Factory

επιθεώρηση για τους μητροπολιτικούς ανταγωνισμούς

Καπιταλισμός, Μετανάστευση και Κρίση: ανιχνεύοντας τις συνδέσεις στην παγκόσμια οικονομία

leave a comment »

Ιανουάριος 2011. Και ενώ η κρίση βαθαίνει και το καζάνι βράζει, τα αφεντικά συνεχίζουν να εξαπολύουν επιθέσεις ενάντια στους εκμεταλλευόμενους. Τα λογύδρια περί εθνικής ενότητας και οι «παραινέσεις» για θυσίες και πειθάρχηση έρχονται να συμπληρώσουν τις μειώσεις των μισθών, τις μαζικές απολύσεις, τη γενικευμένη υποτίμηση της εργασίας και της ζωής μας, την καταστολή των αγώνων. Στον αντίποδα, η αμφισβήτηση ξεδιπλώνεται. Από τις γενικές απεργίες και τις κοινωνικές συγκρούσεις μέχρι τον αραβικό κόσμο που εξεγείρεται, κάτι φαίνεται να κινείται. Στο πλέγμα της σύγκρουσης και του ανταγωνισμού, που παίρνει σάρκα και οστά στην ελληνική πραγματικότητα τους τελευταίους μήνες, έρχεται να προστεθεί η απεργία πείνας των τριακοσίων μεταναστών εργατών που ξεκινούν τον αγώνα τους σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη στις 25 Γενάρη. Ένας αγώνας μετά τον οποίο από πολλές απόψεις τίποτα δε θα είναι το ίδιο και ο οποίος δε θα μπορούσε παρά να μας βρει αλληλέγγυους/ες.

Σίγουρα έχουν ειπωθεί αρκετά και μένει να αναλυθούν ακόμη περισσότερα σχετικά με τη σημασία της απεργίας πείνας, τα νέα δεδομένα που κομίζει, τις εμπειρίες και τις σχέσεις αγώνα που γέννησε και τις κριτικές που προέκυψαν. Παρότι δεν είναι σκοπός μας εδώ μια αποτίμηση ή μια ανάλυση όλων αυτών, θα θέλαμε να σταθούμε σε ένα πρώτο, βασικό και, απ’ ό,τι φαίνεται, όχι τόσο προφανές ζήτημα. Ο αγώνας αυτός των μεταναστών, οι μορφές οργάνωσής του και ο τρόπος που επέλεξαν οι ίδιοι να μιλήσουν για τους εαυτούς τους έφεραν ξανά στο προσκήνιο, πιο μαζικά και δυναμικά από ποτέ, ένα γεγονός που, αν και αυτονόητο, έχουμε συνηθίσει να το ξεχνάμε: παρά τη ρητορική (είτε ανθρωπιστικής είτε λενινιστικής κοπής) που αντιλαμβάνεται τους μετανάστες ως «κακόμοιρους», «θύματα του ιμπεριαλισμού», «έρμαια της εξαθλίωσης» που χρειάζονται τη συμπόνια ή την καθοδήγηση των ντόπιων αντιρατσιστών, οι μετανάστες και οι μετανάστριες αποδεικνύουν πως είναι υποκείμενα αγώνα που χαρακτηρίζονται από αυτενέργεια, επιθυμίες, δύναμη και εμπρόθετη δραστηριότητα. Θεωρούμε ότι, κόντρα στα κυρίαρχα στερεότυπα, η κατανόηση, άρθρωση και ανάδειξη της διάστασης αυτής των μεταναστών είναι σημαντική όσο ποτέ. Άλλωστε, η αποθυματοποίησή τους είναι εκ των ων ουκ άνευ ώστε να καταφέρουμε, ντόπιοι και μετανάστες εκμεταλλευόμενοι, να συναντηθούμε ισότιμα στους επερχόμενους αγώνες.

Είναι μέσα σε αυτά τα συμφραζόμενα που μας ενδιαφέρει εδώ μια γενεαλογία της μετανάστευσης και του καπιταλισμού, μέσα από το πρίσμα των κρίσεών του. Πριν από όλα, όμως, είναι βασικό να ξεκαθαρίσουμε κάποιες παραδοχές, τις οποίες το κείμενο παίρνει ως προϋποθέσεις:

α) Είναι βέβαιο ότι η μετακίνηση ανθρώπων και πληθυσμών, μάλλον τόσο παλιά όσο και η ίδια η ζωή, σχετίζεται με ένα πλήθος –διαφορετικών κάθε φορά– χαρακτηριστικών. Παρόλα αυτά, μιλώντας εδώ για τη μετανάστευση μέσα στο ιστορικό πλαίσιο του καπιταλισμού, δε μιλάμε για κάτι άλλο από τη μετανάστευση εργασίας.

β) Η γενεαλογία που επιχειρούμε είναι χρονικά και γεωγραφικά προσδιορισμένη. Συγκεκριμένα, καταπιανόμαστε με το διάστημα από την αρχή της μεταπολεμικής περιόδου μέχρι και σήμερα, καθώς και με τις μεταναστεύσεις από τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης και του παγκόσμιου Νότου προς τις λεγόμενες ανεπτυγμένες χώρες, ουσιαστικά τα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συμφωνούμε πως οι μεταναστεύσεις πριν το 1945 ή αυτές που αφορούν άλλες ζώνες, π.χ. μεταξύ ΗΠΑ-Μεξικού ή μεταξύ κρατών του παγκόσμιου Νότου είναι εξίσου ενδιαφέρουσες, ωστόσο κάτι τέτοιο ξεφεύγει από τους σκοπούς του κειμένου –αλλά και από τη δική μας αντίληψη και εμπειρία.

γ) Τέλος, δεν κάνουμε κάποια διάκριση ανάμεσα σε «νόμιμους» και «παράνομους» μετανάστες, καθώς κάτι τέτοιο λίγη σημασία έχει για την προσέγγισή μας εδώ. Εξάλλου, τα μεταξύ τους όρια τείνουν να είναι όλο και πιο δυσδιάκριτα, με το νόμιμο καθεστώς να συρρικνώνεται και το πέρασμα από τη μια κατάσταση στην άλλη να γίνεται σήμερα ολοένα και πιο ρευστό.

Δε θα το αρνηθούμε: μέσα στο πεπερασμένο του παρόντος είμαστε καταδικασμένοι στην αποσπασματικότητα και την αφαίρεση. Ακόμη κι έτσι όμως, νομίζουμε πως η ανάγνωση της μετανάστευσης και του καπιταλισμού που επιλέγουμε εδώ, μας βοηθά να ανασυγκροτήσουμε, από μια οπτική γωνία ιδιαίτερη και ωστόσο παραδειγματική, τους βαθείς μετασχηματισμούς που έχουν λάβει χώρα στην εργασία και τη ζωή στον καπιταλισμό, τις αλλαγές στην κοινωνική/ταξική σύνθεση, τις νέες μορφές εκμετάλλευσης και κυριαρχίας, αλλά και –ας μην το ξεχνάμε– την ευπάθεια του καπιταλισμού λόγω της δικής μας ανυποταξίας.

Καπιταλισμός και μετανάστευση

Καπιταλισμός χωρίς κινητικότητα ζωντανής εργασίας, χωρίς μετανάστευση, δεν υφίσταται. Η μετανάστευση διαδραματίζει ένα στρατηγικό ρόλο στη συγκρότηση του καπιταλισμού και των ταξικών σχέσεων. Σε αυτή τη σχέση βλέπουμε δύο βασικές αντίρροπες δυνάμεις που αντιπαλεύουν. Από τη μία η κινητικότητα της εργασίας, όπως αυτή εκφράζεται μέσα από τις υποκειμενικές πρακτικές των μεταναστών –συχνά εξαιτίας της καπιταλιστικής επέκτασης που διαλύει κοινότητες και ζωές. Από την άλλη, η τάση του καπιταλισμού να ελέγξει αυτές τις μεταναστευτικές ροές με τη μεσολάβηση του κράτους. Αυτή η μάχη δεν είναι ένα σημερινό φαινόμενο αλλά διαπερνά ακατάσχετα την καπιταλιστική ιστορία, όπως και οι μετανάστες τα σύνορα. Από την εσωτερική μετανάστευση στην Αγγλία την περίοδο των πρώτων περιφράξεων, μέχρι τη στιγμή που το πρώτο πλοίο με σκλάβους διέσχισε τον Ατλαντικό. Από τα βαπόρια που έφευγαν γεμάτα με εργάτες από τον Πειραιά για την Αμερική, μέχρι τη μεταπολεμική ελληνική αστικοποίηση. Όλα αυτά είναι στιγμιότυπα αυτής της διαπάλης: ανάμεσα στο κράτος, από τη μία, που προσπαθεί να ελέγξει τη μεταναστευτική κινητικότητα, μέσα από αστυνομικά μέτρα, διοικητικούς και νομικούς κανονισμούς, ώστε να την εκμεταλλευθεί στο έπακρο και στη θέληση, από την άλλη, για βελτίωση των όρων ζωής, για απόδραση από τη βαρβαρότητα του καπιταλισμού –είτε αυτή είναι πόλεμος, λιμός ή γενοκτονία. Ως τέτοια, η κινητικότητα αυτή εγκυμονεί τη διαρκή απειλή αποσταθεροποίησης του συστήματος σε παγκόσμιο επίπεδο.

Η μετανάστευση στη μεταπολεμική

Ευρώπη

Από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70, η διεθνής μετανάστευση και το πέρασμα των συνόρων αποτέλεσαν βασικά χαρακτηριστικά της καπιταλιστικής ανάπτυξης στη Δυτική Ευρώπη. Ο πόλεμος, που αποτέλεσε αιχμή για την αναδιάρθρωση του κεφαλαίου, έχει ολοκληρωθεί και μαζί του έχει προσωρινά ξεπεραστεί η κρίση πειθάρχησης της εργατικής τάξης και το πρόβλημα του πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού που έπεσε στα πεδία των μαχών. Είναι, λοιπόν, η ώρα της καπιταλιστικής επέκτασης και μέσω της εδραίωσης του φορντισμού στην εργασία, τα αφεντικά αναζητούν νέους δρόμους εκμετάλλευσης, ενώ ταυτόχρονα αναζητούν λύση στην έλλειψη εργατικού δυναμικού. Οι κακουχίες του πολέμου είχαν πετύχει την επαναφορά του ελέγχου στην εργασία και την ανασύσταση των συνθηκών συσσώρευσης. Από τη μία, η επίθεση του κεφαλαίου και η ταυτόχρονη αναζήτηση εκμεταλλεύσιμου εργατικού δυναμικού και από την άλλη, η αναζήτηση των ανθρώπων για καλύτερες συνθήκες διαβίωσης και εργασίας, συνθέτουν το πλέγμα μέσα στο οποίο η εποχή χαρακτηρίζεται από μεταναστεύσεις.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των αποικιακών και πρώην αποικιακών χωρών όπως η Βρετανία, η Γαλλία και η Ολλανδία, όπου η λεγόμενη αποαποικιοποίηση άφησε τον εκεί πληθυσμό με ένα νομικό καθεστώς διπλής ιθαγένειας. Προέκυψε, έτσι, ένα καθεστώς σύμφωνα με το οποίο πολίτες της λεγόμενης Κοινοπολιτείας –πολίτες της Ινδίας ή του Πακιστάν για παράδειγμα– είχαν το δικαίωμα να μεταναστεύουν και να εγκαθίστανται στις αντίστοιχες μητροπόλεις, διατηρώντας κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα. Αυτή η σχετική ελευθερία μετακίνησης, με τις νομικές εγγυήσεις που παρείχε για τους εργάτες που μετανάστευαν πουλώντας την εργατική τους δύναμη, διήρκεσε ως τα μέσα της δεκαετίας του ’60.

Στις χώρες της Μεσογείου υπήρξαν διαφοροποιήσεις σχετικά με τη νομική/πολιτική θέση των μεταναστών. Τα διακρατικά προγράμματα στρατολόγησης εργατικού δυναμικού, όπως για παράδειγμα της Ελλάδας με τη Γερμανία, είχαν δημιουργήσει τη φιγούρα του εργάτη-επισκέπτη (Gastarbeiter, όπως αναφερόταν). Από το 1960 ως το 1968, η Γερμανία έκλεισε αρκετές συμφωνίες για την προσέλκυση εργατικού δυναμικού: το 1960 με την Ισπανία και την Ελλάδα, το 1961 με την Τουρκία, το 1963 με το Μαρόκο, το 1964 με την Πορτογαλία, το 1965 με την Τυνησία και το 1968 με τη Γιουγκοσλαβία. Σύμφωνα με αφήγηση Έλληνα μετανάστη:

«Εδώ μπορούμε να πούμε ότι αυτό ήταν, για τους πρώτους φιλοξενούμενους εργάτες (Gastarbeiter) που ήρθαν να εργαστούν στη γερμανική βιομηχανία, ένα ευτύχημα. Έφυγαν από τη πατρίδα με ένα συμβόλαιο εργασίας στη τσέπη. Φτάνοντας στη Γερμανία, ήταν ήδη καθορισμένη η επιχείρηση που θα εργαστούν, το είδος της εργασίας και η αμοιβή.»1

Επιπλέον χαρακτηριστικό ήταν ότι το:

«[…] εργατικό δυναμικό που έφθανε τις περασμένες δεκαετίες στη Γερμανία προερχόταν από παραμελημένες γεωργικές περιοχές, ανειδίκευτο, άπειρο, απολιτικό, αλλά υγιές, φιλόπονο και ονειροπόλο… Το κοντράτο, το ατομικό συμβόλαιο σε προκαθορισμένο εργοστάσιο, τόπο και χρόνο, ο διερμηνέας με την επιρροή του, η γλώσσα, η επικοινωνία, η κατοίκηση σε εργοστασιακές κατοικίες, η βαριά χειρωνακτική εργασία και οι βάρδιες, περιόριζαν την προσωπική εξέλιξη, την κατατοπιστική ενημέρωση, την παραγωγική επικοινωνία και την ίδια την προσωπική αυτονομία και αυτοδιάθεσή του.»2

Αποτέλεσμα αυτών ήταν οι Gastarbeiter να μην οργανώνονται συνδικαλιστικά, ενώ πολλές φορές η συνδικαλιστική δράση έφερε κυρώσεις όπως η αδυναμία επίσκεψης στην «πατρίδα», καθώς πολλές χώρες προέλευσης κυβερνιούνταν από χούντες. Ένα άλλο, παρόμοιο παράδειγμα ήταν η συμφωνία του ελληνικού κράτους με τις Φιλιππίνες την περίοδο της χούντας, εξού και το ελληνικό φαινόμενο της Φιλιππινέζας εργάτριας, «οικιακής βοηθού». Οι συμφωνίες μεταξύ των κρατών ήταν συνήθως ετήσιες και αυτό δημιουργούσε ένα καθεστώς αστάθειας, λόγω του οποίου ο μετανάστης εργάτης θα μπορούσε να εκδιωχθεί οποιαδήποτε στιγμή δε θεωρούνταν πλέον χρήσιμος. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, οι μετανάστες, στην πλειονότητά τους, απασχολούνταν ως ανειδίκευτοι εργάτες, εκτελώντας υποτιμημένη εργασία, κυρίως σε δουλειές στις οποίες είχαν δημιουργηθεί κενές θέσεις εργασίας εξαιτίας της απουσίας ντόπιου εργατικού δυναμικού.

Αυτό όμως που έχει περισσότερο σημασία να προσέξουμε εδώ είναι ότι, παρά τις διαφοροποιήσεις που παρουσιάζονται ανά περιοχή της Δυτικής Ευρώπης σχετικά με τη μεταναστευτική πολιτική, το στίγμα της εποχής και το ζητούμενο του κεφαλαίου είναι η αύξηση της παραγωγικότητας, με την ταυτόχρονη μείωση του κόστους παραγωγής. Οι ημιειδικευμένοι ή ανειδίκευτοι μετανάστες και μετανάστριες και η εργασία τους σε τομείς καθοριστικούς, τις περισσότερες φορές, για την επιβίωση της οικονομίας είναι γεγονός ότι αποτελούν κερδοφόρο πεδίο για τα αφεντικά.

Μέχρι το τέλος περίπου της δεκαετίας του ’60, το φορντικό πλαίσιο στο πεδίο της παραγωγής έδειχνε προσωρινά να προσφέρει λύσεις για το κεφάλαιο. Το ενίσχυε άλλωστε και η ενσωμάτωση των αγώνων και των κοινωνικών συγκρούσεων, όπως αυτή επιτεύχθηκε μέσω του κεϋνσιανού κοινωνικού κράτους και της θεσμικής κατοχύρωσης –και γραφειοκρατικοποίησης– των συνδικαλιστικών οργανώσεων. Αυτό όμως που τα αφεντικά δεν είχαν προβλέψει, ήταν οι νέες αρνήσεις που ήρθαν στο προσκήνιο την περίοδο αυτή, οι οποίες και τροφοδότησαν αγώνες σε ένα ευρύτερο πεδίο αμφισβήτησης που ξεπέρασε τα όρια της παραγωγής και της εργασίας. Το ξέσπασμα των αγώνων αυτών σηματοδότησε και το ξέσπασμα της κρίσης, με άλλα λόγια την αδυναμία αναπαραγωγής της καπιταλιστικής συσσώρευσης.

Από το 1973 και μετά, το ξέσπασμα της πετρελαϊκής κρίσης αλλά και οι μέχρι τότε αγώνες των μεταναστών–επισκεπτών, ενταγμένοι σε ένα ευρύτερο πλαίσιο εργατικής ανυποταξίας και εξέγερσης, έφεραν σε κρίση το μοντέλο των διακρατικών προγραμμάτων. Όλο αυτό το πνεύμα ανυποταξίας και ριζοσπαστικοποίησης εκφράστηκε στην απεργία των εργατών μεταναστών στο εργοστάσιο της Ford, στην Κολωνία, το καλοκαίρι του 1973. Η απεργία αυτή αποτέλεσε ορόσημο για τη ριζική αλλαγή των μεταναστευτικών πολιτικών και το τέλος ουσιαστικά των προγραμμάτων στρατολόγησης εργατών–επισκεπτών, με αφετηρία την απαγόρευση τους στη Γερμανία, το Νοέμβριο του 1973.

Στο επίπεδο της εργασίας και αναφορικά με τη μετανάστευση, τα πράγματα πλέον αλλάζουν. Οι μετανάστες παρουσιάζονται για άλλη μια φορά ως αποδιοπομπαίοι τράγοι για τη σωτηρία και την έξοδο από την κρίση. Οι μαζικές απελάσεις, οι διωγμοί και οι νομοθετικοί φραγμοί δημιουργούν μια συνθήκη μέσα στην οποία οι επιλογές είναι περιορισμένες. Εκείνοι που είχαν καταφέρει να αποκτήσουν μόνιμη και νόμιμη παραμονή αποτελούν πια στην πλειοψηφία τους τον εφεδρικό στρατό του κεφαλαίου που χρησιμοποιείται για να εκβιάζει τη ντόπια εργασία. Για τους υπόλοιπους, αδιέξοδο: επιστροφή στις χώρες προέλευσης ή παραμονή με το διαρκή φόβο της απέλασης.

Η μετανάστευση και η καπιταλιστική κρίση της δεκαετίας του ’70

Το θερμό ’68 στη Γαλλία, την Ιταλία, τη Γερμανία, σχεδόν σε όλο το δυτικό καπιταλιστικό κόσμο, ανατρέπει την κατάσταση ισορροπίας που είχε επιτευχθεί από τον πόλεμο και μετά. Η εργατική ανυποταξία στο εργοστάσιο ενεργοποιεί την απόπειρα απόδρασης του κεφαλαίου από τους τόπους παραγωγής –που έχουν γίνει πλέον τόποι εργατικής αυτονομίας και εξέγερσης– στην προσπάθειά του να βρει αλλού την αξιοποίησή του. Την περίοδο που ακολουθεί άλλοι θα την ονομάσουν μεταφορντισμό, άλλοι νεοφιλελευθερισμό· το βασικό στοιχείο της όμως είναι ότι χαρακτηρίζεται από τη φυγή του κεφαλαίου στη χρηματοπιστωτική σφαίρα, την οργάνωση ενός άλλου τρόπου παραγωγής και τη διείσδυση της καπιταλιστικής σχέσης στη σφαίρα του ελεύθερου χρόνου, της μη εργάσιμης μέρας και γενικά της κοινωνικής αναπαραγωγής. Την ίδια περίοδο, αρχίζουν να εμφανίζονται και οι πρώτες μορφές ελαστικής εργασίας. Η λιποταξία των αφεντικών από την παραγωγή φέρνει σε κρίση και την κεντρική φιγούρα που προκάλεσε την κρίση: το μαζικό εργάτη της γραμμής παραγωγής. Το υποκείμενο της εποχής του φορντισμού, ο εργάτης-μάζα, αποκαθηλώνεται. Όπως ήδη έχουμε αναφέρει, η περίοδος του φορντισμού σε σχέση με τη μετανάστευση ταυτίζεται με τα διακρατικά προγράμματα ανταλλαγής εργατών. Τα αφεντικά στα εργοστάσια της Δύσης χρειάζονταν να τροφοδοτούν διαρκώς τη γραμμή παραγωγής με ανθρώπινο δυναμικό. Τα προγράμματα αυτά διασφάλιζαν την απρόσκοπτη και ελεγχόμενη ροή εργατικού δυναμικού. Έτσι, λοιπόν, η κρίση του φορντισμού φέρνει και την τροποποίηση του Παραδείγματος στις πολιτικές της μετανάστευσης. Ένας συνδυασμός αγώνων των επισκεπτών-εργατών, των εργατών-πολιτών-των-αποικιών, καθώς και η κρίση Παραδείγματος λόγω της συνολικής ανυποταξίας των εργατών, οδηγούν στην κατάργηση αυτών των προγραμμάτων. Ο μαζικός εργάτης είναι σε κρίση και κατ’ επέκταση σε κρίση τίθεται και η μαζική εισαγωγή εργατικού δυναμικού από άλλες χώρες.

Έτσι, τη στιγμή που ο φορντικός τρόπος παραγωγής εισέρχεται όλο και πιο βαθιά στην κρίση, κλείνοντας τις στρόφιγγες νόμιμης εισαγωγής μεταναστευτικής εργασίας, μια νέα φιγούρα μετανάστη αρχίζει να γεννιέται: ο παράνομος. Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 γίνονται οι πρώτες προσπάθειες ελαστικοποίησης της αγοράς εργασίας, ενώ παράλληλα σε χώρες του ευρωπαϊκού Νότου η άτυπη εργασία καλπάζει, ως μια άλλη μορφή υπονόμευσης της προλεταριακής ενότητας. Είναι μέσα από το πέρασμα στο μεταφορντικό τρόπο παραγωγής που γεννιέται η φιγούρα του παράνομου μετανάστη-εργάτη. Στο σημείο αυτό πρέπει να διευκρινίσουμε πως δεν εννοούμε ότι η κρίση της δεκαετίας του 70 κατάργησε το φορντικό τρόπο παραγωγής. Εργοστάσια και γραμμές παραγωγής συνέχισαν να λειτουργούν και να δημιουργούνται. Ο μεταφορντισμός, αντίθετα, αναζωογόνησε την καπιταλιστική σχέση δημιουργώντας νέα πεδία για την επέκταση της καπιταλιστικής σχέσης, τον ελεύθερο χρόνο, την καθημερινότητα, τις σχέσεις πέρα από την εργασία.

Τι εξυπηρετεί όμως αυτή η νέα φιγούρα του παράνομου μετανάστη και ποια καπιταλιστικά κάτεργα θα στελεχώσει; Θα βρει τον εαυτό της να εργάζεται κυρίως σε παραγωγικούς τομείς έντασης εργασίας. Σε τομείς, δηλαδή, όπου περισσότερο κεφάλαιο δαπανάται στην εργασία, παρά σε επενδύσεις για μηχανές και τεχνολογία. Στην Ελλάδα, η γεωργία και ο κατασκευαστικός κλάδος είναι δύο χαρακτηριστικοί τέτοιοι τομείς. Και γιατί αυτό; Γιατί ένα μεγάλος μέρος των ντόπιων εργαζομένων –με τις εμπειρίες αγώνα που ήδη φέρουν– θα κατευθυνθεί πλέον σε πιο άυλες και διανοητικές μορφές εργασίας (υπηρεσίες), οι οποίες και γεννιούνται από την αποικιοποίηση όλο και περισσότερων μη καπιταλιστικών πόρων από το κεφάλαιο. Αλλά ακόμη και η βιομηχανική παραγωγή έχει οργανωθεί τεχνολογικά για να απεξαρτηθεί από τον εργάτη της γραμμής παραγωγής, με αποτέλεσμα να απαιτείται πλέον ένα γνωσιακά καταρτισμένο προσωπικό. Ο παράνομος μετανάστης, λοιπόν, είναι αναγκαίος, καθώς ο κύκλος αγώνων του ’68 έχει αφήσει το σημάδι του, δημιουργώντας μια εργατική τάξη που, αν και ηττημένη, παραμένει απρόθυμη να ρίξει το ιστορικό επίπεδο των αναγκών της. Το κενό αυτής της απροθυμίας έρχεται να καλύψει ο παράνομος μετανάστης, σώζοντας κάποιους τομείς εκμετάλλευσης. Η εργασία του είναι φθηνή γιατί είναι παράνομη και είναι παράνομη για να είναι φθηνή.

Η παρανομοποιημένη, λοιπόν, εργασία των μεταναστών ανθίζει και απαντά στις ανάγκες πιο παραδοσιακών τομέων την παραγωγής, όπου οι συγκεκριμένες κοινωνικοϊστορικές συνθήκες καθιστούν την εισαγωγή τεχνολογίας λιγότερο συμφέρουσα από τη σκληρή εκμετάλλευση της ζωντανής εργασίας των μεταναστών.3 Όπως αναφέρει και ο Mezzadra: «Μια ιδιαίτερα κινητική, “παράνομη” εργασιακή δύναμη έχει αυξηθεί κατά τις τελευταίες δεκαετίες, συχνά με τη σιωπηρή αποδοχή από τα κράτη, προκειμένου να ενισχυθεί η διεθνής συσσώρευση κεφαλαίου» (Mezzadra, 2010). Στην ελληνική περίπτωση, δε θα ήταν υπερβολή να υποστηρίξουμε ότι η φθηνή εργασία των μεταναστών αποτέλεσε σανίδα σωτηρίας για την κερδοφορία συγκεκριμένων κλάδων (κατασκευές, γεωργία).

Αυτοί οι νέοι παράνομοι εργάτες, ενώ αποτελούν κομμάτι της οικονομικής ζωής, για το κράτος και τους διοικητικούς του μηχανισμούς δεν υπάρχουν, είναι αόρατοι. Είναι ταυτόχρονα ενταγμένοι αλλά και εξοστρακισμένοι σε ένα ιδιότυπο, οριακό καθεστώς ζωής. Μπορούν οποιαδήποτε στιγμή να βρεθούν από το χώρο δουλειάς τους σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης στον Έβρο. Ζωή στο όριο, ζωή απογυμνωμένη από τα δικαιώματα κάθε εργαζόμενου-υπηκόου του έθνους κράτους. Το καθεστώς εξαίρεσης στο οποίο ζουν οι παράνομοι μετανάστες δεν αποτελεί κάποιο είδος δημοκρατικού πραξικοπήματος ούτε ένα ζήτημα αδυναμίας αστυνόμευσης, αλλά εν μέρει επιλογή κράτους και κεφαλαίου στο μεταφορντισμό, τουλάχιστον μέχρι το ξέσπασμα της τελευταίας κρίσης του 2008.

Παγκόσμιοι μετασχηματισμοί στην περίοδο του νεοφιλελευθερισμού

Ι.Νεοφιλελευθερισμός και Προγράμματα Δομικής Προσαρμογής

«Οι μεταναστεύσεις δε γίνονται μέσα σε ένα κενό χώρο. Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τις σύγχρονες μεταναστεύσεις χωρίς να έχουμε κατά νου τους ριζικούς και καταστροφικούς μετασχηματισμούς που προκάλεσαν τα Προγράμματα Δομικής Προσαρμογής του ΔΝΤ σε πολλές αφρικανικές χώρες στη δεκαετία του ‘80, αλλά και οι έμμεσες επενδύσεις των πολυεθνικών στο εξωτερικό από τη δεκαετία του ‘60, με τη δημιουργία των “ζωνών παραγωγής-προς-εξαγωγή” και την ανατροπή της παραδοσιακής γεωργίας». (Mezzadra, 2004)

Οι χιλιάδες μετανάστες που προσπαθούν εδώ και είκοσι χρόνια, με ιδιαίτερη ένταση και επιμονή, να αποδράσουν από το θάνατο και την ανέχεια, δεν αποφάσισαν ξαφνικά να εγκαταλείψουν τις οικογένειες, τα παιδιά τους και τις κοινότητες τους γιατί δεν έχουν κάτι καλύτερο να κάνουν. Ζουν σε μια περιοχή του πλανήτη που το παγκόσμιο κεφάλαιο μαζί με ντόπιες κυβερνήσεις, δικτάτορες και σοσιαλιστές τυράννους έχουν δημιουργήσει μια ζώνη άγριας καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Όχι ότι δεν αγωνίστηκαν στους τόπους καταγωγής τους, αλλά άλλοτε η στρατιωτική υπεροπλία των καθεστώτων, άλλοτε η χρησιμοποίηση της θρησκείας για την εδραίωση καταπιεστικών θεοκρατιών, είχαν επιβάλει μια συνθήκη όπου η αντίσταση σήμαινε εξόντωση, τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα.

Από τις αρχές του 1980, οργανωμένα το ΔΝΤ εφάρμοσε τα λεγόμενα Προγράμματα Δομικής Προσαρμογής. Για να συνεννοούμαστε, ενημερώνουμε εξαρχής ότι το περιβόητο ελληνικό μνημόνιο δεν είναι τίποτε άλλο από ένα σύνηθες πρόγραμμα δομικής προσαρμογής, παρόμοιας φιλοσοφίας με αυτά που κυκλοφορούσαν τις δεκαετίες του ‘80 και του ‘90 στον παγκόσμιο Νότο. Ξετυλίγοντας το νήμα από την αρχή, το σημείο αφετηρίας του μεταποικιακού καπιταλισμού ήταν τα συσσωρευμένα χρέη των αφρικανικών κυβερνήσεων, οι οποίες απειλούνταν με διάφορους τρόπους από τους διεθνείς πιστωτές τους, πριν ακόμη η αντιπαγκοσμιοποίηση γίνει μόδα. Κάπου εκεί, την κρίσιμη στιγμή, το ΔΝΤ προσφερόταν να σώσει τις χώρες αυτές καλύπτοντας τα δάνεια τους, με τον όρο βέβαια ότι η εκάστοτε κυβέρνηση θα υλοποιήσει ένα πρόγραμμα δομικής προσαρμογής κομμένο και ραμμένο στη νεοφιλελεύθερη οικονομική διακυβέρνηση. Δεν υπάρχει λόγος να επεκταθούμε στην όλη διαδικασία, καθώς στον ελλαδικό χώρο αυτή τη στιγμή όλα αυτά είναι καθημερινότητα. Οι μισθοί έπεφταν δραματικά, η ανεργία και η υποαπασχόληση κάλπαζαν και η άτυπη απασχόληση βασίλευε. Η εφαρμογή, λοιπόν, των Προγραμμάτων Δομικής Προσαρμογής αλλά και η παράλληλη αδυναμία των εκμεταλλευόμενων να απαντήσουν δυναμικά σε αυτήν την αναδιάρθρωση, οδήγησαν άμεσα στην εξαθλίωση μεγάλα τμήματα του πληθυσμού των χωρών αυτών. Κάπως έτσι αρχίζει σταδιακά, από τη δεκαετία του ’80 αλλά πιο δυναμικά από τη δεκαετία του ‘90 και μετά, η μετανάστευση εργατών και εργατριών από την Αφρική στην Ευρώπη και από τη Νότια και Κεντρική Αμερική στις ΗΠΑ.

