής/κατανάλωσης. Καλύπτοντας με αυτό τον τρόπο ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνικής αναπαραγωγής, το κεφάλαιο καταφέρνει να δημιουργήσει τους όρους που του εξασφαλίζουν την υγιή επέκτασή του. Όλα τα προηγούμενα έχουν σαν αποτέλεσμα την αύξηση της παραγωγικότητας και τη μείωση του κόστους παραγωγής, γεγονότα που σε συνδυασμό με την εντατική εκμετάλλευση του πλούτου των αποικιών  αυξάνουν το ποσοστό κέρδους  που αντλεί από τις επενδύσεις του. Με την διαβρωτική δύναμη της ανάπτυξης και της ευημερίας, όλο και περισσότερα κομμάτια του προλεταριάτου χάνουν τη συνείδηση του εαυτού τους σαν εκμεταλλευόμενη τάξη και μαγεύονται από τις ιδεολογίες της κατανάλωσης και της υλικής ανόδου.

Τον ίδιο καιρό στην ελλάδα τα πράγματα είναι αρκετά διαφορετικά. Το εργατικό κίνημα που είχε κάνει αισθητή την παρουσία του την δεκαετία του ‘30 βρίσκεται σε πολύ κακή κατάσταση καθώς μετά τον Β’ Παγκόσμιο ξεκινά η συνθήκη της μετανάστευσης για μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού, ενώ ο εμφυλιακός πόλεμος και το κυνήγι ενάντια στα πολιτικοποιημένα κομμάτια της Αριστεράς που θα ξεσπάσει τα επόμενα χρόνια, αφήνει λίγα περιθώρια για αγώνες και διεκδικήσεις. Το απολυταρχικό ελληνικό κράτος αυτής της περιόδου καμιά σχέση δεν έχει με το μοντέλο που περιγράψαμε πιο πάνω. Η ελληνική εκδοχή του κοινωνικού κράτους  θα κάνει τη βραχύβια εμφάνισή της αρκετά χρόνια μετά, όπως θα δούμε στη συνέχεια.

60-70: Η έφοδος στον ουρανό γειώνει τα αφεντικά στο σκληρό έδαφος της κρίσης

Κι όμως, η ιδεολογική και υλική νίκη των αφεντικών θα αποδειχθεί προσωρινή. Μέσα από την ίδια τη συνθήκη της μαζικής εργασίας και του κοινωνικού κράτους ξεπετάχτηκαν νέες αρνήσεις, περισσότερο διάχυτες και λιγότερο ελέγξιμες από τις προηγούμενες. Στην δεκαετία του ‘60 εμφανίζεται μια νέα γενιά που δείχνει να μη συμμερίζεται τις συμβάσεις και τους συμβιβασμούς του παρελθόντος. Που ασφυκτιά μέσα στα όρια του υποχρεωτικού 8ωρου στο εργοστάσιο, που αδυνατεί να βρει τον εαυτό της σε μια δουλειά χωρίς κανένα νόημα, που εξεγείρεται ενάντια στην πατριαρχική οργάνωση των κοινωνικών σχέσεων και την καταπίεση της γυναίκας, που ορθώνει το ανάστημά της στο διάχυτο και θεσμισμένο ρατσισμό. Είναι μια εποχή όπου ο κοινωνικός ανταγωνισμός οξύνεται ξανά από-τα-κάτω και το καινοφανές είναι πως αυτό δεν αφορά μόνο σε αγώνες στο πεδίο της παραγωγής, αλλά κυρίως επεκτείνεται σε όλες τις περιοχές που είχε προηγουμένως αποικιοποιήσει το κράτος πρόνοιας.

Οι κοπάνες από το μαζικό εργοστάσιο, το σαμποτάζ και η μειωμένη εργασιακή ηθική συναντούν την εμφάνιση νέων συλλογικών υποκειμένων. Το γυναικείο κίνημα, το οικολογικό, το αντι-αποικιακό, η υποκουλτούρα, το κίνημα των μαύρων στις ΗΠΑ συνθέτουν ένα εκρηκτικό μίγμα που ασκεί κριτική τις κυρίαρχες κοινωνικές σχέσεις αλλά και προεικονίζει νέες μέσα στο κέλυφος του παλιού κόσμου. Οι εκμεταλλευόμενοι αντιλαμβάνονται την δύναμη που τους δίνει η παλιότερη ρύθμιση του φορντισμού και του προνοιακού καθεστώτος και οργανώνουν την επίθεσή τους φτάνοντάς την στα όριά της. Η πρώτη αντίδραση από τη μεριά των αφεντικών είναι μια παραχώρηση ακόμη περισσότερων παροχών αποσκοπώντας στον κατευνασμό και την ενσωμάτωση των κοινωνικών εκρήξεων. Μάταια ωστόσο, γιατί οι παραχωρήσεις αυτές την ίδια στιγμή που πετύχαιναν μια περαιτέρω εγκόλπωση της εργατικής τάξης στην αλλοτριωτική μορφή-κράτος, δημιοργούσαν τους όρους για ακόμη μεγαλύτερους αγώνες που όριζαν ένα πεδίο αέναων διεκδικήσεων.

Ήταν σαφές πως πίσω από την διόγκωση του κοινωνικού κράτους και την δημοσιονομική κρίση που αυτή προκάλεσε, βρίσκονταν μια άρνηση του κυρίαρχου κόσμου κοινωνικών σχέσεων. Οι νέες ριζοσπαστικές υποκειμενικότητες, η γέννηση της αυτονομίας, η άρνηση συνολικά της εργασίας, έστω και μειοψηφικά, κόντρα σε παλιότερες λογικές αυτοδιαχείρισης, οι κριτικές που διατυπώθηκαν από τα επαναστατικά κινήματα αχρήστευσαν κάθε πλευρά της κεϋνσιανής ρύθμισης θέτοντας σε κρίση όχι μόνο την πρακτική λειτουργία αλλά και το σύνολο των σημασιών της. Η κρίση πειθάρχησης  αυτής της περιόδου εκδηλώνεται αναπόφευκτα και σαν κρίση κερδοφορίας των αφεντικών που βλέπουν την παραγωγικότητα να φθίνει μαζί με την κοινωνική πειθαρχία, και το ποσοστό κέρδους να γκρεμοτσακίζεται. Η κρίση αυτή της δεκαετίας του ‘70 παρουσιάστηκε και τότε μυστικοποιημένα σαν μια οικονομική κρίση αποκρύβοντας την πραγματικότητα˙ τον βάλτο της κρίσης αναπαραγωγής στον οποίο είχε βουλιάξει η καπιταλιστική συσσώρευση εξαιτίας μιας πρωτόγνωρης συσσώρευσης πολλών και διαφορετικών αρνήσεων.

Written by factoryfanet

Ιουλίου 16, 2010 at 7:02 μμ

Αναρτήθηκε στις 01 τεύχος, κρίση

Η μονιμότητα της κρίσης του καπιταλισμού

leave a comment »


Από το ’70 και μετά ο καπιταλισμός προσπάθησε να αναβάλει την κρίση που είχαν προκαλέσει οι έντονοι κοινωνικοί αγώνες εκείνης της περιόδου. Και λέμε να αναβάλει γιατί απλά δεν κατάφερε να «επιλύσει» την κρίση του όπως έκανε πάντα, υποτάσσοντας και υποτιμώντας την ζωή, τις σχέσεις, την εργασία προς όφελός του.

Βασική καινοτομία αυτής της αναβολής υπήρξε ο απεριόριστος δανεισμός του προλεταριάτου. Ταυτόχρονα με την εξατομίκευση που προωθήθηκε με τον δανεισμό έλαβε χώρα και μια συντονισμένη επίθεση στις μορφές κοινωνικής αναπαραγωγής (υγεία, εκπαίδευση, ασφάλιση) που είχαν κατακτηθεί στην περίοδο της όξυνσης των αγώνων. Σημείο τομής των δύο αυτών κεντρικών στρατηγικών (δανεισμού – εργασιακής και κοινωνικής υποτίμησης) είναι η αδυναμία του κεφαλαίου και του κράτους να υποτάξουν όσο θα ήθελαν την εργασία και την εκμετάλλευσή της. Αυτή η αποτυχία του καπιταλισμού οδήγησε ουσιαστικά σε μια κρυφή αλλά μόνιμη κρίση από το ’70 και μετά που μόλις τα τελευταία δύο χρόνια έφτασε στα όρια της. Από δω και πέρα όλα είναι ανοιχτά…

Οι δεκαετίες του ’60 και του ’70 ήταν πολύ σημαντικές, όπως περιγράφηκε, για όσους βρίσκονται στη μεριά των εκμεταλλευόμενων. Η πρωτοφανής αύξηση των μισθών και του βιοτικού επιπέδου των εργατών, η αναγνώριση της άμισθης εργασίας των γυναικών στο σπίτι, το πανεπιστήμιο σαν ένα κοινωνικό εργαστήρι αυτομόρφωσης, οι αγώνες ενάντια στα ενοίκια, η επίτευξη φθηνών κοινωνικών υπηρεσιών για το προλεταριάτο αποτέλεσαν τα οφέλη για να κατευναστούν οι συσσωρευμένοι αγώνες αυτής της περιόδου και ο γενικότερος κοινωνικός αναβρασμός. Σε αυτή την περίοδο η πτώση της υπεραξίας πραγματικά είχε αρχίσει να τρομάζει τις κυρίαρχες τάξεις. Το μοντέλο της αστικοποίησης και του μαζικού εργάτη, που κάποτε έβαλε μπρος τις μηχανές της βιομηχανίας και του πλουτισμού τους, είχε αρχίσει να γίνεται ο εφιάλτης της συρρίκνωσης των κερδών. Οι αγώνες είχαν κερδίσει σημαντικό έδαφος.