Οι πολιτικές της μετανάστευσης και οι πολιτικές του ελέγχου αναπροσαρμόζονται με βάση τα νέα δεδομένα στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας. Η εργατική κινητικότητα αυξάνεται παράγοντας μια νέα εργατική υποκειμενικότητα, νέες μορφές ζωής, συνήθειες και ετερογενείς επιθυμίες, που διαμορφώνονται από την καταστατική συνθήκη της κινητικότητας. Αν συλλογιστούμε τους μετανάστες που ζουν στα δάση της Ηγουμενίτσας, στο λιμάνι της Πάτρας ή στα κουφάρια παλιών εργοστασίων στη Θήβα, όπου είτε δουλεύουν με εκατό ευρώ το μήνα είτε αναζητούν τρόπους να σαλτάρουν σε κάποια νταλίκα, μπορούμε να αντιληφθούμε το περίγράμμα αυτής της νέας υποκειμενικότητας.

ΙΙ. Πόλεμος και μετανάστευση

Πόλεμος ενάντια στην τρομοκρατία, πολεμικές ανθρωπιστικές αποστολές, πόλεμος πλέον ακόμη και για την υπεράσπιση μιας κοινωνικής εξέγερσης (όπως συμβαίνει στη Λιβύη ενώ γράφονται αυτές οι γραμμές). Με άλλα λόγια ο πόλεμος είναι η υγεία του καπιταλισμού, όπως λέγαμε την περίοδο της αντιτρομοκρατικής εκστρατείας, στις αρχές του 2000. Παράλληλα, είχαμε αρχίσει να εντοπίζουμε τη σημασία των μακροχρόνιων χαμηλής έντασης πολέμων, κυρίως στην αφρικάνικη ήπειρο. Σε αυτό το πνεύμα και κυρίως αναφορικά με τις εκστρατείες στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, αναλύαμε ως αίτια του πολέμου την πρόσβαση σε πλουτοπαραγωγικές πηγές, την πειθάρχηση ντόπιων πληθυσμών, την αναδιάρθρωση κοινωνικών δομών με βάση τις ανάγκες του διεθνούς κεφαλαίου. Αυτό όμως το οποίο σίγουρα δεν είχαμε προβλέψει ήταν η ριζική αναδιοργάνωση του χάρτη των παγκόσμιων μεταναστευτικών ροών.

Η στρατηγική επιλογή μιας τάσης του κεφαλαίου (της ηγεμονικής εκείνη την περίοδο) να διεξάγει μια σειρά από πολεμικές επιχειρήσεις με διαφορετικές ονομασίες και αφορμές, υπήρξε μια επιλογή για την «αποκατάσταση ευνοϊκών συνθηκών για το παγκόσμιο εμπόριο, τις επενδύσεις και την οικονομική ανάπτυξη»4. Από τον πόλεμο στη Ρουάντα για τα μέταλλα και την πριμοδότηση της γενοκτονίας αντίπαλων φυλών, μέχρι το Σουδάν και από το θάνατο που παραμονεύει παντού στο «απελευθερωμένο» Ιράκ, μέχρι την κόλαση που επιφυλάσσει η σύγκρουση Ταλιμπάν και Δύσης στο Αφγανιστάν, υπάρχει μια παράπλευρη απώλεια και ταυτόχρονα μια απειλή για τη Δύση: η ασύμμετρη απειλή της μετανάστευσης. Τεράστιοι πληθυσμοί μετατοπίζονται προς τη Δύση, στην προσπάθεια να αλλάξουν τους όρους ζωής τους, να ξεφύγουν από την κόλαση των πολέμων κάθε είδους. Ανάμεσα στις πολλές αντιφάσεις του καπιταλισμού είναι και αυτή: μια κίνηση (πόλεμος) ενεργοποιεί μια λανθάνουσα, μη υπολογίσιμη αντίδραση (μετανάστευση). Έτσι και στη Λιβύη, η προσπάθεια του δυτικού κεφαλαίου και των δυτικών κρατών να επεκτείνουν τη ζώνη επιρροής τους σε μια προνομιακή –μέχρι πρότινος– περιοχή επενδύσεων για το κινεζικό κεφάλαιο προκαλεί ένα διαφορετικό πρόβλημα, τη μαζική μετανάστευση Λίβυων στην Ευρώπη. Η μεταναστευτική κινητικότητα αποτελεί για άλλη μια φορά έναν αστάθμητο παράγοντα αποσταθεροποίησης, επιβεβαιώνοντας ότι το πέταγμα ενός F-16 στον Περσικό Κόλπο μπορεί να προκαλεί μια εξέγερση με αφορμή το Κοράνι στο κέντρο της Αθήνας.

ΙΙΙ. Η κρίση των τροφίμων

Από τη μακρά αυτή αλληλουχία των παγκόσμιων κινήσεων του κεφαλαίου, οι οποίες παρήγαγαν ακόμη χειρότερες συνθήκες ζωής αλλά και ενέτειναν την επιθυμία για φυγή, δε θα μπορούσε να λείπει η διαδικασία αυτή που έχει κωδικοποιηθεί τα τελευταία χρόνια ως κρίση των τροφίμων ή επισιτιστική κρίση (η απότομη δηλαδή άνοδος των τιμών των τροφίμων που έλαβε χώρα το 2008 και οι επιπτώσεις που αυτή είχε σε μια μεγάλη μερίδα του παγκόσμιου πληθυσμού). Στεκόμαστε περισσότερο σε αυτή ξεχωριστά, μιας και τον τελευταίο καιρό όλο και πληθαίνουν τα δημοσιεύματα και οι προειδοποιήσεις για μια επανάληψη της κρίσης των τροφίμων, ενώ και οι πρόσφατες εξεγέρσεις που ξέσπασαν στη Βόρεια Αφρική φαίνεται να συνδέονται σε μεγάλο βαθμό με την άνοδο της τιμής των τροφίμων και την επίδρασή της στις ζωές των εξεγερμένων.5

Όσον αφορά το ζήτημα της μετανάστευσης που μας ενδιαφέρει εδώ, είναι βέβαιο πως η κρίση των τροφίμων αλλά και η σημερινή άνοδος των τιμών σε επίπεδα παρόμοια με του 2008 παίζουν το δικό τους ρόλο στις παγκόσμιες μετακινήσεις όλης αυτής της περιόδου, ένα ρόλο του οποίου η σημασία και η σπουδαιότητα μένει να αποδειχθούν ιστορικά. Ένα σημαντικό νέο δεδομένο που θα πρέπει να έχουμε κατά νου είναι πως, οι ανακατατάξεις στη Βόρεια Αφρική, μετά τις πρόσφατες εξεγέρσεις, σίγουρα θα επηρεάσουν τις ισορροπίες στη διαδικασία της εξωτερίκευσης των συνόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία άλλωστε αποτελεί βασικό παράγοντα ελέγχου των μετακινήσεων.6 Αρκεί να αναφέρουμε πως πολλές από τις διμερείς συμφωνίες «ενάντια στην παράνομη μετανάστευση» που έχουν συναφθεί μεταξύ ευρωπαϊκών κρατών και (τέως) δικτατόρων της Βόρειας Αφρικής (ενδεικτικά αναφέρουμε την Ιταλία και την Ισπανία από τη μια μεριά καθώς και τη Λιβύη, την Τυνησία και την Αίγυπτο από την άλλη), οι οποίες και προέβλεπαν τη συγκράτηση των μεταναστών εκτός Ε.Ε. καθώς και κοινές επιχειρήσεις στα πελάγη της Μεσογείου, τίθενται πλέον εν αμφιβόλω. Και η κατάσταση αυτή αυξάνει τους δυτικούς φόβους για μια ένταση αυτών που οι ειδικοί των αφεντικών νατουραλιστικά –και δεν είναι διόλου τυχαία η επιλογή τέτοιων νατουραλιστικών  όρων– αποκαλούν «κύματα μετανάστευσης».

Η αυτονομία της μετανάστευσης…

Αναφερόμενοι σε όλες αυτές τις πτυχές της καπιταλιστικής επέκτασης αυτής της περιόδου, δε θεωρούμε ότι έχουμε ξεμπερδέψει, ότι περιγράψαμε τις αντικειμενικές αιτίες των παγκόσμιων μετακινήσεων και το ζήτημα έχει λήξει. Αυτό που προσπαθήσαμε να κάνουμε εδώ ήταν πολύ περισσότερο να φτιάξουμε το σκαρίφημα του ιστορικού και κοινωνικού πλαισίου μέσα στο οποίο αυτές οι μετακινήσεις λαμβάνουν χώρα. Ωστόσο, παρά τις «αντικειμενικές αιτίες» (είτε αυτές είναι ο πόλεμος είτε η φτώχεια, οι δικτατορίες ή οι οικολογικές καταστροφές) οι οποίες επηρεάζουν άμεσα τις ζωές των ανθρώπων, παίζοντας ένα βασικό ρόλο, η τελική απόφασή των ανθρώπων αυτών να δραπετεύσουν δεν είναι ποτέ μια ευθύγραμμη διαδικασία. Είναι μια απόφαση, άλλωστε, που δεν παίρνεται πάντοτε από τους πιο εξαθλιωμένους ή τους πιο απελπισμένους, αλλά από τους ανθρώπους που έχουν το απαραίτητο «κεφάλαιο» (οικονομικό, κοινωνικό, «σχεσιακό») για να την κάνουν πράξη.

Μιλάμε εδώ για τις σχέσεις γιατί είναι ξεκάθαρο πως η μετανάστευση δεν είναι απλά μια ατομική στρατηγική κοινωνικής κινητικότητας. Αντίθετα, είναι γενικά παραδεκτό πως η σύγχρονη μετανάστευση συνδέεται με τη δημιουργία δικτύων, συγγενικών ή διατοπικών, που βοηθούν τους μετανάστες και τις μετανάστριες στις διαδρομές τους και τα οποία προϋποθέτουν φυσικά τα στοιχεία της κοινωνικής συνεργασίας και της αλληλεγγύης. Υπό αυτήν την έννοια, είναι μια ευρύτερη κοινωνική υπόθεση που αφορά ολόκληρες τις κοινότητες αυτών που επιλέγουν να μετακινηθούν. Η φιγούρα της μετανάστριας που με την επικοινωνία και τη στήριξη άλλων γυναικών που υφίστανται την ίδια καταπίεση αποφασίζει να αποδράσει από το ασφυκτικό πατριαρχικό περιβάλλον της ή του μετανάστη που καταφέρνει να φτάσει στην Ευρώπη και συνεχίζει να στέλνει εμβάσματα, στηρίζοντας τους δικούς του ανθρώπους, είναι ενδεικτικές για τους τρόπους με τους οποίους η μετανάστευση βιώνεται συλλογικά. Κάπως έτσι, λοιπόν, είναι μέσα σε αυτές τις συγκεκριμένες ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες που μπορούμε να ψηλαφίσουμε τις ευρύτερες προεκτάσεις της μεταναστευτικής δραστηριότητας και να αντιληφθούμε ότι, σε πολλές περιπτώσεις, αυτή αποτελεί και μια μορφή αντίστασης για τις κοινότητες των ανθρώπων που δεν έχουν πολλούς άλλους τρόπους να απαντήσουν σε αυτό που βιώνουν.

Χρησιμοποιούμε την έννοια της αυτονομίας της μετανάστευσης για να σχηματοποιήσουμε όλον αυτόν τον πλούτο που εκφράζεται στην κίνηση των ανθρώπων αυτών και ξεπερνά τις όποιες «αντικειμενικές αιτίες», δημιουργώντας μία περίσσεια σε σχέση με αυτές. Μία περίσσεια που έρχεται σε σύγκρουση με την καπιταλιστική λογική και σημαδεύει ανεξίτηλα τις υποκειμενικότητες των μεταναστών και των μεταναστριών, οπουδήποτε κι αν αυτές τελικά εγκατασταθούν. Φυσικά και η αυτονομία αυτή δεν είναι σταθερή ή ενιαία. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου η φυγή σχεδόν επιβάλλεται από συνθήκες που δεν αφήνουν πολλά περιθώρια να μιλήσουμε για κάποια αυτονομία και άλλες, στις οποίες η συνθήκη της λιποταξίας επαφίεται πολύ περισσότερο στους ίδιους τους μετανάστες που βρίσκουν τους λόγους να την επιλέξουν.

Με όλα αυτά ελπίζουμε να μη ρομαντικοποιούμε τη μεταναστευτική εμπειρία, η οποία ασφαλώς και δεν είναι ούτε ευχάριστη ούτε ακίνδυνη. Ούτε και εννοούμε πως υπάρχει μια επιθυμία των μεταναστών/τριών για φυγή και μετακίνηση αποκομμένη από τις συνθήκες ζωής που επικρατούν στους τόπους τους. Δίνοντας έμφαση στην αυτονομία της μετανάστευσης, δε βλέπουμε τη μετανάστευση απομονωμένη από τις κοινωνικές, πολιτισμικές και οικονομικές δομές, αλλά την αντιλαμβανόμαστε ως μια δημιουργική δύναμη μέσα στις δομές αυτές.

Είναι λάθος, λοιπόν, να βλέπουμε το κεφάλαιο σαν ένα (υπερ)υποκείμενο το οποίο δημιουργεί επί τούτου μετακινήσεις τις οποίες μετά έρχεται και ρυθμίζει σύμφωνα με τις ανάγκες του για εργασία. Αντίθετα, φαίνεται ότι ο καπιταλισμός διακρίνεται από μια δομική ένταση ανάμεσα στο σύνολο των υποκειμενικών πρακτικών στις οποίες εκφράζεται ακριβώς η κινητικότητα της εργασίας και στην προσπάθεια του κεφαλαίου να ασκήσει επ’ αυτών έναν δεσποτικό έλεγχο, μέσω της θεμελιώδους μεσολάβησης του κράτους. Κι εδώ ο δεσποτικός έλεγχος σημαίνει ακριβώς την προσπάθεια για την επαναφορά της περίσσειας της ανθρώπινης κινητικότητας σε οικονομικές αναλογίες, την αξιοποίηση και την εκμετάλλευσή της μέσα από μια διαδικασία ένταξης της μετακινούμενης εργασίας, με τη μετατροπή της σε λαθραία εργασία.

…και η προσπάθεια ελέγχου της αυτονομίας

Η θέση αυτή περί αυτονομίας της μετανάστευσης ανοίγει το πεδίο και για μια νέα εννοιολόγηση των αντιμεταναστευτικών στρατηγικών που αναπτύσσονται από τα κράτη-προορισμούς των μεταναστών. Παρά το λόγο που έχει αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια σχετικά με την «Ευρώπη-Φρούριο» και τις μεθόδους αντιμετώπισης της μεταναστευτικής δραστηριότητας από τα ευρωπαϊκά κράτη, θεωρούμε ότι οι πολιτικές αυτές δε σκοπεύουν με κανένα τρόπο στον πλήρη αποκλεισμό των μεταναστών. Είναι αλήθεια ότι η οχύρωση των συνόρων και η εκλέπτυνση των μηχανισμών κράτησης και απέλασης είναι τα πρώτα και πιο εμφανή αποτελέσματά τους αλλά πρόκειται για εργαλεία της κυριαρχίας στην προσπάθειά της για τη διακυβέρνηση και τη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών.

Είναι σε αυτό το πλαίσιο που πρέπει να κατανοήσουμε εκ νέου τη λειτουργία μιας σειράς από καθεστώτα όπως το σύνορο, το στρατόπεδο συγκέντρωσης μεταναστών ή την εξωτερίκευση των ευρωπαϊκών συνόρων στην οποία αναφερθήκαμε προηγουμένως.7 Καθεστώτα τα οποία παράγουν ένα σύστημα φραγμών που έχει ως στόχο τον έλεγχο του μη ελέγξιμου: την επιβράδυνση των παγκόσμιων μετακινήσεων και των στοιχείων στροβιλισμού (turbulence) που τις χαρακτηρίζουν, το φιλτράρισμα και τη χαρτογράφηση των μεταναστευτικών πληθυσμών. Καθεστώτα που στόχος τους δεν είναι άλλος από την προσπάθεια ελέγχου και αξιοποίησης της ζωντανής εργασίας μέσα από την αφαίρεση των στοιχείων της αυτονομίας και την αναγωγή της μονάχα στην οικονομική της διάσταση.

Κι εδώ ο ρόλος της παρανομοποίησης της μεταναστευτικής εργασίας είναι θεμελιώδης. Τι σημαίνει αυτό; Οι μετανάστες που επιλέγουν να αναποδογυρίσουν τον καμβά της μέχρι πρότινος καθημερινότητας και να ξεκινήσουν ένα μακρύ και επικίνδυνο ταξίδι μέχρι να φθάσουν σε κάποια χώρα της Δύσης, καταφέρνοντας να διαφύγουν από τους ελέγχους στα σύνορα, να πηδήξουν φράχτες ή να δραπετεύσουν από κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης, αυτόματα είναι παράνομοι λες και έχουν διαπράξει κάποιο έγκλημα. Η συνθήκη αυτή ενισχύεται από τη στιγμή που οι οικονομικοί μετανάστες δεν μπορούν να πάρουν άσυλο. Έτσι, η παρανομοποίησή τους, το γεγονός ότι ζουν την ίδια στιγμή εντός και εκτός, μέσα και έξω σε μια μόνιμη και χωρίς ορατή διέξοδο κατάσταση εξαίρεσης, τους καθιστά την αόρατη εργασιακή δύναμη.

Αυτή η κατάσταση των χωρίς-χαρτιά επιτείνει και την κινητικότητα του «παράνομου» μετανάστη εντός της Ευρώπης, καθώς πρέπει να μετακινηθεί για να βρει μια νέα δουλειά, μαύρη, κακοπληρωμένη, εποχιακή, γιατί πολύ απλά είναι ευάλωτος. Επιπλέον, πρέπει να μετακινηθεί αναζητώντας καλύτερες πιθανότητες να ριζώσει κάπου. Η συνθήκη της επισφαλούς, ελαστικής εργασίας αντλεί από τη φιγούρα του χωρίς-χαρτιά το πεδίο που ο καπιταλισμός πειραματίστηκε και σταδιακά εδραίωσε νέες σχέσεις εκμετάλλευσης. Η φθηνή εργασία των μεταναστών είναι αποτέλεσμα την παρανομοποίησης με τα αυστηρά φρουρούμενα σύνορα και τις πολιτικές μη νομιμοποίησης. Η διαχείριση της κινητικότητας από τον καπιταλισμό και το κράτος λαμβάνει τη μορφή των άτυπων, ελαστικών μορφών εργασίας. Την επισφάλεια της μεταναστευτικής εργασίας.8

Σε όλη αυτή τη διαδικασία της παρανομοποίησης, τα καθεστώτα ελέγχου στα οποία αναφερθήκαμε έχουν τη δική τους ιδιαίτερη θέση. Το σύνορο για παράδειγμα δε στοχεύει στο ερμητικό κλείσιμο, στην απόλυτη απαγόρευση προσέγγισης της κρατικής επικράτειας. Ούτως ή άλλως, τα σύνορα καταργούνται καθημερινά στην πράξη από τους ίδιους τους μετανάστες και τις μετανάστριες που τα διασχίζουν. Το σύνορο λειτουργεί πολύ περισσότερο ως μια εμπέδωση της παρανομοποίησης που περιμένει τους μετανάστες και ως εργαλείο για τη ρύθμιση της κίνησής τους.

Όπως το θέτει ο Papastergiadis (2000):

«Η ρύθμιση των ανθρώπινων κινήσεων μέσα από τα σύνορα είναι διαρκώς επιλεκτική, καθώς τα σύνορα δεν είναι ποτέ απόλυτα κλειστά ούτε εντελώς ανοιχτά. Παραμένουν συνήθως πορώδη. Είναι αόρατες γραμμές που χωρίζουν ό,τι ενώνουν διότι είναι οι πιο στρατιωτικοποιημένες και φυλετικοποιημένες λωρίδες γης στους σύγχρονους πολιτικούς χάρτες.»

Πλην, όμως, το πορώδες αυτό των συνόρων δεν το βλέπουμε μονάχα ως επιλογή που προκύπτει από την παντοδυναμία του κεφαλαίου, αλλά και ως πραγματικότητα που του επιβάλλεται από την ίδια την κινητικότητα των μεταναστών και την αποφασιστικότητα που αυτοί επιδεικνύουν.

Αντίστοιχα, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν είναι μονάχα τόποι που ενσαρκώνουν τις χειρότερες μορφές κυριαρχίας ούτε συνδέονται απαραίτητα με τον πλήρη αποκλεισμό των μεταναστών. Μπορούν να ιδωθούν επίσης ως νευραλγικά σημεία που στοχεύουν στην επιβράδυνση της κυκλοφορίας, της μετακίνησης και στον προσωρινό έλεγχό της χαοτικής της διάστασης, συγκεντρώνοντας εργασιακή δύναμη, διατηρώντας την παράνομη και εντάσσοντάς τη στις παγκόσμιες ροές παρανομοποιημένης εργασίας. Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι, στην Ελλάδα, ο προσωρινός εγκλεισμός σε στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν είναι για τους μετανάστες το τέλος της κίνησής τους αλλά μάλλον το εισιτήριο για τη συνέχισή της, καθώς μετά την έξοδό τους από αυτά έχουν το περιθώριο να μετακινηθούν προς την ενδοχώρα. Από την άλλη, και χωρίς να παραμερίζουμε με κανένα τρόπο τη σκληρή συνθήκη του εγκλεισμού σε αυτά, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μπορούν επίσης να μετατραπούν σε τόπους εξέγερσης, συλλογικοποίησης και ανταλλαγής εμπειριών και γνώσεων μεταξύ των μεταναστών.

Η εξωτερίκευση των συνόρων είναι άλλη μια στρατηγική που επιτελεί παρόμοιες λειτουργίες, επιτυγχάνοντας επιπλέον την απεδαφικοποίηση του ελέγχου. Αποτελεί έτσι ένα μαξιλαράκι που αποφορτίζει την ένταση, μεταφέροντας την έξω από τον ευρωπαϊκό κοινωνικό σχηματισμό. Οργανωμένη βία, μακριά από τα μάτια των υπηκόων.

Για το τέλος αφήσαμε τις πιο εκλεπτυσμένες μορφές ελέγχου του καπιταλισμού πάνω στη ζωντανή εργασία των μεταναστών. Αυτές αφορούν τους επίσημους διακινητές μεταναστών όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εργασίας και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Μετανάστευσης. Οι δύο αυτοί οργανισμοί προσέφεραν τις ανθρωπιστικές τους υπηρεσίες μεταφέροντας πάνω από δέκα εκατομμύρια μετανάστες τα τελευταία δέκα χρόνια. Εξάλλου, εδώ και μια δεκαετία, ένα δίκτυο από γραφεία εύρεσης εργασίας, πλήρως μηχανογραφημένα και συνδεδεμένα μεταξύ τους, ιδρύονται στις πρωτεύουσες των χωρών με τα μεγαλύτερα ποσοστά μετανάστευσης. Έτσι αναζητείται και κατηγοριοποιείται το προς-εισαγωγή-εργατικό-δυναμικό, καλύπτοντας μια άλλη πτυχή του σύγχρονου καπιταλισμού, την ανάγκη για γνωσιακά εκπαιδευμένο προσωπικό.

Η μετανάστευση και η σημερινή παγκόσμια κρίση…

Ποια μπορεί να είναι η σχέση της μετανάστευσης με τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και τη γενικότερη καπιταλιστική κρίση που σε αυτή τη συγκυρία ξεδιπλώνεται μπροστά μας, στην πιο οξεία φάση της; Πριν από αυτό, όμως, τι σημαίνει καπιταλιστική κρίση; Τι είναι τελικά αυτό το οποίο «κρίνεται»;

Ως καπιταλιστική κρίση εννοούμε μια διαρκή (τριανταπεντάχρονη πλέον) κρίση αναπαραγωγής της καπιταλιστικής σχέσης. Αυτή ξεκινά από τη δεκαετία του ‘70 ως αποτέλεσμα των παγκόσμιων αγώνων και κινημάτων που έχουν περιγραφεί σχηματικά ως παγκόσμιο «68». Από τότε το κεφάλαιο έχει με διάφορους τρόπους προσπαθήσει να ξεπεράσει την κρίση αυτή χωρίς ωστόσο ποτέ να καταφέρει να την επιλύσει επιτυχώς, υποτάσσοντας την εργασία στην εξουσία του.

Κεντρική διαδικασία στην προσπάθεια αυτή έχει αποτελέσει η πιστωτική επέκταση, κατά την οποία το κεφάλαιο απέδρασε από την παραγωγή και την ανυποταξία που επικρατούσε εκεί και πήρε τη μορφή χρήματος. Ήταν μέσα από τη λεγόμενη «φυγή στη χρηματοπιστωτική σφαίρα» (και το κόλπο το χρήμα-γεννάει-χρήμα) που το κεφάλαιο ανέβαλε την εκδήλωση της κρίσης καθώς εξασφάλιζε την αυτοεπέκτασή του, στοιχηματίζοντας στη μελλοντική ένταση της εργασίας και υπερεργασίας αλλά ταυτόχρονα –κι αυτό είναι σημαντικό– παραμένοντας εξαρτημένο από αυτή. Το ξέσπασμα της κρίσης το 2007 με τη μορφή της στεγαστικής κρίσης και η μεταλλαγή της σε κρίση του χρέους, ύστερα από τη μεσολάβηση των κρατών με τα γνωστά πακέτα στήριξης, θα πρέπει λοιπόν να ιδωθεί ως μια αδυναμία του κεφαλαίου να ανασυγκροτήσει τις σχέσεις εκμετάλλευσης με τρόπο ώστε να ικανοποιούν τις συσσωρευμένες απαιτήσεις πάνω στην μελλοντική υπεραξία. Υποστηρίζουμε πως η σημερινή κρίση δεν είναι παρά μια κρίση εκμεταλλευσιμότητας, που έχει στον πυρήνα της την ανυποταξία της εργασίας. Μια ανυποταξία που άλλοτε φανερώνεται ανοιχτά με τη μορφή μαζικών αγώνων και άλλοτε πιο αθόρυβα και μοριακά, αρνούμενη την υπαγωγή της εργασίας στις ανάγκες της καπιταλιστικής συσσώρευσης.

Η σύνδεση της μεταναστευτικής δραστηριότητας με αυτήν την κρίση εκμεταλλευσιμότητας είναι κάτι που παρουσιάζει μεγάλη αξία και ενδιαφέρον για μας· προφανώς όμως δεν είναι μια εύκολη υπόθεση. Μπορεί άραγε να υποστηριχθεί πως η μεταναστευτική εργασία συνέβαλε με τον τρόπο της στο βάθεμα αυτής της κρίσης ή αντίθετα η άγρια εκμετάλλευσή της έχει λειτουργήσει όλα αυτά τα χρόνια αντίρροπα στην εκδήλωσή της; Γενικά μιλώντας, έχουμε την υποψία πως σε ένα σύστημα που φέρει στο κέντρο του τα συγκρουσιακά πεδία της εκμετάλλευσης και της κυριαρχίας, κάποια συσχέτιση θα υπάρχει ανάμεσα στη ζωντανή εργασία και σε μια κρίση που έγκειται στην αποτυχία επιβολής σε αυτήν.

Από την άλλη πλευρά, δεν μπορούμε να κλείσουμε τα μάτια μπροστά σε μια κοινωνική εμπειρία που μας δείχνει πως τα τελευταία χρόνια οι μετανάστες και οι μετανάστριες έχουν αποτελέσει, στην Ελλάδα αλλά και πανευρωπαϊκά, μια πηγή υποτιμημένης και πειθαρχημένης εργασίας. Μια σειρά από στρατηγικές και μηχανισμοί, που έχουν μπει σε εφαρμογή τα τελευταία χρόνια και στους οποίες αναφερθήκαμε πιο πάνω, έχουν ακριβώς αυτό το στόχο: τον έλεγχο της κινητικότητας των μεταναστών και την επιβολή πειθαρχικών καθεστώτων που στοχεύουν στην όσο το δυνατόν μεγαλύτερη εκμετάλλευσή τους. Η ίδρυση ευρωπαϊκών στρατιωτικών/αστυνομικών σωμάτων για τον έλεγχο των συνόρων, η συνθήκη της παρανομοποίησης της μεταναστευτικής εργασίας, ένα πλέγμα οργανωμένης βίας που ξεκινά από τις θαλάσσιες επιχειρήσεις και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και φτάνει στα πογκρόμ στο κέντρο των μητροπόλεων και στο ρόλο των ΜΚΟ, ο θεσμισμένος και διάχυτος ρατσισμός, έχουν ως κοινή συνισταμένη την υποτίμηση της ζωής και της εργασίας των μεταναστών/τριών. Και φυσικά αυτό μεταφράζεται οικονομικά σε μια εν πολλοίς υπάκουη εργασιακή δύναμη, περισσότερο παραγωγική και πειθαρχημένη, στην υπηρεσία των μικρών και μεγάλων αφεντικών.

Αυτή όμως η περιγραφή δεν είναι με κανένα τρόπο απόλυτη. Υπάρχει μια πλειάδα αναφορών από αγώνες εργατών μεταναστών που θα μπορούσε να δείξει πως αυτή η προσπάθεια πειθάρχησης συχνά αποτυγχάνει. Οι περιπτώσεις οργάνωσης και αντίστασης των μεταναστών και η αλληλεπίδρασή τους με κομμάτια του ντόπιου κάθε φορά προλεταριάτου δεν είναι βέβαια κάτι καινούριο, ούτε κάτι με το οποίο δεν είμαστε εξοικειωμένοι στο ελληνικό πλαίσιο. Τα παραδείγματα της Μανωλάδας με την κινητοποίηση των μεταναστών που δούλευαν κάτω από άθλιες συνθήκες στα φραουλοχώραφά της, των Αιγυπτίων αλιεργατών στη Ν. Μηχανιώνα και πολλά ακόμη που δεν έτυχαν μεγάλης παρουσίας στο δημόσιο χώρο ή για τα οποία δε μάθαμε ποτέ, δημιουργούν –μέσα στη μειοψηφικότητά τους– ρωγμές στην κυρίαρχη συνθήκη που επιφυλάσσεται σε εκατομμύρια μετανάστες και μετανάστριες.

Κι ωστόσο, αυτή είναι μια όψη της δραστηριότητας των μεταναστών, σημαντική αλλά όχι η μόνη. Αυτό που θέλουμε να πούμε εδώ είναι ότι η σύγχρονη μετανάστευση δεν είναι αναγώγιμη στις κυρίαρχες αναπαραστάσεις περί του «πολιτικού» ούτε στις παραδοσιακές αντιλήψεις και προσλήψεις σχετικά με τους κοινωνικούς αγώνες. Το κομμάτι της εκμετάλλευσης των μεταναστών στην παραγωγή είναι σίγουρα σημαντικό· πρέπει όμως να έχουμε κατά νου ότι η εκμετάλλευση έχει ανέκαθεν υπάρξει, και είναι σήμερα περισσότερο από ποτέ, μια κοινωνική διαδικασία που δεν μπορεί να ιδωθεί περιορισμένη στο κομμάτι της παραγωγής. Η εκμετάλλευση διατρέχει το συνολικό οικοδόμημα της παραγωγής και της αναπαραγωγής και, από αυτή την άποψη, η εκμετάλλευση των μεταναστών πρέπει να ανιχνευθεί μέσα στην ολότητα της μεταναστευτικής διαδικασίας και εμπειρίας. Το ίδιο φυσικά ισχύει και για την αμφισβήτηση ή την άρνηση των μεταναστών απέναντι στην εκμετάλλευση αυτή.

Έτσι, όπως είδαμε και πριν, στις σύγχρονες μετακινήσεις στις οποίες αναφερόμαστε, βλέπουμε όχι μόνο/όχι τόσο μια επιβεβαίωση των «νόμων» της προσφοράς και της ζήτησης που διέπουν το διεθνή καταμερισμό εργασίας, αλλά πρώτα και κύρια μια επιθυμία για κινητικότητα από την πλευρά των ίδιων των μεταναστών. Η επιθυμία αυτή, χωρίς να είναι φυσικά αποκομμένη από τις ευρύτερες κοινωνικές διεργασίες, διατηρεί μια αυτονομία και δημιουργεί μια περίσσεια που είναι εν δυνάμει αποσταθεροποιητική για την ύπαρξη του συστήματος. Ακριβώς, αυτήν την περίσσεια προσπαθεί το σύστημα να ελέγξει με τους τρόπους  που είδαμε, εγκλωβίζοντάς τη στο πεδίο της παραγωγής και υποτάσσοντάς τη σε φτηνή εργασιακή δύναμη.

Με όλα αυτά, δε θέλουμε να ανακηρύξουμε τους μετανάστες επαναστατικά υποκείμενα ούτε να υποκαταστήσουμε την εμπειρία τους χρωματίζοντάς τη. Σκιαγραφούμε ωστόσο μια πραγματικότητα που δείχνει πως οι μετανάστες δεν είναι «κακομοίρηδες» και «θύματα». Έστω κι αν αυτό γίνεται συχνά ασυναίσθητα και πάντα με μια αμφιθυμία, οι μετανάστες συγκροτούν μια πολυσχιδή υποκειμενικότητα που εκφράζει αντίσταση και καινοτόμες συγκρουσιακές πρακτικές. Καταφέρνουν έτσι να θέτουν σε κριτική κυρίαρχες μορφές όπως αυτές του κράτους και της πολιτειότητας με τη δημιουργία διεθνικών χώρων έξω από την κυριαρχία τους, να καταργούν στην πράξη τα σύνορα μέσω της παράκαμψής τους, να συνιστούν μια υλική κριτική στον επιβεβλημένο διεθνή καταμερισμό της εργασίας.

Επιστρέφοντας, λοιπόν, στο αρχικό μας ερώτημα για τη σύνδεση των μεταναστών με τη σημερινή κρίση, όλα τα παραπάνω μας παραπέμπουν σε μια κρίση πειθαρχίας του σύγχρονου καπιταλισμού. Έτσι, η σημερινή κρίση σε σχέση με τη μετανάστευση μπορεί να αναγνωσθεί και ως μια κρίση τάξης (order) (Crossing Borders, Newsletter 07). Παρά την προσπάθεια του κεφαλαίου να περιορίσει τη μετανάστευση σε μια just-in-time υποτιμημένη και υποταγμένη εργασία, οι μετανάστες φαίνεται συχνά να προκαλούν την αταξία, αρνούμενοι να είναι εκεί που τους θέλουν να είναι, πειθαρχημένοι στη θέση τους και παραγωγικοί.9

…και η μετανάστευση στη σημερινή παγκόσμια κρίση

Η κρίση είναι σε μια πρώτη φάση η έκρηξη των αντιφάσεων που διαρρηγνύουν τη διαδικασία της καπιταλιστικής συσσώρευσης -αντιφάσεις που, θα το ξαναπούμε, δεν είναι παρά έκφραση των εκάστοτε κοινωνικών και ταξικών ανταγωνισμών. Στη δεύτερη στιγμή της, ωστόσο, τίποτα δεν είναι δοσμένο. Το κατά πόσο η κρίση θα αποτελέσει ευκαιρία για το ξεπέρασμα των αντιφάσεων και την επιστροφή σε μια κατάσταση απρόσκοπτης συσσώρευσης για τα αφεντικά ή, αντίθετα, θα οδηγήσει σε καταστάσεις οριακές που θα θέσουν σε κίνδυνο τη δυνατότητα επιβολής του κεφαλαίου και την ίδια του ακόμη την ύπαρξη, είναι ένα διακύβευμα που άπτεται της πραγματικής κοινωνικής κίνησης.

Σε σχέση με τις στρατηγικές του κεφαλαίου στη σημερινή συνθήκη, δε φαίνεται να υπάρχει κάποια πρωτοτυπία πέρα από την τρομερή ένταση με την οποία αυτές επιβάλλονται. Γενικά μιλώντας, κάθε κρισιακό συμβάν παράγει από την πλευρά του κεφαλαίου μια διπλή κίνηση: αναδιάρθρωση των ταξικών/κοινωνικών σχέσεων και εκκαθάριση των μη-παραγωγικών κομματιών του στα πλαίσια του ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού. Κάπως έτσι η αυξανόμενη ανεργία, η αναδιοργάνωση των εργασιακών σχέσεων, η επίθεση στον κοινωνικό μισθό, η ιδιωτικοποίηση πόρων ή υπηρεσιών που βρίσκονταν προηγουμένως υπό κρατική διαχείριση και τόσα άλλα που βιώνουμε σήμερα, μπορούν να ιδωθούν ως απότοκα ή επιμέρους τμήματα των δύο αυτών κεντρικών στρατηγικών.

Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς πως οι μετανάστες και οι μετανάστριες όχι μόνο δε ξεφεύγουν από αυτή την κρατική-καπιταλιστική επιθετικότητα, αλλά μάλλον τη βιώνουν, όπως και πριν, στις πιο επαχθείς της μορφές. Το ξέσπασμα της κρίσης σήμανε και την επίταση της επίθεσης στους μεταναστευτικούς πληθυσμούς. Οι δηλώσεις για την «ήττα του πολυπολιτισμικού μοντέλου» που τόσο πολύ αναμασήθηκαν στα στόματα των δυτικών ηγετών, καθώς και η ένταση της αντιισλαμικής υστερίας (η οποία βέβαια δουλεύεται εδώ και χρόνια) δεν είναι τίποτε άλλο από την ανοιχτή κήρυξη πολέμου σε όλους αυτούς τους «πολιτισμικά διαφορετικούς» προλετάριους.

Για την επίδραση της κρίσης στον όγκο της μετανάστευσης, μάλλον δεν μπορεί να ειπωθεί κάτι με σιγουριά. Υπάρχουν οι εκτιμήσεις πως το τοπίο που έχει διαμορφωθεί στις χώρες της Δύσης ήδη αποθαρρύνει την κινητικότητα των ανθρώπων, πολλοί εκ των οποίων μπορεί ήδη να επιστρέφουν στις χώρες τους. Από την άλλη, εκφράζεται και μια θέση που βλέπει πως η κρίση δημιουργεί νέες αιτίες που μπορούν να ενεργοποιήσουν και νέου τύπου μετακινήσεις (π.χ. αύξηση της μετανάστευσης μεταξύ χωρών-outsiders ή αύξηση της εσωτερικής μετανάστευσης). Όπως και να ‘χει, η τελική έκβαση αυτής της συζήτησης –όπως και η τελική έκβαση αυτών των μετασχηματισμών– θα προκύψει στην πράξη, μέσα από την πραγματική ιστορική κίνηση. Αυτό, πάντως, που παραμένει ξεκάθαρο είναι το γεγονός ότι υπάρχουν άνθρωποι που συνεχίζουν να μετακινούνται και η κίνησή τους αυτή μπαίνει όλο και περισσότερο στο στόχαστρο των μηχανισμών της κυριαρχίας, καθώς προσκρούει στην πραγματικότητα της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης.

Κοιτάζοντας πίσω σε άλλα ιστορικά παραδείγματα μεγάλων κρίσεων, βλέπουμε πως η μεταναστευτική εργασία είχε μπει και τότε στο στόχαστρο. Κατά τη διάρκεια του κραχ του 1929, η έναρξη του New Deal συνοδεύτηκε από τον εκτοπισμό μισού εκατομμυρίου Μεξικανών εργατών μαζί με τις οικογένειες που είχαν δημιουργήσει στο αμερικανικό έδαφος. Πολύ χαρακτηριστική είναι επίσης η περίπτωση του λεγόμενου Anwerbestopp στην οποία αναφερθήκαμε ήδη, η παύση δηλαδή των προγραμμάτων των επισκεπτών-εργατών και ο επαναπατρισμός πολλών από αυτούς, που συνέβη στη Δυτική Γερμανία μετά την κρίση του 1973. Με αυτούς τους τρόπους, τα δυτικά κράτη, μέσα σε ένα περιβάλλον κρίσης, επιχείρησαν ουσιαστικά να «εξάγουν» την ανεργία τους. Kάτι που ξεκάθαρα συμβαίνει και τώρα.

Η μείωση των θέσεων εργασίας σήμερα και το πλεονάζον εργατικό δυναμικό που αυτή συνεπάγεται είναι σίγουρα μια συνθήκη διαλυτική για την κοινωνική συνοχή. Η περίσσεια της εργασίας που δημιουργείται από τη μεταναστευτική κινητικότητα, σε συνδυασμό με μια σειρά κοινωνικών καταστάσεων που μπορεί αυτή να δημιουργήσει (από τη ρατσιστική δυσαρέσκεια των ντόπιων νοικοκυραίων μέχρι την αλληλεπίδραση με το ντόπιο προλεταριάτο ή το ξέσπασμα ταραχών), είναι έτσι κι αλλιώς μια κατάσταση που μπορεί να αποβεί επικίνδυνη για την ομαλή καπιταλιστική αναπαραγωγή, πόσο μάλλον εν μέσω μιας κρίσης σαν τη σημερινή. Το κέντρο της Αθήνας, με τις χιλιάδες των μεταναστών, είναι ένα καλό παράδειγμα για τις εκρηκτικές κοινωνικές συνθήκες που μπορεί να προκύψουν, συνθήκες που κάθε κράτος θα ήθελε να αποφύγει. Όλα αυτά εξηγούν μάλλον την προσπάθεια από τη μεριά των μηχανισμών κυριαρχίας να μειώσουν την περίσσεια αυτή με μια σειρά από τρόπους. Οι επιχειρήσεις-σκούπα, τα νέα στρατόπεδα συγκέντρωσης, οι επιβαλλόμενες με-πληρωμένα-τα-έξοδα επαναπροωθήσεις μεταναστών δείχνουν κάπου να τέμνονται: στην απεμπλοκή από ένα κομμάτι εργατικού δυναμικού, είτε μέσω του εγκλεισμού είτε μέσω του άμεσου διωγμού του.

Παρόλα αυτά, υποστηρίζουμε πως αυτό είναι ένα μόνο μέρος. Η αυστηροποίηση στον έλεγχο των μεταναστευτικών ροών και οι γενικότεροι μετασχηματισμοί στη διαχείριση της μεταναστευτικής κινητικότητας δεν έχουν σε καμιά περίπτωση ως συνολικό στόχο το σφράγισμα των συνόρων. Εξάλλου, κάτι τέτοιο θα απαιτούσε μια σειρά από εξαιρέσεις καθώς οι ελλείψεις σε εργατικό δυναμικό σε διάφορους κλάδους και οι απαιτήσεις για εργασία είναι σήμερα περισσότερο ευέλικτες από παλιά. Υπάρχουν, για παράδειγμα, τομείς που βασίζονται αποκλειστικά στη μεταναστευτική εργασία (όπως είναι οι εποχιακές αγροτικές εργασίες ή οι οικιακές εργασίες/εργασίες φροντίδας στις οποίες απασχολούνται κατά κύριο λόγο οι μετανάστριες εργάτριες).

Φαίνεται, λοιπόν, πως το ζήτημα δεν είναι τόσο το κλείσιμο των συνόρων όσο η υιοθέτηση ακόμη αυστηρότερων και πιο εξειδικευμένων ελέγχων που στοχεύουν στο μεγαλύτερο φιλτράρισμα των ροών και στη μεγαλύτερη πειθάρχηση της μετακινούμενης εργασίας. Διεξάγεται έτσι μια ακόμη μεγαλύτερη επίθεση στη μεταναστευτική εργασία, η οποία σήμερα υποτιμάται ακραία. Κι αυτό, όπως είδαμε και πριν, δεν αφορά μόνο το κομμάτι της παραγωγής αλλά το σύνολό της, συμπεριλαμβάνοντας τόσο την έμμισθη, όσο και την άμισθη εργασία. Γι’ αυτό το λόγο η συνθήκη αυτή παίρνει μάλλον τη χειρότερή της μορφή στην περίπτωση των γυναικών μεταναστριών, οι οποίες βιώνουν αυτή την επίθεση σε πολλαπλά επίπεδα καθώς αποτελούν το κατεξοχήν υποκείμενο της αναπαραγωγικής εργασίας.10

Οι μετασχηματισμοί, λοιπόν, που συντελούνται ήδη στη σημερινή συγκυρία της κρίσης είναι κάτι παραπάνω από κρίσιμοι. Σε σχέση με αυτό, στην προκήρυξη Crossing Borders (Newsletter 07) διαβάζουμε το εξής:

«Η εργασία ως τέτοια φαίνεται καταδικασμένη να γίνει άτυπη […]. Αυτός ο άτυπος χαρακτήρας δεν αφορά μόνο την παρουσία ή την απουσία νομικής ρύθμισης της σχέσης εργασίας, δηλαδή την παρουσία ή απουσία σύμβασης εργασίας. Σημαίνει μάλλον την πλήρη συρρίκνωση της σχέσης απασχόλησης σε μια σχέση εξουσίας, συχνά εξατομικευμένη, σε μία μετωπική σύγκρουση ανάμεσα στις στρατηγικές εκμετάλλευσης, αφενός, και τις στρατηγικές που εφαρμόζουν οι μετανάστες για να ξεφύγουν από την εκμετάλλευση αφετέρου.»

Και δυστυχώς η καθημερινή εμπειρία όχι μόνο το επιβεβαιώνει, αλλά δείχνει πως η εξέλιξη αυτή επεκτείνεται σταδιακά σε ολόκληρο το φάσμα της εργασίας, συμπεριλαμβάνοντας και την εργασία των ντόπιων πληθυσμών, που όλα αυτά τα χρόνια μπορεί να θεωρούσαν πως έμεναν απρόσβλητοι από την υποτίμηση των μεταναστών11.

Σχόλια για μια κοινή συνάντηση

Οι μετανάστες δεν είναι για μας ούτε θύματα, ούτε φουκαράδες, όπως θέλησαν να τους παρουσιάσουν οι μιντιακοί τηλεμαϊντανοί για να αποπολιτικοποιήσουν τον αγώνα τους. Να προκαλέσουν οίκτο και όχι αλληλεγγύη. Να θολώσουν τις κοινωνικές αναφορές των αγώνων τους αναπαράγοντας «ανθρωπιστικά» την ετερότητα του ξένου. Σε όλη τη διαδικασία της απεργίας πείνας των τριακοσίων  μεταναστών εργατών, αλλά και σε άλλους αγώνες, όπως στην απεργία των αλιεργατών στη Νέα Μηχανιώνα ή στην απεργία των Σομαλών στα Γιάννενα, το διακύβευμα από την πλευρά της εξουσίας είναι να υπονομευθεί η επίγνωση της πραγματικότητας της κοινής καταπίεσης Ελλήνων και ξένων. Εκεί είναι που παίζεται το παιχνίδι. Σήμερα όμως περισσότερο από ποτέ υπάρχει η υλική βάση για να εμφανιστεί η επίγνωση ότι οι μετανάστες αποτελούν σημαντικό και αναπόσπαστο κομμάτι της σημερινής κοινωνικής-ταξικής σύνθεσης. Κι αυτό όχι μόνο λόγω του αριθμού τους και των θέσεων εργασίας που καλύπτουν ή δεν καλύπτουν, αλλά κυρίως λόγω της υποκειμενικότητάς τους και των αγώνων των οποίων είναι μέρος σε όλα τα πεδία της εκμετάλλευσης.

Όλο και περισσότερο γίνεται κοινωνικά συνειδητό ότι τα προνόμια της υπηκοότητας φθίνουν ξεθωριάζοντας τα σύνορα του νόμιμου και του παράνομου. Η φράση ότι «είμαστε μετανάστες στην ίδια μας τη χώρα», παρόλο το συντηρητισμό της, αποτυπώνει τις δομικές αλλαγές που ζούμε. Πόσο απέχει άραγε ο Αιγύπτιος αλιεργάτης από το νέο εργαζόμενο που αμείβεται με 400 ευρώ το μήνα; Πολύ λίγο ή πολύ πιο λίγο από ότι κάποια χρόνια πριν. Η βίαιη υποτίμηση της ντόπιας εργατικής τάξης καθιστά εφικτή τη συνειδητοποίηση της κοινής μοίρας του πολυεθνικού εργάτη στον θαυμαστό –σε κρίση– καπιταλιστικό κόσμο. Μια τέτοια επίγνωση θα πρέπει να περιλαμβάνει αφενός την αναγνώριση των διαιρέσεων και των πολλαπλών σχέσεων εξουσίας που ενυπάρχουν ανάμεσα στους εκμεταλλευόμενους, αλλά να κινείται αφετέρου προς την κατεύθυνση του ξεπεράσματός τους.

Στόχος αυτής της συνάντησης, όταν οι διάσπαρτες στιγμιαίες εκφράσεις κοινών αρνήσεων και αγώνων όλο και πληθαίνουν, είναι να μην αφήσει την εθνική ιδεολογία να διασώσει τον καπιταλισμό, μέσω της συσπείρωσης του απελπισμένου προλεταριάτου γύρω από μια επιθετική εθνική–ρατσιστική ιδεολογία. Αντίθετα, το βάθεμα των σχέσεων ντόπιων και μεταναστών είναι στοίχημα σημαντικό στη διαδικασία ανακάλυψης ενός νέου «από κοινού», που θα ξεπερνά τις διαιρέσεις που επιβάλει η εθνική ιδεολογία. Από την άλλη, μια ενδιαφέρουσα πτυχή αυτής της επιδιωκόμενης συνάντησης είναι ο αμοιβαίος εμπλουτισμός με ριζοσπαστικά στοιχεία. Ένα τέτοιο στοιχείο είναι το  «ποσοστό κοινωνικότητας» που κουβαλούν οι μετανάστες μαζί τους και το οποίο στους γηγενείς πληθυσμούς έχει υπονομευτεί από την καπιταλιστική ανάπτυξη. Τελικά έχουμε πολλά να μάθουμε και να διδαχθούμε ο ένας από τον άλλο.

Η δράση μας λοιπόν πρέπει να έχει το βλέμμα της στη σύνδεση και κυκλοφορία των αγώνων ντόπιων και μεταναστών, στην πορεία για τη συγκρότηση σχέσεων ταξικής–κοινωνικής αλληλεγγύης. Αντιλαμβανόμενοι την τάξη όχι ως μια αντικειμενική κατηγορία αλλά ως μια συνεχή διαδικασία, που δεν είναι δοσμένη αλλά συγκροτείται μέσω των ανταγωνισμών που αναπτύσσονται, θεωρούμε πως οι μετανάστες/ριες είναι ένα βασικό κομμάτι της τάξης που μπορεί να ανατρέψει τον κόσμο του εμπορεύματος και των εθνικών διαχωρισμών. Στη διαδρομή αυτής της συνάντησης πρέπει και εμείς οι ίδιοι να αρνηθούμε την εθνική μας ταυτότητα που μας αφομοιώνει στον εθνικό κορμό. Ο αγώνας ενάντια στον καπιταλισμό δεν μπορεί παρά να είναι και αγώνας ενάντια στο έθνος-κράτος. Σε αυτό το πλαίσιο, δεν μπορούμε να διακρίνουμε αγώνες σε κοινωνικούς ή μη με βάση αν είναι αποδεκτοί και ενσωματώσιμοι σε ένα πλαίσιο εθνικού κοινωνικού κράτους. Το γεγονός ότι στον αγώνα των τριακοσίων μεταναστών εργατών, απεργών πείνας πολλοί πολιτικοί και κοινωνικοί σχηματισμοί διέκριναν ένα δύσβατο και μη κοινωνικοποιήσιμο αγώνα –λόγω της κοινωνικής δυσαρέσκειας από την παρουσία χιλιάδων κολασμένων μεταναστών στα κέντρα των πόλεων– είναι και ένα μέτρο της επίδρασης του εθνικού κορμού.

Η κοινή άρνηση του συστήματος εκμετάλλευσης που μας αρνείται τη ζωή, σε όλο το εύρος των καθημερινών σχέσεων, είναι το πραγματικό διακύβευμα αυτής της συνάντησης και σε αυτό το καθημερινό σχέδιο δεσμεύουμε τους εαυτούς μας.

Ενδεικτικές πηγές:

Βarchiesi, F, 2004, Citizenship as Movement. Migrations, Social Control and the Subversion of State Sovereignty [διαθέσιμο στο http://www.commoner.org.uk/09barchiesi.pdf%5D

Bonefeld, W. and Holloway, J., 1995, Χρήμα και Ταξική Πάλη, Global Capital,NationalStateand the Politics of Money, MacMillan Press [διαθέσιμο στο http://www.rebelnet.gr/articles/view/Money-and-Class-Struggle%5D

Factory: Επιθεώρηση για τους Μητροπολιτικούς Ανταγωνισμούς, (2010), τ.1, Η μονιμότητα της κρίσης του καπιταλισμού [διαθέσιμο στο https://factoryfanet.wordpress.com/%5D

Frassanito Network, Crossing Borders Newsletters

[διαθέσιμα στο http://www.noborder.org/crossing_borders/%5D

Mezzadra, S., 2004, Καπιταλισμός, μεταναστεύσεις και κοινωνικοί αγώνες, περιοδικό Θέσεις τ.91, μετάφραση από Άκη Γαβριηλίδη  [διαθέσιμο στο http://www.theseis.com]

-2004, The Right to Escape,  Ephemera journal, vol. 4(3): 267-275  [διαθέσιμο στο http://ephemeraweb.org/journal/4-3/4-3mezzadra.pdf%5D

-2010, The gaze of autonomy. Capitalism, Migration and Social Struggles [διαθέσιμο στο http://uninomade.org/the-gaze-of-autonomy-capitalism-migration-and-social-struggles/%5D

Miles, R., 1986, Labour migration, racism and capital accumulation in western Europe since 1945: an overview, Capital & Class 10: 49-86

Peña, D., 2008, The Crisis of Capital, Immigration, and Food Justice [διαθέσιμο στο http://mexmigration.blogspot.com/2010/07/crisis-of-capital-immigration-and-food.html%5D

Sacchetto, D., 2007, Offshore Outsourcing and Migrations: the South-Eastern and Central Eastern European Case [διαθέσιμο στο http://www.commoner.org.uk/?s=sacchetto%5D

Tsianos, V. and Karakayali, S., 2010, Transnational Migration and the Emergence of the European Border Regime: An Ethnographic Analysis, European Journal of Social Theory 13(3) 373–387

1. Αναφέρεται στο Garos,S. Griechische Arbeitnehmer und die Gewerkschaft. Ιστορική ανασκόπηση από την ελληνική μετανάστευση στη Γερμανία

2. ο.π.

3. Όταν μιλάμε για συγκεκριμένες κοινωνικοϊστορικές συνθήκες, εννοούμε το καθεστώς μικροϊδιοκτησίας –ιδιαίτερα εκτεταμένο στην ελληνική πραγματικότητα– που δεν επιτρέπει μεγάλες επενδύσεις σε τεχνολογία και παράλληλα, όπως αναφέρεται και παραπάνω, την άρνηση των ντόπιων εργαζομένων (αλλά και των μικροϊδιοκτητών) να απασχοληθούν σε αγροτικές εργασίες. Προφανώς παίζει το ρόλο της και η ιδιαιτερότητα της δουλειάς στον αγροτικό και τον κατασκευαστικό τομέα, όπου η ανθρώπινη εργασία δύσκολα αυτοματοποιείται. Αυτό, όμως, από μόνο του, δεν αρκεί για να εξηγήσει γιατί, για παράδειγμα, η ίδια (αγροτική) εργασία στην Ινδία, όπου έλαβε χώρα η Πράσινη Επανάσταση (δηλαδή η επιβολή της μονοκαλλιέργειας, η εισαγωγή μηχανών και η ευρεία χρήση λιπασμάτων), εξαρτάται περισσότερο από την τεχνολογία από ό,τι στην Ελλάδα. Η απάντηση βρίσκεται στη συγκεκριμένη κάθε φορά συνθήκη του κοινωνικού ανταγωνισμού, που υπαγορεύει ουσιαστικά στο κεφάλαιο το αν και κατά πόσο θα στραφεί σε επιχειρήσεις έντασης εργασίας ή έντασης κεφαλαίου, προκειμένου να συνεχιστεί απρόσκοπτα η διαδικασία της συσσώρευσης.

4. General Sullivan, R. Gordon. (1993). Land Warfare in the 21st Century. Άρθρο του Στρατηγού Sullivan στα πλαίσια συνεδρίου του U.S. Army War College. Στο άρθρο αυτό συνδέεται άμεσα η εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ με τη δυνατότητα για απρόσκοπτη καπιταλιστική ανάπτυξη.

5. Σε σχέση με τις πρόσφατες εξεγέρσεις στον αραβικό κόσμο είναι σημαντικό να τονιστεί η συμβολή σε αυτές των μεταναστών/τριών και η αλληλοτροφοδότηση που υπήρξε με τις χώρες προέλευσής τους σε επίπεδο εμπειριών, οργάνωσης, αλλά και μιας γενικότερης κουλτούρας αγώνα. Αυτό είναι ενδεικτικό και της ριζοσπαστικής υποκειμενικότητας που μπορεί συχνά να συσχετίζεται με τη μεταναστευτική εμπειρία.

6. Με την εξωτερίκευση των συνόρων εννοούμε την προσπάθεια από μέρους της Ε.Ε. να συγκρατούνται οι μετανάστες που επιχειρούν να περάσουν στην επικράτεια της Ευρώπης πριν καν φτάσουν στα σύνορά της. Αυτή περιλαμβάνει συμφωνίες με μια σειρά από κράτη που βρίσκονται είτε στα ανατολικά της σύνορα (π.χ. Ουκρανία) είτε κάτω από τη Μεσόγειο (Λιβύη, Μαρόκο). Με τις συμφωνίες αυτές έχει γίνει πράξη η κατασκευή στρατοπέδων συγκέντρωσης μεταναστών και η συγκρότηση ειδικών αντιμεταναστευτικών σωμάτων στο έδαφός των κρατών αυτών, με σκοπό την ανάσχεση των μετακινήσεων.

7. Μιλώντας για καθεστώτα δεν εννοούμε μονομερείς κινήσεις από την πλευρά του κράτους και του κεφαλαίου με τις οποίες επιβάλλουν τον έλεγχό τους, αλλά τα αντιλαμβανόμαστε σαν ανταγωνιστικές και συγκρουσιακές διαδικασίες. Χοντρικά, από τη μια μεριά υπάρχει η μεταναστευτική πρακτική και υποκειμενικότητα, από την άλλη η θέληση για την τιθάσευση και την εκμετάλλευσή της που εκφράζεται και μέσα από τα καθεστώτα αυτά. Τα ενδεχόμενα είναι κάθε φορά ανοιχτά.

8. Στην Ελλάδα των αρχών του ’90 ακριβώς αυτή η διαδικασία ξεκίνησε με πρωτοβουλία του κράτους. Ανοίγοντας τα σύνορα με την Αλβανία δημιούργησε ένα πληθυσμό παράνομων μεταναστών. Αυτοί οι άνδρες και αυτές οι γυναίκες, κυρίως από την Αλβανία, σε ένα βαθμό έβγαλαν τον ελληνικό καπιταλισμό από τα αδιέξοδα που αντιμετώπιζε ύστερα και από την ανολοκλήρωτη αναδιάρθρωση του Μητσοτάκη που μπλοκαρίστηκε από τους αγώνες του ντόπιου προλεταριάτου (ΕΑΣ, εκπαίδευτικά…). Οι ελαστικές σχέσεις εργασίας εφαρμόστηκαν στα σώματα των πρώτων αλβανών μεταναστών με εξαιρετική αγριότητα· γι’ αυτό κι εδώ ο όρος «ελαστικές» χρησιμοποιείται μόνο και μόνο για να περιγράψει τη μετέπειτα εξέλιξη του φαινομένου, καθώς παραείναι κομψός για να αποτυπώσει την αγριότητα αυτή. Η συγκεκριμένη μορφή της μεταναστευτικής εργασίας θεωρούμε ότι επιτέλεσε ένα διπλό ρόλο. Από τη μία τάισε την κερδοφορία των ντόπιων αφεντικών συντηρώντας ένα ικανοποιητικό επίπεδο εκμεταλλευσιμότητας. Από την άλλη, αποτέλεσε ένα νέο πείραμα, ένα πεδίο δοκιμών, για τη μελλοντική υποτίμηση της ντόπιας εργατικής τάξης, μέσω της ελαστικοποίησης των εργασιακών σχέσεων, κάτι που, άλλωστε, δεν άργησε να συμβεί.

9. Σε αυτό το μοτίβο, παρουσιάζει ενδιαφέρον η άποψη του ανθρωπολόγου Devon G. Peña που στο άρθρο του The Crisis of Capital, Immigration, and Food Justice προσπαθεί να συνδέσει τη μετανάστευση των Μεξικανών ανδρών και γυναικών προς τις ΗΠΑ με τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Μετά από μια σύντομη ανάλυση της σημερινής κρίσης ως αποτέλεσμα της ρήξης στο τελικό στάδιο της διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου (αυτό της πραγματοποίησης της υπεραξίας και της εκ νέου επένδυσής της στην παραγωγική διαδικασία) και μια αναφορά στην εμπορευματοποίηση του ρίσκου μέσα από την κατασκευή σύνθετων χρηματοπιστωτικών προϊόντων, ο Peña καταλήγει: «Πώς συσχετίζεται αυτό με τη μεξικανική μετανάστευση; Η εκμετάλλευση ευάλωτων πληθυσμών, όπως οι χωρίς-χαρτιά διεθνικοί Μεξικανοί εργάτες, λειτουργεί στη βάση της ίδιας πραγμοποίησης της αξίας που παρήγαγε εξωτικά εργαλεία όπως τα CDS (Credit Default Swaps), μόνο που αντί της εφήμερης αξίας των χαρτιών μιλάμε για την αφαίρεση της ζωντανής εργασιακής δύναμης. Σκεφτείτε τους Μεξικανούς εργάτες ως μια εκδοχή με σάρκα και αίμα της εμπορευματοποίησης του ρίσκου, μόνο που σε αυτή την περίπτωση οι καπιταλιστές πόνταραν στην απεριόριστη διαθεσιμότητα εκμεταλλεύσιμων εργατών χωρίς-χαρτιά, των οποίων η αξία χρήσης ως παραγωγική εργασία ήταν πολιτικά απαξιωμένη. Και αυτό έχει επίσης καταρρεύσει υπό το βάρος τόσο αγώνων των εργατών όσο και της αυξανόμενης στρατιωτικοποίησης των συνόρων…»

10. Η θέση των γυναικών στη μετανάστευση είναι από μόνη της ένα τεράστιο κεφάλαιο των παγκόσμιων μετακινήσεων. Μπορούμε να πούμε απλά εδώ ότι η όλο και μεγαλύτερη συμμετοχή των γυναικών στις σύγχρονες μεταναστεύσεις είναι μια πολύ βασική τους πτυχή, κάτι που έχει αλλάξει με ένα ιδιαίτερο τρόπο την κοινωνική σύνθεση των μεταναστών, τις μεταξύ τους σχέσεις, τη σύνθεση της μεταναστευτικής εργασίας και τελικά την ίδια τη φύση της μετανάστευσης (αυτό που κάποιοι περιγράφουν ως «θηλυκοποίηση της μετανάστευσης»).

11. Στην Ελλάδα άλλωστε φαίνεται πως η αντιμεταναστευτική πολιτική επιτελεί σήμερα κι ένα ιδεολογικό ρόλο για την κατασκευή της «πολυπόθητης» εθνικής ενότητας (όχι ότι αυτό είναι κάτι πρωτότυπο). Κάπως έτσι, ο μετανάστης παρουσιάζεται ως εξωτερικός εχθρός, ένα βολικό μέσο φαντασιακού εκτοπισμού της φύσης του «προβλήματος», αποπροσανατολισμού και ρατσιστικών φαντασιώσεων τιμωρίας και δίωξης.

Written by factoryfanet

Ιουνίου 14, 2011 at 12:52 μμ

Αναρτήθηκε στις 02 τεύχος, μετανάστευση

Για την κρίση τροφίμων

leave a comment »

Στις αρχές του 2007, περίπου τον ίδιο καιρό με το σκάσιμο της χρηματοπιστωτικής φούσκας, οι τιμές των τροφίμων παγκόσμια άρχισαν να αυξάνονται. Μέσα σε ένα χρόνο, οι τιμές βασικών προϊόντων όπως το καλαμπόκι, το σιτάρι ή το ρύζι σε πολλές περιπτώσεις διπλασιάστηκαν, αυξάνοντας βίαια κατά 150 εκατομμύρια. τον αριθμό των ανθρώπων που υποφέρουν από ασιτία ή υποσιτισμό και κάνοντας ακόμη πιο δύσκολη την αναπαραγωγή δισεκατομμυρίων ακόμη.