Στην Ελλάδα, λόγω της εμφυλιακής πολιτικής συγκρότησης οι κοινωνικοί αγώνες δεν μπορούσαν να ξεδιπλωθούν καθώς αλλεπάλληλα πραξικοπήματα και δικτατορίες προσπαθούσαν να παγώσουν τον κοινωνικό μετασχηματισμό. Η Ελλάδα ζει τη δική της έφοδο στον ουρανό από τη μεταπολίτευση και μετά. Έντονοι εργατικοί αγώνες, η νεανική αμφισβήτηση, το φεμινιστικό κίνημα. Από την άλλη, σε θεσμικό επίπεδο το τέλος της παρανομίας για το ΚΚΕ και η αναγνώριση του συνδικαλιστικού κινήματος ως αξιόπιστου συνομιλητή αποτελούν τα πρώτα ψήγματα του πρώτου μεταπολεμικού κοινωνικού συμβολαίου. Η άνοδος του πασοκ ουσιαστικά σημαίνει την υπογραφή του ελληνικού New Deal. Πλατιές κοινωνικές μάζες βγαίνουν από την πολιτική καταπίεση και αναπόφευκτα αυτό αναβαθμίζει και τους υλικούς όρους ζωής. Όλα αυτά που στην Αμερική και την Ευρώπη ονομάστηκαν κοινωνικό κράτος ή κεϋνσιανισμός και εφαρμόστηκαν από τον πόλεμο και μετά, κουτσουρεμένα μεν αλλά δυναμικά εισέρχονται στην ελληνική πραγματικότητα από το 1981 και μετά.

Επιστρέφοντας στο παγκόσμιο σκηνικό και την κρίση κερδοφορίας λόγω της έντασης των αγώνων, τα αφεντικά εναγωνίως ανέλυαν, πειραματίζονταν και δοκίμαζαν τεχνικές για να βγουν από το τέλμα. Ένα τέλμα στο οποίο τους είχε φέρει η ανυποταξία των εργατών και συνακόλουθα η ραγδαία πτώση του ποσοστού κέρδους. Στην Ιταλία τη διετία ’70-’72, οι μισθοί στους περισσότερους κλάδους παρουσίαζαν αύξηση 30%. Από την άλλη τα δάνεια για κατοικία μέσα από κρατικές τράπεζες με χαμηλό επιτόκιο και το σύνολο των προστατευτικών θεσμών (επιδόματα, συντάξεις, εκπαίδευση) τα οποία δημιουργούσαν υποτίθεται μια τάξη ικανοποιημένων (άρα και ήσυχων) εργατών που στη συνέχεια θα καταναλώνει τα προϊόντα, είχε γυρίσει μπούμερανγκ. Οι «ικανοποιημένοι» εργάτες κατάλαβαν την δύναμη τους και ζητούσαν όλο και περισσότερα, ενώ σε πολλές περιπτώσεις αμφισβητούσαν συνολικά τη μισθωτή σχέση και το καπιταλιστικό σύστημα. Ειδικά οι πιο νέοι προλετάριοι που σφυρηλατήθηκαν στους αγώνες του ’60 –’70 άρχισαν να αποδομούν την εικόνα του «παραγωγικού» εργάτη που είναι όμως καταδικασμένος να περάσει τη ζωή του στη γραμμή παραγωγής. Έτσι όπως είχαν έρθει τα πράγματα, ήταν πραγματικά επιτακτικό για τα αφεντικά να εφαρμόσουν μια ριζική λύση.

Ένα από τα βασικά ζητήματα με τα οποία έρχονταν αντιμέτωπα τα αφεντικά ήταν ότι λόγω της εργατικής ανυποταξίας στο πεδίο της παραγωγής αλλά και της κοινωνικής ανυποταξίας στην αναπαραγωγή, τεράστια κεφάλαια λίμναζαν ακινητοποιημένα με τη μορφή του χρήματος. Τεράστιο πρόβλημα για κάθε καπιταλιστή ή μια κλασική κρίση υπερσυσσώρευσης όπως θα την συναντήσετε σε οικονομικά εγχειρίδια. «Γιατί είναι πρόβλημα να έχεις πολλά λεφτά στην τσέπη;» θα ρωτήσει εύλογα κάποιος. Κατ’ αρχάς γιατί αυτή η αδυναμία να παραχθουν κέρδη σπέρνει μια αμφιβολία σε όλο το σύστημα εκμετάλλευσης· σπέρνει ένα πανικό ότι οι σχέσεις εξουσίας και δύναμης που αντλούνται από τη πραγματοποίηση του κέρδους με κοινωνικούς όρους, δηλαδή με όρους επέκτασης και αναπαραγωγής της καπιταλιστικής σχέσης, μπορεί να μπλοκάρουν.

Από την άλλη το να λιμνάζουν κεφάλαια παράγει έναν άλλο εσωτερικό φόβο που φωλιάζει σε κάθε καπιταλιστική διαδικασία-σχέση. Τον φόβο ότι στα πλαίσια του ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού μπορεί κάποιος άλλος να επενδύσει σωστά τα φράγκα του, να τα κινήσει σωστά και να στείλει τους ανταγωνιστές του αδιάβαστους. Δηλαδή χρεοκοπημένους. Οι κρίσεις υπερσυσσώρευσης δεν είναι κάποια φυσικά φαινόμενα, αλλά επιβεβαιώνουν την παρουσία και τη σημασία των αγώνων μέσα στον καπιταλισμό, παγώνοντας την κοινωνική αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Τι αποτέλεσμα έχει αυτό; Πολύ απλά ότι ο καπιταλισμός δεν παράγει νέες σχέσεις, φυσικά καπιταλιστικές, οι οποίες θα αποτελούσαν τη βάση της απόσπασης υλικών και διανοητικών αποθεμάτων από την κοινωνία για να γίνουν χρήμα και σχέσεις εξουσίας στο εργοστάσιο, στην κρεβατοκάμαρα, στο πανεπιστημίο, στη διασκέδαση.

Και εγένετο νεοφιλελευθερισμός

Το κεφάλαιο είναι νεκρή εργασία η οποία, σαν βρικόλακας, ζει μόνο ρουφώντας τη ζωντανή εργασία.   (Καρλ Μαρξ)

Με την ανάπτυξη του νεοφιλελευθερισμού οι συμφωνίες μεταξύ εργατών και κεφαλαίου γίνονται θρύψαλα. Μια σειρά από στρατηγικές αρχίζουν να εφαρμόζονται και να συγκροτούν σταδιακά το νεοφιλελεύθερο όραμα διαχείρισης του καπιταλισμού. Τέλος με τις αμοιβαίες συμφωνίες, την εξισσορόπηση, τα κοινωνικά συμβόλαια, το χάϊδεμα της εργατικής τάξης. Για εμάς, φωνάζει ο καπιταλισμός, δεν υπάρχουν τάξεις, ο καθένας είναι επιχειρηματίας του εαυτού του.

Η πιο άμεση απάντηση είναι πολλά εργοστάσια να μεταφέρουν την παραγωγή τους σε χώρες με ανοργάνωτο προλεταριάτο, με όφελος το χαμηλό εργατικό κόστος, όπως για παράδειγμα συνέβη με την φυγή του κλάδου της υφαντουργίας στη Βουλγαρία και τη Μακεδονία πριν 15 χρόνια στην Ελλάδα. Όπως είδαμε και πριν, στον ελληνικό καπιταλισμό υπάρχει μια φάση χρονικής υστέρησης. Αυτή η μετακίνηση έχει σαν συνέπεια να χτυπηθεί η μαχητικότητα των εργατικών τάξεων. Η δύναμη του εργάτη της γραμμής παραγωγής υπονομεύεται. Παράλληλα τα αφεντικά εμφανίζουν και άλλους άσσους από το μανίκι. Τεχνολογίες αυτοματοποίησης που αποσκοπούν στο να μειώσουν την εξάρτηση από τη ζωντανή εργασία, εισαγωγή πιο ευέλικτων μορφών εργασίας, συμβάσεις έργου, προσωρινότητα, ανεργία. Όλα αυτά τελικά διαμορφώνουν τις προϋποθέσεις για να μειωθεί το μισθολογικό κόστος και να αρχίσουν να επενδύουν σε νέες σχέσεις εκμετάλλευσης, ξανά επωφελείς. Να ξεπεράσουν δηλαδή τα αφεντικά την κρίση κερδοφορίας.

Παράλληλα η νεοφιλελεύθερη στρατηγική αποτέλεσε και μια κρατική πολιτική στην προαιώνια σύμπραξη κράτους και κεφαλαίου. Εδώ δεν εννούμε ότι το κράτος έκανε απλά τα στραβά μάτια στην επίθεση των αφεντικών, αλλά αποτέλεσε τον νομοθετικό, κατασταλτικό και προπαγανδιστικό βραχίονα της νεοφιλελεύθερης μηχανής. Χωρίς τα κρατικά διατάγματα η νέα αυτή εποχή στην ιστορία του καπιταλισμού θα ήταν μια παρωδία. Για να εδραιωθεί ιδεολογικά, η νέα αυτή εποχή χρειαζόταν υλικές νίκες που θα επένδυαν με γόητρο το σχέδιο της.

«Η νίκη του Ρέιγκαν στις ΗΠΑ επί της απεργίας των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας το 1981, καθώς και η νίκη της Θάτσερ στο Ηνωμένο Βασίλειο επί της απεργίας των μεταλλωρύχων το 1985, διαδέχθηκε μια πραγματικά οργιαστική καμπάνια διάλυσης των συνδικάτων και ένα πλήθος απειλών υπονόμευσης των συντάξεων κοινωνικής ασφάλισης αλλά και άλλων εγγυήσεων (το λεγόμενο δίχτυ ασφάλειας)». (Midnight Notes Collective and Friends, 2009)

Τα δύο αυτά γεγονότα αποτέλεσαν ορόσημο για τη νεοφιλελεύθερη διαχείριση. Το μεταπολεμικό κοινωνικό συμβόλαιο σπάει. Η προστασία της εργασίας και του μισθού, η οποία κατοχυρωνόταν και από νόμους των κρατών, αποδιαρθρώνεται. Η έννοια της ελεύθερης αγοράς, της κρατικής δηλαδή απορύθμισης της εργατικής νομοθεσίας και της διάλυσης των δομών κοινωνικής πρόνοιας, επελαύνει. Το αόρατο χέρι του laissez faire ρίχνει ξανά την σκιά του στην κοινωνία και η δύναμη της αγοράς, δηλαδή της ακόρεστης επιθυμίας για επέκταση της καπιταλιστικής σχέσης σε κάθε πεδίο της ζωής, κερδίζει έδαφος. Κεντρικό ερώτημα που έπρεπε να απαντήσει η στρατηγική της υποτίμησης των εργατών, άρα του μισθού και της αγοραστικής δύναμης, είναι το ποιοι θα αγοράζουν τώρα τα εμπορεύματα του. Πώς θα πραγματοποιείται η κερδοφορία; Η απάντηση που δόθηκε ήταν αφοπλιστική. Με απεριόριστα δάνεια.

Πιστωτική επέκταση

Από την περίοδο ακόμη της μεγάλης ύφεσης και μετά, οι δόσεις και οι μορφές διακανονισμού της πληρωμής εφαρμόζονταν από επιχειρήσεις. Τα δάνεια με τη μορφή που τα ξέρουμε σήμερα ήταν περιορισμένα και προέρχονταν από κρατικούς οργανισμούς κυρίως για την απόκτηση στέγης. Η εδραίωση της πιστωτικής επέκτασης αποτέλεσε βασικό σημείο του νεοφιλελεύθερου σχεδίου για να αποδράσει το κεφάλαιο από τους χώρους παραγωγής και την ανυποταξία που επικρατούσε εκεί. Η σκέψη ήταν αρκετά ριζοσπαστική για τον ίδιο τον καπιταλισμό που προσπάθησε να αναζητήσει απαντήσεις στο ερώτημα πώς θα συνεχίσουν τα αφεντικά να εκμεταλλεύονται την εργασία σε ικανοποιητικό βαθμό.

Τα δάνεια λοιπόν θα χρησιμοποιηθούν έτσι ώστε οι εργάτες να αγοράζουν προϊόντα και να αποφευχθεί ο κίνδυνος υποκατανάλωσης, ενώ ταυτόχρονα θα αποτελούν ένα εργαλείο διασφάλισης της εκμετάλλευσης της εργασίας στο μέλλον. Πώς; Το δάνειο που συνάπτει με ένα ευαγές (τραπεζικό) ίδρυμα ο καθένας μας δεν είναι παρά μια υπόσχεση εκμετάλλευσης του δανειζόμενου στο μέλλον. Ο δανειολήπτης δηλώνει ότι θα συνεχίσει να δουλεύει με όλο και πιο εντατικούς ρυθμούς για να ξεπληρώσει το κεφάλαιο που πήρε, συν τους τόκους που αποτελούν μια επιπλέον υπόσχεση εντατικοποίησης της εργασίας. Το αποτέλεσμα πολύ σημαντικό: και το προλεταριάτο αγοράζει προϊόντα από τα δανεικά και τα αφεντικά έχουν κέρδη. Καλό; Ευφυές; Σίγουρα ναι. Υπάρχει όμως ένα κενό σε αυτή τη σκέψη, το όριο ότι κάποια στιγμή τα δανεικά που φέρνουν και άλλα δανεικά πρέπει να γίνουν κέρδος από την εργασία, ώστε να καλυφθεί ο αρχικός κύκλος του δανεισμού και να ανοίξει ένας άλλος. Κάποια στιγμή πρέπει να επιστρέψει η κερδοφορία στο βρώμικο και δύσβατο τόπο της εργασίας. Ακριβώς αυτήν την επιστροφή σχεδίαζαν μέσα από τα προγράμματα λιτότητας και τις περίφημες διαρθρωτικές αλλαγές από το ’70 και μετά τα κράτη και τα αφεντικά.

Κάπου στην πορεία και όσο η επιστροφή αυτή συνέβαινε μεν, αλλά όχι στο βαθμό που έπρεπε, θεώρησαν σαν δεδομένο ότι η υπόσχεση θα εκπληρώνεται για πάντα. Κάπου εκεί που τα στεγαστικά μαζί με μετοχές του χρηματιστηρίου και τα παράγωγά τους γίνονταν προϊόντα που έφερναν τρελά κέρδη, επαναπαύθηκαν στην άμεση κερδοφορία. Ξεχνώντας έτσι και υποτιμώντας ότι τα πολύπλοκα χρηματιστηριακά προϊόντα τελικά δεν αποτελούσαν παρά υποσχέσεις εκμετάλλευσης κρυμμένες στα στεγαστικά δάνεια, στις μετοχές των εταιρειών (στις οποίες κάποιοι δουλεύουν) και στα ασφαλιστικά ταμεία (τα χρήματα των οποίων τις ανάγκες κάποιων θα κάλυπταν). Η ιστορία μέσα από την παγκόσμια κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος αρχικά και του κρατικού χρέους στη συνέχεια, τους υπενθύμισε ότι η κρίση του κεφαλαίου είναι η κρίση της εξάρτησής του από την εργασία και τις κοινωνικές σχέσεις ευρύτερα.

Η πίστωση σαν πίστη

Εξ αρχής, όταν κάποιος πιστώνεται, δηλώνει εκείνη τη στιγμή είτε το θέλει είτε όχι ότι εμπιστεύεται την καπιταλιστική σχέση και αναλαμβάνει μια προσωπική υποχρέωση να ξεχρεώσει. Η υποχρέωση αυτή μέσα στην εξέλιξη της ιστορίας ήταν συνδεδεμένη με μια ενοχή απέναντι στην κοινότητα, πολλές φορές με τίμημα – ενέχυρο την ίδια του την ελευθερία. Μια ενοχή οφειλής. Στην εποχή της απεριόριστης πιστωτικής επέκτασης αυτή η ενοχή αντιστράφηκε. Ένοχος είναι αυτός που δεν χρωστά, καθώς φαίνεται πως δεν επιλέγει να αποκτήσει πρόσβαση στα βασικά μέσα αναπαραγωγής.

Μέσα από τη γενίκευση της πίστωσης για την απόκτηση των βασικών αγαθών επιβίωσης (στέγη, μετακίνηση, αγορές με πιστωτική), ο καθένας ρητά ή άρρητα, λίγη σημασία έχει, συνυπογράφει ώστε το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο να διαμεσολαβεί τις ζωές μας. Από την καθημερινή συνήθεια πληρωμής στο supermarket με την πιστωτική μέχρι την αγωνία για την αποπληρωμή του στεγαστικού -ανεξάρτητα από το πόσες κατάρες ακούγονται για τα επιτόκια- το σύστημα τίθεται σε κίνηση και, το πιο σημαντικό, αντλεί νομιμοποίηση. Ουσιαστικά λοιπόν μεγαλύτερη σημασία για την επιβεβαίωση της καπιταλιστικής σχέσης έχει η στιγμή της πίστωσης σαν στιγμή ζωντανής αναπαραγωγής του καπιταλισμού παρά τελικά η ίδια η αποπληρωμή του δανείου. Τουλάχιστον μέχρι πολύ πρόσφατα, όταν μερικές χιλιάδες λατίνοι «αποφάσισαν» να μην αποπληρώσουν τα στεγαστικά τους στις ΗΠΑ.