Η άνοδος αυτή των τιμών παρήγαγε άμεσες απαντήσεις, καθώς μέσα στην άνοιξη του 2008 ξέσπασαν εκτεταμένες διαμαρτυρίες και ταραχές σχεδόν ταυτόχρονα σε τριάντα τρεις χώρες. Μετά από αυτές τις «εξεγέρσεις των τροφίμων» (food riots, όπως ονομάστηκαν), οι τιμές επανήλθαν περίπου στα πρότερα επίπεδα. Δεν πρόκειται φυσικά για την πρώτη φορά που συνέβη μια απότομη αύξηση των τιμών η οποία συνοδεύτηκε από ανάλογες αντιδράσεις. Όπως θα δούμε άλλωστε και πιο κάτω, δεν πρόκειται για ένα απρόσμενο συμβάν, αλλά για μια χρόνια διαδικασία απολύτως σύμφυτη με την καπιταλιστική λογική. Η ένταση, ωστόσο, τόσο της διακύμανσης των τιμών όσο και των αντιδράσεων υπήρξε καινοφανής, τη στιγμή μάλιστα που είχαν προηγηθεί τρεις δεκαετίες σχετικής σταθερότητας.

Η διεθνής φιλολογία υποδέχθηκε αρχικά την κρίση των τροφίμων του 2008 με μια έκπληξη που μόνο γέλιο προκαλεί, σε μια υπόθεση για την οποία πολλοί είχαν προειδοποιήσει δεκαετίες πριν. Και ύστερα πήραν μπροστά τα μηχανάκια του θεάματος για να εξηγήσουν και να πείσουν. Στην αφήγηση της εξουσίας, η κρίση αυτή –η άνοδος δηλαδή των τιμών που αποδόθηκε στην έλλειψη τροφής– παρουσιάστηκε σαν το ατυχές αποτέλεσμα ενός συνδυασμού γεγονότων που κανείς δε θα μπορούσε να προβλέψει και να προλάβει. Παρέλασαν μπροστά μας ως αιτίες σεισμοί, καταποντισμοί, κακοκαιρίες, αυξήσεις στον παγκόσμιο πληθυσμό, αυξήσεις στην τιμή του πετρελαίου, η κλιματική αλλαγή, οι αλλαγές στις διατροφικές συνήθειες του Νότου, η προώθηση των βιοκαυσίμων· οτιδήποτε δηλαδή θα μπορούσε να πλασάρει τις διακυμάνσεις στις τιμές των εμπορευμάτων ως «γεγονότα της φύσης» και σίγουρα να αποφύγει κάθε σύνδεση με τη συνολικότερη καπιταλιστική κρίση και κάθε αντιμετώπιση της κρίσης των τροφίμων σαν αυτό που είναι: ένα ακόμη πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα στους εκμεταλλευτές και τους εκμεταλλευόμενους, τους κυρίαρχους και τους κυριαρχούμενους αυτού του κόσμου.

Η αλήθεια είναι πως τέτοια μοτίβα δεν έλειψαν ούτε και από αναλύσεις του ευρύτερου «χώρου της αμφισβήτησης», ωστόσο στις τελευταίες υπάρχει κι ένα ακόμη σημείο που βρίσκεται πολύ πιο κοντά στην πραγματικότητα. Σύμφωνα με αυτό, η άνοδος των τιμών είναι αποτέλεσμα της κερδοσκοπίας (speculation) που συντελέστηκε και συντελείται πάνω στις τιμές του εμπορεύματος-τρόφιμα, καθώς μετά το ξέσπασμα της κρίσης των ενυπόθηκων δανείων στην Αμερική, μεγάλα κεφάλαια μετακινήθηκαν από την αγορά των σπιτιών σ’ αυτή των τροφίμων με σκοπό να συνεχίσουν τη λογιστική τους αυτοαξιοποίηση. Η αύξηση, λοιπόν, είναι το άμεσο αποτέλεσμα του τεράστιου παιχνιδιού επενδύσεων σε παράγωγα και άλλα χρηματοπιστωτικά προϊόντα που στήθηκε στο Χρηματιστήριο Τροφίμων του Σικάγο.

Ενώ η αναφορά στην κερδοσκοπική δραστηριότητα πάνω στις τιμές των τροφίμων καταφέρνει αρχικά να εξηγήσει το μηχανισμό αύξησής τους, μένοντας σ’ αυτό το επίπεδο ανάλυσης αδυνατούμε να ερμηνεύουμε τους λόγους για τους οποίους επιλέχθηκε η αγορά των τροφίμων και όχι ένα οποιοδήποτε άλλο εμπόρευμα. Είναι αλήθεια ότι η πιστωτική επέκταση είναι μια οδός διαφυγής από την εργατική ανυποταξία. Το κεφάλαιο δηλαδή στρέφεται στην κερδοσκοπία γιατί αδυνατεί να αντιμετωπίσει την εργασία στο πεδίο της παραγωγής, έτσι που η κερδοσκοπική διάσταση της συσσώρευσής του και η ανυποταξία της εργασίας είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Ωστόσο, και πάλι, γιατί τα αφεντικά να ρισκάρουν να εμπλακούν σε μια αγορά που μπορεί να επιφέρει απρόβλεπτες αντιδράσεις για να επιτύχουν τη συσσώρευση αυτή;

Είναι κρίσιμο εδώ να κατανοήσουμε πως αυτό που περιγράφεται ως κρίση των τροφίμων δεν έχει να κάνει με κάποια πτώση της παγκόσμιας γεωργικής παραγωγής ούτε με κάποια παγκόσμια έλλειψη τροφίμων. Δεν πρόκειται για μια πραγματική σπάνη τροφίμων αλλά για την αύξηση των τιμών τους λόγω μιας τεχνητής σπανιότητας, σαν αυτές που έχει κατασκευάσει πολλές φορές ο καπιταλισμός. Υπό αυτή την έννοια, αυτό που περιγράφεται σαν κυνικότητα κάποιων κοντόφθαλμων κερδοσκόπων που κοιτούν να βγάλουν γρήγορο κέρδος προκαλώντας εξαθλίωση, μπορεί να ιδωθεί σαν τον πολιορκητικό κριό μιας επίθεσης από την πλευρά του κεφαλαίου, στην προσπάθειά του να εγκαταστήσει τον έλεγχό του πάνω στις κύριες πηγές ενέργειας και αξίας. Όπως το θέτει ο G.Caffentzis στο πολύ χρήσιμο άρθρο του Descrambling the “Food Crisis”:

«Η παραγωγή τροφίμων είναι το κλειδί για τη ρύθμιση των οικονομικών δραστηριοτήτων, του επιπέδου των μισθών και της εργασιακής δύναμης σε κάθε τμήμα του κόσμου […] εκείνος που ελέγχει την παραγωγή τροφίμων, ελέγχει επίσης την πολιτική οικονομία του πλανήτη».

Η προτίμηση, λοιπόν, στην αγορά των τροφίμων δεν μπορεί να εννοηθεί χωρίς τους ανταγωνισμούς που είναι πάντοτε παρόντες. Το αντίθετο. Πρόκειται για μια επιθετική κίνηση μέσα σ’ αυτούς τους ανταγωνισμούς. Ο Caffentzis στο ίδιο κείμενο αναλύει τρεις παράγοντες για την επιλογή των τροφίμων:

α. Την εξαπλούμενη άρνηση της εμπορευματοποίησης της γης (που είναι ιδιαίτερα ισχυρή στην Αφρική) και τον αγώνα που δίνουν κοινότητες της Λατινικής Αμερικής για να ανατρέψουν την ιδιωτικοποίηση της γης και των φυσικών πόρων και να ξαναδημιουργήσουν «νέα κοινά».

β. Την προσπάθεια από την πλευρά του κεφαλαίου να εισάγει μια σειρά μεταρρυθμίσεων στην κοινωνική αναπαραγωγική διαδικασία, που ήταν για καιρό στη νεοφιλελεύθερη ατζέντα, αλλά έτυχε επιτυχούς αντίστασης από εργάτες στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ. Πρόκειται δηλαδή για ένα ακόμη τρόπο μεταφοράς πλούτου από την εργασία στο κεφάλαιο και μάλιστα μέσω της επίθεσης στο πιο αδύναμο σημείο των εργατών: όχι ως αγωνιζομένων αλλά ως καταναλωτών.

γ. Η επίθεση αυτή εκδηλώνεται επίσης στα τα πλαίσια της προσπάθειας να υπερνικηθεί η αντίσταση τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Αφρική και στη Λατινική Αμερική ενάντια στην εισαγωγή γενετικά μεταλλαγμένων προϊόντων.

Τελικά, σε μια προσπάθεια να απομυστικοποιήσουμε την κρίση τροφίμων, μπορούμε να τη δούμε ως μια ακόμη στιγμή στη σύγκρουση ανάμεσα στη συνεχή και ανανεούμενη διαδικασία της πρωταρχικής συσσώρευσης (ή με τα λόγια του David Harvey, της συσσώρευσης μέσω της αποστέρησης πόρων) από τη μια πλευρά, και στην αντίσταση στις νέες περιφράξεις από την άλλη.

Βιβλιογραφία

Caffentzis, George, (2008), Descrambling the “Food Crisis”,http://www.metamute.org/en/content/decoding_the_food_crisis

στα ελληνικά: Ερμηνεύοντας την κρίση των τροφίμων, μετάφραση από Hobo http://mutantjazs.blogspot.com/2008/10/blog-post_05.html

Written by factoryfanet

Ιουνίου 14, 2011 at 12:47 μμ

Αναρτήθηκε στις 02 τεύχος, κρίση

Θέσεις για τη Διαρκή Κρίση του Καπιταλισμού, το ανυπέρβλητο των ταξικών ανταγωνισμών

leave a comment »

του Harry Cleaver

Εισαγωγή

Το κείμενο που ακολουθεί είναι μια μετάφραση των σημειώσεων με τίτλο «Theses on Secular Crisis in Capitalism: The Insurpassability of Class Antagonisms» (Θέσεις για τη Διαρκή Κρίση του Καπιταλισμού: Το Ανυπέρβλητο των Ταξικών Ανταγωνισμών) του Harry Cleaver, θεωρητικού του Αυτόνομου Μαρξισμού. Η μετάφραση αυτή επιλέχθηκε να γίνει από την Υποομάδα της Φάμπρικα Υφανέτ για την Κρίση, στα πλαίσια της θεωρητικής μας ενασχόλησης με το ζήτημα αυτό και της αναζήτησης θεωρητικών εργαλείων που θα μας βοηθήσουν, όχι μόνο να κατανοήσουμε τα αίτια της κρίσης αλλά και να εξετάσουμε πιθανούς τρόπους εξόδου από τον καπιταλισμό γενικότερα. Αυτό αποτελεί ένα από τα κομμάτια της θεωρητικής μας δουλειάς, αφού μελλοντικά θα υπάρξουν κι άλλες προσπάθειες κατάθεσης τέτοιων σκεπτικών που συμβάλουν στην εμβάθυνση της πολιτικής σκέψης, στην τόνωση της δύναμης των αγωνιζόμενων κομματιών και στην επινόηση νέων μορφών πάλης που θα θέτουν τον καπιταλισμό συνεχώς σε κρίση.

Ο Harry Cleaver, ως καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Τέξας, έχει αναδείξει ζητήματα και αναπτύξει θεωρίες που στόχευαν πάντα στην υποστήριξη των αγώνων που εναντιώνονταν στην εκμετάλλευση, ιδιαίτερα εκείνων των αγώνων που είχαν χαρακτηριστικά υπέρβασης του καπιταλισμού. Η ερευνητική του ενασχόληση έχει ακολουθήσει τρεις αλληλένδετους άξονες: την πολιτική ανάγνωση της επικρατούσας θεωρίας της πολιτικής οικονομίας, ώστε να γίνει κατανοητός τόσο ο ιδεολογικός της όσο και ο στρατηγικός της ρόλος, την κριτική και την επεξεργασία της μαρξιστικής θεωρίας, ως θεωρίας του ταξικού ανταγωνισμού, καθώς και τη μελέτη των κοινωνικών συγκρούσεων στο σύγχρονο καπιταλισμό, που ωθούν την ανάπτυξή του, επισπεύδουν τις κρίσεις του και επιδιώκουν να προχωρήσουν πέρα από τα όριά του.

Η σκέψη του, όπως προαναφέραμε, ανήκει στο θεωρητικό ρεύμα του Αυτόνομου Μαρξισμού και βασίζεται στη θεωρία της αυτόνομης δύναμης των εργατών. Αφετηρία της ανάλυσής του είναι οι αγώνες που δίνουν οι ίδιοι οι εργάτες και η δύναμή τους να φέρνουν το καπιταλιστικό σύστημα σε κρίση, διαρρηγνύοντας τους μηχανισμούς του και εφευρίσκοντας νέες μορφές κοινωνικής οργάνωσης. Αντιθέτως, οι παραδοσιακοί μαρξιστές και κριτικοί θεωρητικοί επικεντρώνονταν κατά βάση στη μελέτη της δύναμης του κεφαλαίου και αντιλαμβάνονταν τους εργατικούς αγώνες ως αντίδραση στις επιθετικές κινήσεις του κεφαλαίου, καθοδηγούμενοι από μια εξωτερική ηγεσία που θα ήταν σε θέση να τους διαφωτίσει και να τους κινητοποιήσει. Σύμφωνα με τον Cleaver, η πολιτική σημασία του να τοποθετούμε τη δική μας δύναμη στο κέντρο του σκεπτικού μας σχετικά με τις ταξικές συγκρούσεις στον καπιταλισμό, έγκειται στην απλή αλήθεια ότι μόνο στη βάση της ακριβούς αποτίμησης της δικής μας δύναμης μπορούμε να συζητήσουμε με χρήσιμο τρόπο πάνω στο πώς θα προχωρήσουμε στο χτίσιμο αυτής της δύναμης. Γι’ αυτόν το λόγο επιλέξαμε κι εμείς να μεταφράσουμε αυτό το κείμενο: ακριβώς επειδή αναδεικνύει το δυναμισμό των ταξικών σχέσεων και αναγνωρίζει τις κινήσεις μας ως μια σημαντική δύναμη που μπορεί να υποδεικνύει τις κατευθύνσεις που θα πάρει η ιστορία. Επειδή ως θεωρία κρίσης συνιστά κι ένα εργαλείο αγώνα που σκοπό έχει να οξύνει τον ταξικό ανταγωνισμό. Η ανάλυση αυτή αποτελεί στην ουσία μια ενεργητική θέση –μια θέση μάχης– μέσα στην ταξική σύγκρουση και όχι μια εξύμνηση της παντοδυναμίας του κεφαλαίου, απέναντι στο οποίο εμείς κρατάμε πάντα μια παθητική αμυντική στάση. Αυτή η οπτική είναι ένας δυναμικός και αισιόδοξος τρόπος να ερμηνεύουμε την ιστορία, αφού μας εφοδιάζει με εργαλεία ώστε να είμαστε σε θέση να αποτιμούμε τις δυνάμεις μας, να κάνουμε κριτική στα μέσα του αγώνα μας και να επινοούμε καινούργια όταν χρειάζεται.

Στις θέσεις που ακολουθούν, ο Cleaver πέτυχε με ένα συμπυκνωμένο και εύστοχο λόγο να επανερμηνεύσει δομικούς όρους της μαρξιστικής θεωρίας και να επανατοποθετήσει τον «ενδοκαπιταλιστικό» ανταγωνισμό εκεί που του αρμόζει: εντός της ταξικής πάλης. Εξηγεί, δηλαδή, ότι ο ανταγωνισμός μεταξύ των ίδιων των καπιταλιστών σχετίζεται άμεσα με την σύγκρουση των διαφορετικών ταξικών δυνάμεων και ότι οι κινήσεις του κεφαλαίου βρίσκονται πάντα σε συνάρτηση με την έκβαση αυτής της σύγκρουσης. Υποστηρίζει ότι η κρίση είναι διαρκής, εξηγώντας ότι ο καπιταλισμός, ως σύστημα κυριαρχίας, αυτό που κάνει είναι να γεννά αναπόφευκτα ανταγωνιστικές προς αυτόν δυνάμεις τις οποίες προσπαθεί να αποφύγει χωρίς φυσικά να το καταφέρνει. Η γενικευμένη υποταγή της ανθρώπινης ζωής στην εργασία, δηλαδή η οργάνωση της κοινωνίας με βάση την αξία, περιορίζει την ανάπτυξή της. Οι άνθρωποι πάντα αγωνίζονταν, είτε για μια καλύτερη θέση μέσα στο πλαίσιο της καθολικής επιβολής της εργασίας, είτε για να ξεφύγουν από τα όρια που θέτει αυτή η επιβολή, διεκδικώντας λιγότερο εργασιακό χρόνο και περισσότερο χρόνο για αυτοαξιοποίηση. Το κεφάλαιο από την άλλη, πάντα προσπαθούσε να ξαναεσωτερικεύσει προς όφελος του αυτόν τον απελευθερωμένο και κερδισμένο από την εργατική τάξη χρόνο, αλλά όχι απαραίτητα ως καθαρή μορφή εργασίας αλλά και ως μορφή αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης. Έτσι ο ανταγωνισμός επεκτείνεται σε διάφορα πεδία της ζωής και δεν περιορίζεται μόνο στην εργασία. Είναι η καθολικότητα της πάλης που οδηγεί το κεφάλαιο σε καθολική κρίση και στη συνέχεια σε προσπάθειες ενσωμάτωσης των αντιθετικών δυνάμεων που το ίδιο γεννά. Μέσα από αυτή τη διαδικασία συσσώρευσης των ταξικών σχέσεων ο καπιταλισμός αντλεί δύναμη για να συνεχίσει να υπάρχει και είναι η διακοπή αυτής ακριβώς της διαδικασίας που θα σημάνει το τέλος του.

Θέσεις για τη διαρκή κρίση του καπιταλισμού: Το ανυπέρβλητο των ταξικών ανταγωνισμών(*)

Η συμβολή του Harry Cleaver σε μια κριτική στο άτρωτο του καπιταλισμού μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης αλλά και στην ικανότητα της παραδοσιακής μαρξιστικής θεωρίας να εξηγήσει τη συνεχιζόμενη ευπάθεια του κεφαλαίου.

Πρόκειται για ένα τροποποιημένο σύνολο σημειώσεων που παρουσιάστηκε στο Rethinking Marxism Conference με τίτλο «Secular Crisis in Capitalism: Attempts at Theorization» στο Amherst της Μασαχουσέτης, στις 13 Νοεμβρίου το 1992.

Θέση 1: Είμαστε εν μέσω μιας διαρκούς κρίσης.

Γράφουμε και μιλάμε για τη σημερινή κρίση με τον ίδιο τρόπο που το κάνουμε τις τελευταίες δύο δεκαετίες, επειδή συνεχίζουμε να παίρνουμε μέρος σε μία παγκόσμια κρίση του καπιταλισμού που μπορεί να χρονολογηθεί τουλάχιστον από τα τέλη της δεκαετίας του 1960. Όσον αφορά τη διάρκεια, το βάθος και την έκταση, αυτή η κρίση μπορεί να συγκριθεί με εκείνη της δεκαετίας του 1930 –η διάρκεια της οποίας θεωρείται ότι απλώνεται από πριν το κραχ του 1929, σε όλη τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και μέχρι τις αρχές της μεταπολεμικής περιόδου της Pax Americana, μέσω του Σχεδίου Μάρσαλ στη Δυτική Ευρώπη, της ανοικοδόμησης της Ιαπωνίας και της έναρξης του Ψυχρού Πολέμου. Γράφουμε και μιλάμε για μία διαρκή κρίση, διότι ούτε οι υφέσεις των επιχειρηματικών κύκλων ούτε οι ανακάμψεις, ούτε μια ολόκληρη σειρά από καπιταλιστικά αντίμετρα (τοπικά και διεθνή) έχουν επιλύσει τα βασικά προβλήματα του συστήματος με τέτοιο τρόπο ώστε να θέσουν τη βάση για μια εκ νέου σταθερή διαδικασία συσσώρευσης. Έτσι, με τον όρο «διαρκής κρίση» εννοούμε την αέναη απειλή για ίδια την ύπαρξη του καπιταλισμού που συνιστούν οι ανταγωνιστικές δυνάμεις και τάσεις οι οποίες είναι έμφυτες στην κοινωνική του δομή και οι οποίες εξακολουθούν να υφίστανται παρά τις βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις και τις μείζονες αναδιαρθρώσεις.

Θέση 2: Η διαρκής κρίση είναι κρίση της ταξικής σχέσης.

Οι βασικές ανταγωνιστικές δυνάμεις οι οποίες είναι συνυφασμένες με την κοινωνική δομή του καπιταλισμού, που επιβιώνουν παρά τα σκαμπανεβάσματα των διακυμάνσεων και των αναδιαρθρώσεων, που έχουν επανειλημμένα ενσωματωθεί χωρίς όμως ποτέ να χάσουν τη δύναμή αναζωπύρωσής τους, είναι η αρνητικότητα και η δημιουργικότητα της εργατικής τάξης. Η εργατική τάξη αποτελεί μια διαρκή απειλή για την επιβίωση του καπιταλισμού τόσο εξαιτίας των αγώνων της ενάντια σε διαφορετικές πτυχές της καπιταλιστικής κοινωνικής μορφής, όσο και επειδή έχει την τάση, μέσω της εφευρετικότητάς της, να κινείται και πέρα από αυτή την κοινωνική μορφή. Σε αντίθεση με όλες τις αστικές ιδεολογίες του κοινωνικού συμβολαίου, του πλουραλισμού και της δημοκρατίας, ο μαρξισμός έχει δείξει ότι ο ταξικός ανταγωνισμός απορρέει από το γεγονός ότι ο καπιταλισμός είναι μια κοινωνική τάξη πραγμάτων που βασίζεται στην κυριαρχία, δηλαδή, στην επιβολή ενός συνόλου κοινωνικών κανόνων μέσω των οποίων τείνει να οργανώσει το σύνολο της ζωής. Ο καπιταλισμός, λοιπόν, ως κοινωνικό σύστημα, είναι αδύνατο να υπερβεί τον ταξικό ανταγωνισμό, επειδή αυτός ο ανταγωνισμός είναι αδιαχώριστος από την κυριαρχία που προσδιορίζει το σύστημα.

Θέση 3: Η ταξική σχέση είναι ο αγώνας πάνω στην εργασία.

Οι καπιταλιστικοί κανόνες επιβάλλουν τη γενικευμένη υποταγή της ανθρώπινης ζωής στην εργασία. Ενώ η εξαγωγή υπερεργασίας εμφανίζεται σε όλες τις προηγούμενες ταξικές κοινωνίες, μόνο στον καπιταλισμό όλες οι ανθρώπινες δραστηριότητες έχουν αναδιαμορφωθεί ως εργασία, ως εργασιακές διαδικασίες που παράγουν εμπορεύματα. Αυτές οι διαδικασίες είτε παράγουν αξίες χρήσης που μπορούν να πωληθούν και μέσω των οποίων μπορεί να πραγματοποιηθεί κέρδος, είτε παράγουν και αναπαράγουν την ίδια την ανθρώπινη ζωή ως εργασιακή δύναμη. Ο ανταγωνισμός, η αντίσταση και η εναντίωση συνοδεύουν αυτή την επιβολή, επειδή αυτός ο τρόπος οργάνωσης της ανθρώπινης ζωής βάζει όρια και περιορίζει ασφυκτικά την ανάπτυξή της. Οι άνθρωποι παλεύουν τόσο ενάντια στην υποβίβασή τους σε «απλούς εργαζομένους», όσο και προς την κατεύθυνση της επεξεργασίας νέων τρόπων ύπαρξης, οι οποίοι ξεφεύγουν από τα όρια του καπιταλισμού.1

Θέση 4: Η εργατική τάξη (μισθωτή και άμισθη) αγωνίζεται ενάντια στην εργασία.

Ενώ το «κεφάλαιο» μπορεί να θεωρηθεί ως μονολιθικό, με την έννοια ότι οι διαφορές και οι διαμάχες μεταξύ των καπιταλιστών είναι δευτερεύουσες ως προς τους κανόνες του παιχνιδιού από την οπτική των εκμεταλλευομένων, η «εργατική τάξη» είναι μονολιθική μόνο ως τάξη καθ’ εαυτή, δηλαδή, όπως διαμορφώνεται από το κεφάλαιο μέσω της παγκόσμιας επιβολής της εργασίας. Η εργατική τάξη παρουσιάζεται ως τάξη δι’ εαυτήν –ως μία ενοποιημένη αυτενεργός δύναμη– μόνο μέσω της αρνητικότητάς της, που έχει τις ρίζες της στην κοινότητα της εναντίωσης στην κυριαρχία του κεφαλαίου: στους αγώνες της, δηλαδή, που στοχεύουν στο να παύσει να ορίζεται ως εργατική τάξη ή ως οποιοδήποτε είδος μονοδιάστατης τάξης. Η πάλη ενάντια στην επιβολή της εργασίας είναι κεντρική στην ιστορία της δημιουργίας της εργατικής τάξης: από τις πρώτες μορφές αντίστασης στην αρχική επιβολή της εργασίας την περίοδο της πρωταρχικής συσσώρευσης και τη μακρά περίοδο αγώνων που ακολούθησε ενάντια στην επέκταση του χρόνου εργασίας (περισσότερες ώρες, πιο εντατικές), μέχρι τους πρόσφατους και πιο επιθετικούς αγώνες για τη μείωση του χρόνου εργασίας και για την απελευθέρωση περισσότερου χρόνου για αυτοκαθοριζόμενη δραστηριότητα.2 Με δεδομένη την προσπάθεια από τη μεριά του καπιταλισμού να επανενσωματώσει τον απελευθερωμένο από την επίσημη εργασιακή ημέρα (εβδομάδα κ.λπ.) χρόνο, να τον διαμορφώσει με σκοπό την αναπαραγωγή της ζωής ως εργασιακής δύναμης κι έτσι να αναμορφώσει ολόκληρη τη ζωή ως ένα καθολικό κοινωνικό εργοστάσιο, η πάλη με τον καιρό έχει γίνει καθολική. Επομένως, οι σημερινοί εργατικοί αγώνες δεν πρέπει να ιδωθούν μονάχα ως αγώνες των μισθωτών εργαζομένων, αλλά και όλων αυτών που δεν απολαμβάνουν ένα μισθό, είναι όμως προετοιμασμένοι και εκπαιδευμένοι ώστε να δουλεύουν για την αναπαραγωγή της ίδιας της εργατικής τάξης, π.χ. των νοικοκυρών, των φοιτητών, των αγροτών, των «ανέργων» κ.τ.λ.3

Θέση 5: Η εργατική τάξη αγωνίζεται για μία αμείωτη πολλαπλότητα εναλλακτικών τρόπων ύπαρξης.

Ειδωμένα ως θετικότητες, ως δικοί τους αγώνες για τα δικά τους συμφέροντα (πέρα από την απλή αντίσταση στην επιβολή της εργασίας), τα συμφέροντα της περίπλοκης αυτής «εργατικής τάξης» είναι πολλαπλά, με την έννοια ότι δεν είναι κοινά για όλους. Τα συμφέροντα μίας ομάδας δεν είναι ακριβώς τα ίδια με αυτά μίας άλλης, ακόμα κι αν η ικανοποίηση των συμφερόντων της μιας ομάδας θα διευκόλυνε την ικανοποίηση των συμφερόντων της άλλης.4 Έτσι υπάρχει μια προβληματική σχέση ανάμεσα στην ιδέα μιας εργατικής τάξης δι’ εαυτήν και στην πολλαπλότητα των συμφερόντων για τα οποία αγωνίζονται οι διαφορετικές ομάδες. Μιλώντας για «ΤΗΝ» εργατική τάξη που αγωνίζεται ενάντια στο κεφάλαιο και της οποίας ο ανταγωνισμός απειλεί την επιβίωση του κεφαλαίου, μιλάμε στην πραγματικότητα για μία πολλαπλότητα που κινείται προς διαφορετικές κατευθύνσεις και που απαρτίζεται από εξίσου πολύμορφες διαδικασίες αυτοαξιοποίησης ή αυτοθέσμισης.

Θέση 6: Η διαλεκτική είναι η καπιταλιστική ενσωμάτωση του ταξικού ανταγωνισμού.

Ως εκ τούτου, το πρόβλημα που αντιμετωπίζει το κεφάλαιο στη διαχείριση του ανταγωνισμού της εργατικής τάξης είναι αυτό της διαχείρισης, όχι μόνο των κοινών (αν και όχι απαραίτητα συμμαχικών ή ακόμη και συμπληρωματικών) αντιστάσεων, αλλά επίσης και των διαφορετικών διαδικασιών αυτοθέσμισης, που διαφεύγουν επανειλημμένα από τους κανόνες του και που προωθούν την κρίση. Η κεφαλαιακή συσσώρευση προϋποθέτει ότι η καπιταλιστική προσταγή (θέση) είναι σε θέση να ενσωματώνει τις μορφές εχθρικής αυτενέργειας της εργατικής τάξης (αντίθεση) και να τις μετατρέπει σε αντιφάσεις (σύνθεση), ικανές πλέον να παρέχουν δυναμική σε αυτό που βασικά είναι ένα άψυχο σύνολο κανόνων και περιορισμών. Έτσι, η «λογική» (ή οι «νόμοι»)5 του κεφαλαίου είναι, όπως κάθε λογική, ένα σύνολο κανόνων, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το σύνολο κανόνων που το κεφάλαιο είναι σε θέση να επιβάλλει σε μια αντιστεκόμενη και αυτενεργό ανθρώπινη κοινωνία. Με άλλα λόγια, η διαλεκτική λογική του ταξικού αγώνα περιλαμβάνει την ενσωμάτωση και την οικειοποίηση μιας μεταλλαξιογόνου διαδικασίας ως μεταμόρφωση.6 Όλα τα λεγόμενα εμμενή εμπόδια του κεφαλαίου αποδεικνύεται ότι είναι ριζωμένα στον ταξικό συσχετισμό του αγώνα και δεν αποτελούν παρά στιγμές του. Ο αριθμός αυτών των εμποδίων είναι ο αριθμός των στιγμών (ή των τόπων) της ταξικής σχέσης.7 Η εξέλιξη αυτών των συγκρούσεων είναι «διαλεκτική» μόνο εφόσον το κεφάλαιο είναι ικανό να ενσωματώσει την άρνησή του, να καταφέρει τη μετατροπή του ανταγωνισμού σε αντίφαση.

Θέση 7: Η μελέτη της κρίσης είναι η μελέτη του ταξικού ανταγωνισμού.

Κατά συνέπεια, η μελέτη της διαρκούς κρίσης πρέπει να είναι η μελέτη των απειλών που διατυπώνονται, των ρήξεων που επιτυγχάνονται και των μετασχηματισμών που προκαλούνται από αυτόν το συνεχώς μεταβαλλόμενο αστερισμό δυνάμεων ανταγωνισμού και αυτοθέσμισης.8 Όλα τα παραπάνω περικλείονται στις διαδικασίες καπιταλιστικής συσσώρευσης, αν αυτές γίνουν αντιληπτές ως διαδικασίες συσσώρευσης των ταξικών σχέσεων του κεφαλαίου –συμπεριλαμβανομένης της διαρκώς παρούσας απειλής της ολικής ρήξης και μετάλλαξης, η αποτροπή της οποίας είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για τη συνέχιση αυτών των διεργασιών.9 Ταυτόχρονα, η μελέτη της διαρκούς κρίσης πρέπει να είναι η μελέτη των αγώνων για την απελευθέρωση από τα δεσμά του καπιταλισμού ως κοινωνικού συστήματος.

Θέση 8: Η παραδοσιακή μαρξιστική θεωρία για την κρίση πρέπει να απομυστικοποιηθεί.

Κατ’ επέκταση, οι παραδοσιακές μαρξιστικές προσεγγίσεις πάνω στο θέμα της διαρκούς κρίσης χρειάζεται να επανεξεταστούν ρητά ώστε οι θεμελιώδεις ταξικές δυνάμεις να επανατοποθετηθούν στην καρδιά της ανάλυσης. Για παράδειγμα, είναι κοινό σε πολλές μαρξιστικές θεωρίες για τη διαρκή κρίση (ή μάλλον για τις κυκλικές κρίσεις) να αντιμετωπίζουν την ταξική πάλη ως μία από τις δυνάμεις που οδηγούν (υπερκαθορίζουν) την εξέλιξη του συστήματος προς την κρίση. Αδυνατούν έτσι να δουν ότι, εάν η αυτενέργεια της εργατικής τάξης (τόσο η αρνητική όσο και η θετική) είναι η θεμελιώδης δύναμη που αντιπαλεύει το σύνολο των κανόνων/περιορισμών του κεφαλαίου πάνω στην κοινωνική ζωή, τότε οι άλλες, υποθετικά διακριτές, δυνάμεις μπορούν και πρέπει να επανεξετασθούν ως ιδιαίτερες στιγμές ή όψεις της ταξικής σύγκρουσης, προκειμένου να αποφύγουμε το φετιχισμό.

Θέση 9: Ο ενδοκαπιταλιστικός ανταγωνισμός δε διαχωρίζεται από την ταξική σχέση αλλά είναι μία μορφή αυτής.

Μία κοινή και υποτίθεται παράλληλη, δύναμη η οποία θεωρείται ότι οδηγεί το κεφάλαιο στην κρίση είναι ο «ενδοκαπιταλιστικός ανταγωνισμός» μεταξύ των υπομονάδων του κεφαλαίου, π.χ. των επιχειρήσεων και των εθνικών συμμαχιών. Για παράδειγμα, έχει συχνά υποστηριχθεί ότι η μακροπρόθεσμη τάση αύξησης της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου και της παραγωγικότητας είναι αποτέλεσμα «τόσο της ταξικής σύγκρουσης όσο και του ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού».10 Ο «ενδοκαπιταλιστικός ανταγωνισμός», ωστόσο, πρέπει να ερμηνευθεί εκ νέου με όρους της ταξικής πάλης, αναγνωρίζοντας ότι ο πιο θεμελιώδης καθοριστικός παράγοντας του «ποιος κερδίζει» την ανταγωνιστική μάχη ανάμεσα σε τομείς του κεφαλαίου, καθορίζεται από το ποιος έχει τον μεγαλύτερο έλεγχο πάνω στον αντίστοιχο τομέα της εργατικής τάξης. Ο ανταγωνισμός των τιμών κερδίζεται μειώνοντας το κόστος, δηλαδή μειώνοντας τους μισθούς ή βάζοντας τους εργαζομένους να εργάζονται σκληρότερα ή καλύτερα ή να αποδεχθούν την εισαγωγή τεχνολογίας που αυξάνει την παραγωγικότητα. Ο ανταγωνισμός στη διαφοροποίηση προϊόντος κερδίζεται με τη ικανότητα απόσπασης της μεγαλύτερης δυνατής φαντασίας και δημιουργικότητας από τους εργαζομένους. Ο ανταγωνισμός στον πόλεμο κερδίζεται με την ικανότητα κινητοποίησης της μεγαλύτερης δυνατής προσπάθειας (σε όλες τις μορφές της, από τη σκληρή δουλειά στην πολεμική βιομηχανία μέχρι τη δημιουργικότητα και την αυτοθυσία στο πεδίο της μάχης) από τους εργάτες. Ο «ενδοκαπιταλιστικός ανταγωνισμός» έχει γίνει ένα προβεβλημένο σύνθημα κυριαρχίας σε αυτή την περίοδο της διεθνούς αναδιάρθρωσης του κεφαλαίου, το οποίο και χρησιμοποιείται για να στρέψει εργάτες εναντίον εργατών. Οφείλουμε να αποφετιχοποιήσουμε το νόημά του, αποδεικνύοντας ότι είναι απλά ένας συγκεκριμένος τρόπος οργάνωσης της ταξικής πάλης. Οφείλουμε να κάνουμε το ίδιο και εντός του πλαισίου της μαρξιστικής θεωρίας της κρίσης και να επανατοποθετήσουμε τον ενδοκαπιταλιστικό ανταγωνισμό στο εσωτερικό της ταξικής πάλης και όχι έξω από αυτή.11

Θέση 10: Οι μαρξιστικές θεωρητικές κατηγορίες είναι κατηγορίες της ταξικής πάλης.

Για να απομυστικοποιήσουμε τις συνήθεις θεωρίες της κρίσης, πρέπει να επανερμηνεύσουμε τα θεωρητικά δομικά τους στοιχεία: την έννοια της αξίας, της αφηρημένης εργασίας, της ανταλλακτικής αξίας, της αξίας της εργασιακής δύναμης, της υπεραξίας, του ποσοστού εκμετάλλευσης και του ποσοστού κέρδους, της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, και της κεφαλαιακής συσσώρευσης.12 Θα πρέπει να ξανασκεφτούμε την αξία ως έννοια που μας επιτρέπει να μιλήσουμε για την εργασία που επιβάλλει το κεφάλαιο προκειμένου να οργανώσει την κοινωνία (εναντίον της οποίας οι εργάτες επεξεργάζονται μια ποικιλία από ασύμμετρες «αξίες»). Την αφηρημένη εργασία –το περιεχόμενο της αξίας– ως τον καθολικό ρόλο κάθε είδους εργασίας ως καπιταλιστικής προσταγής (εναντίον της οποίας οι εργάτες παλεύουν μέσα από την άρνηση και το μετασχηματισμό της εργασίας). Την ανταλλακτική αξία ως την αναφορική μορφή της επιβολής της εργασίας (εναντίον της οποίας οι εργάτες παλεύουν κάνοντάς την άκαμπτη ή παρακάμπτοντάς την). Την αξία της εργασιακής δύναμης ως το κόστος που αναλαμβάνει το κεφαλαίο για την αναπαραγωγή των ανθρώπων ως εργατών (εναντίον της οποίας οι εργάτες αντιτάσσουν το μισθό για την αυτοαξιοποίηση). Την υπεραξία ως την επιβολή επαρκούς εργασίας ώστε να χρηματοδοτείται περισσότερη εργασία στο μέλλον (την οποία οι εργάτες υπονομεύουν απαιτώντας η εργασία να ανταποκρίνεται στην ικανοποίηση των αναγκών τους). Το ποσοστό εκμετάλλευσης και το ποσοστό κέρδους ως μέτρα της υποταγής της εργασίας στις ανάγκες του κεφαλαίου για περισσότερη εργασία (η πτώση των οποίων αποτυπώνει τη δύναμη των εργατών). Την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου ως τεχνική συνθήκη επιβολής της εργασίας, (γύρω από την οποία οι εργαζόμενοι ανασυνθέτουν τη δύναμή τους). Και την κεφαλαιακή συσσώρευση ως τη διευρυμένη αναπαραγωγή της ταξικής πάλης σε όλες τις πτυχές της.


Θέση 11: Η «υποκατανάλωση» είναι αποτέλεσμα της προσπάθειας επιβολής της εργασίας.

Μία από τις παλιότερες και επικρατέστερες θεωρίες για την κρίση, την οποία συναντάμε στον Μαρξ καθώς και στον Malthus, στον Hobson, στον Keynes ή στον Sweezy, είναι η «θεωρία της υποκατανάλωσης».13 Σε όλες της οπτικές, συμπεριλαμβανομένης και αυτής του Μαρξ, η υποκατανάλωση προκύπτει από την αντίφαση ανάμεσα στην τάση του κεφαλαίου να μεγιστοποιεί την παραγωγή, τις πωλήσεις και τα κέρδη ελαχιστοποιώντας παράλληλα το κόστος, ιδιαίτερα τους μισθούς. Οι καπιταλιστές θέλουν να παράγουν για όσον το δυνατόν μεγαλύτερη αγορά, αλλά παράλληλα διατηρούν τους μισθούς σε χαμηλά επίπεδα και κατά συνέπεια περιορίζουν απερίσκεπτα το μέγεθος της αγοράς –άμεσα για τα μέσα διαβίωσης, έμμεσα για τα μέσα παραγωγής. Εντούτοις, μιλώντας με ταξικούς όρους, ο μισθός δεν είναι απλώς κόστος για το κεφάλαιο, αλλά δύναμη για την εργατική τάξη, και όχι απλώς δύναμη για να αγοράσει τα μέσα διαβίωσης, αλλά δύναμη για να παλέψει ενάντια στην καπιταλιστική εργασία και υπέρ των δικών της αναγκών. Άρα η τάση προς την υποκατανάλωση εμφανίζεται ως συνέπεια της αντίθεσης ανάμεσα στην ανάγκη αποστέρησης των εργατών (το μαστίγιο) προκειμένου να υποχρεωθούν να εργάζονται (το περιεχόμενο της αξίας) και στην ανάγκη των αγορών να απορροφήσουν τα προϊόντα που παράγουν οι εργάτες (η μορφή της αξίας). Βέβαια τον 20ο αιώνα, ο Ford και στη συνέχεια ο Keynes αναγνώρισαν ότι ο μισθός ήταν όχι μόνο κόστος αλλά και αγοραστική δύναμη, και προσπάθησαν να ξεπεράσουν την παλιά αντίφαση χρησιμοποιώντας την αύξηση των μισθών (το καρότο) για να επιτύχουν το ίδιο αποτέλεσμα (περισσότερη εργασία) στα πλαίσια μιας αναπτυσσόμενης αγοράς. Παρόλα αυτά, η άνοδος των μισθών –και η συνακόλουθη άνοδος της δύναμης των εργατών– έπρεπε να συγκρατηθεί μέσα στα όρια της αύξησης της παραγωγικότητας, έτσι η παλιά αντίφαση συνεχίστηκε μέσα σε ένα πιο δυναμικό πλαίσιο. Αφού οι εργαζόμενοι κατέστησαν ανεφάρμοστη τη λύση αυτή, το κεφάλαιο (οι επιχειρήσεις και το κράτος κρίσης), επέστρεψε σε μια γενικευμένη επίθεση εναντίον κάθε μορφής εισοδήματος της εργατικής τάξης, αναζωπυρώνοντας παλαιότερες μορφές της υποκαταναλωτικής αντίφασης.14

Θέση 12: Η «πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους» συνδέεται με την αυξανόμενη δυσκολία εξαναγκασμού των ανθρώπων σε εργασία.

Αντίθετα με τις θεωρίες υποκατανάλωσης, πολλοί μαρξιστές αντέτειναν την τάση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου να αυξάνεται και του ποσοστού κέρδους να μειώνεται ως περισσότερο σημαντικές αιτίες της κρίσης.15 Μπορούμε να επανερμηνεύσουμε αυτήν την προσέγγιση ως εξής: η προσπάθεια του κεφαλαίου να συσσωρεύσει την εργατική τάξη προκαλεί μια ολοένα και μεγαλύτερη σύγκρουση ανάμεσα στην ανάγκη για την επιβολή της εργασίας και την εισαγωγή των μηχανών για αυτό τον σκοπό. Έχοντας κατανοήσει ότι η αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου συμβαίνει μόνο στα πλαίσια μιας καπιταλιστικής αναδιοργάνωσης της τεχνολογίας που αυξάνει την παραγωγικότητα και επιβάλλει «περισσότερη εργασία», μπορούμε να αναγνωρίσουμε ότι αυτό συνεπάγεται πάντα μια αλλαγή στις σχέσεις εξουσίας μεταξύ του κεφαλαίου και της εργατικής τάξης.16 Εξαιτίας του γεγονότος ότι η ριζική αλλαγή που περιέχεται σε μια τέτοια αναδιοργάνωση της τεχνολογίας είναι η αντικατάσταση της ζωντανής εργασίας με ενσωματωμένη νεκρή εργασία (είτε με τη μορφή μηχανημάτων είτε με τη μορφή πληροφορίας), αυτό υπονομεύει σταδιακά την ικανότητα του κεφαλαίου να οργανώσει την κοινωνία του μέσω της επιβολής της εργασίας. Έτσι το θέμα κλειδί δεν είναι το τι συμβαίνει με το νομισματικό ποσοστό κέρδους αλλά η αυξανόμενη ποσότητα νεκρής εργασίας που πρέπει να χρησιμοποιηθεί για την επιβολή μιας δεδομένης ποσότητας ζωντανής εργασίας. Σταδιακά, όπως υποστήριξε ο Μαρξ στα Grundrisse, στο Απόσπασμα για τις Μηχανές, το πρόβλημα της επιβολής εργασίας –και άρα της διατήρησης του ελέγχου– γίνεται όλο και πιο οξύ και το ποσό του δυνητικά τουλάχιστον ελεύθερου ή «διαθέσιμου» χρόνου αυξάνεται με την ανεργία, ή αλλιώς, με την έλλειψη μισθού.17

Θέση 13: Η «εξάντληση» ενός τρόπου ρύθμισης είναι το μέτρο για την αποτελεσματικότητα της άρνησης της εργασίας.

Στη δεκαετία του ‘70 ο στρουκτουραλιστικός μαρξισμός αναστήθηκε ως ρυθμιστική θεωρία με μια δόση Gramsci και ολίγη από αυτόνομο μαρξισμό. Οι αλτουσεριανές δομές σηκώθηκαν από τον τάφο με τη μορφή ενός καθεστώτος συσσώρευσης και ενός τρόπου ρύθμισης που έπρεπε να πορεύονται παράλληλα, με έναν συμπληρωματικό τρόπο, ώστε να μείνουν ανέπαφοι. Ο αποσυγχρονισμός (δηλαδή η κρίση του φορντισμού) θα μπορούσε φυσικά, να θεραπευτεί με μία μικρή αναδιάρθρωση (δηλαδή με το μεταφορντισμό). Οι θεωρητικοί της ρυθμιστικής θεωρίας προσπάθησαν να εφαρμόσουν μια ανανεωμένη ορθοδοξία προκειμένου να αντιμετωπίσουν την κρίση της κεϋνσιανής εποχής, αλλά κατέληξαν θεατές μίας κρίσης, που ως σχολιαστές της, θα έθαβαν το δράμα της ταξικής πάλης σε έναν κυκεώνα στρουκτουραλιστικών ασυναρτησιών. Αλλά μπορούμε να ξανασκεφτούμε την ιδέα ενός καθεστώτος συσσώρευσης ως ένα συγκεκριμένο τρόπο οργάνωσης της ταξικής πάλης, και τον τρόπο ρύθμισης ως τις στρατηγικές και τακτικές του κεφαλαίου προκειμένου να επιτευχθεί η οργάνωση αυτή. Από αυτήν την οπτική, η εξάντληση ενός τρόπου ρύθμισης επανεμφανίζεται ως κατάρρευση της ικανότητας του κεφαλαίου να διατηρήσει μια συγκεκριμένη μορφή επιβολής της εργασίας ενάντια στην αυτενέργεια της εργατικής τάξης. Το δράμα του λεγόμενου μεταφορντισμού μπορεί να γίνει αντιληπτό ως ο αγώνας ανάμεσα σε μία ταχέως εξελισσόμενη και έντονα κοινωνικοποιημένη εργατική τάξη και στις απεγνωσμένες, βίαιες προσπάθειες του κεφαλαίου να βρει νέους τρόπους να κυριαρχήσει πάνω σε αυτήν.18

Θέση 14: Κρίση για το κεφάλαιο είναι η ελευθερία της επαναστατικής υποκειμενικότητας.

Καθώς ο αγώνας ή οι αγώνες της εργατικής τάξης ξεφεύγουν κατ΄επανάληψη από τη λογική του κεφαλαίου, η απειλή είναι η επανάσταση, δηλαδή η μετάλλαξη, η απελευθέρωση εναλλακτικών, αυτοκαθοριζόμενων κοινωνικών «λογικών», έξω και πέρα από αυτές του κεφαλαίου, με έναν τρόπο που να καταστρέφει τη διαλεκτική.19 Ως μαρξιστές, ο ρόλος μας στην κρίση, συμπεριλαμβανομένης και της ανάλυσής μας και της συζήτησης για τη θεωρία της διαρκούς κρίσης, θα πρέπει να είναι μια συνεισφορά στο βάθεμα της κρίσης και όχι στην επίλυσή της. Αντίθετα με το έργο των αστών θεωρητικών, δε θα πρέπει ούτε να βοηθούμε στην εύρεση τρόπου «επίλυσης» της κρίσης με την αποκατάσταση της συσσώρευσης, ούτε απλά να αναζητούμε την ανάπτυξη μίας καλύτερης «επιστημονικής» κατανόησης. Αντί αυτού, η δουλειά μας θα πρέπει να αναπτυχθεί εσωτερικά, ως μια συνεισφορά στις δυνάμεις που έχουν επισπεύσει την κρίση, που αντιστέκονται στις καπιταλιστικές προσπάθειες να ξεπεραστεί η κρίση και που τείνουν να οδηγούν πέρα από αυτήν , προς την υπέρβαση όχι μόνο της κρίσης αλλά και του καπιταλισμού στο σύνολό του. Αυτό που χρειάζεται πραγματικά να κάνουμε, είναι όχι απλά να αναγνωρίσουμε τα ανταγωνιστικά υποκείμενα που ενισχύουν τη «διαρκή» κρίση, αλλά να διερευνήσουμε τις «λογικές» αυτών των αναδυόμενων και διαφορετικών υποκειμενικοτήτων. Μια τέτοια διερεύνηση μπορεί να μας βοηθήσει να πάμε παραπέρα από την απλή εκτίμηση του τρόπου με τον οποίο διαρρηγνύουν το κεφάλαιο, στην κατεύθυνση της ενίσχυσης της ανάπτυξής τους.

Θέση 15: Ο δρόμος για την επανάσταση περνάει από την κυκλοφορία των αγώνων.

Όλα τα παραπάνω, όχι μόνο προσθέτουν σε μια συστηματική αναθεώρηση γνωστών μαρξιστικών θεωριών για τη διαρκή κρίση, αλλά και σε μια αρκετά μη παραδοσιακή αναδιατύπωση της πολιτικής των αγώνων της εργατικής τάξης. Στη θέση των προσπαθειών να οργανωθεί η ομογενοποίηση των εργατικών αγώνων μέσα από θεσμούς όπως τα συνδικάτα ή τα πολιτικά κόμματα που προωθούν ένα ενιαίο όραμα για το μέλλον (σοσιαλισμός) κατά της καπιταλιστικής κυριαρχίας, θα πρέπει να αντιτάξουμε τις πολιτικές συμμαχίας για την αντικατάσταση του καπιταλισμού από μια ποικιλία κοινωνικών σχεδίων. Μία πολιτική συμμαχίας ενάντια στο κεφάλαιο που πρέπει να διεξαχθεί όχι μόνο για να επιταχυνθεί η κυκλοφορία των αγώνων από κλάδο σε κλάδο της τάξης, αλλά να γίνει αυτό με τέτοιο τρόπο ώστε να οικοδομηθεί μια μετακαπιταλιστική πολιτική της διαφορετικότητας χωρίς ανταγωνισμούς. Η κυκλοφορία των αγώνων είναι αυτή που έχει φέρει την καπιταλιστική κυριαρχία σε κρίση και μόνο μέσω της κυκλοφορίας των αγώνων θα ξεπεραστούν οι διαιρέσεις που συνεχίζουν να μας αποδυναμώνουν. Η εν λόγω κυκλοφορία, ωστόσο, δεν είναι θέμα διάδοσης μιας αντικαπιταλιστικής ιδεολογίας αλλά περιλαμβάνει την κατασκευή και την αξιοποίηση υλικών συνδέσεων και τρόπων επικοινωνίας που καταστρέφουν την απομόνωση και επιτρέπουν στους ανθρώπους να αγωνίζονται με συμπληρωματικούς τρόπους – εναντίον των ορίων που τους περιορίζουν αλλά και για τις εναλλακτικές που οι ίδιοι κατασκευάζουν, ξεχωριστά και από κοινού.

Ώστιν, Τέξας

Μάιος του 1993

(*) Αυτή είναι μία τροποποιημένη εκδοχή ενός συνόλου σημειώσεων που παρουσιάστηκαν στη συνεδρία με τίτλο «Secular Crisis in Capitalism: Attempts at Theorization» στο Συνέδριο για τη Επανεξέταση του μαρξισμού (Rethinking Marxism Conference, Amherst Massachusetts, 13 Νοεμβρίου 1992). Αρκετές από τις υποσημειώσεις αναφέρονται στις δύο άλλες μελέτες που παρουσιάστηκαν στο συνέδριο: αυτή του Hans G. Ehrbar, «Crisis of Capitalism: A Realist Perspective» (Draft, 22 Σεπτέμβρη του 1992) και του David Laibman, «Immanent Critical Tendencies: Toward a Comprehensive Theory» (Draft, Σεπτέμβριος 1992).

1. Αυτή η ανάλυση του καπιταλισμού ως κοινωνικού συστήματος που βασίζεται στην ατέρμονη επιβολή της εργασίας μέσα από την εμπορευματική μορφή για πρώτη φορά έτυχε επεξεργασίας το καλοκαίρι του 1975 και στη συνέχεια δημοσιεύθηκε στο READING CAPITAL POLITICALLY Austin: University of Texas Press, 1979. Όπως επισήμανε ο Μαρξ στο 10ο κεφάλαιο, 2ο τμήμα του Πρώτου Τόμου του Κεφαλαίου, ο καπιταλισμός δεν εφηύρε την υπερεργασία. Αυτό που όντως εφηύρε ήταν το ατελεύτητο της επιβολής της μαζί με την εμπορευματοποίηση του συνόλου της ζωής.

2. Η κεντρικότητα του αγώνα ενάντια στην εργασία στη γένεση της σημερινής κρίσης έγινε αντιληπτή από την ιταλική Νέα Αριστερά στα τέλη της δεκαετίας του ‘60 και στη Γαλλία και τις ΗΠΑ στη δεκαετία του 1970. Αυτή η ανάλυση αρθρώθηκε σε περιοδικά όπως: Lavoro Zero (Βενετία), Camarades (Παρίσι) και Zerowork (Νέα Υόρκη). Όπως έδειξαν πρόσφατα οι Roediger και Foner σε σχέση με τη μισθωτή εργατική τάξη στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο αγώνας για λιγότερη δουλειά έχει κεντρική σημασία για την ικανότητα των Αμερικάνων εργαζομένων να συνενωθούν ανεξάρτητα από το φύλο, τη φυλή, τις δεξιότητες και την εθνότητα σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας του αμερικανικού εργατικού κινήματος. Επίσης, όπως αποδεικνύουν με μεγάλη επάρκεια, ο αγώνας ενάντια στην εργασία έχει συνδεθεί στενά με όλα σχεδόν τα ζητήματα που τέθηκαν στους αμερικανικούς εργατικούς αγώνες, συμπεριλαμβανομένων των μισθών, του ελέγχου της εργασίας, της ανεργίας, της εκπαίδευσης, της συμμετοχής στην πολιτική, της θρησκευτικής ελευθερίας, της προστασίας των παιδιών, της υγείας, της αλλοτρίωσης , των δικαιωμάτων των γυναικών, και ούτω καθεξής. Βλέπε David Roediger and Philip Foner, OUR OWN TIME: A History of American Labor and the Working Day, New York: Verso, 1989. Το πιο πρόσφατο βιβλίο από την Juliet Schor, THE OVERWORKED AMERICAN, New York: Basic Books, 1991, δείχνει ότι αυτός ο ανταγωνισμός παραμένει στο επίκεντρο της ταξικής πάλης σήμερα.

3. Το γυναικείο κίνημα στις αρχές της δεκαετίας του 1970 ήταν υπεύθυνο για την ανάπτυξη μιας μαρξιστικής ανάλυσης της άμισθης εργασίας. Βλέπε ιδίως Mariarosa Dalla Costa και Selma James, THE POWER OF WOMEN AND THE SUBVERSION OF THE COMMUNITY, 1972 και την επακόλουθη μαρξιστική συζήτηση σχετκά με την «οικιακή εργασία». Δυστυχώς, στο κατά τα άλλα πολύτιμο βιβλίο τους, οι Roediger και Foner παραμελούν τους αγώνες της άμισθης εργασίας (πλην των «ανέργων»). Η Schor τα καταφέρνει καλύτερα με το να συμπεριλαμβάνει την άμισθη οικιακή εργασία στη μελέτη της. Δυστυχώς, εστιάζει περισσότερο στην πρόσφατη επιτυχία του κεφαλαίου να επιβάλει περισσότερη οικιακή εργασία, παρά στους προγενέστερους και συνεχιζόμενους αγώνες εναντίον της.

4. Η μαρξιστική αναγνώριση αυτής της ποικιλομορφίας έχει απαιτηθεί όχι μόνο από το γυναικείο κίνημα, αλλά και από το κίνημα των μαύρων, των έγχρωμων και άλλα «νέα κοινωνικά κινήματα». Η γοητεία που ασκούν οι  μεταμοντέρνες, μεταμαρξιστικές αναλύσεις μπορεί να αναζητηθεί, εν μέρει, στην άρνηση από την πλευρά πολλών μαρξιστών αυτής ακριβώς της αναγνώρισης.

5. Ενώ ο Laibman μιλάει για τη «λογική» του καπιταλισμού, ο Hans Ehrbar στην εργασία του για το συνέδριο αυτό προτιμά να μιλήσει για τους «νόμους» του καπιταλισμού. Και οι δύο όροι αναφέρονται σε κανονικότητες που χαρακτηρίζουν τον καπιταλισμό πάνω και πέρα από τις ενέργειες των μεμονωμένων ατόμων (συμπεριλαμβανομένων και των μεμονωμένων καπιταλιστών) –πέραν της «ατομικής εμπρόθετης δράσης» στο κείμενο του Ehrbar. Ισχυρίζομαι απλά ότι τέτοιες κανονικότητες είναι το αποτέλεσμα της αντιπαράθεσης μεταξύ της συλλογικής (όχι απλώς ατομικής) προσπάθειας από την πλευρά αυτών που πράττουν ως αυτό που ο Μαρξ αποκαλούσε λειτουργοί του κεφαλαίου και τις (πολλαπλές) συλλογικές προσπάθειες από την πλευρά των άλλων (της εργατικής τάξης). Είναι, βέβαια, αλήθεια, όπως αναφέρει ο Ehrbar, ότι οι μεμονωμένοι καπιταλιστές στο μεταξύ τους ανταγωνισμό «δεν καθορίζουν αυτούς τους νόμους» (βλ. Θέση  9 ανωτέρω), αλλά ούτε είναι και μεταφυσικοί. Είναι κανονικότητες της ταξικής πάλης πάνω στο περιεχόμενο και τη μορφή της κοινωνικής ζωής.

6. Όπως θα έπρεπε να έχει ήδη καταστεί προφανές από αυτές τις παρατηρήσεις, «η» διαλεκτική δεν αντιμετωπίζεται εδώ ως υπερβατική ιστορική ή κοσμολογική αρχή, αλλά μάλλον ως η λογική της ταξικής πάλης που συνιστά τον καπιταλισμό.

7. Θα συμφωνήσω ότι η προσπάθεια του Laibman να εντοπίσει μία ποικιλία τέτοιων «χώρων» καθώς και τις μεταξύ τους σχέσεις χωρίς όμως να τους αξιολογεί ιεραρχικά είναι, όπως προτείνει ο ίδιος, ένα υγιές αντίδοτο στο «σεχταρισμό και την απομόνωση» μεταξύ των μαρξιστών που ασχολούνται με τη θεωρία της κρίσης. (σ. 20) Το ίδιο υποστήριξε ο Peter Bell στη συνεισφορά του «Marxist Theory, Class Struggle and the Crisis of Capitalism», στο Jesse Schwartz THE SUBTLE ANATOMY OF CAPITALISM, Santa Monica: Goodyear, 1977, pp. 170-194 και πάνω στο ίδιο προσπαθήσαμε να συμβάλουμε αυτός και εγώ στο Harry Cleaver and Peter Bell, «Marx’s Crisis Theory as a Theory of Class Struggle» στο RESEARCH IN POLITICAL ECONOMY, Vol. 5, 1982, pp. 189-261 και στο Harry Cleaver, «Karl Marx: Economist or Revolutionary?» στο Suzanne Helburn and David Bramhall (eds) «MARX, SCHUMPTER AND KEYNES: A Centenary Celebration of Dissent», New York: M.E. Sharpe, 1986, pp. 126-129. Οι διαφορές μεταξύ της προσέγγισης του Laibman και της δικής μας αφορούν περισσότερο την εκτέλεση παρά τη συνολική πρόθεση.

8. Πρέπει λοιπόν να επανερμηνεύσουμε τέτοιες προτάσεις όπως του Erhbar όταν λέει ότι ο Μαρξ δίνει έμφαση «σε αυτές τις κρίσεις στις οποίες εντοπίζονται ενδογενείς τάσεις του καπιταλισμού οι οποίες δεν μπορούν πλέον να λειτουργήσουν». Οι «ενδογενείς τάσεις» που «δε λειτουργούν πια» αφορούν το «μηχανισμό» (για να χρησιμοποιήσουμε το δικό του όρο) της καπιταλιστικής προσταγής. Δεν λειτουργούν πια γιατί η εργατική τάξη έχει αποκτήσει τη δύναμη να τις διαρρήξει. Το πρόβλημα, κατά τη γνώμη μου, είναι πρώτα να αναγνωρίσουμε την ύπαρξη μιας τέτοιας δύναμης και μετά να καταλάβουμε πως αυτή έχει αποκτηθεί.

9. Έτσι λοιπόν, η κατανόηση της ταξικής πάλης ως του «τρόπου ύπαρξης του καπιταλισμού», δε σημαίνει, όπως προτείνει ο David Laibman στο κείμενό του, μία «αποφυγή» της ανάλυσης της συσσώρευσης ή μια στατική –σε αντιδιαστολή με μια δυναμική– προσέγγιση. Αντιθέτως, σημαίνει ότι η ανάλυση της συσσώρευσης οφείλει να την κατανοήσει ως τη συσσώρευση των τάξεων, με όλες τις συγκρούσεις τους και όλο το δυναμισμό τους. Σημαίνει την αναγνώριση ότι η «εγγενής αστάθεια» δεν είναι εξωτερική προς τον ταξικό αγώνα αλλά κομμάτι του. Και τελικά σημαίνει ότι η «αυξανόμενη βαθύτητα» της καπιταλιστικής κρίσης έχει τις ρίζες της στην αυξανόμενη αυτονομία του ανταγωνισμού προς το κεφάλαιο. (πρβλ. σελ. του 2-3)

10. Η παράθεση είναι από τον Laibman, p. 10, αλλά είναι μια άποψη ευρέως διαδεδομένη σε πολλούς θεωρητικούς μαρξιστές.

11. Αυτό το επιχείρημα αναπτύχθηκε ευρέως στο «Competition or Cooperation?» του Harry Cleaver, COMMON SENSE (Edinburgh), No. 9, April 1990, σελ. 20-23.

12. Αυτού του είδους η επανερμηνεία βρίσκεται σε εξέλιξη εδώ και πολύ καιρό και μπορεί να βρεθεί στα γραπτά αυτών που αποκαλώ «Αυτόνομους Μαρξιστές». Βλέπε για παράδειγμα:  Mario Tronti, OPERAI E CAPITALE, Torino: Einaudi, 1964 (μέρη δημοσιευμένα του στο RADICAL AMERICA and TELOS), Harry Cleaver, READING CAPITAL POLITICALLY, op.cit., Antonio Negri, MARX OLTRA MARX, Milano: Feltrinelli, 1979 (διαθέσιμο στα αγγλικά σαν MARX BEYOND MARX, Brooklyn: Autonomedia, 1991), και τα περιοδικά ZEROWORK (1970s), MIDNIGHT NOTES (Boston, current), NEWS & LETTERS (Chicago, current), FUTUR ANTERIUR (Paris, current), AUTONOMIA (Padova, current) and COMMON SENSE (Edinburgh, current).

13. Για να κυριολεκτήσουμε, ούτε ο Μαρξ ούτε ο Keynes ήταν υποστηρικτές της θεωρίας της υποκατανάλωσης επειδή και οι δύο αναγνώρισαν ότι η κατανάλωση δεν ήταν παρά μία συνιστώσα της συνολικής ζήτησης και δεν περιορίστηκαν στο να συζητούν τα όριά της ξέχωρα από άλλες συνιστώσες. Παρόλα αυτά, αμφότεροι κατανόησαν την κεντρικότητα του μισθού/κατανάλωσης και ανέλυσαν τις δυνάμεις που τείνουν να εμποδίζουν την κατανάλωση και έτσι να περιορίζουν το μέγεθος της αγοράς.

14. Για μια επανερμηνεία των επιχειρημάτων της θεωρίας της υποκατανάλωσης, όπως αυτών του Paul Sweezy, με ταξικούς όρους, βλέπε Harry Cleaver, «Karl Marx: Economist or Revolutionary?» στο Suzanne Helburn and David Bramhall (eds).