Νεοφιλελευθερισμός και τραπεζικό σύστημα

Στην προ-νεοφιλελευθερισμού εποχή το τραπεζικό σύστημα είχε μια αποταμιευτική αξία, δεν μπορούσε να υποσχεθεί κάτι. Άλλωστε τα μεγαλύτερα τραπεζικά ιδρύματα ήταν κρατικά. Στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού τα δεδομένα αυτά αλλάζουν. Οι τράπεζες αναλαμβάνουν να διαμεσολαβήσουν την κατανάλωση, υποκαθιστώντας το κοινωνικό κράτος. Πραγματοποιείται με αυτό τον τρόπο η μετάβαση σε μια ιδιωτική και ταυτόχρονα ατομική μορφή χρηματοδότησης των κοινωνικών αναγκών μέσω των δανείων. Ενώ μέχρι τώρα το κράτος είχε την ευθύνη να φροντίζει το σώμα του εργάτη, στο νεοφιλελευθερισμό την ευθύνη αυτή την έχει ο ίδιος ο εργάτης μέσα από την αναζήτηση αντίστοιχων δανείων στην τραπεζική αγορά. Κάπως έτσι υλοποιείται η διάλυση της ομοιογένειας των ταξικών διεκδικήσεων και η ενσωμάτωση της εργατικής τάξης στην καπιταλιστική σχέση μέσα από μια πιστωτικά συντηρούμενη ανάπτυξη.

Ένα μεγάλο ποσοστό του κεφαλαίου που απαιτήθηκε για να οργανωθεί αυτή η αναμόρφωση του τραπεζικού συστήματος προήλθε από λεφτά που έμεναν αναξιοποίητα (χωρίς να επενδύονται) λόγω της ασύμφορης για τα αφεντικά κατάστασης που επικρατούσε στα εργοστάσια. Έτσι ένα μεγάλο μέρος των κεφαλαίων πήρε τη μορφή χρήματος που θα γεννά χρήμα μέσα από το δανεισμό. Αντί να επενδύει σε μηχανήματα, εργαζόμενους, πρώτες ύλες, το κεφάλαιο επένδυσε σε χρήμα. Δηλαδή σε μη παραγωγικές αλλά άκρως κερδοφόρες business. Αυτό αποτέλεσε την περίφημη φυγή στην χρηματοπιστωτική σφαίρα, την οποία όμως θα αναλύσουμε καλύτερα παρακάτω.

Στον νεοφιλελευθερισμό λοιπόν οι τράπεζες είναι το κεντρικό σημείο, η «κεντρική βάνα» στην κυκλοφορία του χρήματος· και μαζί είναι η «κεντρική καταγραφή» των ιδιοκτησιών πάνω στα μέσα παραγωγής -και όχι μόνον αυτά. Γιατί οι τράπεζες «δανείζοντας», είτε τ’ αφεντικά είτε τους υποτελείς (τους πρώτους για να οργανώσουν τομείς της παραγωγής / εργασίας, τους δεύτερους για να καταναλώσουν) κατευθύνουν την «ανάπτυξη» εδώ και όχι εκεί· ενισχύουν τους χ τομείς για τους οποίους υπάρχουν καλύτερες προοπτικές κερδοφορίας και «παραμελούν» τους ψ που δεν έχουν μέλλον (περιοδικό Sarajevo, Δεκέμβρης 2009).

Φυσικά και δεν υποστηρίζουμε ότι υπάρχει κάποιο διευθυντήριο (τραπεζικό), αλλά φυσικά και υποστηρίζουμε τη διαφορετική βαρύτητα κάθε καπιταλιστικού θεσμού. Γι’ αυτό άλλωστε και η επιλογή της διάσωσης των τραπεζών με το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης αναπτύχθηκε με τέτοια ομοιογένεια και συνέπεια παγκοσμίως. Ποιος δεν θυμάται τα 28 δις που δόθηκαν από το ελληνικό κράτος και τα τρις ευρώ που επιστρατεύθηκαν διεθνώς. Τα κράτη έπρεπε να διασώσουν τις τράπεζες ακριβώς γιατί ο ρόλος τους είναι στρατηγικής σημασίας για την αναπαραγωγή και επέκταση της καπιταλιστικής σχέσης στις μέρες μας.

Διάλυση και ενσωμάτωση της ταξικότητας

Πολλοί εργαζόμενοι αναρωτιούνται συχνά «σε ποια τάξη ανήκω;». Αυτή η σύγχυση είναι σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Εκεί που η κοινωνία λειτουργούσε με τη μορφή μετωπικών αντιπαραθέσεων που κατακτούσαν ένα διαρκώς καλύτερο επίπεδο ζωής και ενίσχυαν το αίσθημα της κοινής μοίρας, της συλλογικότητας, του «όλοι μαζί», το παιχνίδι άλλαξε.

Η απόλυση, ή οι χαμένοι μισθοί λόγω απεργίας, ίσως να σήμαιναν την αδυναμία της τακτικής αποπληρωμής των δόσεων του δανείου. Η απώλεια της εργασίας δεν σήμαινε μόνο ανεργία αλλά και αδυναμία εξόφλησης του χρέους, έξωση, φτώχεια. Η πειθαρχική δύναμη που κρύβεται στο χρέος και στην επισφαλή εργασία δεν μπορεί έπ’ ουδενί να παραβλεφθεί. Η κάλυψη βασικών αναγκών, όπως στέγαση, περίθαλψη, εκπαίδευση, θέρμανση κοκ, όταν υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να τη χάσεις, είναι ένα κίνητρο που υποσκάπτει την όποια αλληλεγγύη με όσους η φτώχεια είναι μια καθημερινή συνθήκη. (Midnight Notes Collective and Friends, 2009)

Η ανεργία και η μαζική μαύρη εργασία έσπασαν την ομοιογένεια και έκαναν αναποτελεσματική τη στρατηγική του «όλοι μαζί μπορούμε». Ο μισθός δεν έφτανε πια για να έχει κανείς πρόσβαση στο ήδη κατεκτημένο επίπεδο ζωής, έπρεπε να καταφύγει στα δάνεια. Η κοινωνία δεν καταδικάστηκε ξαφνικά σε μια μαζική ανέχεια· αντίθετα η ευημερία υπήρχε στις βιτρίνες με τα εμπορεύματα και μάλιστα πολλαπλασιασμένη, μόνο που έπρεπε ο καθένας μόνος του να την διεκδικήσει. Να γίνει επιχειρηματίας του εαυτού του. Η νέα καπιταλιστική υπόσχεση διακήρυττε ότι όλοι είμαστε ίσοι απέναντι στο χρήμα, και όλοι μπορούν να διεκδικήσουν μια θέση στον ήλιο της ανάπτυξης. Ούτε λόγος βέβαια για κοινωνικά κομμάτια που την ίδια στιγμή πετιούνταν στο περιθώριο, υπόκεινταν σε άγρια εκμετάλλευση και ζούσαν τη φτώχεια (μετανάστες, άνεργοι κτλ). Αυτοί ήταν τόσοι ώστε να μην μπορούν να επηρεάσουν το κλίμα αισιοδοξίας. Η λεηλασία των κοινωνικών σχέσεων – συμπεριφορών που διαπράχθηκε αυτή την περίοδο με την υπόσχεση μιας μελλοντικής εκμετάλλευσης ήταν πολύ σημαντική για τους κοινωνικούς συσχετισμούς που διαμορφώθηκαν.

Στην Ελλάδα η κατάσταση αυτή βιώνεται από το ’90-’91 και μετά όπου μετά την κατάρρευση του New Deal στις αρχές του ’80 ακολουθεί κρίση (κλείσιμο – μεταφορά εργοστασίων, νέες εργασιακές σχέσεις κτλ) και αρχίζει η πιστωτικά συντηρούμενη ευημερία. Διακοποδάνεια, νέα αυτοκίνητα, απενοχοποίηση του πλούτου, νέες απολαύσεις, ιδιωτική τηλεόραση, ιδιωτικές τράπεζες. Η εργασία ήταν εκεί δια της απουσίας της σε όλα τα ’90ς με τα αφεντικά να ελπίζουν ότι στα επόμενα χρόνια θα καταφέρουν να περάσουν εκείνες τις αναδιαρθρώσεις που θα έκαναν πραγματική την φανταστική υπόσχεση εκμετάλλευσης που υπογράφονταν στη χιονοστιβάδα ιδιωτικού δανεισμού. Για να επιστρέψουμε στο αρχικό ερώτημα για την ταξική μας καταγωγή, θα λέγαμε ότι σε καμία περίπτωση δεν έπαψε να υπάρχει ταξικότητα. Απλά ένα νεφέλωμα ευημερίας διείσδυσε στις σχέσεις του κόσμου της εργασίας μπλοκάροντας την αλληλεγγύη, πριμοδοτώντας ταυτόχρονα το πάρτυ των ατομισμών. Σε κάποια τμήματα του πληθυσμού το βιοτικό επίπεδο ανέβηκε απότομα, ενώ άλλα παρέμειναν στάσιμα με αποτέλεσμα να ενταθούν οι διαιρέσεις και οι έριδες εντός των εργαζομένων. Χαρακτηριστικό ως προς αυτό είναι το μίσος πολλών ιδιωτικών υπαλλήλων απέναντι σε συγκεκριμένους δημοσίους υπαλλήλους.