15. Από νωρίς, οι C.L.R. James, Raya Dunayevskaya και Grace Lee επιτέθηκαν στις μαρξιστικές κυκλοφοριακές θεωρίες  της υποκατανάλωσης των Eugene Varga και Paul Sweezy, χρησιμοποιώντας τη θεωρία της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους, μία θεωρία επικεντρωμένη στη σφαίρα της παραγωγής. Βλέπε το βιβλίο τους STATE CAPITALISM AND WORLD REVOLUTION, Chicago: Charles H. Kerr, 1986 (αρχικά εκδόθηκε το 1950), σελ. 13-17. Αργότερα, όταν ο Sweezy εξέδωσε το MONOPOLY CAPITAL, New York: Monthly Review, 1966, που είχε γράψει με τον Paul Baran η νεοκεϋνσιανή του θεωρία υποκατανάλωσης δέχθηκε ξανά επίθεση, αυτή τη φορά από τον Paul Mattick, π.χ. «Marxism and Monopoly Capital», PROGRESSIVE LABOR 7 και 8, 1966, David Yaffe and others, με όπλο για ακόμη μια φορά  την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους.

16. Παρόλο που είναι θεωρητικά πιθανό, μια αλλαγή της τεχνολογίας να αυξήσει την παραγωγικότητα χωρίς να αυξήσει είτε τις ώρες είτε την ένταση της εργασίας (και πράγματι σε ένα μικροεπίπεδο, η τεχνολογική αλλαγή που αντικαθιστά εργασία μπορεί ενδεχομένως να μειώσει την απαιτούμενη ποσότητα της εργασίας), ο Μαρξ έδειξε πως το κεφάλαιο γενικά προσπαθεί να αποκτήσει υψηλότερη παραγωγικότητα και περισσότερη εργασία. Επιπλέον, η αύξηση της σχετικής υπεραξίας, λόγω της αυξημένης παραγωγικότητας, καθιστά δυνατή την αύξηση των επενδύσεων και, συνεπώς, την αύξηση της εργασίας (συμπεριλαμβανομένων περισσότερων θέσεων απασχόλησης) στο μέλλον.

17. Ο Ehrbar έχει δίκιο (σελ. 3) όταν λέει ότι ο Μαρξ κατάλαβε την αντίθεση ότι «η παραγωγή που ο μόνος στόχος της είναι η αξιοποίηση, αναπτύσσει την παραγωγικότητα… [έτσι ώστε] η παραγωγή να γίνεται όλο και πιο βαριά φορτωμένη με αξία χρήσης, και ο παράγοντας εργασία γίνεται όλο και πιο άσχετος.» Αλλά η κοινωνική σημασία αυτού είναι ότι στην προσπάθεια επιβολής της εργασίας (αξία) επ’ αόριστο (υπεραξία), γίνεται όλο και πιο δύσκολο να επιβληθεί η εργασία γενικά. Ναι, η «ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων… καθιστά παρωχημένο τον καπιταλισμό», αλλά η θεμελιώδης «παραγωγική δύναμη» είναι η ζωντανή εργασιακή δύναμη, δηλαδή, η δημιουργική δύναμη της εργατικής τάξης. Αυτό είναι το είδος της αποφετιχοποίησης που πρέπει να κάνουμε: να αντιληφθούμε τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να εντοπίσουμε τις κοινωνικές σχέσεις πίσω από τις μαρξιστικές έννοιες και, κατά αυτόν τον τρόπο, τις κοινωνικές δυναμικές που αναλύονται από τη μαρξιστική θεωρία. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι «η έλλειψη μισθού», όπως αναφέρεται στη Θέση 4, δε σημαίνει αυτομάτως καθόλου ή έστω λιγότερη εργασία. Αντιθέτως, όπου το κεφάλαιο έχει την εξουσία να περιορίσει την πρόσβαση των εργαζομένων στη γη και τα εργαλεία (για τη διατήρηση ή την εντατικοποίηση της πρωταρχικής συσσώρευσης), η έλλειψη θέσεων εργασίας μπορεί να σημαίνει περισσότερη εργασία –την εργασία της επιβίωσης. Βλ. Midnight Notes, THE NEW ENCLOSURES, Fall 1990. Ωστόσο, είναι επίσης αλήθεια ότι, όταν οι άμισθοι είναι σε θέση να επεκτείνουν την ικανότητά τους να ζουν από μόνοι τους, η αυτοαξιοποίηση μπορεί να επεκταθεί σε βάρος της αξιοποίησης. Έτσι, ενώ η αντικατάσταση της μισθωτής εργασίας από την αυτοματοποίηση μπορεί να οδηγήσει σε κρίσεις και ευκαιρίες, σε καμία περίπτωση δεν εγγυάται ένα «Δρόμο του Παραδείσου», όπως θα ήθελε να πιστέψουμε ο Andre Gorz.

18. Όσοι έχουν εντυπωσιαστεί από τις πρόσφατες, πιο εκλεπτυσμένες μορφές της καπιταλιστικής διαχείρισης, μερικές φορές ξεχνούν ότι ο λιμός που επέβαλε το ΔΝΤ στην Αφρική, οι μαζικοί βομβαρδισμοί στον Περσικό Κόλπο, οι εθνικές εκκαθαρίσεις στην πρώην Γιουγκοσλαβία, οι βομβιστικές ενέργειες σε κέντρα αμβλώσεων και η εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης παιδιών σε εργοστάσια και οίκους ανοχής αποτελούν επίσης αναπόσπαστες στιγμές της προσπάθειας του κεφαλαίου για την αποκατάσταση της προσταγής του κατά την περίοδο αυτή. Για μια ταξική κριτική της θεωρίας της ρύθμισης δείτε: Giuseppe Cocco et Carlo Vercelone, «Les paradigmes sociaux du post-fordisme», FUTUR ANTERIEUR, No. 4, hiver 90, pp. 71-94 και Werner Bonefeld και John Holloway (eds) POST-FORDISM AND SOCIAL FORM: A Marxist Debate on the Post-Fordist State, London: Macmillan and CSE, 1991.

19. Αν η διαλεκτική είναι η λογική του ταξικού αγώνα εντός του κεφαλαίου, δεν υπάρχει κανένας a priori λόγος να περιμένουμε ότι η κατανόηση της «λογικής» των εν λόγω ανταγωνιστικών, αλλά συστατικών δυνάμεων της αυτοαξιοποίησης, που οδηγούν πέρα από το κεφαλαίο, είναι «διαλεκτική» με τη μαρξική έννοια του όρου. Για το θέμα αυτό βλ. Cleaver, H. «Marxian Categories, the Crisis of Capital and the Constitution of Social Subjectivity Today» στον παρόντα τόμο.

Written by factoryfanet

Ιουνίου 14, 2011 at 12:32 μμ

Αναρτήθηκε στις 02 τεύχος, κρίση

Αυτόνομοι εργατικοί αγώνες σε ένα περιβάλλον κρίσης

leave a comment »

του Cafe la Rage

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί την εισήγηση της ομάδας Café La Rage σε εκδήλωση2 σχετικά με τον αγώνα των εργαζομένων στο εστιατόριο Banquet. Αν και έχει περάσει σχεδόν ένας χρόνος από την έναρξη των κινητοποιήσεων (ο πρώτος αποκλεισμός του μαγαζιού πραγματοποιήθηκε στις 22 Απριλίου του 2010), θεωρούμε πως η εμπειρία και η κριτική ματιά όσων συμμετείχαμε αποτελεί μια χρήσιμη παρακαταθήκη. Οι εργαζόμενοι στο Banquet ξεκίνησαν την κινητοποίηση τους με αφορμή τη μη τήρηση της εργατικής νομοθεσίας από μεριάς του αφεντικού –μειωμένα ένσημα, μη καταβολή δώρων και υπερωριών κ.α. Το αφεντικό απάντησε με την απόλυση ενός από αυτούς. Οι πρώτες κινητοποιήσεις ακολούθησαν την τακτική της συνεχούς παρουσίας με τη μορφή μικρών διαδηλώσεων έξω από το μαγαζί που στόχο είχαν την παρεμπόδιση της λειτουργίας του. Κύριο αίτημα ήταν η επαναπρόσληψη του Β.Κ. και η καταβολή όλων των δεδουλευμένων των υπόλοιπων εργαζομένων. Σε αυτές τις δράσεις συμμετείχαν και άλλοι εργαζόμενοι/ες ενώ συγκροτήθηκε επιτροπή αλληλεγγύης. Το αφεντικό στην αρχή φάνηκε να υποχωρεί αλλά στην συνέχεια κινήθηκε επιθετικά απειλώντας όσους συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις με απόλυση και πραγματοποιώντας λοκ άουτ που κράτησε από τις 15 Μαΐου έως το Σεπτέμβριο. Παρόλα αυτά, οι κινητοποιήσεις συνεχίστηκαν καθόλη τη διάρκεια του καλοκαιριού –επισκέψεις σε άλλα μαγαζιά του εν λόγο αφεντικού, συναυλίες αλληλεγγύης στους εργαζομένους κ.α. Όταν επαναλειτούργησε το Banquet ξανάρχισαν και οι καθημερινές επισκέψεις/παραστάσεις διαμαρτυρίας έξω από το μαγαζί. Στη συνέχιση του αγώνα το αφεντικό απαντάει με μηνύσεις ενώ, μέσα από την διαδικασία του αυτόφωρου, εργαζόμενοι και αλληλέγγυοι σέρνονται σε δίκες εκφοβισμού. Τελικά ο αγώνας έληξε με έναν συμβιβασμό με την εργοδοσία, αφού τα αρχικά αιτήματα έπαψαν να έχουν ρεαλιστική βάση και πραγματική υποστήριξη ακόμα και από κάποιους από τους εργαζόμενους. Σημαντικό να αναφέρουμε πως για όλο το διάστημα των κινητοποιήσεων πραγματοποιήθηκαν πλήθος δράσεων, πέρα από τις παραστάσεις διαμαρτυρίας έξω από το Banquet, κρατώντας ανοιχτό, στην πόλη της Θεσσαλονίκης, το ζήτημα της επισφαλούς εργασίας στη βιομηχανία του επισιτισμού και της διασκέδασης.

Α Μέρος

Δομές εργατικών αγώνων με αφορμή τον αγώνα στο εστιατόριο Banquet

Εδώ και οκτώ μήνες τουλάχιστον βιώνουμε όλοι μας μια άνευ προηγουμένου επίθεση. Οι απολύσεις, 1400 περίπου την ημέρα σε όλη την Eλλάδα, τα τετραήμερα με μειωμένες αποδοχές, οι περικοπές στις αμοιβές των δημοσίων υπαλλήλων, οι διαθεσιμότητες, το «πληρώνω όποτε εγώ θέλω» του αφεντικού. Όλα αυτά αποτελούν καθημερινότητα για όσους, είτε ως άνεργοι είτε ως εργαζόμενοι –μαύροι, ελαστικοί, σταθεροί, μόνιμοι, μπλοκάκηδες–, δεν έχουν άλλη επιλογή από το να πουλήσουν την εργασία τους για να ζήσουν. Παράλληλα οι επίσημες συνδικαλιστικές οργανώσεις, μακριά από αυτές τις εμπειρίες και ως δεκανίκι του συστήματος, δεν έχουν καλέσει ούτε σε μια απεργία διαρκείας, προσπαθώντας να εκτονώσουν την κοινωνική οργή με ασύνδετες και χωρίς κόστος απεργιακές κινητοποιήσεις. Σε αυτές τις συνθήκες λοιπόν εμφανίζονται εργατικοί αγώνες από τα κάτω. Από την απόλυση του Παλαιστίδη στις εκδόσεις Άγρα3, τον αγωνα αλληλεγγύης στην Καρμεν4, μέχρι τους Αιγύπτιους αλιεργάτες5 και το Banquet, υιοθετούνται (λιγότερο ή περισσότερο) μορφές άμεσης δράσης, καλούνται απεργίες και στάσεις εργασίας μέσα από διαδικασίες άμεσης δημοκρατίας. Ξεκινώντας από αυτό το υλικό του σήμερα και βλέποντας την επίθεση να γίνεται όλο και πιο σφοδρή, μας ενδιαφέρει αρχικά να εξετάσουμε πώς θα καταφέρουμε οι εμπειρίες αυτών των αγώνων να κυκλοφορήσουν σε ένα μαχόμενο προλεταριάτο. Πώς μικροί εργατικοί πυρήνες, αυτόνομα σωματεία και σχέσεις αλληλεγγύης θα μπορέσουν να επικοινωνήσουν για να «βγουν» νέοι αγώνες. Πώς χωρίς να αποτελούμε τους γραφικούς αγωνιστές που είναι παντού και πάντα, θα ενδυναμώσουμε την εργατική αυτονομία;

Σε αυτό το πλαίσιο τοποθετούμαστε πάνω σε μια σειρά ζητημάτων που προκύπτουν μέσα από τη εμπειρία της συμμετοχής σε αγώνες όπως το Banquet (που η ομάδα μας στήριξε και κάποια άτομα συμμετείχαν στην επιτροπή αλληλεγγύης) αλλά και από την καθημερινή κόντρα του καθενός και της καθεμιάς μας με το αφεντικό του.

Το σωματείο

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Σε κάθε εργατική κινητοποίηση ένα από τα ζητήματα που τίθενται είναι η ύπαρξη ή μη κάποιας μορφής οργάνωσης μέσα στην εργασία καθώς και η μορφή της και ο ρόλος που αυτή διαδραματίζει στην πορεία προς ή ενάντια σε έναν αγώνα. Η πιο συνήθης μορφή εργατικής οργάνωσης είναι το σωματείο το οποίο στον ελλαδικό χώρο το συναντάμε σε τρεις τύπους:

Α. Τα σωματεία σφραγίδες, τα οποία στις περισσότερες των περιπτώσεων συγκροτούνται μέσα από κεντρικές γραφειοκρατικές διαδικασίες, δηλαδή το Διοικητικό Συμβούλιο, τις παρατάξεις και την εκλογική διαδικασία όπου αυτές ανταγωνίζονται για τον έλεγχο του σωματείου. Μέσα από την μικρή εμπειρία μας, βλέπουμε ότι η μορφή του κλασικού σωματείου, που ελέγχεται από ένα ΔΣ παρατάξεων και κομματικών συσχετισμών, είναι αυταπάτη να πιστεύουμε ότι μπορεί να διεμβολιστεί. Τα περισσότερα σωματεία αυτής της μορφής δεν έχουν στόχο να συμβάλουν στον αγώνα. Από τη στιγμή που o αγώνας δεν μπορεί να μεταφραστεί σε πολιτικά κουκιά, στέκονται εχθρικά και τον συκοφαντούν, είτε προσπαθούν να τον διαχειριστούν καλύτερα για παραταξιακούς σκοπούς. Αν θέλουμε να προωθήσουμε την εργατική αυτονομία, αναπόφευκτα θα βρεθούμε αντιμέτωποι.

Β. Τα πρωτοβάθμια σωματεία που –προφανώς λόγω της ενεργής δουλειάς κάποιων συνδικαλιστών– οι αποφάσεις του ΔΣ επιδιώκεται να στηρίζονται στις αποφάσεις της βάσης. Στην πλειοψηφία τους ελέγχονται από εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις της αριστεράς. Σε πολλές περιπτώσεις, όταν μπαίνουν κεντρικά πολιτικά ζητήματα από τις οργανώσεις, παρακάμπτεται η βάση (κλασικό φαινόμενο οι πολλές υπογραφές σωματείων σε μια πορεία όπου απουσιάζει η βάση, όχι όμως οι πολιτικοποιημένοι). Σε αυτή την κατηγορία εμφανίζονται φωτεινές εξαιρέσεις, όπως το σωματείο της ΠΕΚΟΠ, που επιδιώκουν να ανοίξουν αγώνες και όχι να τους περιορίσουν στα δικά τους πλαίσια. Παρόλα αυτά, η μορφή του πρωτοβάθμιου τυπικού σωματείου έχει δείξει τα όριά της, αφού εξαρτάται από τη μορφή του ΔΣ και τα μέλη του, επομένως και τις προθέσεις του. Υπάρχουν παραδείγματα ενεργών σωματείων που διατηρούσαν την παραταξιακή εκλογική διαδικασία και διεμβολίστηκαν αρνητικά περνώντας στον έλεγχο του ΠΑΜΕ. Στάθηκαν, δηλαδή, αδύναμα απέναντι σε ένα συγκροτημένο κομματικό μηχανισμό που έχει τη δυνατότητα να μεταλλάσει το σωματείο σε σωματείο-σφραγίδα ή σε ένα σωματείο ολοκληρωτικά ελεγχόμενο από κομματικούς μηχανισμούς.

Γ. Τα σωματεία βάσης ή τα αυτοοργανωμένα σωματεία. Κινούνται με βάση την ενεργή συμμετοχή των μελών στη γενική συνέλευση, χρησιμοποιούν τυπικά το Δ.Σ. το οποίο δεν μπορεί να αποφασίζει μόνο του και σε πολλές περιπτώσεις «διορίζεται» με κοινή συμφωνία των μελών και όχι με εκλογές. Και όχι μόνο αυτό, προσπαθούν να αναπτύξουν σχέσεις μέσα από μια αγωνιστική καθημερινότητα στους χώρους εργασίας καλώντας σε μοιράσματα, σε αποκλεισμούς, δράσεις και εκδηλώσεις. (Όπως η ΣΒΕΟΔ και το Σωματείο Σερβιτόρων Μαγείρων στην Αθήνα).

Ένα ζήτημα που αφορά γενικά την μορφή σωματείο είναι η μονόπλευρη απεύθυνσή του στον κλάδο του. Ως δομή, ενώ μπορεί θεωρητικά να ενισχύσει τους αγώνες και την οργάνωση σε επίπεδο βάσης, ανάλογα βέβαια και με το πως θα επιλέξει να συγκροτηθεί, εξακολουθεί να αναπαράγει τους διαχωρισμούς στην εργασία, ακόμα και σε εργαζόμενους της ίδιας επιχείρησης. Προφανώς υπάρχει πάντα η αξία της αλληλεγγύης που μπορεί να σπάσει αυτούς τους διαχωρισμούς αλλά αυτή, όπως θα δούμε, πολλές φορές «αναλαμβάνεται» από πολύ συγκεκριμένους ανθρώπους, τους/τις ήδη πολιτικοποιημένους/ες.

Επιτροπή αγώνα

Η επιτροπή αγώνα αποτελεί μια πρώτη απάντηση στα αδιέξοδα του σωματείου (αν υπάρχει) που συνήθως ελέγχεται κομματικά. Από την άλλη, λόγω της αλλαγής στη σύνθεση της εργασίας και τον κατακερματισμό των εργασιακών χώρων στη μητρόπολη, δίνει τη δυνατότητα –θεωρητικά τουλάχιστον– να συσπειρωθούν αλληλέγγυοι/ες από επιχειρήσεις του ίδιου ή άλλου κλάδου προσπερνώντας τα εμπόδια που βάζει το κλαδικό σωματείο. Θεωρητικά είναι ο τόπος όπου παίρνονται συλλογικά οι αποφάσεις, επικοινωνείται το περιεχόμενο του αγώνα και μπορεί να συμμετάσχει με ίσους όρους όποια/ος θέλει να αγωνιστεί ενάντια στα αφεντικά.

Αυτά στη θεωρία, καθώς στην πράξη η επιτροπή συσπειρώνει υποκείμενα που επιθυμούν να αγωνιστούν αλλά δε συνδέονται οργανικά με τα ζητήματα της συγκεκριμένης μορφής που παίρνει η καπιταλιστική σχέση στο εργοστάσιο του επισιτισμού για παράδειγμα. Η εργασιακή συνθήκη εκμετάλλευσης είναι ίδια για όλους τους/τις επισφαλείς αλλά είναι διαφορετική η τεχνική σύνθεση του κάθε κλάδου. Για παράδειγμα, είναι διαφορετικά τα προβλήματα των εργαζομένων σε ένα πολυκατάστημα και διαφορετικά σε ένα γραφείο. Προφανώς και αυτή η διευρυμένη συνάντηση είναι θετική, όμως κρίνεται αρνητική στο βαθμό που δεν μπορεί να ανοιχτεί μια συζήτηση για τα συγκεκριμένα ζητήματα του εκάστοτε κλάδου, ώστε να χρησιμοποιηθεί ως βάση για εξάπλωση του αγώνα.

Όμως και πάλι, στην πράξη, οι επιτροπές αλληλεγγύης που καλούνται από πολιτικές-κομματικές οργανώσεις είναι αναμενόμενο να αποτελέσουν πολιτικά μέτωπα αλληλέγγυων. Από εκεί και πέρα όμως, η εμπειρία δείχνει ότι συνήθως δημιουργείται μια άλλου τύπου διαμεσολάβηση: των εργαζομένων από τον πολιτικό σχηματισμό που κυριαρχεί στην επιτροπή αλληλεγγύης. Συνέπεια αυτής της συνθήκης είναι να μετατρέπεται η συνέλευση σε άτυπο κοινοβούλιο πολιτικών σχηματισμών και αντιλήψεων, οι οποίες αντί να εστιάζουν στη θέληση και στις επιλογές των ίδιων των αγωνιζόμενων εργαζομένων, προσπαθούν να περάσουν τη δική τους «γραμμή», ανεξάρτητα αν αυτή είναι πιο αριστερή ή πιο αυτόνομη και αντιεξουσιαστική.

Από την άλλη, όπως είδαμε και στην επιτροπή αλληλεγγύης των διωκόμενων του εστιατορίου Banquet, σχεδόν ποτέ δεν συζητιόταν η καθημερινή εμπειρία της σύγκρουσης με το αφεντικό, τα ζητήματα που μπαίνουν στο χώρο εργασίας και το πώς αντιμετωπίζονται. Από τη στιγμή που οι επιτροπές αλληλεγγύης αποκτούν αυτό τον μετωπικό χαρακτήρα αναλώνονται σε ένα στρατηγισμό που διεξάγει ένα αγώνα εντυπώσεων με το εκάστοτε αφεντικό αλλά δε μεταφράζεται σε σχέσεις με άλλα υποκείμενα. Ακόμη και ο τόπος διεξαγωγής των συναντήσεων των επιτροπών έχει τη σημειολογία του. Στο εργατικό κέντρο, αν δεν είσαι μέλος κάποιας παράταξης ενός σωματείου, πρέπει να κλείσεις αίθουσα και να πληρώσεις.

Εν τέλει, η επιτροπή αγώνα-αλληλεγγύης θέλει μια νοηματοδότηση από την αρχή. Αποτελεί μια ουσιαστική δομή ξεπεράσματος των αδυναμιών των σωματείων και των διαχωριστικών γραμμών του κάθε κλάδου αλλά ο ρόλος και ο τόνος των εξελίξεων πρέπει να δίνεται από τους εργαζόμενους. Ένα χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα είναι ο τρόπος που λειτούργησε η επιτροπή αλληλεγγύης στον αγώνα των εργαζομένων του Banquet. Κάποιοι εργαζόμενοι συμμετείχαν στην αρχή ενεργητικά και στη συνέχεια υποστηρικτικά, με αποτέλεσμα να αναπτυχθεί η λογική ότι η προπαγάνδα, το ταμείο αλληλεγγύης, οι διαδηλώσεις δεν είναι δική τους δουλειά. Υπάρχουν δηλαδή οι κουβαλητές-στρατευμένοι και οι ανήμποροι εργαζόμενοι. Έτσι, χάθηκε η ουσιαστική επικοινωνία των περισσότερων ατόμων της επιτροπής με τους εργαζόμενους, και υπήρξε δυσκολία στα κρίσιμα σημεία του αγώνα να παρθούν αποφάσεις με αποτέλεσμα να ακολουθείται ένας «τυφλοσούρτης». Τελικά, καλό είναι να επιδιώκεται προσωπική επαφή με τους αγωνιζόμενους εργαζόμενους, για να μπορείς να τους εκθέσεις το τι σκέφτεσαι και τι πιστεύεις. Φυσικά, σε καμία περίπτωση να μη γίνεται πλύση εγκεφάλου, αλλά σε ένα ανθρώπινο επίπεδο πέρα από την επιτροπή να αναπτύσσονται σχέσεις.

Τέλος, η επιτροπή αλληλεγγύης και γενικότερα οποιαδήποτε επιτροπή συγκαλείται από μια οργάνωση ή συνέλευση με σκοπό τη στρατηγική επίλυση κάποιων πρακτικών ζητημάτων, έχοντας αποφασίσει από πριν το πολιτικό πλαίσιο, αναλαμβάνει το διαχωρισμένο ρόλο της εκπλήρωσης πολιτικών σχεδίων και σκεπτικών. Για το λόγω αυτό είναι προτιμότερο να καλείται μια ανοιχτή συνέλευση αγώνα-αλληλεγγύης για να μπαίνει ξεκάθαρα από την αρχή ότι οι αλληλέγγυοι/ες δεν είναι μόνο κουβαλητές διαχειριστικών προβλημάτων, αλλά άνθρωποι που συνειδητά θέλουν να αγωνιστούν επί ίσοις όροις και θα συνδιαμορφώσουν συλλογικά πάνω σε απόψεις και όχι σε κομματικές γραμμές.

Αγώνες, εργαζόμενοι και αλληλέγγυοι

Οι περισσότεροι αγώνες που ξεπηδούν αδιαμεσολάβητα τα τελευταία χρόνια σπάνια αφορούν χώρους εργασίας με μεγάλο αριθμό εργαζομένων και με ένα συμπαγές «υποκείμενο αγώνα» (π.χ. ένα μεγάλο εργοστάσιο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εκεί δεν υπάρχουν απολύσεις και αγώνες, αλλά εκεί έχει το πάνω χέρι το ΠΑΜΕ και δεν έχουμε σαφή εικόνα του τι ακριβώς συμβαίνει). Οι περισσότεροι «αυτόνομοι» εργατικοί αγώνες εμφανίζονται σε ευέλικτες-επισφαλείς μορφές εργασίας και σε χώρους εργασίας με μικρό αριθμό εργαζομένων. Οι εργαζόμενοι/ες του ιδιωτικού τομέα βρίσκονται κατακερματισμένοι/ες σε χώρους εργασίας με μικρό αριθμό ατόμων, όπως γραφεία και καταστήματα του τριτογενούς τομέα, σε πολλούς και διαφορετικούς κλάδους. Εξαιτίας αυτής της συνθήκης πολύ σημαντικό ρόλο παίζουν οι αλληλέγγυοι/ες στην πίεση που ασκούν οι αγωνιζόμενες/οι στην εργοδοσία. Το πρόβλημα που έχει εμφανιστεί σε πολλές περιπτώσεις, και σε αυτή του Banquet, είναι η απεύθυνση του αγώνα να περιορίζεται στις σφαίρες τις πολιτικής επιρροής των αλληλέγγυων. Έτσι συνήθως προκρίνεται μια στρατηγική που ποντάρει σε μια αλληλεγγύη συνειδητοποιημένων συντρόφων/ισσων. Σίγουρα, πλεονέκτημα αυτής της στρατηγικής είναι ότι υπάρχει ένας αριθμός στρατευμένων που άμεσα κινητοποιείται.

Κατ’ επέκταση αυτό μπορεί να δημιουργήσει κόστος στις απόπειρες κοινωνικοποίησης και κυκλοφορίας του αγώνα. Επίσης το ότι δημιουργείται μια ανεκτή απεύθυνση, μια στοιχειώδης αλληλεγγύη και ένας ικανοποιητικός κόσμος που συσπειρώνεται και «τρέχει», μπορεί να επαναπαύει του εργαζόμενους/ες. Έτσι περιορίζεται η προοπτική της σύνδεσης με άλλες/ους εργαζόμενες/ους εκτός πολιτικών ταυτοτήτων καθώς επίσης και η ενεργή συμμετοχή των άμεσα εμπλεκόμενων εργαζομένων. Ουσιαστικά, ο αγώνας κυκλοφορεί σε πολιτικούς κύκλους και το πολύ μέσα σε παρεμφερείς χώρους. Σε αυτό το πλαίσιο, η ανοιχτή επιτροπή αλληλεγγύης ουσιαστικά είναι ανοικτή σε πολιτικούς χώρους. Το ερώτημα που μπαίνει λοιπόν είναι με ποιον τρόπο μπορούν διαδικασίες αγώνα σε εργασιακούς χώρους να ανοίξουν και να κυκλοφορήσουν, να μοιραστούν εμπειρίες, αγωνίες και ανάγκες και πάνω σε αυτή τη βάση να στήσουν την αντιπαράθεση τους. Ο αγώνας του Banquet, για παράδειγμα, ενώ ανέδειξε τα προβλήματα του κλάδου του επισιτισμού και όλες και όλοι οι εργαζόμενοι/ες στα bar και εστιατόρια της πόλης τον γνώριζαν, για κάποιους λόγους δεν ήρθαν σε καμία επιτροπή αλληλεγγύης.

Επομένως, ίσως κάτι έγινε λάθος, οι εργαζόμενοι πέρα από το συγκεκριμένο κατάστημα δεν ενδιαφέρθηκαν να συμμετάσχουν στον αγώνα, δε βρήκαν το συνδετικό νήμα και την κοινή μοίρα. Γενικότερα, υπάρχει και η ατομική ευθύνη του κάθε εργαζόμενου/ης και το γεγονός ότι τα τελευταία τριάντα χρόνια έχει χαθεί η αγωνιστική κουλτούρα στους χώρους εργασίας. Παρόλα αυτά, ίσως έπρεπε να μπει μια γενικότερη διεκδίκηση που να αφορά όλους τους εργαζομένους στην περιοχή του κέντρου της Θεσσαλονίκης, ώστε να μπορεί ο καθένας/μια να αγωνιστεί στο δικό του χώρο εργασίας. Ίσως επίσης θα έπρεπε να υπάρχει από πριν εντονότερη «δουλειά» απεύθυνσης σε αυτούς τους χώρους, είτε από το σωματείο (κάτι ανέφικτο αφού το επίσημο σωματείο κυριαρχείται από το ΠΑΜΕ), είτε από εργατικές ομάδες, είτε από το σωματείο βάσης σερβιτόρων μαγείρων. Και φυσικά απεύθυνση σε μια λογική που εστιάζει στα συνολικά ζητήματα του κλάδου και όχι μόνο σε συγκεκριμένα μαγαζιά. Βέβαια, ακόμα και η στιγμή του αγώνα είναι μια ευκαιρία να ανοιχτούν τα ζητήματα αρκεί να το επιθυμούν όσες και όσοι συμμετέχουν σε αυτόν.

Δε μπορούμε να παραβλέψουμε τις κινήσεις εργαζομένων στον Καφεναί και στο Barθelonica6 που συνέπεσαν με τον αγώνα στο Banquet και επωφελήθηκαν θετικά σε σχέση με τις διεκδικήσεις τους. Όμως, θεωρούμε ελλειμματική τη διαδικασία με την οποία συνδέθηκαν αυτές οι κινητοποιήσεις. Δεν υπήρξε ουσιαστικά μια κοινή διαδικασία και η σύνδεση έγινε κυρίως σε επίπεδο εντυπώσεων.

Φυσικά, πρέπει να επισημάνουμε ότι οι μορφές οργάνωσης είναι δυναμικές, πράγμα που σημαίνει ότι συνυπάρχουν όλα τα παραπάνω στοιχεία, απλώς στο παράδειγμα του αγώνα του Banquet, και ειδικά στο τέλος, η διαχωρισμένη αντίληψη της επιτροπής αλληλεγγύης με την απουσία των εργαζομένων επικράτησε.

Μορφές αγώνα και υποστήριξης

Ταμείο αλληλεγγύης: Τους 6 μήνες που συμμετείχαμε στον αγώνα των εργαζομένων του εστιατορίου Banquet βρήκαμε τους τρόπους να υποστηρίξουμε υλικά 7-8 εργαζόμενους σε ένα στοιχειώδη, αλλά πολύ ουσιαστικό για τους ίδιους βαθμό. Η λειτουργία ενός ταμείου αλληλεγγύης αποτέλεσε πολύ σημαντική δικλείδα φερεγγυότητας των αλληλέγγυων προς τους εργαζόμενους, δημιουργώντας μια διαφορετική κουλτούρα και απαντώντας συλλογικά σε ατομικά προβλήματα. Η εμπειρία αυτή είναι πολύ σημαντική καθώς ο οικονομικός εκβιασμός και το αδιέξοδο είδαμε στην πράξη ότι μπορεί να απαντηθεί μέσα από την αλληλεγγύη.

Αποκλεισμοί: Η μορφή του καθημερινού αποκλεισμού που υιοθετήθηκε αποτέλεσε ένα ακόμη «νέο» πεδίο εμπειρίας πάνω σε αγώνες. Η πίεση που ασκήθηκε σε ένα αδιάλλακτο αφεντικό ήταν τεράστια. Η μορφή αυτή του αγώνα, με την συνέπεια που τη διέκρινε, κατάφερε να γνωστοποιήσει το ζήτημα, να ασκήσει κοινωνική πίεση δυσφημώντας το προφιλ της επιχείρησης ενώ ταυτόχρονα προκαλούσε μεγάλη οικονομική ζημιά. Έξω από το Banquet δημιουργήθηκε ένας ανοιχτός χώρος αγωνιστικής συνάντησης. Οι κουζίνες που έγιναν από έξω έσπασαν το μοτίβο της αντιπαράθεσης, ανοίγοντας νέους τρόπους αλληλεγγύης και κυκλοφορίας του αγώνα. Από εκεί και πέρα η αδυναμία να εμπλουτιστούν οι αποκλεισμοί με πιο δημιουργικές για τους συμμετέχοντες μορφές τις κατέστησαν βαρετές. Δεν αναζητήθηκαν άλλοι τρόποι αντιπαράθεσης, χωρίς φυσικά αυτό να αποτελεί ευθύνη του συγκεκριμένου αγώνα.

Αντιπαράθεση: Στις περισσότερες των περιπτώσεων που ένας αγώνας κινείται στα όρια της θεσμικής του διάστασης προκύπτουν στιγμές σύγκρουσης είτε με την εργοδοσία είτε με την κρατική καταστολή, είτε ακόμα και με άλλες μορφές τρομοκρατίας. Δε θεωρούμε ότι η βία είναι μαγική, ούτε ότι η βίαιη αντιπαράθεση είναι η λύση για όλα. Παρόλα αυτά, σε πρόσφατους αγώνες όπως με την Κ.Κούνεβα αλλά και με το Via Vai στην Αθήνα αναδείχθηκε μια διαφορετική πτυχή της απάντησης στη βία των αφεντικών.7

Σε ένα κατάστημα-κάτεργο όπως το Banquet, θα μπορούσε τουλάχιστον να συζητηθεί και αυτή η επιλογή, σε ένα επίπεδο τουλάχιστον απειλής κλεισίματος του μαγαζιού, όταν η επιθετική γραμμή της εργοδοσίας ήταν πλέον γεγονός. Η παθητική, οσιομαρτυρική στάση μας απέναντι στους μπράβους του Φιόρου και του Στοίβα –των αφεντικών του Banquet– που τραμπούκησαν μέλη της επιτροπής αλληλεγγύης, που μας κινηματογραφούσαν, μας πετούσαν αυγά και μας απειλούσαν, σίγουρα δε μας ωφέλησε σε κάτι. Πόσο μάλλον έδωσε πάτημα στα αφεντικά να έχουν την πρωτοβουλία των κινήσεων και να συνεχίσουν τη στρατηγική τους με τις μηνύσεις. Η βίαιη αντιπαράθεση δε νοείται στα πλαίσια της προσωπικής μας εκτόνωσης, για να πέσουμε στις προβοκατόρικες παγίδες των αφεντικών. Το θέμα είναι η αντιπαράθεση αυτή να έχει μία λογική στρατηγική που να δίνει την πρωτοβουλία των κινήσεων στους εργαζόμενους και να καταδείκνύει ότι δεν υπάρχουν μόνο τα νομικά τερτίπια, αλλά ότι η συλλογική αντιμετώπιση των προβλημάτων στους χώρους εργασίας μπορεί να εκφραστεί με πολλούς τρόπους από τους εργαζόμενους. Στα κρίσιμα αυτά ερωτήματα δεν μπορέσαμε να βρεθούμε σε μία πρόσωπο-με-πρόσωπο συζήτηση και εκτίμηση της κατάστασης με τους ίδιους τους εργαζόμενους. Ακόμα και αν καταλήγαμε σε ήπιες κινήσεις, το άνοιγμα της συζήτησης για πιθανές δράσεις όπως κατάληψη-αυτοδιαχείριση του μαγαζιού ή δυναμικός αποκλεισμός, μπορεί να έβαζαν νέα δεδομένα στις μεταξύ μας σχέσεις και ίσως να μας έδινε την πρωτοβουλία των κινήσεων.

Νίκη του αγώνα ή ήττα

Οι έννοιες «νίκη» ή «ήττα» είναι σχετικές, ανάλογα με το πως θέλει να βαφτίσει κανείς το αποτέλεσμα ενός αγώνα. Σίγουρα, η υλική νίκη είναι σημαντική για τους ίδιους τους εργαζόμενους ως άτομα, ώστε να πληρωθούν τα χρωστούμενα, να πάρουν τα ένσημα, να επαναπροσληφθούν. Παρόλα αυτά, κανείς άλλος δεν «κερδίζει» κάτι.

Είναι θετικό να υπάρχει μια υλική ή ηθική νίκη σε έναν αγώνα. Είναι σημαντικό για τα ίδια τα υποκείμενα που δίνουν συλλογικά μια μάχη με το ή τα αφεντικά τους να έχουν ένα καλό αποτέλεσμα και να μην συντριβούν ψυχικά και οικονομικά. Παρόλα αυτά, υπάρχουν και δυναμικοί αγώνες που ηττούνται και μάλλον οι περισσότεροι. Ειδικά στους καιρούς που ζούμε, δυστυχώς δε μπορούμε να μιλάμε για νίκες της εργατικής τάξης –αν κρίνουμε από τους πιο πρόσφατους μαζικούς αγώνες– αλλά για κάποιους «καλούς» συμβιβασμούς.

Το σημαντικό, λοιπόν, δεν είναι η συγκεκριμένη νίκη ή ήττα, αλλά η μορφή, το περιεχόμενο και η παρακαταθήκη που αφήνει ένας αγώνας. Να μπορούν οι εργαζόμενοι/ες συλλογικά να παίρνουν αποφάσεις και να πράττουν, να σπάνε τις μεταξύ τους εξουσίες, να στηρίζουν άλλους αγώνες ως αλληλέγγυοι/ες ώστε να δημιουργηθεί το υπόβαθρο για νέους αγώνες. Να μπορούν, δηλαδή οι εργαζόμενοι/ες να αποφασίζουν και να μην βρίσκονται έρμαιο των αφεντικών και των κομματικών ηγεσιών.

Αυτά όμως θα προκύψουν αν μέσα από τις διαδικασίες του αγώνα, δομηθούν άλλου τύπου σχέσεις και δημιουργηθεί μια άλλη αντίληψη για τις σχέσεις εξουσίας, την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, τα θέματα του φύλου και της φυλής. Αν εμπλουτιστεί δηλαδή ο αγώνας πέρα από θέματα που άπτονται καθαρά και μόνο των συγκεκριμένων οικονομικών διεκδικήσεων.

Επομένως, θεωρούμε χαμένη ευκαιρία για μας το ότι με τους εργαζόμενους του Banquet δεν έχουμε κανενός είδους σχέση, ωστόσο ελπίζουμε να τους δούμε να συμμετέχουν σε έναν επόμενο αγώνα.

Β’ μέρος

Ανίχνευση των αυτόνομων χαρακτηριστικών των αγώνων

Αγώνες με αυτόνομα χαρακτηριστικά –και όχι αυτόνομοι αγώνες– συμβαίνουν όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια, σε μία διαρκή μάχη με τα βαρίδια του παρελθόντος, όπως είναι οι κομματικές συνδικαλιστικές οργανώσεις (π.χ. ΠΑΣΚΕ, ΠΑΜΕ), με το γραφειοκρατικό συνδικαλισμό της ΓΣΕΕ και σε ένα περιβάλλον που καθιστά όλο και πιο δύσκολο την ανάπτυξη αγώνων με προοπτική πέρα από τις «παραδοσιακές» διεκδικήσεις. Δεν είναι εύκολο να διακρίνει κανείς ποιοι αγώνες είναι αυτόνομοι και ποιοι όχι, λόγω της σύγκρουσης με παραδοσιακές λογικές.

Τέτοιοι αγώνες –με αυτόνομα χαρακτηριστικά– θεωρούμε πως ήταν το κίνημα αλληλεγγύης στην Κ.Κούνεβα, ο αγώνας των αλλιεργάτων της Ν. Μηχανιώνας (Χειμώνας 2010), το Via Vai (Μάρτιος 2010), ο αγώνας για την επαναπρόσληψη του Ν. Παλαιστίδη στις εκδόσεις Άγρα, οι κινητοποιήσεις στη Wind7, αγώνες που έχουν δοθεί από τη ΣΒΕΟΔ στον κλάδο των courier, ο αγώνας των γιατρών στο Ζαγκλιβέρι (2005-2006 και έως και σήμερα) κ.τ.λ. Ως προς αυτές τις εμπειρίες, θεωρούμε χρήσιμη την ανάπτυξή τους και την παρουσίασή τους από όσους/όσες συμμετέχουν στους αγώνες αυτούς.

Σκοπός μας είναι να ανταλλάξουμε εμπειρίες αγώνα, να ανιχνεύσουμε τι προοπτικές υπάρχουν για ένα γενικότερο συντονισμό και επικοινωνία μεταξύ ανθρώπων με κοντινές αντιλήψεις. Πιο απλά, που το πάμε; Πώς δηλαδή αυτοί οι αγώνες θα κοινωνικοποιηθούν και θα κυκλοφορήσουν πραγματικά; Πώς, από το να αποτελούν απλά πόλους συσπείρωσης πολιτικοποιημένων, θα κατορθώσουν να απαντήσουν σε ανάγκες ευρύτερα των εργαζομένων και έτσι να δημιουργήσουν πιο διευρυμένες ρήξεις στα εργασιακά κάτεργα; Πώς η αλληλεγγύη θα μετατραπεί από αξία λίγων, σε αξία όλο και περισσότερων εκμεταλλευόμενων; Ουσιαστικά, πώς μπορεί να διαφανεί μια διαδικασία ρήξης που να ξεπερνάει την παγιωμένη κατάσταση του συνδικαλισμού και της κυρίαρχης μορφής αγώνων και να βάζει πιο ουσιαστικά χαρακτηριστικά ανάμεσά σε όσους αγωνίζονται; Τόσο υλικά, όσο και υπαρξιακά. Ως ένα άλλο μοντέλο ζωής που μπορεί να προκύψει μέσα από τους αγώνες.

Σε αυτή την κατεύθυνση η εμπειρία είναι χρήσιμος οδηγός. Όμως πρέπει να οραματιστούμε το παραπέρα. Τις δομές, τους τόπους συνάντησης, τις μορφές οργάνωσης, τις ριζοσπαστικές σχέσεις που μπορεί να αναδυθούν.

Τι σημαίνει όμως για μας αυτόνομος αγώνας;

Η κριτική μας τοποθέτηση στα παραπάνω αναδεικνύει το σκεπτικό μας όσον αφορά τα χαρακτηριστικά και τον τρόπο διεξαγωγής ενός τέτοιου αγώνα. Αδιαμεσολάβητος, έξω και ενάντια σε κομματικές λογικές, με αντιιεραρχικές και αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων, δίχως αντιπροσώπους και ειδήμονες, μέσα και ενάντια στη μισθωτή σκλαβιά. Ποια είναι η σημασία όλων αυτών; Θέλουμε να εστιάσουμε στη διαδικασία με την οποία κάποιος/κάποια αναλαμβάνει την ευθύνη να αγωνιστεί σε πρώτο πρόσωπο, συσχετιζόμενος/η με τους γύρω του/της, ώστε να επιδιώξει ένα κοινό όφελος για όλους, σε μια κατεύθυνση ενδυνάμωσης του ελέγχου πάνω στην εργασία του/της ή στη διακοπή αυτής (απεργία, σαμποτάζ, μείωση παραγωγικότητας). Αυτή η διαδικασία, όπως και πολλές άλλες, βοηθάει στην ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης, της συλλογικής, από-τα-κάτω επίγνωσης του ότι αποτελούμε μία κοινωνική τάξη με κοινή μοίρα (όχι απαραίτητα κοινά συμφέροντα), μέσα στον καταμερισμό ιεραρχιών και διαχωρισμών εντός της κοινωνίας. Η πράξη του αγώνα μετατρέπει αυτή την επίγνωση σε νέες πραγματικές σχέσεις που μπορούν να μετασχηματίσουν τις υπάρχουσες, να διερωτηθούν για το νόημα του να εργάζεσαι, για τις δυνατότητες των γνώσεων και των δεξιοτήτων μας σε μια κατεύθυνση εξόδου από την μισθωτή εργασία. Έτσι, συνοπτικά, αυτόνομος είναι ο αγώνας που προσδιορίζεται με βάση τις άμεσες, αδιαμεσολάβητες σχέσεις που προκύπτουν σε ένα εργασιακό περιβάλλον και τείνουν να το αρνηθούν, αρνούμενες τη διακοπή τους μετά το πέρας του αγώνα ή την ένταξή τους σε ένα «εξωτερικό» πολιτικό πρόγραμμα. Αυτόνομοι είναι οι κοινωνικοί αγώνες που μετατρέπονται σε πολιτικούς –θέτουν δηλαδή ζητήματα συνολικής κριτικής– από την ίδια και άμεση εμπειρία των αγωνιζόμενων και όχι από τους πολιτικούς σχηματισμούς που επιδιώκουν να τους καθοδηγήσουν. Η όποια λύση θα σχηματιστεί μέσα από τους αγώνες των από-κάτω και θα είναι συλλογική. Εμείς βάζουμε τους εαυτούς μας μέσα στη σχέση της εκμετάλλευσης και μας ενδιαφέρει το πώς θα σπάσουμε αυτή τη σχέση μαζί με τους γύρω μας. Για αυτό το λόγο, μιλάμε για διαδικασίες υποκειμενοποίησης, όπου τα υποκείμενα αναπτύσσουν σχέσεις, συναντιούνται και αλλάζουν μέσα από διάφορες πτυχές της ζωής και συντονίζονται.

Οι φιγούρες των αγκιτατόρων, των ειδικών που θα χαράξουν το σχέδιο και θα κινητοποιήσουν τις μάζες, μας προκαλούν συναισθήματα απέχθειας και θα βρεθούμε απέναντι σε τέτοιες λογικές. Η λογική της φωτισμένης πρωτοπορίας που θα δώσει τη λύση ανήκει στον προηγούμενο αιώνα. Όμως πολλές φορές, αν και την αρνούμαστε, την αναπαράγουμε γιατί, παρά την αλλοτρίωση που τη διέπει, έχει φανεί πως μπορεί να παράγει –σε θεαματικό επίπεδο– κοινωνικά νοήματα. Όμως στο τέλος, αντιλαμβανόμαστε ότι οι επιδιωκόμενες συνδέσεις με την κοινωνία ή με άλλα υποκείμενα δεν έχουν πραγματοποιηθεί ποτέ ή έχουν πραγματοποιηθεί διαμεσολαβημένα από το μηχανισμό πομπού-δέκτη. Έτσι, η αυτενέργεια, η ατομική επιλογή και η συνείδηση δίνουν την θέση τους στη διαρκή κίνηση των πολιτικοποιημένων, αναπαράγοντας έτσι το ρόλο του θεατή. Η αντίληψη της μη-διαμεσολάβησης, ή της μη-πρωτοπορίας χρειάζεται να αναπτυχθεί στο έδαφος, όσο δύσκολο και αν αυτό φαίνεται, της κοινής εμπειρίας των από κάτω. Στη δουλεία, στη γειτονία, στους κοινούς τόπους.

Αυτή η κατεύθυνση μπορεί να πάρει πολλές τροπές. Παλαιότερα οι Ιταλοί και Γάλλοι εργατιστές είχαν τη λογική της «εγκατάστασης». Έμπαινε δηλαδή ο πολιτικά στρατευμένος σε ένα εργοστασιακό πόστο και προσπαθούσε να δημιουργήσει διαδικασίες αγώνα, διερευνώντας ταυτόχρονα τις δυνατότητες που προέκυπταν. Αυτό βέβαια σε μια εποχή, που το μαζικό εργοστάσιο ήταν το επίκεντρο της καπιταλιστικής ανάπτυξης και της ζωής της πλειοψηφίας του προλεταριάτου. Σήμερα, στο πολυδιασπασμένο κοινωνικό εργοστάσιο και στην επισφαλή συνθήκη, μια τέτοια λογική μοιάζει πολύ δύσκολη έως αδύνατη. Και όμως κρίνοντας από το Banquet, κάτι τέτοιο, σε χώρους όπου εργάζονται πάνω από δέκα εργαζόμενοι είναι κάτι σχετικά εφικτό. Βέβαια, κάτι τέτοιο έχει από πίσω του τη λογική της «αόρατης επιτροπής». Προϋποθέτει την ύπαρξη μια οργάνωσης που ήδη χαράσσει στρατηγικές χωρίς τους ίδιους τους εργαζόμενους.

Από την άλλη, ο ρόλος των πολιτικών οργανώσεων δεν πρέπει να απαξιωθεί πλήρως. Ο ρόλος τους ως ερμηνευτές της πραγματικότητας και διακινητές της εμπειρίας μπορεί να αποτελέσει κλειδί στην άμεση κυκλοφορία και σύνδεση των αγώνων και των φαντασιακών, στη διάχυση της αξίας της αλληλεγγύης. Επίσης η πολιτική εμπειρία μπορεί να βοηθήσει σε κρίσιμες στιγμές ενός αγώνα (νομικά ζητήματα, σύγκρουσιακή αντιπαράθεση, διεύρυνση της αλληλεγγύης, οικονομική υποστήριξη) για το καλό φυσικά του αγώνα και όχι της πολιτικής οργάνωσης. Έτσι κρίνουμε πως είναι θεμιτό καταρχήν, όπου βρίσκεται και εργάζεται ο καθένας και η καθεμία που μοιράζεται ένα αυτόνομο σκεπτικό για τους αγώνες, να προσπαθεί να δημιουργεί συνδέσεις και ρήξεις εντός της εργασίας του. Εάν η άμεση αντιπαράθεση είναι αδύνατη, τότε η συνάντηση και η υποστήριξη αδιαμεσολάβητων διαδικασιών, όπως τα σωματεία βάσης, μπορούν με επιμονή να βοηθήσουν συνολικά στη διαμόρφωση μιας κουλτούρας οργάνωσης και αγώνα ανά κλάδο. Η πρόσφατη εμπειρία δείχνει πως ακόμα και αν το σωματείο βάσης δεν μπορεί να συγκροτηθεί, τότε τη «δουλειά» της δημιουργίας μιας κουλτούρας αγώνα μπορεί να την επωμιστεί η εργατική συλλογικότητα ή οι πρωτοβουλίες ατόμων που μοιράζονται αυτή την ανάγκη. Και τέλος, όπου αυτό είναι εφικτό, μπορεί κανείς να συμμετέχει σε ανοιχτές συνελεύσεις αγώνα-αλληλεγγύης, ώστε να επιδιώκει της σύνδεση με άλλα υποκείμενα και να μεταφέρει τον αγώνα στον άμεσο κοινωνικό του κύκλο, βάζοντας πιθανά ζητήματα που αφορούν το δικό του χώρο εργασίας, σε μια διαδικασία σύνδεσης και αλληλοϋποστήριξης.

Που συναντιόμαστε;

Ένα δύσκολο ερώτημα προς απάντηση είναι ο τόπος συνάντησης και συνεύρεσης των υποκειμένων. Παλαιότερα ήταν το εργοστάσιο και η γειτονιά, κοινότητες οι οποίες συγκροτούσαν αγώνες και οι οποίες σήμερα φαντάζουν μακρινές για μας. Σήμερα, οι τόποι συνάντησης είναι κατά βάση τόποι συνάντησης ατόμων και όχι συλλογικών ταυτοτήτων ή νοημάτων. Από τα καφέ και τα πάρκα μέχρι το internet και τα chat room, οι συναντήσεις διαμεσολαβούνται από το ατομικιστικό μοντέλο ζωής. Βέβαια υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Οι αντικουλτούρες βρίσκουν τους χώρους τους στις πόλεις, τα πανεπιστήμια εξακολουθούν να παράγουν μαζική κοινωνικοποίηση και να αποτελούν πόλους πολιτικοποίησης, οι πλατείες έχουν γίνει τα καταφύγια των ψηγμάτων συλλογικής ζωής, ενώ μοντέλα συλλογικής καθημερινότητας ξεπηδούν όλο και συχνότερα.

Ο εργασιακός χώρος, αν και ιδιωτικός, από την στιγμή που σε αυτόν συναντιούνται διαφορετικά υποκείμενα μεταξύ τους, έχει τα στοιχεία ενός δημόσιο χώρου. Μπορεί κανείς να κοινωνικοποιηθεί, να αναπτύξει σχέσεις και δεσμούς –ελπίζουμε όχι με το αφεντικό. Όμως όπως προαναφέραμε δεν πρόκειται για εκείνο το μαζικό χώρο, του εργοστασίου όπου η κοινωνικοποίηση του εργάτη μέσα από την κοινά βιωμένη πραγμοποίηση παρήγαγε ευκολότερα συλλογικά νοήματα άρνησης και αγώνα. Από την στιγμή που η πραγμοποίηση εξατομικεύεται και η θέαση του κόσμου μετατρέπεται σε αυστηρά προσωπική υπόθεση, οι συμπεριφορές που αναπτύσσονται είναι καθαρά ιδιωτικές –ο καθένας και τα προβλήματα του. Για να σπάσει αυτό απαιτείται τεράστια προσπάθεια και συχνά ο πολιτικοποιημένος κόσμος προτιμάει να συναντιέται με ανθρώπους που ήδη έχουν κάνει το βήμα της συλλογικής αντιμετώπισης των προβλημάτων. Η εμπειρία όμως έχει δείξει πως ακόμα και στο χώρο εργασίας μπορούν να εμφανιστούν ριζοσπαστικές μειοψηφίες, να βάζουν μπροστά το συλλογικό και να αποτελούν μια καλή μαγιά για να ξεπηδήσουν αγώνες. Η απογοήτευση και η απομόνωση, απόρροια της πολυδιάσπασης των χώρων εργασίας, μπορούν να σπάσουν μέσα από την διαδικασία σύνδεσης –το να νιώθουμε δηλαδή ότι αποτελούμε μέρος ευρύτερων αρνήσεων και το ότι οι αγώνες μας μπορούν να επηρεάζουν και άλλους.

Η γειτονία –ως η κοινότητα που συγκροτείται γύρω από την αναπαραγωγή– έχει επίσης την ίδια μοίρα. Εντοιχισμένα «ατομικά» προβλήματα, συγκαλυμμένη βία, συναντήσεις διαχειριστικές, διεκπεραιωτικές και όχι ουσιαστικές (βλ. συνελεύσεις πολυκατοικίας, σύλλογοι γονέων κ.τ.λ). Επίσης σε πολλές περιπτώσεις, κατά το ελληνικό φαινόμενο, η ίδια η εκμετάλλευση διαπερνάται άμεσα από σχέσεις συγγένειας που καθιστούν δυσκολότερες τις αρνήσεις και δημιουργούν το φαινόμενο της αλληλοδιαπλοκής οικογενειακού θεσμού και εργασιακού περιβάλλοντος. Ακόμα και αν θέλει κανείς να ξεφύγει από αυτό το πλέγμα στο οποίο συγκροτούνται οι δημόσιες σχέσεις (σε καφετέριες, τοπικά μαγαζιά κ.τ.λ.), έχει να συναντήσει ένα ολόκληρο μοντέλο κοινωνικοποίησης εντός του οποίου η αλληλεξάρτηση των επιμέρους συμφερόντων παραμένει θολή και εμποτισμένη με αρκετή δόση συντηρητισμού και «αόρατης» εκμετάλλευσης. Το μοντέλο αυτό κυριαρχεί στις ελληνικές πόλεις και ιδιαίτερα στις γειτονιές.

Αντιθέτως, στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπου η έννοια της γειτονιάς έχει αποσαθρωθεί πλήρως, τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα. Στην άβυσσο της εκμετάλλευσης, ανάμεσα σε πολυεθνικές, μεγάλα καταστήματα, πολυτελή μαγαζιά, μπαρ, εστιατόρια, ξενοδοχεία, αλλά και στις οργανωμένες μαφίες, την πορνεία και το εμπόριο θανάτου, οι μόνες κοινότητες που έχουν συγκροτηθεί δημόσια είναι αυτές των ριζοσπαστικοποιημένων μειοψηφιών (ή των αμυνόμενων μειονοτήτων). Δεν είναι τυχαίο που στο χάος των διαλυμένων συλλογικών ταυτοτήτων τα τελευταία τριάντα χρόνια, η συγκρότηση της αντίστασης πραγματώθηκε μέσα από την ταυτότητα του πολιτικοποιημένου ριζοσπάστη, αναρχικού, αντιεξουσιαστή, ακροαριστερού και συνήθως νέου σε ηλικία. Επίσης δεν είναι τυχαίο που αυτή η ταυτότητα συναντήθηκε και κοινωνικοποιήθηκε με νέους, μαθητές, φοιτητές και εργαζόμενους, τα τελευταία 2 χρόνια μετά το Δεκέμβρη, αφού αποτέλεσε την μόνη πρόταση ορατής αντίστασης και αγώνα. Η ταυτότητα του νεαρού ριζοσπάστη, που συγκροτείται στο διάχυτο εργοστάσιο και μπλοκάρει κατά βάση την κυκλοφορία των εμπορευμάτων και των καπιταλιστικών προσταγών σαμποτάροντας τη δημόσια τάξη, αποδείχθηκε με την σειρά της μερική. Στην κρίσιμη στιγμή που διανύουμε για τα συλλογικά κεκτημένα του παρελθόντος, αδυνατεί να απαντήσει και να μπλοκάρει την αναδιάρθρωση, μπλοκάροντας την παραγωγή με μαζικό τρόπο. Η αδυναμία αυτή έγκειται στο ότι δε μπόρεσε να επηρεάσει και να διεισδύσει σε φιγούρες (ίσως παρελθοντικές) ή να πιέσει δομές τέτοιες που να καθιστούν το μπλοκάρισμα των πάντων εφικτό –αν και το προσπάθησε, όπως στην κατάληψη της ΓΣΕΕ κατά τον εξεγερμένο Δεκέμβρη. Μένει λοιπόν να γεννήσει τις νέες δυνατότητες, είτε οργανωτικές είτε νοηματικές, στοχεύοντας στην καρδιά του κτήνους, την εξάρτησή μας δηλαδή από τη μισθωτή εργασία.

Από την άλλη, εδώ και κάποια χρόνια, πολιτικοποιημένοι κατά βάση άνθρωποι προσπαθούν να συγκροτήσουν ξανά τις έννοιες της κοινότητας με βάση τη γειτονία, με όχι κατ’ ανάγκη άμεση σχέση με τα εργασιακά ζητήματα. Αυτές οι απόπειρες δούλεψαν, συγκρότησαν μια ελάχιστη βάση συλλογικοποίησης και φάνηκε ότι στάθηκαν ικανές να δημιουργήσουν δεσμούς που σε ένα περιβάλλον ανάπτυξης των αγώνων κατάφεραν να δράσουν υποστηρικτικά, όπως π.χ. το Δεκέμβρη και το κίνημα αλληλεγγύης στην Κ. Κούνεβα. Θεωρούμε πως η στροφή στο τοπικό, στο χώρο όπου συναντιέται η εκτός εργασιακού χρόνου κοινή ζωή, επιτρέπει να σχηματιστούν δεσμοί και σχέσεις που να δημιουργούν ευνοϊκό περιβάλλον τόσο για τη σύνδεση των αγώνων και για την άμεση υποστήριξη τους, όσο και για το άνοιγμα ζητημάτων που σχετίζονται με την εργασία αλλά και με συνολικά θέματα που προκύπτουν από τη ζωή μέσα στον καπιταλισμό. Υγεία, ασφάλιση, κατανάλωση, μέσα διαβίωσης, στέγαση, πολιτισμός.

Το είπαμε και παραπάνω: ένας αγώνας είναι προνομιακό πεδίο για τη συνάντηση των υποκειμένων που θέλουν να αγωνιστούν, ποιες είναι όμως οι διεργασίες που θα βάλουν περισσότερο κόσμο σε κίνηση; Ποιοι θα είναι οι τόποι συνάντησης; Πώς μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την υπάρχουσα εμπειρία, τις υπάρχουσες δομές για να δημιουργήσουμε αγώνες ή έστω να δράσουμε υποστηρικτικά προς αυτούς;

Ποιες τελικά είναι οι μορφές οργάνωσης που θα καταστήσουν την αυτενέργεια και τη συλλογικότητα ικανές να παράγουν πολιτική από τα κάτω, όχι μόνο για την ικανοποίηση των άμεσων υλικών ζητημάτων αλλά για το μετασχηματισμό της ίδιας μας της ζωής;

Υπήρξαν ιστορικά παραδείγματα όπως οι Wobblies, τα εργοστασιακά συμβούλια, η ιταλική αυτονομία που κατάφεραν να απαντήσουν τέτοια ερωτήματα με αρκετά πετυχημένο τρόπο. Όλα αυτά σήμερα φαντάζουν ξεπερασμένα, φαίνεται να ανήκουν στο χρονοντούλαπο της παγκόσμιας κινηματικής ιστορίας, όμως έχουν κάτι κοινό: την κοινή μοίρα αυτών των ανθρώπων που αγωνίστηκαν μέσα αλλά και πέρα από τη μισθωτή εργασία. Είναι παραδείγματα οργάνωσης των εργατών/τριών που έθεταν ζητήματα γύρω από το φάσμα ολόκληρης της ζωής, έστηναν δομές αλληλεγγύης, δημιουργούσαν αγωνιστική κουλτούρα και έφεραν μέσα τους ένα διαφορετικό πολιτισμό. Άλλωστε, οι σχέσεις, οι συνειδήσεις, ο τρόπος σκέψης των ανθρώπων δεν αλλάζει σε μια στιγμή αλλά μέσα από συλλογικές διαδικασίες, που χτίζουν το «εμείς», που απαντούν σε κοινές ανάγκες και ζητήματα και επιτίθενται στις εξουσιαστικές σχέσεις.

1. Το Cafe la Rage ειναι τόπος συνάντησης και αυτοοργάνωσης επισφαλών, ανέργων, «μαύρων», εργατριών και εργατών, http://cafelarage.blogspot.com/

2. Η εκδήλωση έγινε στις 25 Νοεμβρίου 2010 στην κατάληψη Φάμπρικα  – Υφανέτ.

3.  Ο εργαζόμενος των εκδόσεων ΑΓΡΑ Ντίνος Παλαιστίδης, κάνοντας χρήση του δικαιώματος του να καταφύγει στην επιθεώρηση εργασίας, για να διεκδικήσει την διευθέτηση ζητημάτων που αφορούσαν τις συνθήκες εργασίας, ως απάντηση από τον ιδιοκτήτη Πετσόπουλο λαμβάνει την απόλυσή του. Ο Ντίνος Παλαιστίδης, με έναν αγώνα που διαρκεί πάνω από ενάμιση μήνα (Ιανουάριος – Μάρτιος 2010) διεκδικεί μαζί με τους υπόλοιπους συναδέλφους του στις εκδόσεις ΑΓΡΑ και το σύλλογο βιβλίου χάρτου, με απεργίες και συγκεντρώσεις έξω από τις εκδόσεις, παρεμβάσεις σε άλλα βιβλιοπωλεία κ.λ.π. την επαναπρόσληψή του. Στο πλευρό του βρέθηκαν από την πρώτη στιγμή δεκάδες εργατικά σωματεία, εργατικές και πολιτικές συλλογικότητες, απλοί εργαζόμενοι. Όλο αυτό το κύμα αλληλεγγύης και διαμαρτυρίας θορύβησε το αφεντικό των εκδόσεων ΑΓΡΑΣ, οδηγώντας το σε σπασμωδικές κινήσεις με χαρακτηριστικό το μάζεμα υπογραφών από ανθρώπους των «γραμμάτων και των τεχνών», με το οποίο υποστήριζαν δημόσια την απόλυση του Παλαιστίδη διατρανώνοντας παράλληλα το μέγεθος της προσωπικής τους ξεφτίλας…

4. Η Κάρμεν, μέλος του σωματείου σερβιτόρων μαγείρων απολύθηκε από το αφεντικό της αλυσίδας καφετεριών VIA VAI στην Αθήνα. Η εργαζόμενη απαίτησε να της καταβληθούν τα δεδουλευμένα, τα ένσημα και η αποζημίωση, ενώ ο εργοδότης εμφανίστηκε προκλητικός και απειλητικός, δε δίστασε να επιδείξει μέχρι και όπλο. Την επόμενη μέρα 24 Μάρτη, η Κάρμεν δέχθηκε επίθεση από αγνώστους την ώρα που κατευθύνονταν σπίτι της. Τη χτύπησαν βάναυσα στο κεφάλι και την εγκατέλειψαν αιμόφυρτη και λιπόθυμη στην είσοδο του σπιτιού της. Τις επόμενες μέρες θα πραγματοποιηθούν από το σωματείο σερβιτόρων μαγείρων και από αλληλέγγυους αποκλεισμοί και παρεμβάσεις σε καταστήματα της VIA VAI καθώς και μαχητική πορεία στις 30 Μαρτίου, που έφεραν ως αποτέλεσμα μια πρώτη νίκη, καθώς το αφεντικό κατάβαλε τα δεδουλευμένα και την αποζημίωση.