Παρ’ όλα αυτά η σημερινή κρίση ως διάψευση σε ένα βαθμό αυτής της υπόσχεσης εκμετάλλευσης που ενυπήρχε στα συμβόλαια δανείων που υπέγραφαν οι προλετάριοι, απομακρύνει το νεοφιλελεύθερο νεφέλωμα -τουλάχιστον στην αναπτυξιακή του διάσταση- ανοίγοντας δρόμους για ανασύνθεση των σχέσεων αλληλεγγύης πάνω στον καμβά των  κοινών αναγκών…

Οι αγώνες στο νεοφιλελευθερισμό

Μέσα σε αυτά τα δύσκολα για κοινά οράματα χρόνια υπήρξαν αρκετοί που αντιστάθηκαν. Ιδιαίτερα στην Ελλάδα οι αμυντικοί αγώνες υπεράσπισης των κατακτήσεων που είχαν κερδηθεί όλα αυτά τα χρόνια ήταν συστηματικοί και συνεπείς με τα ραντεβού τους με την εξουσία. Η μεταρρύθμιση στα ασφαλιστικά συστήματα που σάρωσε όλες τις κοινωνίες παγκοσμίως αποτελούσε την προπαίδεια την νεοφιλελεύθερης αριθμητικής. Έπρεπε οι κοινωνίες να δουλεύουν όλο και περισσότερο και να παίρνουν σύνταξη για όλο και λιγότερα χρόνια με όλο και λιγότερα λεφτά. Παράλληλα ένα ακόμη πεδίο των κοινωνικών αναγκών -η ανασφάλεια των γηρατειών- έπρεπε να παραδοθεί στην κερδοφορία των αφεντικών, όπως συνέβαινε παγκοσμίως.

Στο ελληνικό παράδειγμα οι αγώνες υπεράσπισης των κεκτημένων και ιδιαίτερα του ασφαλιστικού, κράτησαν ισχυρές γραμμές άμυνας μέχρι και πολύ πρόσφατα. Παρ’ όλο που στην πλειοψηφία τους αυτοί οι αγώνες εγκλωβισμένοι σε μια κοντόφθαλμη συντεχνιακή λογική δεν σκιαγραφούσαν κάποιο δρόμο για μια πιο συνολική κριτική στις σχέσεις εκμετάλλευσης, μπλόκαραν πραγματικά σχέδια των αφεντικών αποτελώντας ίσως έναν από τους παράγοντες της σημερινής κρίσης. Μιας κρίσης αναπαραγωγής του συνολικού κεφαλαίου. Φαίνεται ότι ο παράγοντας των αμυντικών αγώνων στη δύση τείνει να αποτελέσει μια ενδημική παράμετρο της κρίσης. Η αύξηση του βιοτικού επίπέδου, ή καλύτερα του ιστορικού επιπέδου αναγκών, που κατακτήθηκε από τους αγώνες και συντηρήθηκε από την πίστωση συνδέθηκε πολλές φορές άρρηκτα με την κοινωνική ειρήνη και την υπόσχεση ευτυχίας του καπιταλισμού στη δύση σε αντιστάθισμα του σοβιετικού κομμουνισμού.

Ακριβώς αυτός ο τρόπος ζωής, λόγω του ριζώματός του στον πληθυσμό, αποτέλεσε όλα αυτά τα χρόνια το βασικό εργαλείο ενσωμάτωσης στην εξουσία του κράτους. Γι’ αυτό και οι αμυντικοί αυτοί αγώνες ήταν τόσο συστηματικοί. Αρθρώνονταν γύρω από κοινωνικές ανάγκες, συνυφασμένοι πολλές φορές με μια κρατική υπόσχεση αλλά ταυτόχρονα ενάτια σε αυτή, καθώς η βασική κρατική πολιτική μετατοπιζόταν από τη σοσιαλδημοκρατία στο νεοφιλελευθερισμό. Σήμερα είναι μάλλον η στιγμή που οι αμυντικοί αυτοί αγώνες -με βασικό φορέα τα συνδικάτα ως κοινωνικούς εταίρους κράτους και αφεντικών- θα πρέπει να διαλέξουν με ποιον θα πάνε και ποιον θα αφήσουν… Προς το παρόν επιβεβαιώνουν τον εμπεδωμένο ρόλο του κοινωνικού αμορτισέρ που τόσα χρόνια με συνέπεια υπηρέτησαν, μόνο που τους διαφεύγει μια σημαντική λεπτομέρεια. Η μόνιμη κρίση του καπιταλισμού έχει βγει στον αφρό αλλάζοντας, όπως δείχνουν τα πρώτα σημάδια της μετά-την-κρίση-περιόδου, το σχέδιο πολιτικής διοίκησης και συνεπώς την βαρύτητα των ξεπουλημένων «κοινωνικών εταίρων» σε αυτό.

Το νεοφιλελεύθερο κράτος

Λανθασμένα κάποιες φορές αναπτύχθηκε η ιδέα ότι στο νεοφιλελευθερισμό το κράτος πάει να εξαφανιστεί, ή άλλοι αστικοί μύθοι του τύπου «μας κυβερνούν 10 πολυεθνικές ή 100 οικογένιες». Όλη αυτή η συνωμοσιολογία πάτησε πάνω στην πραγματικότητα της συρρίκνωσης του κράτους πρόνοιας ή του κράτους-σχέδιο όπως έχουμε αναλύσει παραπάνω. Αντίθετα, το κράτος ήταν αυτό που είχε την δυνατότητα να προστάξει νομοθετικά, ιδεολογικά, φορολογικά την μετάβαση σε μια άλλη εποχή. Τα αφεντικά από μόνα τους δεν μπορούσαν να το επιτύχουν, άλλωστε δεν είναι τυχαίο πως όταν αναφερόμαστε στην ήττα των ανθρακωρύχων ή των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας, τις συνδέουμε πάντα με την Θάτσερ και τον Ρήγκαν, αρχηγούς των δύο κρατών. Ένα άλλο παράδειγμα είναι η επιμελής νομική, θεσμική και πολιτική αρωγή του κράτους στην  αναμόρφωση του ρόλου του τραπεζικού συστήματος στη νεοφιλελεύθερη εποχή μέσα από την ανάπτυξη ενός πλήθους κρατικών μηχανισμών που προστατεύουν το πιστωτικό σύστημα και μετρούν την αποτελεσματικότητά του, με τις κεντρικές τράπεζες να ρυθμίζουν την λειτουργία της κατά τα άλλα ελεύθερης αγοράς.

Ας μην ξεχνάμε ακόμα ότι ήταν τα ίδια τα κράτη που θέσπιζαν φορολογικά καθεστώτα με τεράστιους έμμεσους φόρους (φπα), υψηλή φορολόγηση των μισθών και χαμηλή φορολόγηση των κερδών με χαρακτηριστικό παράδειγμα τα 150 είδη φοροαπαλλαγών που απολαμβάνουν οι έλληνες εφοπλιστές. Ένα άλλο σημείο στην στρατηγική του σύγχρονου νεοφιλελεύθερου κράτους αναφέρεται σε αυτό που βιώνουμε σήμερα, ιδιαίτερα στην Ευρώπη. Ενώ το νεοφιλελεύθερο σχέδιο δέχτηκε ένα ανεπανόρθωτο πλήγμα και αποδείχτηκε το αυτονόητο της μακροπρόθεσμης πορείας των κοινωνιών προς την καταστροφή, ζούμε μια περαιτέρω υπερ-ένταση της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής αντί μιας εύλογης αλλαγής πολιτικής.