5. Στις 3 Ιανουαρίου του 2010 οι αλιεργάτες της Μηχανιώνας (στη συντριπτική τους πλειοψηφία αιγυπτιακής καταγωγής), ξεκίνησαν απεργία διαρκείας . Η αφορμή δόθηκε μετά την απόφαση των πλοιοκτητών, με το γνωστό πρόσχημα της οικονομικής κρίσης, να μειώσουν τους μισθούς κατά 60%, και να διακόψουν το δώρο των Χριστουγέννων. Οι περίπου 150 Αιγύπτιοι αλιεργάτες  αρνήθηκαν να συνεχίσουν να δουλεύουν κάτω από τις ίδιες συνθήκες και προχώρησαν σε απεργία καθώς και σε αποκλεισμό της ιχθυόσκαλας. Από την πρώτη στιγμή των κινητοποιήσεων, οι πλοιοκτήτες χρησιμοποιούν όλα τα μέσα για να καταστείλουν τον αγώνα των αλιεργατών. Η απεργία έληξε τον Απρίλιο. Για περισσότερα επισκεφθείτε: http://solidarityaliergates.blogspot.com/

6. Το διάστημα που εξελίσσονταν ο αγώνας στο banquet,  εργαζόμενοι/ες σε δύο ακόμα χώρους της βιομηχανίας του επισιτισμού και της διασκέδασης στάθηκαν απέναντι στα αφεντικά τους. Στον Καφεναί με καταγγελίες από 15 εργαζόμενους/ες για απλήρωτες υπερωρίες, μη καταβολή ενσήμων κ.α. και στο Barθelonica με μια μορφή άτυπης «αυτοδιαχείρισης» όπου οι εργαζόμενοι για να μη βρεθούν άνεργοι μέσα στο καλοκαίρι, εφόσον η εργοδοσία επεδίωκε το κλείσιμο του μαγαζιού και την επαναπρόσληψη με διαφορετικούς όρους μερικών εξ αυτών, αποφάσισαν να κρατήσουν μόνοι τους το μαγαζί προσαρμόζοντας τις τιμές σε όσους/ες στέκονταν αλληλέγγυοι/ες.

7. Για παράδειγμα, το κίνημα αλληλεγγύης στην Κ. Κούνεβα –τέλη Δεκέμβρη 08 με Γενάρη 09– χρησιμοποίησε ένα μεγάλο εύρος πρακτικών, έχοντας φυσικά και ως υπόβαθρο την εξεγερτική βία του Δεκέμβρη. Από καταλήψεις σταθμών του ΗΣΑΠ, δολιοφθορές σε σταθμούς του ηλεκτρικού, επιθέσεις και καταστροφές σε γραφεία υπενοικίασης εργαζομένων καθώς και στην εργολαβική εταιρία ΟΙΚΟΜΕΤ, στην οποία δούλευε η Κούνεβα, μέχρι καταλήψεις πανεπιστημιακών κτιρίων και δυναμικές διαδηλώσεις. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν και διάφορες επιθετικές κινήσεις σε καταστήματα Via Vai. Βέβαια και στις δύο περιπτώσεις είχε προηγηθεί ένα ακραίο ανέβασμα του πήχη της βίας από τη μεριά των αφεντικών. Βιτριόλι στην Κωνσταντίνα και σωματική βία από μπράβους στην Κάρμεν –εργαζόμενη στο Via Vai– καθώς και επίδειξη όπλου σε άτομα του σωματείου σερβιτόρων μαγείρων.

8. Από το 2007, το Πανελλήνιο Σωματείο Εργαζομένων ΤΙΜ HELLAS (Wind), έχει δημιουργήσει μια συνεπή και διαρκή διαδικασία αγώνα στην οποία συμμετέχουν  οργανικά πολλοί εργαζόμενοι/ες και η οποία διεκδικεί πάντοτε το κοινωνικό της άπλωμα. Απεργίες ενάντια σε απολύσεις (και όχι μόνο), αποκλεισμοί μαγαζιών, στήριξη άλλων αγώνων κ.τ.λ.

Written by factoryfanet

Ιουνίου 14, 2011 at 12:07 μμ

Αναρτήθηκε στις 02 τεύχος, εργασία

Marching for family

leave a comment »

του μωβ καφενείου

Στις 10 Οκτωβρίου 2010, χιλιάδες αγανακτισμένοι πολίτες κατέβηκαν στους δρόμους του Βελιγραδίου όπου συγκρούστηκαν με την αστυνομία, πέταξαν πέτρες και επιτέθηκαν σε μαγαζιά και νοσοκομεία. Αυτό που τους ώθησε. τους εξόργισε και τους όπλισε δεν ήταν τα νέα οικονομικά μέτρα. Ήταν το gay pride, που εκείνη τη μέρα βγήκε στους δρόμους της πόλης.

Το Βελιγράδι υπήρξε από τις πρώτες πόλεις όπου οργανώνονταν ήδη από τη δεκαετία του ‘80 «παρελάσεις υπερηφάνειας». Το 2001 ήταν η τελευταία χρονιά που η πορεία πραγματοποιήθηκε γιατί ξέσπασαν συγκρούσεις και η παρέλαση παρεμποδίστηκε. Το 2009 απαγορεύτηκε από τη σέρβικη κυβέρνηση γιατί, όπως ανακοίνωσε, δεν μπορούσε να εξασφαλίσει την ασφαλή της έκβαση.

Τον Οκτώβρη του 2010, οι συγκρούσεις ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο σε έκταση, ένταση και συμμετοχικότητα. Οι «διαδηλωτές» –ή «αντιδιαδηλωτές», σύμφωνα με άρθρα στο σερβικό τύπο– παρουσιάστηκαν από τα ΜΜΕ και τις ανακοινώσεις του δήμου ως μέλη φασιστικών και ακροδεξιών οργανώσεων. Και πράγματι, μπορεί οι φασίστες να ήταν αυτοί οι οποίοι κραύγαζαν «θάνατος στους ομοφυλόφιλους»2 αποκαλώντας τους «ντροπή του έθνους» και οι ακροδεξιές οργανώσεις να επεσήμαιναν ότι «οι παρελάσεις για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων έρχονται σε αντίθεση με τις παραδοσιακές οικογενειακές και θρησκευτικές αξίες», αλλά όπως δείχνουν τα γεγονότα ήταν πολλοί αυτοί που εξέφραζαν τις ίδιες ανησυχίες. Ανάμεσα στους «εξεγερμένους anti-gay» βρίσκονταν οικογενειάρχες, πατριώτες και παπάδες, ένα πλήθος που απαρτιζόταν από ηλικιωμένες μανάδες μέχρι νεαρούς χούλιγκαν.

Αυτή η εικόνα δεν είναι τόσο μακρινή. Οι εγχώριοι φασίστες έδωσαν τα συγχαρητήριά τους στους Σέρβους εθνικιστές για το γεγονός ότι αντιστάθηκαν στην παρέλαση των «κουλτουριάρηδων». Τα ίδια φασιστοειδή στο παρελθόν εκδήλωσαν με ποικίλους τρόπους τις επιθετικές τους διαθέσεις απέναντι στο athens pride. Τα πρώτα χρόνια έκαναν κάποιες τοσοδούλικες πορείες μίσους, προσπαθώντας να προσεγγίσουν το parade, και στο τελευταίο pride το 2010 απείλησαν δημόσια ότι θα επιτεθούν. Βέβαια, όπως και στο Βελιγράδι έτσι και στο ελληνικό παράδειγμα, υπερασπιστές της εθνικής ηθικής και της οικογενειακής τάξης και ασφάλειας, δεν είναι μόνο οι φασίστες.

Αυτό το κείμενο δεν αποτελεί το χώρο όπου θα μιλήσουμε συνολικά για τα pride και την κριτική που έχει ασκηθεί γύρω από το θεσμικό, εμπορευματικό ή εθνικό χαρακτήρα των εκδηλώσεων που τα συνοδεύουν. Θα σταθούμε όμως στην περίπτωση των αντιδράσεων στο pride του Βελιγραδίου τον Οκτώβρη του 2010, καθώς αποτελούν μια εντυπωσιακή συμπύκνωση «επιθετικών σχηματισμών», ιερών και τελετουργικών: της πατρίδας, της θρησκείας και της οικογένειας. Κοινωνικές κατασκευές που έχουν γίνει εξαιρετικά στέρεες, που αποτελούν φαινομενικά ουδέτερα, «φυσικά» και άρα «αθώα» κομμάτια της ζωής. Αυτόνομες κατηγορίες που όμως αλληλοκαλύπτονται και διαπλέκονται μεταξύ τους.

Από το σπίτι μας μέχρι το σχολείο και το πανεπιστήμιο, από τους δρόμους της πόλης μέχρι τα γήπεδα, από το στρατό μέχρι τις τηλεοράσεις, ερχόμαστε αντιμέτωπες/οι με την επιθετική ετεροκανονικότητα που εξορίζει στη σφαίρα του μη ορατού και μη κανονικού ό,τι δε χωράει εντός της. Το κυρίαρχο αυτό κανονιστικό πρότυπο μοιράζει και αφαιρεί προνόμια χρησιμοποιώντας κάθε μέσο: από τη διαρκή προπαγάνδα μέχρι τις ωμές, πραγματικές επιθέσεις σε αυτούς και αυτές που ενσαρκώνουν την απειλή. Στο οικογενειακό περιβάλλον παραδίδονται τα πρώτα μαθήματα straight acting –για αγόρια και κορίτσια– και εμπεδώνεται η πεποίθηση πως το σώμα και οι εκφράσεις πρέπει να αντιστοιχούν στα δύο κυρίαρχα δίπολα: αρρενωποί άντρες-θηλυκές γυναίκες, που κάποτε θα συναντηθούν και θα τεκνοποιήσουν, σύμφωνα με τις κοινωνικές και οικονομικές επιταγές. Αυτά τα μαθήματα, αποτελούν συχνά και την πρώτη έμφυλη βία που δεχόμαστε τόσο από την οικογένεια όσο και από το σχολείο. Γονείς, δάσκαλοι και συμμαθητές κανονικοποιούν τις επιθυμίες και θεσμοθετούν την ετεροκανονικότητα ώστε να μην αφήσουν κανένα περιθώριο στην παρέκκλιση. Η μη συμβατή έκφραση διαρκώς καταστέλλεται ή στην καλύτερη περίπτωση αφομοιώνεται μέσω της ειρωνείας και της χλεύης.

Υπό αυτό το πρίσμα, τα γεγονότα του Βελιγραδίου δεν αποτελούν μόνο μια σφυγμομέτρηση για το συντηρητισμό και την ομοφοβία. Αποτελούν κάθ’ εαυτά –εκεί στο δρόμο– ένα ακόμη μάθημα, μια διδαχή από φίλο σε φίλο, από μεγαλύτερο σε μικρότερο. Και ακόμα μια απόδειξη, αρρενωπότητας, τόλμης, θάρρους, δύναμης.

Πυρηνική οικογένεια: θεσμοθετημένη, αυτόνομη κοινωνική μονάδα αναπαραγωγής που αποτελείται από δύο τουλάχιστον ενήλικα άτομα, ετερόφυλα και μη συγγενικά εξ αίματος, που έχουν συζευχθεί, καθώς και τα παιδιά τους.

Αυτός ο τύπος οικογένειας επικράτησε στην Ελλάδα στα μέσα του 20ου αιώνα. Οι βασικές λειτουργίες αυτών των ομάδων-πυρήνων είναι η παροχή ικανοποίησης και ελέγχου των αναγκών –συμπεριλαμβανομένων και των σεξουαλικών– καθώς και η διατήρηση μιας κοινωνικοπολιτιστικής κατάστασης για την ανατροφή και την ομαλή κοινωνικοποίηση των παιδιών. Η πυρηνική οικογένεια εγκατέστησε τον ετεροκανονικό άντρα στη θέση του Ηνίοχου –σκληρού και καρπερού που αντέχει στους ανταγωνισμούς και τις κακουχίες– και μετέτρεψε τη γυναίκα σε ιδιοκτησία του. Η επικράτηση αυτού του μοντέλου στηρίχθηκε στην ποινικοποίηση και τιμωρία της μη αναπαραγωγικής σεξουαλικότητας –με συνηθέστερη τιμωρία την κοινωνική κατακραυγή– και βέβαια στη σχετική προπαγάνδα γύρω από τα δεινά που μπορεί να επιφέρει κάθε άλλη μορφή κοινωνικής οργάνωσης.

Σήμερα, η καριέρα και η ατομική ανέλιξη φαίνεται να έχουν κλονίσει λίγο τη σταθερότητα της οικογένειας. Η ανάγνωση όμως της πραγματικότητας και οι εμπειρίες που μοιραζόμαστε τείνουν να δείχνουν ότι στο τέλος της μοναχικής διαδρομής ή της ξέφρενης νιότης βρίσκεται η οικογένεια, η πλήρωση των συναισθημάτων. Το «οικογενειακό Όνομα», η «οικογενειακή Τιμή», το «οικογενειακό Χρέος» συνεχίζουν να αποτελούν τροχοπέδη στις επιθυμίες και οι ενοχές χρησιμοποιούνται ως αλάνθαστη μέθοδος για πειθάρχηση ή καλύτερα για εσωτερίκευση μιας βάναυσης αυτοπειθαρχίας («όχι για μένα, για τη φουκαριάρα τη μάνα μου…»)

Με έναν ανάλογο μηχανισμό, η θρησκεία χρησιμοποιεί την έννοια της αμαρτίας. Οι παπάδες δεν παραλείπουν να εκφράσουν τους συντηρητικούς παραλογισμούς τους με κάθε αφορμή, καλώντας τους χριστιανούς στην τάξη. Μέσα σε έναν βομβαρδισμό, λοιπόν, από όλα αυτά τα κηρύγματα, του παπά, του δάσκαλου, του γονέα, μέσα σε ένα νέφος ανασφάλειας και ενοχής, το άτομο πρέπει να επιστρατεύσει τεράστιες δυνάμεις για να μην εσωτερικεύσει «το λάθος» που φαίνεται να έχει διαπράξει. Και η δυσκολία είναι ακόμα μεγαλύτερη όταν στέκεται μόνο του μπροστά σε έναν ισχυρό, βέβαιο και πολυπληθή μηχανισμό. Πέρα από την Εκκλησία και τα όργανά της, χρόνια διδαχής και παράδοσης έχουν χαράξει στο σώμα μας πολύ βαθιές αυλακιές: οι χριστιανικοί μύθοι, η αβάσταχτη επανάληψη του σκοπού της ζωής, η τεκνοποίηση, η «πραγματική φύση» του ανθρώπου, το λάθος και το σωστό, καθώς και όσα θα κάνουν περήφανους τους γονείς και τους φίλους και θα επιφέρουν την αποδοχή από την κοινότητα. Η αναπαραγωγή –και η υποχρέωση που την ακολουθεί– αποτελεί και αυτή ένα από τα βασικά διατυπωμένα επιχειρήματα ενάντια στην ομοφυλοφιλία. Στο Βελιγράδι οι ιερές εικόνες, οι παπάδες και η ορθοδοξία σχημάτισαν βιβλικές στιγμές απείρου κάλους και αναγόρευσαν εαυτούς σε υπερασπιστές της εθνικής ακεραιότητας, αναδεικνύοντας το αδιάρρηκτο ζεύγος «γνήσιος Σέρβος-χριστιανός ορθόδοξος», με τον ίδιο και ιδιαίτερα γνώριμο σε εμάς τρόπο που «οι ορθόδοξοι χριστιανοί Έλληνες» γίνονται εμβληματικές φιγούρες μιας «αθάνατης φυλής Ελλήνων»3.

Το επιχείρημα της αναπαραγωγής, ως φυσικού προορισμού του ανθρώπου και ως ερμηνείας της σεξουαλικότητάς του, χρησιμοποιείται τόσο από την ορθόδοξη προπαγάνδα όσο και από την εθνική, που ονειρεύεται ένα δυνατό έθνος με ρωμαλέους άντρες να πολεμούν τον εχθρό στα σύνορα και δίπλα τους οι γυναίκες να πλέκουν κάλτσες και να γεννούν νέους στρατιώτες. Από το σημείο αυτό πηγάζει ένα επιχείρημα που ορίζει ως απειλή για τους πολίτες ενός έθνους άλλες σεξουαλικότητες και άλλους τύπους σχέσεων και αναδεικνύεται έτσι η σύνδεση της εθνικής ταυτότητας με τη χρησιμότητα της παραγωγής και προώθησης ενός ετεροκανονικού μοντέλου. «Στις πατριωτικές εξάρσεις εμφανίζεται μια συλλογική επιθυμία οικειοποίησης του έθνους για ευχαρίστηση, για την απόλαυση του συνανήκειν και της δυνατότητας δημόσιας παρουσίασης του εαυτού κάτω από μια αξιοσέβαστη στέγη»4. Πρόκειται για ένα χώρο που τον διαπερνούν σχέσεις αγάπης και στοργής –από την πατρίδα και για την πατρίδα–, σχέσεις που προσφέρουν προστασία και οικειότητα. Μία φαντασιακή κατασκευή του έθνους-κράτους ως κλειστού και ενιαίου όλου. Ένας χώρος που οριοθετεί ένα εντός και ένα εκτός και που λειτουργεί αντίστοιχα ως πηγή απόλαυσης και κυρώσεων. Οι ισχυρότεροι δεσμοί αυτών των σχέσεων είναι οι αδερφικές σχέσεις τιμής ανάμεσα στους ομοεθνείς άνδρες και ο αμοιβαίος σεβασμός για τις μανάδες και τις αδερφές τους. Για τις ετερόφυλες δηλαδή γυναίκες που ανταποκρίνονται στο ρόλο που τους έχει ανατεθεί: την επιτέλεση του φύλου τους και τις υποχρεώσεις που αυτή συνεπάγεται. Η «επιτακτική μητρότητα», που προπαγανδίστηκε εμμονικά τη δεκαετία του 80’ και κορυφώθηκε το ‘90, συνομιλεί με την «απεικόνιση του έθνους ως ανδρικής αδελφότητας»5. Η διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας –που μπήκε σε νέα φάση μετά το 1974– συνδέθηκε με μια ιδιαίτερη ανησυχία για την υπογεννητικότητα, η οποία αναγορεύτηκε μείζον εθνικό πρόβλημα. Την ίδια στιγμή που εμφανίζεται το, γνωστό και ως, «δημογραφικό», ασκείται μια εκτεταμένη προπαγάνδα φόβου για την εισροή μεταναστών από την Αλβανία και τη Βουλγαρία, αναθερμαίνεται επίσης το Μακεδονικό Ζήτημα και πληθαίνουν οι αναφορές στην αριθμητική υπεροχή του τούρκικου στρατού. Δηλαδή με λίγα λόγια, γεννήστε παιδιά να πάνε στο στρατό να πολεμήσουν για την πατρίδα, γεννήστε γιατί θα μας νικήσουν, γιατί το έθνος αιμορραγεί και το μέλλον είναι αβέβαιο.

Η ομοφυλοφιλία εντείνει σε αυτό το πλαίσιο την αβεβαιότητα. Όταν γίνεται ορατή και δημόσια, τότε γίνεται αντιληπτή από τα συντηρητικά κομμάτια ως θράσος, ως μόλυνση, ως βεβήλωση του straight δημόσιου χώρου. Προκαλείται ηθικός πανικός και πολιτισμική ανησυχία για την ακεραιότητα και την καθαρότητα του έθνους-κράτους. Αυτές οι εκφράσεις, οι «ανώμαλες», αυτά-που-κάνει-ο-καθένας-στο-κρεβάτι-του, αντιστοιχούν στο ιδιωτικό και εκεί έχουν απωθηθεί. Κι όταν αυτές οι εκφράσεις γίνονται ορατές, αυξάνεται το επίπεδο της βίας για να τις τιμωρήσει και να υπενθυμίσει που ανήκουν. «[…]όταν ο αντρικός ομοερωτισμός διαρρηγνύει τη δημόσια σφαίρα, συνιστά απειλή για το πρότυπο του εθνικού φαντασιακού»6.

«Πόση αμαρτία πρέπει να περιέχει αυτή η πόλη για να ‘χει τόσες εκκλησίες»7

Μπορεί το Βελιγράδι να είναι ένα ακραίο, θα μπορούσαμε να πούμε, παράδειγμα. Όμως και στη Θεσσαλονίκη, λίγο πιο μουλωχτά ίσως, η ομοφοβία δεν παύει να είναι παρούσα και κυρίαρχη. Όσο κι αν δημιουργείται μια μηντιακή εικόνα ότι η ομοφυλοφιλία προβάλλεται και είναι ορατή, δεν υπάρχει αυτή η αντιστοιχία με την πραγματικότητα. Ο δημόσιος χώρος είναι κατειλημμένος. Δε σταμάτησε ούτε στιγμή να είναι από άβολο μέχρι επικίνδυνο να εκφράζεται δημόσια, στο δρόμο, στο λεωφορείο, στις πλατείες, στα μαγαζιά, μια άλλη σεξουαλικότητα.

Η κουλτούρα της πόλης; Μάτσο λαϊκή, μάτσο καγκουρέ, με ιδιαίτερα συντηρητικό θρησκευτικό παρελθόν αλλά και παρόν. Και με μια πολύ περίεργη σχέση με τη μνήμη: Πριν τρεις δεκαετίες η πόλη είχε πλήθος σημείων (πάρκα, πλατείες, μαγαζιά) που αποτελούσαν σημεία συνάντησης για ένα σωρό σεξουαλικότητες, κάτι που σήμερα παραμένει άγνωστο. Τα λιγοστά δημόσια μέρη συνάντησης που απέμειναν, δέχονται συχνά επιθέσεις, ενώ συνεχίζει να θεωρείται πρόκληση το περίεργο περπάτημα, οι αγκαλιές και τα φιλιά.

Φυσιογνωμίες της πόλης που εκφράζουν δημόσια έναν συμπυκνωμένο συντηρητικό και σεξιστικό λόγο, έχουν διατυπώσει πρόσφατα: «Ο σεβασμιότατος αντιμετωπίζει το θέμα υπενθυμίζοντας ότι η Εκκλησία έχει ρυθμίσει τα θέματα αυτά και έχει επ’ αυτών διατυπώσει τις απαράβατες θέσεις της από αιώνων. […] Δε χρειάζεται να επαναλαμβάνει τις θέσεις του»8 τόνισαν από τη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης. Είχε κάνει στο παρελθόν λόγο για «Σόδομα και Γόμορρα» και για «θεσμοθετημένη αμαρτία» καθώς και ότι η ομοφυλοφιλία είναι «αναισχυντιά και ντροπή».

«Γκέι φίλους έχουμε όλοι μας. Αλίμονο, δεν κάνουμε αποκλεισμούς. Είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο, αλλά διαφωνώ ριζικά γιατί είμαι πιστός στις παραδόσεις, στις αρχές και στην ορθοδοξία. Αν ήμουν δήμαρχος, δε θα πάντρευα εγώ γκέι, όπως είμαι και κατά της παρέλασης των γκέι. […] Χάθηκαν οι ωραίες γυναίκες να παρελάσουν ως μαζορέτες;»9

Πλανάται μια ψευδαίσθηση στον αέρα: ότι όσο περνάει ο καιρός –έχουμε αισίως φτάσει στον 21ο αιώνα– βελτιώνεται με κάποιον περίεργο τρόπο, και το είδος «Άνθρωπος». Με την τεχνολογία την επιστήμη, τα φάρμακα… Γίνεται πιο ανοιχτόμυαλος, λιγότερο προκατειλημμένος, πιο «πολιτισμένος» με μια λέξη. Αποκρύπτεται ταυτόχρονα –και όχι κατά λάθος– ότι τόσο οι άνθρωποι όσο και η ιστορία τους δεν πορεύονται σε μια ευθεία πορεία προς τον παράδεισο, αφήνοντας πίσω ένα σκοτεινό παρελθόν, βηματίζοντας προς ένα φωτεινό μέλλον. Γιατί ούτε το παρελθόν ήταν σκοτεινό ούτε το μέλλον λάμπει. Η ιστορία είναι προϊόν ενδοκοινωνικών συγκρούσεων, αγώνων, δημιουργίας και καταστροφής. H κουλτούρα, οι συνήθειες, ο τρόπος αντίληψης, μεταβάλλονται καθώς μεταβάλλονται και οι κοινωνικές συνθήκες στις οποίες ζούμε και οι σχέσεις που διαμορφώνουμε και μας διαμορφώνουν. Προς το παρόν, στην πόλη που ζούμε, η ενδοοικογενειακή βία, οι βιασμοί, ο σεξισμός και η ομοφοβία συνεχίζουν να διαμορφώνουν ένα κομμάτι της καθημερινότητά μας. Και αυτό ακριβώς είναι το σημείο απ’ όπου εκκινούμε: η θέλησή μας να αλλάξουμε την καθημερινότητα σ’ αυτήν την αποπνικτική σκατούπολη.

«Από τη άλλη, αυτή η ρημάδα η πυρηνική οικογένεια είναι πάντα στο προσκήνιο, για κάποιον απροσδιόριστο λόγο δε χάνει την αίγλη της και τη δυνατότητα να εμφανίζεται στέρεα και συμπαγής, παρά τα πλήγματα που της καταφέρνω μέσα από την κριτική μου.. Και ομολογώ πως ζηλεύω.. Την αντοχή της. Θέλω αυτή την αντοχή και για τα «άλλα», τα δικά μου πράγματα…»10

Για αυτά τα άλλα, τα δικά μας πράγματα ήρθε η ώρα να μιλήσουμε κι εμείς. Για εκείνες κι εκείνους που τολμούν να επιχειρούν ή να οραματίζονται δομές αλληλεγγύης και συσχετισμούς πέρα από το καθιερωμένο οικογενειακό πρότυπο. Για συλλογικές και ατομικές επιλογές και αρνήσεις που δεν απολαμβάνουν κοινωνική νομιμότητα και αναγνώριση. Για την καταστροφή του καθεστώτος αστυνόμευσης που βρίσκεται γύρω μας και μέσα μας. Για την ισχυροποίηση της κριτικής προς το πατριαρχικό ετεροκανονικό μοντέλο. Για την αμφισβήτηση της φυσικής τάξης πραγμάτων –που έτσι ήταν, έτσι είναι και δεν αλλάζει.

Και σε αυτήν τη διαδρομή θα συγκρουστούμε με όποιον θέλει να υπερασπιστεί και να διατηρήσει μια πραγματικότητα που τρέφεται από τους διαχωρισμούς και τις καταπιέσεις.

Υποσημειώσεις

1. Η συνέλευση που λειτουργεί το Μωβ Καφενείο, ξεκίνησε πριν δύο χρόνια ως ομάδα αυτομόρφωσης για το φεμινισμό και πλέον υφίσταται ως ομάδα που ασχολείται με ζητήματα καταπίεσης και εξουσίας που προκύπτουν από τις έμφυλες σχέσεις μέσα στην πατριαρχική συνθήκη. Αναζητούμε αναλυτικά εργαλεία για την κατανόηση της ιστορίας και του παρόντος ώστε να προκαλέσουμε πλήγματα στην πατριαρχία, στον καπιταλισμό, στο γερασμένο αυτό κόσμο. Για επικοινωνία: autofemini@lists.espiv.net

2. Όπως και παρακάτω, τα αποσπάσματα προέρχονται από σχετικό άρθρό του BBC. Η μετάφραση δική μας. Lowen, Mark. (October, 2010). Scores arrested inBelgradeafter anti-gay riot. BBC News,Belgrade. Από την ηλεκτρονική διεύθυνση http:// http://www.bbc.co.uk/news/world-europe-11507253

3. «Σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις γίνεται επιστράτευση της θρησκείας στο επίπεδο του λόγου, για να τεθεί μια φυλετικοποιημένη εκδοχή της Ελλάδας. Οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί Έλληνες γίνονται έμβλημα μιας φυλής Ελλήνων. Παρατηρείται η σθεναρή εξάλειψη της θέσης του υποκειμένου “άθρησκος Έλληνας”, ενώ οι μη χριστιανοί παράγονται συχνά ως μη χριστιανοί και ως δαιμονοποιημένο υποκείμενο και “άλλο”-και όσο πιο κοντά στην Ελλάδα βρίσκονται τόσο περισσότερο δαιμονοποιούνται.» Χαλκιά, Αλεξάνδρα. (2005). Αναθεωρήσεις του έμφυλου έθνους: «δημογραφικά» διλήμματα, επιστήμη και λόγος, Η Παραγωγή του Κοινωνικού Σώματος, φεμινιστικό επιστημονικό περιοδικό Δίνη και εκδόσεις Κατάρτι.

4. Έκ-φυλες. (2008). Έθνος: ο τόπος των ανδρών και των μανάδων τους. Το κείμενο βρίσκεται στο ομώνυμο ιστολόγιο, στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://ek-fyles.blogspot.com/2008/07/blog-post_14.html

5. Χαλκιά, Αλεξάνδρα, (2005). ο.π.

6. ‘Εκ-φυλες. (2008). ο.π.

7. Μάνος Χατζιδάκις. Από τον πρόλογο που έγραψε ο ίδιος για το ένθετο του δίσκου του Τα Τραγούδια Της Αμαρτίας. Ένα μεγαλύτερο παράθεμα: «Μπαίνοντας στη Θεσσαλονίκη το ‘45, αργά το βράδυ της Μ. Πέμπτης είχε τελειώσει η λειτουργία και οι εκκλησίες άδειες, φωτισμένες, ηχούσαν πένθιμα. Περπατούσα μόνος και θαμπωμένος –είπα από μέσα μου: “Θεέ μου, πόση αμαρτία πρέπει να περιέχει αυτή η πόλη για να ‘χει τόσες εκκλησίες;”» Χατζιδάκις Μάνος. (1996).Τα Τραγούδια της Αμαρτίας. ΣΕΙΡΙΟΣ SMH 96002.2

8. Απόσπασμα από δήλωση του γραφείου του Μητροπολίτη Άνθιμου στο Star.gr. Παρατίθεται στη διεύθυνση www.star.gr/ politics/79666/ «Συμμαχία»_Άνθιμου-Ψωμιάδη_κατά_Μπου-

τάρη_για_τους_gay_γάμους!.htm

9. Δήλωση του Περιφερειάρχη Κεντρικής Μακεδονίας Π. Ψωμιάδη. Από άρθρο της εφημερίδας «Αγγελιοφόρος» στη διεύθυνση http://www.agelioforos.gr/default.asp?pid=7&ct=10&artid=79554

10. Με Οικογένεια. qvzine #1. (2005)

 

Written by factoryfanet

Ιουνίου 14, 2011 at 12:00 μμ

Αναρτήθηκε στις 02 τεύχος, φύλο

τεύχος 01

with one comment

Written by factoryfanet

Αύγουστος 26, 2010 at 1:21 μμ

Αναρτήθηκε στις 01 τεύχος, περιεχόμενα

Αrtwork Factory 01

leave a comment »

Written by factoryfanet

Ιουλίου 17, 2010 at 6:38 μμ

Αναρτήθηκε στις 01 τεύχος, artwork