Σε αυτό το ευρωπαϊκό παράδοξο είναι δύο τα σενάρια που μπορούν να υπάρξουν ταυτόχρονα συντηγμένα στο εξής ένα. Η εμπειρία αγώνων και το συνακόλουθο ιστορικό επίπεδο αναγκών στην Ευρώπη είναι τέτοια και λειτουργούν ανασχετικά στο βαθμό που μπλοκάρουν την προοπτική του ευρωπαϊκού καπιταλισμού να μπορέσει να επιστρέψει σε μια ικανοποιητική κερδοφορία στους τόπους της εργασίας. Ένα μπλοκάρισμα που σίγουρα σε ένα δεύτερο χρόνο θέτει σοβαρά ζητήματα ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού με άλλα μπλοκ εξουσίας όπως η Κίνα, οι ΗΠΑ κτλ. Συνεπώς, όπως φαίνεται από το αναδιαρθρωτικό ντόμινο (Πορτογαλία, Ελλάδα, Ισπανία, Δανία, Μεγάλη Βρετανία προς το παρόν), είναι τετελεσμένη απόφαση να επιτεθούν με κάθε τρόπο στην ιστορική ευρωπαϊκή κοινωνική συγκρότηση. Είναι μάλλον παράτολμο αλλά προβλέπουμε οτι μπαίνουμε σε μια φάση ιστορικών μετασχηματισμών που ελπίζουμε πως είναι ικανοί να μας επιτρέψουν να μιλάμε για επαναστατικούς μετασχηματισμούς.

Written by factoryfanet

Ιουλίου 15, 2010 at 10:13 μμ

Αναρτήθηκε στις 01 τεύχος, κρίση

Φυγή στη χρηματοπιστωτική σφαίρα

leave a comment »

Από το δείκτη NASDAQ στα ορυχεία της Κίνας. Από τα εργοστάσια του Σικάγο στις συνόδους του G20. Από την αγορά ενός σπιτιού με δάνειο στο L.A. στην εκτόξευση των spreads και την υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας. Από την διάσωση της τράπεζας CajaSur στην ιβηρική χερσόνησο, στις περικοπές μισθών και επιδομάτων…

…Από τη «στήριξη» του Δ.Ν.Τ. σε διάφορες ανά τον κόσμο χώρες, στην δολοφονική επίθεση εναντίον της Κ. Κούνεβα. Διαδρομές του κεφαλαίου. Ατελείωτες. Κάποιες φορές καλά σχεδιασμένες, άλλοτε dérives, περιπλανήσεις σε νέα άγνωστα πεδία. Πότε έτσι πότε γιουβέτσι˙ όλες όμως φαίνεται να έχουν το ίδιο επίδικο ζήτημα. Αναδιάρθρωση της παραγωγικής διαδικασίας, ένταση της εκμετάλλευσης, κέρδη για τα αφεντικά. Κι αν σε κάποιες περιόδους ορισμένοι αντιδρούν και όλα τα παραπάνω φαίνονται κομματάκι δύσκολα; Ε, μπορούν  να μετατεθούν για το κοντινό μέλλον…

ΤΟ ΚΑΛΟ ΤΟ ΠΑΛΙΚΑΡΙ ΞΕΡΕΙ ΚΙ ΑΛΛΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ…

Η σημερινή παγκόσμια κρίση ερμηνεύεται συνήθως ως αποτέλεσμα της υπερβολικής διόγκωσης του χρηματοπιστωτικού τομέα, των «κερδοσκοπικών παιχνιδιών» και της απουσίας ρυθμιστικών αρχών και ελέγχου σ’ αυτή τη νέα και όλο διευρυνόμενη αγορά. Άλλες φορές αποδίδεται στο λάθος δρόμο που πήρε το κεφάλαιο εγκαταλείποντας την «πραγματική παραγωγή», στρεφόμενο προς μια πλασματική οικονομία όπου το χρήμα γεννάει χρήμα. Μπορεί όμως μια κρίση του καπιταλιστικού συστήματος να ερμηνευτεί έξω από την ίδια τη σχέση του κεφαλαίου, μακριά από τον ταξικό ανταγωνισμό; Θα τολμήσουμε να φωνάξουμε ένα μεγάλο όχι. Τί ήταν λοιπόν αυτό που ώθησε το κεφάλαιο να ακολουθήσει αυτή την πορεία;

Την κρίση του 1974, μία από τις μεγαλύτερες κρίσεις του σύγχρονου καπιταλισμού, ακολουθεί μια περίοδος σοβαρής αδυναμίας από τη μεριά των αφεντικών να αναδιαρθρώσουν την παραγωγική διαδικασία σε νέα βάση. Η πολυπόθητη κερδοφορία παρέμενε στάσιμη, καθώς αγώνες και διεκδικήσεις των εργαζομένων κρατούσαν την παραγωγικότητα της εργασίας σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα. Βέβαια, κέρδη για τα αφεντικά φυσικά και υπήρχαν, αλλά σε καμία περίπτωση δεν έφταναν στα επίπεδα της δεκαετίας ’50-’60. Πολλά κεφάλαια (ιδίως τα λεγόμενα βιομηχανικά) παρέμεναν ανενεργά, αδυνατώντας να διευρύνουν τους ορίζοντες κερδοφορίας τους, καθώς προσέκρουαν σε μία μαχητική εργατική τάξη. Η κατάσταση δεν ήταν καλύτερη ούτε για τις τράπεζες, καθώς ο δανεισμός στην παραγωγή (στις επιχειρήσεις δηλαδή) δεν απέφερε τα προσδόκιμα κέρδη. Ήταν φανερό πως πολλά πράγματα έπρεπε να αλλάξουν.

Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό για την κερδοφορία περιβάλλον, η επίθεση στο κράτος πρόνοιας το οποίο εμπεριείχε κατακτήσεις εργατικών και κοινωνικών κινημάτων των προηγούμενων δεκαετιών ήταν μονόδρομος. Οι μισθοί των εργαζομένων που κατά τα προηγούμενα χρόνια είχαν αυξηθεί σημαντικά μέσω των αγώνων δέχονται τώρα σοβαρό πλήγμα. Για τις επόμενες δεκαετίες (μέχρι και σήμερα ουσιαστικά) θα παραμείνουν σχεδόν στάσιμοι. Αυτή η επίθεση του κεφαλαίου στους μισθούς και γενικότερα στα δικαιώματα των εργαζομένων, εκτός του ότι στοχεύει στην αναδιάρθρωση της παραγωγικής διαδικασίας, δημιουργεί πλέον και ένα νέο λαμπρό πεδίο κερδοφορίας για τις τράπεζες.

Τα δεδομένα στη ζωή των εργαζομένων αλλάζουν. Καθώς τώρα η διατήρηση ενός α’ βιοτικού επιπέδου μέσω του μισθού φαντάζει αδύνατη, όλο και περισσότερος κόσμος σπεύδει να καλύψει αυτές του τις ανάγκες δανειζόμενος, υποθηκεύοντας με αυτό τον τρόπο τη μελλοντική του εργασία. Οι εργαζόμενοι θα αποτελέσουν πλέον απευθείας το κύριο πεδίο κερδοφορίας των τραπεζών. Ταυτόχρονα όμως με την επίθεση αυτή αρχίζει και η μεγάλη ανάπτυξη της χρηματοπιστωτικής σφαίρας, με επίκεντρο τις Η.Π.Α. Μέσα σε λίγα χρόνια τεράστια κεφάλαια επενδύονται σε μετοχές. Το στοίχημα της εκμεταλλευσιμότητας της εργασίας που όπως φαινόταν δεν μπορούσε να κερδηθεί στο παρόν, ήταν πλέον δυνατόν να μεταφερθεί μέσω του χρηματοπιστωτικού συστήματος για το μέλλον. Ουσιαστικά τα αφεντικά έδιναν έξτρα χρόνο και κεφάλαια στους εαυτούς τους έτσι ώστε να καταφέρουν να αναδιοργανώσουν την παραγωγή και να χτίσουν τις βάσεις για μία συστηματικά ανοδική κερδοφορία.

ΟΠΟΥ ΑΚΟΥΣ ΠΟΛΛΑ ΚΕΡΑΣΙΑ ΚΡΑΤΑ ΚΑΙ ΜΙΚΡΟ ΚΑΛΑΘΙ…

Η ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας της πληροφορικής και η πραγματική ένταξή της στην παραγωγική διαδικασία τη δεκαετία του ’80 δημιούργησε την πεποίθηση πως τα εν δυνάμει κέρδη από τον συγκεκριμένο κλάδο θα μπορούσαν να είναι τεράστια. Η αξία των μετοχών της Microsoft και ορισμένων νέων εταιρειών πληροφορικής αυξανόταν με εκπληκτικούς ρυθμούς και όλοι πλέον ήταν διατεθειμένοι να πιστέψουν πως το ίδιο θαύμα θα μπορούσαν να πετύχουν πολλές ακόμα νέες επιχειρήσεις. Αυτή η ευφορία και η μεγάλη εισροή κεφαλαίων στον κλάδο της υψηλής τεχνολογίας έδωσε μεγάλη ώθηση στις τιμές των συγκεκριμένων μετοχών. Έτσι άρχισαν να αυτοτροφοδοτούνται[1]. Όσοι είχαν επενδύσει σε μετοχές παρουσίαζαν υψηλή κερδοφορία, ενώ όσοι παρέμεναν επιφυλακτικοί έμεναν στάσιμοι. Συνεπώς στο χρηματιστήριο διοχετεύονταν ολοένα και περισσότερα κεφάλαια, οι τιμές ανέβαιναν όλο και πιο ψηλά κι έτσι η φούσκα που μεγάλωνε δεν άργησε να σκάσει.

Από το καλοκαίρι του 2000 και μετά οι μετοχές αυτές έχασαν κατά μέσο όρο το 40% της αξίας τους. Αυτό συνέβη όταν έγινε αντιληπτό πως οι τιμές των μετοχών των περισσότερων εταιρειών δεν αντιστοιχούσαν σε καμία περίπτωση στην κερδοφορία τους στην παραγωγή, κάτι το οποίο δείχνει ξεκάθαρα το πόσο συνυφασμένη είναι η ανάπτυξη του χρηματοπιστωτικού τομέα με την τελευταία. Όσο η ανυποταξία της εργασίας, με όποιον τρόπο και αν αυτή εκφράζεται (είτε συλλογικό και οργανωμένο, είτε αποσπασματικά και σε μοριακό επίπεδο), μπλοκάρει την ένταση της εκμετάλλευσης και κατά συνέπεια της κερδοφορίας, το σχήμα «το χρήμα παράγει χρήμα» φαίνεται αργά ή γρήγορα να φτάνει στο όριο του. Το σκάσιμο της φούσκας ταρακούνησε δυνατά την οικονομία των Η.Π.Α. (και όχι μόνο). Ένα μεγάλο στοίχημα για το κεφάλαιο φαινόταν να χάνεται, καθώς ο εφιάλτης της οικονομικής ύφεσης επανεμφανιζόταν δυναμικά.

ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ ΣΠΙΤΑΚΙ ΜΟΥ…

Αντιμέτωπος με το φόβο της ύφεσης, ο διοικητής της Ο.Κ.Τ. Άλαν Γκρίνσπαν άρχισε να ρίχνει τα επιτόκια τα οποία έφτασαν στο 1%, ώστε μέσω του δανεισμού να δοθεί ώθηση στην οικονομία. Σε μια τέτοια περίοδο η επένδυση στον κατασκευαστικό τομέα φάνταζε η πιο σίγουρη επιλογή, καθώς η απόκτηση ιδιόκτητης κατοικίας αποτελούσε ανέκαθεν διακαή πόθο κάθε οικογένειας στην Αμερική. Το πάγωμα των μισθών για πολλά χρόνια, τα χαμηλά επιτόκια, η έκπτωση από το φορολογητέο εισόδημα των τόκων των δανείων και τα προγράμματα αγοράς κατοικίας από μειονοτικές κοινότητες (λατίνους, αφροαμερικάνους) που προώθησε τόσο η κυβέρνηση Μπους όσο και η προηγούμενη του Κλίντον με στόχο την ενσωμάτωση αυτών των πληθυσμών, ώθησαν τεράστια τμήματα της αμερικανικής κοινωνίας στην αγορά σπιτιών με στεγαστικά δάνεια, βάζοντας σε λειτουργία την ατμομηχανή του καπιταλιστικού συστήματος των Η.Π.Α., τον κατασκευαστικό τομέα.

Οι τράπεζες άρχισαν να δανείζουν στον καθένα εγκαταλείποντας τους παραδοσιακούς κανόνες δανεισμού[2], χωρίς να τους πολυενδιαφέρει το αν ο δανειζόμενος θα μπορούσε με ασφάλεια να αποπληρώσει τα χρέη του. Αυτή η στροφή στην πολιτική των τραπεζών δεν ήταν φυσικά μια βουτιά στο κενό όπως μπορεί να φαίνεται με μια πρώτη ματιά. Οι τράπεζες μέσω της τιτλοποίησης των στεγαστικών δανείων είχαν διώξει από πάνω τους τον πιστωτικό κίνδυνο[3] και έτσι ήταν σε θέση να βγάζουν μέσα από τη σύναψη κάθε δανείου άμεσο κέρδος χωρίς ρίσκο. Εξάλλου όσοι αγόραζαν αυτά τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα δεν θα είχαν πρόβλημα από τις όποιες μεμονωμένες αθετήσεις πληρωμών όσο οι τιμές των ακινήτων θα συνέχιζαν να διαγράφουν ανοδική πορεία όπως τα τελευταία χρόνια[4]. Και τελευταίο (και πιο σημαντικό), με τη νέα αυτή στρατηγική η αμερικανική εργατική τάξη σχεδόν στο σύνολό της έσπευδε να υποθηκεύσει την μελλοντική της εργασία και πειθάρχηση μέσα από τα δάνεια. Το γήπεδο αλλάζει, το στοίχημα όμως παραμένει το ίδιο: πειθαρχημένη εργατική τάξη, κέρδη για το κεφάλαιο.

Οι τράπεζες λοιπόν συνεχίζουν να δανείζουν χωρίς σχεδόν κανένα κριτήριο. Και όσο οι τιμές των ακινήτων αυξάνονταν όλα έμοιαζαν να κυλούν ομαλά. Ωστόσο, οι αθετήσεις πληρωμών και οι κατασχέσεις σπιτιών άρχισαν σιγά σιγά να αυξάνονται. Αμέτρητα «επισφαλή δάνεια», πολλές κατασχέσεις, πολλά άδεια και απούλητα σπίτια. Σαν συνέπεια αυτού εμφανίζεται πτώση στις τιμές των ακινήτων, η οποία συνεχίζεται με ραγδαίο ρυθμό. Όσο όμως οι τιμές πέφτουν τόσο αυξάνονται και οι αθετήσεις πληρωμών καθώς κανέναν δε συμφέρει να αποπληρώνει ένα τεράστιο δάνειο για ένα σπίτι που έχει χάσει μεγάλο μέρος της αξίας του. Το αντάλλαγμα πλέον για την υποθήκευση του μέλλοντος κάθε εργαζομένου φαίνεται πολύ φτηνό. Η αντίδραση είναι ενστικτώδης αλλά πολύ καίρια για το οικοδόμημα των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων, το οποίο καταρρέει υπό το βάρος των μη αποπληρωμών. Μαζί του συμπαρασύρονται και όσοι επένδυσαν σε τέτοια ομόλογα και παράγωγα (εταιρείες, οργανισμοί ασφάλισης, τράπεζες) καταγράφοντας τεράστιες απώλειες, με αρκετούς μάλιστα να φτάνουν στο όριο της χρεοκοπίας.

Ο ΚΑΛΟΣ Ο ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ ΣΤΗ ΦΟΥΡΤΟΥΝΑ ΦΑΙΝΕΤΑΙ…

Έτσι φθάνουμε στο καλοκαίρι του 2007, όπου τοποθετείται η «επίσημη» έναρξη της παγκόσμιας κρίσης. Πολλές τράπεζες φτάνουν στο χείλος του γκρεμού σε διάφορες «ώριμες» καπιταλιστικά χώρες. Ανάμεσά τους η επενδυτική τράπεζα Northern Rock του Ηνωμένου Βασιλείου (Σεπτέμβριος 2007), πολλές γερμανικές και ελβετικές τράπεζες, η Bear Stearns, πέμπτη μεγαλύτερη επενδυτική τράπεζα στις ΗΠΑ, οι δύο «ημι-κρατικές» επιχειρήσεις χορήγησης στεγαστικών δανείων Fannie May και Freddy Mac, η Lehman Brothers η οποία αφέθηκε τελικά να καταρρεύσει στις 15/09/2008, με τον κατάλογο να μακραίνει διαρκώς μέχρι σήμερα με την ισπανική τράπεζα  CajaSur. Τα κράτη ανά τον κόσμο, σε αντίθεση με τα νεοφιλελεύθερα ιδεολογήματα που τα ήθελαν να μην επεμβαίνουν στις αγορές, δεν κάθονται να παρατηρούν ως θεατές το φλερτ τραπεζών και μεγάλων επιχειρήσεων με τη χρεοκοπία. Αναλαμβάνουν αμέσως δράση προσπαθώντας να αναχαιτίσουν αυτή την συστημική κρίση που εξαπλωνόταν πλέον με ραγδαίους ρυθμούς. Οικονομικά πακέτα στήριξης δίνονται απλόχερα από όλες τις κυβερνήσεις προς τις τράπεζες.

Τα κράτη βγαίνουν μπροστά για λογαριασμό του κεφαλαίου κοινωνικοποιώντας τις ζημιές και τα χρέη. Μειώσεις μισθών, περικοπές επιδομάτων, αύξηση της φορολογίας για τους μισθωτούς – οικονομική ενίσχυση προς το κεφάλαιο. Σε μια τέτοια συγκυρία όπου η κοινωνική κατάσταση είναι τόσο ρευστή, οι ευκαιρίες που παρουσιάζονται για τα αφεντικά προς την κατεύθυνση της αναδιάρθρωσης πρέπει να αρπαχτούν από τα μαλλιά. Και για να γίνει αυτό πρέπει να δημιουργηθούν με κάθε κόστος αυτοί οι κοινωνικοί συσχετισμοί που θα επιτρέψουν την επιτάχυνση αυτών των διαρθρωτικών αλλαγών στην καπιταλιστική σχέση. Νέο τους όπλο θα αποτελέσει τώρα η κρίση των δημόσιων οικονομικών. Όπλο στην προσπάθειά τους να κερδίσουν το διαρκές στοίχημα της αναδιάρθρωσης. Μόνο που όταν τα αφεντικά κερδίζουν κάποιος πρέπει να χάσει. Ποιος άραγε;

Written by factoryfanet

Ιουλίου 14, 2010 at 10:28 μμ

Αναρτήθηκε στις 01 τεύχος, κρίση

Το αδέσποτο spread

leave a comment »

Για την κοινωνική εμπειρία των επιτοκίων δανεισμού

Ήταν Mάρτιος του 2009 όταν το ελληνικό κράτος έβγαζε δεκαετές ομόλογο 5 δις € και τελικά το πουλούσε με υψηλό επιτόκιο 6%. Αυτό το έμαθα πολύ αργότερα, σχεδόν ένα χρόνο μετά. Μάλλον θα είχε «περάσει» στα  ψιλά των εφημερίδων. Θα περνούσαν αρκετοί μήνες μέχρι το spread να αποτελέσει την νέα εθνική ψύχωση. Ξαφνικά εκεί που έχεις εκπαιδευτεί να ασχολείσαι με σκάνδαλα και ανούσιες πολιτικές αψιμαχίες εισβάλει στη ζωή το spread. Από την αρχή κατακτά μια πολύ σημαντική θέση στην μηντιακή δημοκρατία, καθώς σε στυλ πολεμικού ανακοινωθέντος μας προειδοποιεί ότι κάτι που δεν πολυκαταλαβαίνουμε τι είναι μας απειλεί άμεσα. Αφανείς κρατικοί μηχανισμοί, όπως ο οργανισμός διαχείρισης δημόσιου χρέους, μπαίνουν στο προσκήνιο και μας αναλύουν το ξαφνικό πρόβλημα του κρατικού χρέους. Στρατιές ειδικών αναλυτών κάθε μέρα με εκπαιδεύουν σε έννοιες όπως CDS, σορτάρισμα και τα ρέστα. Από την άλλη η αγωνία για τις ανακοινώσεις των οίκων πιστοληπτικής αξιολόγησης με έχει κάνει φανατικό αναγνώστη των κίτρινων σελίδων. Η S&P, η Moody’s, η Fitch φαίνεται να καθορίζουν το μέλλον το δικό μου, των παιδιών μου, των φίλων μου. Οι αγορές δεν ησυχάζουν αν δεν δουν αίμα, επαναλαμβάνουν οι καναλάρχες. Το αρχικό συναίσθημα αιφνιδιασμού έχει γίνει φόβος. Φόβος για μια ξαφνική άνοδο του spread που μπορεί να σημαίνει χρεοκοπία της χώρας και υποθέτω όλων μας. Με την ανακοίνωση των νέων μέτρων που θα με αναγκάσουν να κόψω τις καλοκαιρινές διακοπές για εμένα και τη γυναίκα μου ελπίζω να ησυχάσει το θηρίο και να μην έχουμε και άλλα προβλήματα. Προφανώς για κάτι πρέπει να πειστώ το οποίο μου διαφεύγει. Μια συντονισμένη εκστρατεία διεξάγεται. Από τη μία εγώ και οι ανάγκες μου και από την άλλη περίπλοκες οικονομικές έννοιες που απειλούν να μετατρέψουν το μέχρι χθες με δόσεις ξεζούμισμα σε ακαριαία βύθιση εν είδει Τιτανικού. Και ως γνωστόν ο πνιγμένος από τα μαλλιά του πιάνεται ή από κάποιο σχέδιο διάσωσης, από κάποιο ΔΝΤ. Ο επικοινωνιακός βομβαρδισμός από τα παράθυρα, οι δεκάδες νεόκοποι οικονομολόγοι που μιλούν για το πιστοληπτικό θάνατο στον οποίο μας καταδικάζουν τα spread. Οι επιλογές φαίνονται λίγες. Τελικά μάλλον έπρεπε να εκπαιδευτούμε από τις εκλογές έως σήμερα ότι θα χρειαστεί για το καλό όλων να τα χάσουμε όλα. Μια αμηχανία με διακατέχει που πηγάζει από την αδυναμία να ορίσω ακριβώς τι είναι αυτό που με απειλεί. Ο απόμακρος φόβος των αγορών, η τελετουργία των δελτίων ειδήσεων με αποκλειστικές πληροφορίες για τους «κερδοσκόπους», η καταστροφολογία: όλα ήταν μέρος μιας τακτικής εκγύμνασης της κοινής γνώμης. Μια κοινωνική συνήθεια, ένας κοινός κώδικας που φτιάχτηκε -η πτώση και η άνοδος του spread- που ρουφώντας την προσοχή μας έπειθε καθημερινά όλο και πιο πολύ για το αναπόφευκτο τέλος του τρόπου ζωής μας. Ο πληθυσμός έπρεπε να προετοιμαστεί, απάντησε ο Παπακωνσταντίνου στην ερώτηση γιατί δεν λήφθηκαν τα μέτρα νωρίτερα. Μια οργανωμένη τελετή μύησης σε έννοιες εξ’ αρχής προορισμένες να μυστικοποιήσουν, να συσκοτίσουν, να γεννήσουν περισσότερους φόβους. Μια τελετή που σημασία είχε η συμμετοχή σε αυτήν, και όχι το μεταφυσικό (δυσνόητο) περιεχόμενο της. Όπως άλλωστε σε όλες τις υπόλοιπες θρησκείες, το ίδιο και σε αυτή του χρήματος, σημασία έχει τελικά να πιστέψεις ότι έτσι έχουν τα πράγματα. Τελικά το αποτέλεσμα μετράει, η ακινητοποίηση. Να υποταχθούμε πλήρως μπρος στην αόρατη δύναμη που πρέπει να εξευμενίσουμε με θυσίες…Ιφιγένειες της νέας εκστρατείας των αφεντικών. Κάπως έτσι ήρθε το ΔΝΤ και έφυγε το spread από την ημερήσια διάταξη. Με νέα μέτρα.

Τις επόμενες μέρες μέσα από τις εφημερίδες και τα πολυσέλιδα αφιερώματα στο ΔΝΤ ανακαλύπτω την Αργεντινή, την Ουγγαρία, τη Λετονία -βίοι παράλληλοι. Το παγκόσμιο εργοστάσιο χρεοκοπίας δεν έχει σταματήσει να δουλεύει. Οι κερδοσκόποι των αγορών πέρασαν και από εκεί, αναφέρουν οι δημοσιογραφικές σειρήνες, και δεν ησύχασαν μέχρι να εδραιώσουν ένα σύγχρονο καθεστώς εντατικής απομύζησης κατεδαφίζοντας αγώνες χρόνων. Λογικά, σκέφτομαι, ούτε με εμένα θα ησυχάσουν μέχρι να πιάσουμε πάτο. Αυτές οι αγορές στοιχειώνουν τα όνειρά μου.

Που πήγε το ελληνικό θαύμα της ανάπτυξης; Η ήττα της πολιτικής από τις αγορές, ψελλίζει ένας συντετριμμένος πασόκος συνδιακαλιστής σε μια διαδήλωση. Μήπως και η ελεύθερη αγορά πολιτική δεν είναι; Και μάλιστα επισήμως διακηρυγμένη από την σοσιαλιστική καπιταλιστική διαχείριση. Τις υπογραφές στα σύμφωνα σταθερότητας ποιος τις έβαλε, εγώ ή το κράτος; Ή μήπως στο εσωτερικό ακολουθούν κάποιο άλλο μοντέλο και μου διαφεύγει; Το 5% των Ελλήνων κατέχει το 60% του πλούτου. Από ποια μη κερδοσκοπική δραστηριότητα προήλθε αυτό το χάσμα; Μήπως από μια κρατικά οργανωμένη μακροχρόνια μεταφορά εισοδημάτων; Και ύστερα κραυγάζουν για τους ασύδοτους κερδοσκόπους. Αυτές οι σκέψεις με κάνουν να αναθαρρήσω για λίγο, τουλάχιστον φαίνεται να αρχίζω να βγάζω μια άκρη. Δεν είναι στα spread ούτε στο ΔΝΤ  η απάντηση. Είναι στον καθημερινό εκβιασμό της αμφίβολης επιβίωσης που πρέπει να εστιάσουμε. Πολλοί ήταν αυτοί που δεν πάγωσαν μπροστά στην οργανωμένη τρομοκρατία των αόρατων εχθρών. Που κατέβηκαν στο δρόμο με ταξική οργή. Ήμασταν μαζί τους, εκεί που μπορεί να οργανωθεί η μόνη αξιόπιστη λύση στην κρίση. Στους αγώνες των από τα κάτω.

Written by factoryfanet

Ιουλίου 13, 2010 at 12:05 μμ

Αναρτήθηκε στις 01 τεύχος, κρίση